Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Σιμόν Βέιλ: Επιστολές και Δοκίμια

Σ’ αυτό το βιβλίο είναι συγκεντρωμένες οι σημαντικές επιστολές που απέστειλε η Σιμόν Βέιλ στον καθολικό ιερέα Περρέν καθώς και κάποια από τα εμβληματικά δοκίμια που έγραψε στη ζωή της. Ο τίτλος της συλλογής «Περιμένοντας τον Θεό» είναι και εύστοχος και ενδεικτικός των προθέσεων, ή μάλλον της επιθυμίας της Βέιλ, που σε όλη της τη ζωή περίμενε τον Θεό, με έναν τρόπο όμως διαφορετικό από τους υπόλοιπους πιστούς της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Στην πρώτη της επιστολή, εκφράζει τον δισταγμό της να προσχωρήσει και τυπικά στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μέσω του μυστηρίου του βαπτίσματος. Γράφοντας στον Πατέρα Περέν, θεωρεί τονε αυτό της ανάξια των μυστηρίων της Εκκλησίας. Εδώ βλέπουμε μια ταπείνωση η οποία φθάνει στα άκρα, μια ταπείνωση που συντελείται στην έρημο του κοσμικού χώρου και χρόνου, η οποία διαμαρτυρείται κατά της ευκολίας με την οποία μπορεί κάποιος να γίνει μέλος της Εκκλησίας. Γράφει η Βέιλ: «Αυτού του είδους το εμπόδιο που με σταματά εκτός της Εκκλησίας οφείλεται είτε στην δική μου ατελή κατάσταση, ή στο γεγονός πως η κλήση μου και η θέληση του Θεού, εναντιώνονται σ’ αυτό….αν είναι το θέλημα του Θεού να εισέλθω στην Εκκλησία, θα κάνει γνωστό το θέλημα του σε μένα στην κατάλληλη στιγμή, όταν θα είμαι άξια γι’ αυτό ώστε να μου επιβάλλει το θέλημα του». Δεν αποκλείει μια τέτοια κατάσταση στο μέλλον, στο παρόν όμως θεωρεί πως το θέλημα του Θεού επιβάλλει τη μη ένταξη της στην Εκκλησία. Εδώ ακούμε τη φωνή μιας ξεχωριστής ψυχής που στέκεται με δέος προ του γεγονότος της ολοκληρωτικής αφοσίωσης στην Εκκλησία, δίσταζοντας να κάνει το τελικό βήμα γιατί η ίδια παίρνει πολύ στα σοβαρά τούτη την αφοσίωση και ένταξη. Η αλλόκοτη ταπείνωση της δια Χριστόν σαλής Σιμόν Βέιλ φθάνει σ’ αυτό το σημείο παραδοχής: «Αν κάποια μέρα έλθει όπου θ’ αγαπώ τόσο πολύ τον Θεό ώστε να αξιωθώ της χάριτος του βαπτίσματος, θα αποδεχθώ τη χάρη αυτή την ίδια εκείνη μέρα, αληθινά, με τον τρόπο που ο Θεός επιθυμεί, είτε μέσω του βαπτίσματος με την αυστηρή έννοια του όρου ή με κάποιον άλλον τρόπο. Κατ’ αυτή την έννοια για ποιο λόγο να αγχώνομαι; Δεν είναι δουλειά μου να σκέφτομαι περί του εαυτού μου. Η δουλειά μου είναι να σκέφτομαι τον Θεό. Είναι δουλειά του Θεού να νοιάζεται για μένα». Η συγκλονιστική Σιμόν Βέιλ περιγράφει έναν τρόπο μέθεξης στο μυστήριο της Εκκλησίας καθόλου συνηθισμένο, που ίσως, με μια τολμηρή σκέψη, θυμίζει τη μετάνοια της οσίας Μαρίας Αιγυπτίας. Η επιφύλαξη της Βέιλ εξειδικεύεται περισσότερο στη δεύτερη επιστολή όπου εδώ αναπτύσσει τις σκέψεις της για την εξωτερική μορφή της Εκκλησίας ως «κοινωνικής δομής» η οποία την φοβίζει. Την φοβίζει ιδιαίτερα ο πατριωτισμός που εμφιλοχωρεί σε ρωμαιοκαθολικούς κύκλους, αλλά και μια αίσθηση πως θ’ ανήκει σε μια ένωση που θα την διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους ανθρώπους, σε ένα σώμα δήθεν σωσμένων: «αισθάνομαι πως είναι απαραίτητο και επιβεβλημένο να παραμείνω μόνη μου, μια ξένη και εξόριστη σε σχέση με κάθε ανθρώπινο κύκλο δίχως εξαίρεση». Η κοσμική μοναξιά που επιβάλλει στον εαυτό της θα μπορούσε κανείς να τη θεωρήσει εωσφωρική, ειδικά και στον δικό μας εκκλησιαστικό χώρο με την έντονη προδιάθεση μια τυπική και εξωτερική παρουσία στα γεγονότα της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά η Βέιλ δεν μιλούσε αφ’ υψηλού, αλλά στο πνεύμα της ταπείνωσης που χαρίζεται μονάχα στους αληθινά πνευματικούς ανθρώπους, άλλωστε η Βέιλ , όπως γράφει στην πνευματική της αυτοβιογραφία, «είχα υιοθετήσει την χριστιανική στάση ως τη μόνη δυνατή. Μπορώ να ισχυριστώ πως γεννήθηκα, ανατράφηκα, και διαρκώς παρέμεινα εντός της χριστιανικής έμπευσης». Αυτό που την συγκλόνισε εσωτερικά και μετέβαλλε την εξωτερική αποδοχή του χριστιανικού μυστηρίου σε εσωτερικό γεγονός σωτηρίας και αλήθειας είναι η ανάγνωση και η βαθύτερη κατανόηση της Κυριακής Προσευχής, και μάλιστα η ανάγνωση της στο ελληνικό πρωτότυπο: «η άπειρη γλυκύτητα αυτού του ελληνικού κειμένου με συνεπήρε τόσο πολύ, που για πολλές μέρες δεν μπορούσα να σταματήσω από το να την απαγγείλω διαρκώς». Όμως, παρά αυτή την μυστική εμπειρία, η Βέιλ αισθανόταν πως ο Θεός δεν την ήθελε στην Εκκλησία, τουλάχιστον στην παρούσα στιγμή της ζωής της. Σε ποια Εκκλησία όμως ο Θεός δεν την ήθελε; Στην Εκκλησία της εκκοσμικευμένης μορφής, η οποία «μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ήταν ολοκληρωτική, ήταν η σειρά της Εκκλησίας να εγκαθιδρύσει πρώτη εκείνη ένα είδος ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα, ύστερα από τον πόλεμο με τους Καθαρούς».
Σιμόν Βέιλ
Τούτη τη μορφή αμφισβητεί η Βέιλ, δίχως να αμφισβητεί τον Θεό ή την καθαρότητα και την ομορφιά της χριστιανικής πίστης καθώς και την ανάγκη για την παρουσία σύγχρονων αγίων στην σημερινή κοινωνία. Η σύγχρονη αγία είναι η Σιμόν Βέιλ με αυτόν τον παράδοξο λόγο που συμβάδιζε με τον παράδοξο σαλό της βίο. Ο λόγος της χάριτος αναβλύζει από τα γραπτά της σε κάθε σημείο: «Όταν, ωστόσο, ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, παραδίδεται τότε στο νόμο της βαρύτητας. Τότε νομίζει πως είναι ελεύθερος να αποφασίζει και να επιλέγει, αλλά είναι μονάχα ένα πράγμα, μια πέτρα που πέφτει».
Πέρα από τα αυτοβιογραφικά και πνευματικά αυτά κείμενα, στον τόμο αυτό υπάρχει και ένα άλλο δοκίμιο που προκαλεί συγκίνηση και θα έπρεπε υποχρεωτικά να διαβαστεί από καθέναν που θέλει να ασχοληθεί με την ακαδημαϊκή ζωή του πνεύματος, με κάποια επιστήμη. Το δοκίμιο έχει τον τίτλο «Στοχασμοί για την ορθή χρήση των σχολικών σπουδών υπό το φως της αγάπης του Θεού». Ένα δοκίμιο για κάθε μαθητή τελικά, ανεξάρτητα σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μάθησης βρίσκεται, είτε ξεκινά από το δημοτικό σχολείο, είτε βρίσκεται σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας, είτε στο πανεπιστήμιο και στη μεταδιδακτορική έρευνα, ή αποφασίζει έπειτα από πολλά χρόνια να αφιερωθεί σε έναν τομέα μελέτης για χάρη αυτής και της καλλιέργειας του εαυτού του. Η Βέιλ θεωρεί πως μονάχα οι σχολικές ασκήσεις αναπτύσσουν ένα υποδεέστερο είδος προσοχής, ωστόσο «είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές στην αύξηση της δύναμης της προσοχής η οποία θα είναι διαθέσιμη στον καιρό της προσευχής». Συνδέει λοιπόν την προσοχή με την δυνατότητα της προσευχής, αλλά προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Το πνεύμα μόνο μέσω της επιθυμίας να προοδεύσει, αλλά για να υπάρχει επιθυμία «πρέπει να υπάρχει ευχαρίστηση και χαρά στην εργασία….η χαρά της μάθησης είναι τόσο απαραίτητη στη σπουδή όσο είναι η αναπνοή στο τρέξιμο….όταν απουσιάζει δεν υπάρχουν αληθινοί σπουδαστές, αλλά μονάχα καρικατούρες εκπαιδευομένων που, στο τέλος της εκπαίδευσής τους, δεν θα έχουν καν μια ασχολία». Πόσο επίκαιρα ηχούν αυτά τα λόγια τον καιρό των επιδοτούμενων σεμιναρίων, τούτη την διαχρονική (αυτό)εξαπάτηση πολιτών, εκπαιδευτών και κρατικών υπηρεσιών! Αν δεν υπάρχει η χαρά στην σπουδή και στην πνευματική εργασία, τότε δεν μπορεί να υπάρχει προπαρασκευή για πνευματική χριστιανική ζωή. Γι’ αυτό και η Βέιλ ακόμα και στην επίλυση ενός προβλήματος γεωμετρίας βλέπει την ανόθευτη εικόνα της μοναδικής, αιωνίου και ζώσας Αλήθειας, δηλαδή του Ενσαρκωμένου Λόγου: «Κάθε σχολική εργασία, ιδωμένη μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι σαν ένα εκκλησιαστικό μυστήριο». Γι’ αυτό είναι αναγκαία η προσοχή και η σοβαρότητα στην αντιμετώπιση των σχολικών εργασιών: «ευτυχισμένοι είναι αυτοί που διάγουν την εφηβεία και τη νεότητά τους αναπτύσσοντας αυτή την δύναμη της προσοχής….οι σπουδές βρίσκονται εγγύτερα του Θεού εξαιτίας της προσοχής η οποία συνιστά την ψυχή τους. Όποιος περνά τα χρόνια των σπουδών του δίχως ν’ αναπτύσσει αυτήν την προσοχή μέσα του έχει απολέσει έναν μεγάλο θησαυρό». Στην ουσία αυτό που συνιστά η Βέιλ είναι μια ασκητικότητα ως απόλυτα συνυφασμένη με την ουσία των σπουδών και της μελέτης η οποία, με τη σειρά της, θα οδηγήσει σε ανώτερη πνευματική σφαίρα, θα αποτελέσει κατά κάποιον τρόπο την εισαγωγή στην χριστιανική πνευματική ζωή. Η γεωμετρία, η μελέτη των λατινικών, των ελληνικών, των ξένων γλωσσών, της φιλοσοφίας, της φυσικής, κάθε μάθησης, η ακαδημαϊκή εργασία που αρχίζει εξ απαλών ονύχων και δεν τελειώνει ποτέ «εμπεριέχει ένα τέτοιο πολύτιμο μαργαριτάρι που γι’ αυτό αξίζει κανείς να πουλήσει όλα την περιουσία του, κρατώντας τίποτα για τον εαυτό του προκειμένου να το αποκτήσει». Πόσο στενή και τεθλιμμένη αυτή η οδός για τους σύγχρονους σπουδαστές.
Ο λόγος της Βέιλ είναι  διαχρονικός , επίκαιρος και αξίζει να τον μελετάμε και να επανερχόμαστε σ’ αυτόν ακατάπαυστα.



Δεν υπάρχουν σχόλια: