Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2020

Ζαν Πωλ Σαρτρ: Η Ναυτία

 

«Η ναυτία» του Σαρτρ προκαλεί – χωρίς αμφιβολία – μεγάλη ναυτία σε κάθε αναγνώστη που θα τοποθετήσει τον εαυτό του στη θέση του ήρωα Ροκαντέν. Δεν είναι ένα μυθιστόρημα για συνηθισμένους ή εφησυχασμένους αναγνώστεςž ίσως, να μην πρόκειται καν για μυθιστόρημα με κλασική σημασία του όρου, αλλά για μια δοκιμή πάνω στην πραγματικότητα της ύπαρξης. Ο Σαρτρ χωρίς ενδοιασμό, μιμούμενος την τέχνη του χειρουργού, τοποθετεί το Ροκαντέν στη χειρουργική κλίνη της ύπαρξης – προς Θεού, όχι για να τον συγχωρήσει: το  μόνο που θέλει είναι να τον τυφλώσει με το άπλετο φως που θα πέφτει πάνω του από τις προβολές της Συνείδησης, μπας και μ’ αυτόν τον τρόπο ο «ασθενής» διαπιστώνει από μόνος του τη βαριά του ασθένεια. Ο Ροκαντέν πάσχει από τη βαρύτητα της ύπαρξης και από την χωρίς περιεχόμενο ζωής, χωρίς σκοπό μοναχικής παρουσίας του πάνω στη γη – χωρίς φίλους ή εχθρούς, χωρίς σταθερή ………………………., Ροκαντέν, και πίσω απ’ αυτόν ο Σαρτρ, κινείται στη σφαίρα του απόλυτου, όπου η συγχώρεση παραδίνεται ακόμη στην ………………… και αμείλικτη κριτική. Λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να διατηρήσουν μια τόσο απόλυτη στάση απέναντι στην απελπισία της  ύπαρξης, όπως ο Ροκαντέν. Η καταδίκη, όπως σημειώσαμε ήδη, είναι αμείλικτηž κάθε τι που περνά έστω και φευγαλέα από τα μάτια εξορκίζεται και ……………………… στην κόλαση της κριτική, εφόσον αναπαράγει την ……………., χωρίς νόημα, ύπαρξη. Πολλές κατηγορίες ανθρώπων κατανέμονται μ’ αυτόν τον τρόποž τίποτα δεν καταφέρνει να τους γλυτώσεις από τη χλεύη του Ροκαντέν, εκτός αν αναρωτιούνται περί της ύπαρξης τους. Και κάτι τέτοιο, σε καμία περίπτωση, δεν συμβαίνει. Αγέρωχα, εφησυχασμένα, ίσως και αδιάφορα, η πλειονότητα των ανθρώπων διασχίζει χωρίς συνειδησιακά ή υπαρξιακά προβλήματα το μονοπάτι της ζωής τους, την οποία ο Ροκαντέν έκρινε ως κενή και μονότονη.

Το βασικό μειονέκτημα του μυθιστορήματος του Σαρτρ δεν είναι η περιγραφή – με ειρηνικό ενίοτε τρόπο -  των αλλοτριωμένων, μη συνειδητοποιημένων μορφών ζωής συγκεκριμένων πόλεων της Μπουβίλ, παρά η χωρίς συμπόνια και δίχως ίχνος αγάπης ανάλυσής τους. Το καταδικαστικό αποτέλεσμα που ανακοινώνει το εσωτερικό δικαστήριο – ποιοι ήταν άραγε οι ……………..; - των Σαρτρ – Ροκαντέν μας αφήνει μια πικρή γεύση, απέχοντας από το να μας θυμίσει το άρωμα του δικαίουž όσο δίκιο κι αν έχουν, η απόφαση που παρουσιάζουν στερείται της δυνατότητας συμπαράστασης προς την «καταδικασμένη», οι οποίοι και μετά από αυτήν θα παραμείνουν ανάλλαχτοι και αδιόρθωτοι.


Η τραγωδία της Ναυτίας του Ροκαντέν έγκειται στο γεγονός ότι παραμένει μια αρκετά προσωπική ιστορία που δεν αγγίζει έστω κι έναν συγχωριανό του. Επομένως, θα μείνει αναξιοποίητηž ο Ροκαντέν δεν  μπορεί μόνος του να διαλύσει τα σύννεφα και να διώξει την καταχνιά, ούτε να βοηθήσει το φως να καταυγάσει τη συνειδησιακή πλάση των ανθρώπων. «Λοιπόν μπορεί κανείς να δικαιολογήσει την ύπαρξή του;» θα αναρωτηθεί προς το τέλοςž δεν περιμένουμε φυσικά από το Ροκαντέν επαναστατικής μορφής ζυμώσεις, πέρα από τη δική του προσωπική σκέψη – οι άλλοι μένουν στη μοναξιά της αμάθειας. Ο Ροκαντέν ελπίζει πως μόνος του πια μπορεί να σωθεί και να δικαιολογήσει την ύπαρξή τουž καιρός είναι να ξεχάσεις τους υπόλοιπους. Εναποθέτει την ελπίδα στη συγγραφή ενός βιβλίου: «Όμως, θα ερχόταν σίγουρα μια στιγμή όταν το βιβλίο θα είχε γραφτεί, θα ήταν πίσω μου και νομίζω πως κάτι από τη λάμψη του θα έπεφτε πάνω στο παρελθόν μου. Τότε ίσως θα μπορούσα ανάμεσα απ’ αυτό, να αναπολήσω τη ζωή μου χωρίς αποστροφή». Οι σελίδες ενός βιβλίου που θα έχουν προέλθει από την ψυχή του Ροκαντέν είναι η απόδειξη της σωτηρίας του – με άλλα λόγια, η απόπειρα δημιουργίας ενός κάτι, ενός βιβλίου, φτάνει να δικαιώσει το μοναχικό άνθρωπο απέναντι στο δύσπιστο και κριτικό εαυτό του. Η προσωπική κατάθεση, η μοναχική μαρτυρία που μπορεί να κομίσει ένας άνθρωπος διαμέσου ενός τυπωμένου βιβλίου σημαίνει τη βεβαιότητα ότι αυτός υπήρξε, που αυτό με τη σειρά του δεν μπορεί παρά να αποζημιώσει ότι δημιούργησε κάτι με το σπέρμα της ψυχής του.


Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

Agatha Christie: At Bertram's Hotel

 

Ξεκινώντας για δεύτερη φορά την ανάγνωση όλου του έργου της Agatha Christie, τη φορά αυτή από το πρωτότυπο κείμενο, είχα την αίσθηση πως δεν είχα διαβάσει, ούτε καν την πρώτη φορά, το "At Bertram's Hotel". Την εποχή όπου κάθε καλοκαίρι πήγαινα στα περίπτερα της Πλατεία Κολιάτσου για να προμηθευτώ τα θρυλικά κίτρινα εξώφυλλα των εκδόσεων "Λυχνάρι", αυτό το βιβλίο δεν το είχα διαβάσει, δεν είχε γίνει μέρος της συλλογής μου με τα αριστουργήματα της "Βασίλισσας του Εγκλήματος", αλλά ούτε και παλιότερα από τις εκδόσεις τσέπης "Βίπερ".

Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1965, ανήκει στην τελευταία περίοδο των αστυνομικών περιπετειών της Christie, και είναι μια από τις τελευταίες επίσης υποθέσεις με πρωταγωνίστρια την γηραιά Μις Μαρπλ, όπου σε αντίθεση με άλλα έργα, ελάχιστα πράγματα κάνει σ' αυτό το έργο: δεν υπάρχει έρευνα από την πλευρά της, δεν υπάρχουν πολλοί διάλογοι, δεν υπάρχει η ατμόσφαιρα του μυστηρίου που συναντούσαμε στο μικρό χωριουδάκι της. Εδώ αντίθετα η δράση έχει μεταφερθεί στο Λονδίνο , στο ανακαινισμένο ξενοδοχείο Bertram όπου καταφεύγουν για ξεκούραση άτομα της ανώτερης βρετανικής κοινωνίας, αλλά και τουρίστες από το εξωτερικό που θέλουν να γευτούν τον παραδοσιακό βρετανικό τρόπο ζωής, με τα το απογευματινό τσάι και τα συνοδευτικά του , με την ήσυχη ατμόσφαιρα της εδουαρδιανής Αγγλίας, τα βαριά έπιπλα με τα πολυτελή καλύμματα και την πολυετή παράδοση.

Χαρακτηριστικό του έργου είναι οι λίγοι χαρακτήρες, η απουσία του σασπένς και η αποτυχημένη προσπάθεια συνδυασμού ενός αστυνομικού μυθιστορήματος με κατασκοπευτικά στοιχεία. Οι λίγοι χαρακτήρες σημαίνει πως η ανατροπή που συμβαίνει όπως πάντα σε κάθε βιβλίο της Christie στο τέλος της ιστορίας δεν εκπλήσσει τον αναγνώστη, είναι ίσως και η μοναδική αναλαμπή της Μις Μαρπλ που αν και ελάχιστα συμμετέχει σε όλο το έργο, στο τέλος ανατρέπει τα δεδομένα. Το υβρίδιο που προσπάθησε να πετύχει η Christie συνδυάζοντας την παραδοσιακή δομή του μυθιστορήματός της με κατασκοπευτικά στοιχεία δεν είναι πειστικός διότι απουσιάζει η δράση που συνοδεύει αυτό το ξεχωριστό είδος με ένα πιο δυναμικό σύνολο χαρακτήρων οι οποίοι στο συγκεκριμένο έργο, στο βαθμό που υπάρχουν, μόνο ως καρικατούρες μπορούν να χαρακτηριστούν. Για να μην αναφέρουμε και την απουσία οποιασδήποτε αξιόλογης πολιτικής αναφοράς.


Από τα τις πλέον συμπαθητικές φιγούρες που δημιούργησε η Christie σε όλο το της το έργο, που φέρνει κάπως (αν και ελάχιστα) στην γελοιογραφική προσέγγιση των χαρακτήρων του Ντίκενς, είναι η μορφή του αιδεσιμότατου Pennyfather που προσφέρει ένα ελάχιστο μειδίαμα ικανοποίησης κατά την περιγραφή της περιπέτειας του προς το θεολογικό σεμινάριο της Λουκέρνης.


Από τα πιο αδύναμα έργα της Christie, φανερώνει και την δημιουργική κόπωση της μεγάλης συγγραφέως που αναζητούσε στα γεράματα της, τα δικά της και της Μις Μαρπλ, ένα μέρος για να ξεκουραστεί και να απολαύσει την περιποίηση των άλλων, το Ξενοδοχείο Bertram, όπου "κανείς από τους παριστάμενους δεν ήταν φανταχτερός, κανείς δεν έμοιαζε παράταιρος με το περιβάλλον- οι περισσότεροι απολάμβαναν ένα πατροπαράδοτο αγγλικό απογευματινό τσάι".- Ας αντιμετωπιστεί έτσι αυτό το βιβλίο.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020

Οι απόψεις του David Herbert Lawrence για την λογοτεχνική κριτική


 Ανοίγοντας παλιά τετράδια που βρίσκονταν καταχωνιασμένα μέσα σε παλιές σακούλες σε ντουλάπια απρόσιτα αλλά ευρύχωρα ώστε να κρύβουν πολλούς και παλιούς θησαυρούς, βρήκα ένα κείμενο του μεγάλου Βρετανού συγγραφέα D.H. Lawrence το οποίο είχα ασπαστεί με ενθουσιασμό, και συμμερίζομαι ακόμα και σήμερα- δεν το έλιωσε η κριτική του χρόνου, αντίθετα η δική του κριτική για το λογοτεχνικό έργο παραμένει σημαντική και πνευματικά ορθή:

"Κρίνουμε ένα έργο τέχνης από τις επιπτώσεις του στα ειλικρινή και ζωτικά συναισθήματά μας, και από τίποτε άλλο. Όλες οι κριτικές ταχυδακτυλουργίες για το ύφος και τη μορφή, όλη αυτή η ψευδοεπιστημονική ταξινόμηση και ανάλυση των βιβλίων, σαν να πρόκειται για βότανα δεν είναι παρά αναίδεια, και τις περισσότερες φορές ανιαρή φρασεολογία".

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Τα βιβλία που διάβασα το 2018

Ελάχιστοι ίσως πιστέψουν πως την περασμένη χρονιά διάβασα (στην ουσία ολοκλήρωσα!) 140 βιβλία. Βιβλία που ως επί το πλείστον τα διάβασα με το μολύβι ή το στυλό στο χέρι , υπογραμμίζοντας κάθε φορά που έβλεπα ένα ενδιαφέρον σημείο (κάποια απ' αυτά είναι εξ ολοκλήρου υπογραμμισμένα, όπως τα φιλοσοφικοπολιτικά ή τα θεολογικά), ενώ αρκετά έχουν και σημειώσεις ή παρατηρήσεις στο περιθώριο των σελίδων τους. 

Αλλά αυτός ο αριθμός μου φαίνεται φυσιολογικός. Αρκεί να κλείσουν, στο μέτρο του εφικτού, οι οθόνες, και να περιοριστούν οι άσκοπες έξοδοι από τον στόχο, ο οποίος ήταν ο ίδιος όπως  και κάθε χρόνο τώρα: η βύθιση στο γραπτό κείμενο, αυτός ο πρώτος έρωτας της νεότητας που διαρκεί αμείωτος και άσβεστος τόσες δεκαετίες πια. Ελάχιστες ήταν οι μέρες, λόγω κούρασης προφανώς ή κάποιων άλλων έκτακτων γεγονότων που δεν διάβασα ούτε γραμμή. Αυτές οι μέρες όμως ήταν σαν μην υπήρχαν, σαν να μην τις έζησα- έχουν πεθάνει στην αιώνια καταισχύνη της λήθης. Ήταν όμως και η πλειονότητα των ημερών που ξυπνούσα από τις 5 το πρωί, έφτιαχνα καφέ και διάβαζα το βιβλίο προτού ξεκινήσω για την πρωινή ζούγκλα του γραφείου- έτσι έπαιρνα δυνάμεις για ν' αντέξω τη μέρα. Κάπως έτσι θέλω να εξελιχθεί και η νέα χρονιά. Δεν έχω κάποιο αναγνωστικό πρόγραμμα, αν και η λίστα όσο πάει και μεγαλώνει ή τροποποιείται διαρκώς. Το τετριμμένο ισχύει: δεν βρίσκουμε τα βιβλία, εκείνα μας βρίσκουν.

Η λίστα των 140

                                                  
1.Ελίας Κανέτι: Auto da Fe
2. Daphne du Maurier: The Scapegoat
3. Albert Camus: Ο Πρώτος Άνθρωπος
4.David Bentley Hart: Οι αυταπάτες των αθεϊστών
5. Εμμανουέλ Καρέρ: Ο Εχθρός
6. Hans Fallada: Και τώρα ανθρωπάκο;
7. Michelle Kuo: Reading with Patrick
8. Μισέλ Ουελμπέκ: Πλατφόρμα
9. Κάρλος Ρουίθ Θαφόν: Το παιχνίδι του Αγγέλου
10. Ζαν Ζενέ: Η Παναγία των Λουλουδιών
11. S. Price- P. Thonemann: The Birth of Classical Europe
12. Henry Kissinger: World Order
13. Θανάσης Βαλτινός: Ορθοκωστά
14. Peter Lewis: Αρτούρ Σοπενχάουερ
15. Frances Yates: Ο Ροδοσταυρικός Διαφωτισμός
16. Ρος Μακντόναλντ: Κινούμενος Στόχος
17. Μισέλ Ουελμπέκ: Τα στοιχειώδη σωματίδια
18. Γκαστόν Φιόρδα: Η συνωμοσία Μπόρχες
19. Han Kang: The Vegeterian
20. E.M. Forster: A room with a view
21. Oliver Matuschek: Three Lives- A biography of Stefan Zweig
22. Anna Green: The Leavenworth Case
23. Μαργαρίτα Λυμπεράκη: Τα ψάθινα καπέλα
24. Γ. ΒερίτηςΠοιήματα
25. Antal Szerb: Journey by Moonlight
26. Toni Morisson: Beloved
27. Διονύσιος Σολωμός: Ποιήματα
28. Λεφ Σεστώφ: Ντοστογιέφσκυ- αγώνας ενάντια στις αυταπόδεικτες αλήθειες
29. Vladimir Nabokov: The Luzhin Defense
30. Edmund Crispin: Το κινητό παιχνιδάδικο
31. Georges Simenon: Ο Γάτος
32. Robert Walser: Γιάκομπ Φον Γκούντεν
33. Stefan Zweig: Μονταίνιος
34. Georges Simenon: Στριπτίζ
35. Έρβιν Πανόφσκυ: Γοτθική αρχιτεκτονική και σχολαστικισμός
36. Shirley Jackson: Hangsaman
37. Κωνσταντίνος Θεοτόκης: Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα
38. Walter Kaufmann: Nietzsche
39. Μήτσος Κασόλας: Ο Πρίγκιπας
40. John Mearsheimer: The Tragedy of the Great Power Politics
41. Μπραμ Στόουκερ: Το πετράδι των 7 αστεριών
42. D. Henderson: Mr Bowling buys a newspaper
43. Λεόντιεφ-Σολοβιόφ: Το Βυζάντιο στη Ρωσία
44. Τάσος Αθανασιάδης: Μεσαιωνικό Τρίπτυχο
45. William James: The Varieties of Religious Experience
46. Paco Ignacio Taibo II: Η ζωή η ίδια
47. Georges Simenon: O Κίτρινος Σκύλος
48. Ernest Hemingway: Fiesta, the Sun also Rises
49. Rudolf Otto: The Idea of the Holy
50. Stephen King: 22-11-63
51. Peter Berger: The Social Construction of Reality
52. Stephen Vizinczey: In Praise of Old Women
53. H. G. Wells: The Island of Dr Moreau
54. John Gray: The Soul of the Marionette
55. Somerset Maugham: Collected Stories, v. 4
56. Italo Svevo: Η Συνείδηση του Ζήνωνα
57. Αλέξανδρος  Ίσαρης: Ονειρολόγιο
58. Φίλιπ Ροθ: Το ζώο που ξεψυχά
59. Somerset Maugham: Collected Stories, v. 1
60. Κάλμαρ Σέντερμπεργκ: Δόκτωρ Γκλας
61. C.S.Lewis: Mere Christianity
62. G.K. Chesterton: St. Francis of Assisi
63.R.H.Tawney: Religion and the Rise of Capitalism
64. John Steinbeck: The Grapes of Wrath
65. Χ.Φ. Λάβκραφτ: Επιστολές
66.C.S.Lewis: Surprised by Joy
67. H. urs von Balthasar: A Theology of History
68. Jane Austen: Pride and Prejudice
69. Γρηγόριος Ξενόπουλος: Η αδελφούλα μου
70. Π. Δέλτα: Ο Μάγκας
71. Πέτρος Κουτσαμπασιάκος: Πόλη Παιδιών
72. Ιούλιος Βερν: Ο Δεκαπενταετής Πλοίαρχος
73. Χρήστος Χωμενίδης: Ο Φοίνικας
74.Ζωρζ Ρου: Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος
75. Γρηγόριος Ξενόπουλος: Φοιτηταί και Αρσακειάδες
76. Π. Δέλτα: Για την Πατρίδα
77. Κώστας Ουράνης: Ποιήματα
78. Agatha Christie: Five Little Pigs
79.H.P. Lovecraft: At the Mountains of Madness
80. Πλάτων : Φαίδων
81. Arthur Machen: The Great God Pan
82. Κ. Παλαμάς: Ασάλευτη Ζωή
83. Κ. Παλαμάς: Σημειώματα στο Περιθώριο
84. Οδ. Ελύτης: Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη
85. Μαρία Πολυδούρη: Ποιήματα
86. Αρχιμ. Αιμιλιανός: Προσμονή Θεού
87. Π. Δέλτα: Πρώτες Ενθυμήσεις
88. Stefan Zweig: Μενορά, το θαμμένο κηροπήγιο
89. Arthur Conan Doyle: The adventures of Sherlock Holmes
90. Μπενζαμέν Κονστάν: Αδόλφος- Το Κόκκινο Τετράδιο – Σεσίλ
91. Joseph Roth: Job
92. Π. Δέλτα: Αναμνήσεις 1899
93. Κάλλιστος Ware: Πως να εισέλθω στην καρδιά;
94. G. Chesterton : The Everlasting Man
95. Rowan Williams: Ressurection
96. Γιάννης Μπεράτης: Ο Μαύρος Φάκελος
97. Ντίνο Μπουτζάτι: Η έρημος των Ταρτάρων
98. Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος: Τα πρόσωπα και τα κείμενα
99. Jules Verne: 20.000 leagues under the sea
100. David Bentley Hart: The Experience of God
101. Αρχιμ. Αιμιλιανός: Χαρισματική Οδός
102. Kazuo Ishiguro: The Unconsoled
103. Χάινριχ Μπελ: Οι απόψεις ενός κλόουν
104. Mary Roberts Rinehart: The Circular Staircase
105. N.T.Wright: The Day the Revolution Began
106.Αρχιμ. Αιμιλιανός: Περί Αγάπης
107. David Brewer: Ελλάδα 1453-1821 Οι Σκοτεινοί Αιώνες
108. Ernest Hemingway: For whom the Bell Tolls
109. Σταύρος Ζουμπουλάκης: Στ’ αμπέλια
110. Ζήσιμος Λορεντζάτος: Μελέτες Ι
111. Willa Cather: Ο Επίσκοπος του Σάντα Φε
112. Ζήσιμος Λορεντζάτος: Μελέτες ΙΙ
113. George Steiner: Errata
114. George Steiner: Τα μαθήματα των δασκάλων
115. Shakespeare: Άμλετ
116. Mark Lilla: The Reckless Mind
117. Terry Eagleton: The Gatekeeper
118. Martin Heidegger: Είναι και Χρόνος Ι
119. Henry James: Το θηρίο στη ζούγκλα
120. Έριχ Καίστνερ: Φαμπιάν, στο χείλος της αβύσσου
121. Amos Oz: Jews and Words
122. Henry James: The Ambassadors
123. Χαβιέρ Θέρκας: Ο Απατεώνας
124. Isaac Bashevis Singer: Collected Stories
125. Jack London: Μάρτιν Ήντεν
126.Georges Simenon: The Hanged Man of Saint-Pholien
127. Μπέρνχαρντ Σλινκ: Διαβάζοντας στη Χάννα
128. Voltaire: Candide
129. Αμός Οζ: Ιστορία Αγάπης και Σκότους
130. Michael Walzer: Έξοδος και Επανάσταση
131. Isaac Bashevis Singer: Love and Exile
132. Martin Heidegger: Είναι και Χρόνος ΙΙ
133.Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος: Αιχμάλωτοι
134. W. Zimmermann: I Knew Dietrich Bonhoeffer
135. Georges Simenon: Ο Άνθρωπος από το Λονδίνο
136. Agatha Christie: Murder in the mews
137.Erle Stanley Gardner: Top of the Heap
138. James Hogg: The private memoirs and confessions of a justified sinner
139. Hannah Arendt: On Revolution
140. Μπέρνχαρντ Σλινκ: Όλγα





Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Εμμανουέλ Καρρέρ: Ο Εχθρός

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (μτφρ: Δημήτρης Δημουλάς
Δεν είχα ξαναδιαβάσει Καρρέρ, αλλά ήταν στη λίστα των συγγραφέων που ήθελα να διαβάσω για κάποιο λόγο.

Ας είναι καλά το παλαιοβιβλιοπωλείο που με προμηθεύει με φθηνά και καλά βιβλία.

Ο Καρρέρ, Γάλλος συγγραφέας γεννηθείς το 1957, κυκλοφόρησε το 2000 τον "Εχθρό" (" L' Adversaire"), ένα βιβλίο στο οποίο αναφέρεται σε μια πραγματική ιστορία που συντάραξε την γαλλική κοινωνία. 

Πρόκειται για την ιστορία ενός άνδρα, του Jean Claude Romand, ο οποίος το 1993 σκότωσε τη γυναίκα του, τα δύο ανήλικα παιδιά του, τους γονείς του και τον σκύλο του. 

Το συνταρακτικό της υπόθεσης ήταν πως ο Ρομάν προσποιούνταν τον γιατρό για μια εικοσαετία περίπου, ζούσε δηλαδή μια ζωή ολότελα δοσμένη στο ψεύδος. Είχε παραμυθιάσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα την οικογένειά του, τον κοινωνικό του περίγυρο φτιάχνοντας μια εντελώς ψεύτικη εικόνα του εαυτού του, και αυτό ακριβώς είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της προσωπικότητάς του, πως κατόρθωνε να ζει μια ζωή μέσα στο ψεύδος με τόση άνεση, και πόσο τελικά τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος είναι ρευστά ή δυσδιάκριτα ακόμη και για τον άμεσο οικογενειακό περίγυρο.

Ζαν Κλωντ Ρομάν
Ο Καρρέρ περιγράφει με ακρίβεια ένα θρίλερ, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του Ρομάν ως τη σύλληψη της ιδέας του ψεύδους, τα αποτρόπαια εγκλήματα, τη σύλληψη, τη δίκη και την καταδίκη του δράστη. Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί, το μυστήριο ωστόσο είναι αυτή η προσωπικότητα του δράστη και τα κίνητρά του, ή μάλλον η εσώτερη σχέση του με την αλήθεια. Ο κόσμος του Ρομάν, όπως τον είχε φτιάξει στο νου του, ήταν ασφαλώς ένας κάλπικος κόσμος, ωστόσο διαβιούσε σ' αυτόν με ορθολογική ακρίβεια: "Ένας ψεύτης προσπαθεί γενικά να είναι αληθοφανής: αυτά που διηγείτο όμως εκείνος δεν έδιναν την εντύπωση του αληθοφανούς αλλά της καθαρής αλήθειας" (σ. 64).

Εμμανουέλ Καρρέρ
Ακόμα και τα εγκλήματά του, αν τα δει κανείς υπό το πρίσμα της αδυσώπητης ορθολογικότητας, έπρεπε να συμβούν. Ήταν η στιγμή που η αλήθεια θα φανερωνόταν, έπειτα από μια αλληλουχία γεγονότων που σήμαναν το τέλος της αυταπάτης του Ρομάν. Και τότε, είχε μονάχα δύο επιλογές: είτε να αυτοκτονήσει είτε να προβεί στο έγκλημα. Προσπάθησε και το πρώτο αλλά απέτυχε, κατόρθωσε όμως το δεύτερο.

Ανοιχτό ζήτημα παραμένει το κεφάλαιο της μετάνοιας και της μεταστροφής του Ρομάν. Κάτι τέτοιες προσωπικότητες προκαλούν το ενδιαφέρον διαφόρων θρησκευόμενων κύκλων που τις βλέπουν ως μια ευκαιρία και δυνατότητα να εκδηλώσουν την ιεραποστολή και το σωτήριο κήρυγμα τους προς μια αμαρτωλή ψυχή. Ο Καρρέρ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της μεταστροφής του Ρομάν, να είναι δηλαδή αληθής ή ψευδής: "Είμαι σίγουρος ότι δεν παίζει την κωμωδία για τους άλλους, μήπως όμως την παίζει για λογαριασμό του ο ψεύτης που βρίσκεται μέσα του;". Ερώτημα που τελικά μένει αναπάντητο από τον Καρρέρ, δίχως ωστόσο να λείπει προς το τέλος του έργου μια έκφραση συμπάθειας προς τον Ζαν Κλωντ Ρομάν. Ένα βιβλίο που σε βάζει σε σκέψεις και για την πιστότητα της μετάνοιας- ποιός τελικά κρίνει την αυθεντικότητά της;

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Bernard Malamud: Ο Μάστορας (The Fixer)

Ο Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Bernard Malamud γράφει με τον "Μάστορα" ένα αριστούργημα σύγχρονης λογοτεχνίας, ένα βιβλίο που αφού το ολοκληρώσεις θα σου μείνει βαθιά χαραγμένο στο νου.

Κίεβο, πρώτη δεκαετία του 1900. Ρώσικη Αυτοκρατορία, ο αντισημιτισμός ως ιδεολογία και πρακτική τόσο της αυτοκρατορικής αυλής του τελευταίου τσάρου, όσο και των λαϊκών στρωμάτων της Ρωσίας, να διαποτίζει με το δηλητήριο του την κοινωνία. Κεντρικός πρωταγωνιστής, ένας νεαρός Εβραίος, ο Γιάκοβ Μποκ, από τους λογοτεχνικούς ήρωες που σου μένουν δια παντός στη σκέψη. 

Το επάγγελμά του είναι μάστορας, μαστορεύει και επισκευάζει τα πάντα, ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, Εβραίος την καταγωγή, αλλά μέχρι εκεί. Δεν είναι θρησκευόμενος, δεν έχει σχέση με την εβραϊκή θρησκεία, με την τελετουργία ή την πίστη της. Τον ενδιαφέρει ν' ανακαλύψει τις βαθύτερες αλήθειες του κόσμου όχι μέσω της θεϊστικής αποκάλυψης αλλά διαβάζοντας φιλοσοφία, κυρίως την φιλοσοφία του Σπινόζα που εντάσσει τον Θεό εντός του κόσμου. Για τον Μποκ, τον ταπεινό αυτόν μάστορα, αυτό που τον ενδιαφέρει είναι νά'χει γεμάτο το στομάχι, μια καλή δουλειά και κάποια μόρφωση προκειμένου, όπως λέει, ν' ανακαλύψει τι συμβαίνει στον κόσμο. Γι' αυτόν τον λόγο δεν δίνει σημασία στην Τορά αλλά στην εγκόσμια σοφία την οποία ελπίζει να αποκτήσει μέσω κάποιων σημαντικών βιβλίων, κυρίως όπως είπαμε του Σπινόζα.

Αλλά τα όνειρα του θα καταρρεύσουν. Θα κατηγορηθεί πως δολοφόνησε βίαια ένα μικρό αγόρι Ρώσικης οικογένειας, ένα χριστιανόπουλο, θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί σε πλήθος ταπεινώσεων, εξευτελισμών και κακοπαθειών τις οποίες ο Malamud περιγράφει με απίστευτη ωμότητα, ρεαλισμό και πόνο ψυχής για την αδικία που υφίσταται ο νεαρός του ήρωας. Θύμα του κυρίαρχου μίσους προς τους Εβραίους, ο Μποκ θα δοκιμάσει στο κορμί και την ψυχή του τον απανθρωπισμό της εξουσίας και την παράλογη γραφειοκρατική αντιμετώπιση της υπόθεσής του. 

Ο Malamud με απλές αλλά δυνατές προτάσεις δημιουργεί εικόνες ενός κλειστού σύμπαντος όπου πρωταγωνιστούν η ανθρώπινη κακία, το μεταφυσικό αδιέξοδο, η αναζήτηση κάποιου φευγαλέου νοήματος. Πρόκειται για ένα βιβλίο κάλεσμα όχι στην αποδοχή της μοίρας, όσο κι αν η ελπίδα φαίνεται να μην έρχεται από πουθενά, όσο στην αγωνιστική και εν πολλοίς επαναστατική άρνηση του παρόντος ως καταπιεστικού, απάνθρωπου και χυδαίου. Το τέλος του βιβλίο, αυτό το αμφίσημο τέλος, είναι καταπληκτικό εύρημα και στεφανώνει τελικά τη μοίρα κάθε καταπιεσμένου Μποκ με ελπίδα. 


Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Ρίτσαρντ Φορντ: Ο Αθλητικογράφος

Μέρος μιας τριλογίας με ήρωα τον Φρανκ Μπάσκομπ, "The Sportswriter" του Ρίτσαρντ Φορντ είναι μια ελεγεία για το μέσο Αμερικάνο των προαστίων των αμερικάνικων πόλεων. Η ιστορία είναι πολύ απλή και στοιχειώδης. Ένας τύπος που ονομάζεται Φρανκ Μπάσκομπ είναι αθλητικός συντάκτης, αφού έκανε μια απόπειρα να κάνει καριέρα στη σοβαρή λογοτεχνία, εγκαταλείπει την προσπάθεια αυτή για να βιοποριστεί γράφοντας άρθρα γύρω από τα σπορ που παρακολουθεί ο μέσος Αμερικάνος. Επίσης είναι χωρισμένος, πατέρας δύο παιδιών και ενός παιδιού που δεν ζει. Έχει διάφορες, μετά τον χωρισμό του, ερωτικές ιστορίες, περιπλανιέται σε πόλεις της αμερικάνικης ενδοχώρας, γνωρίζει ανθρώπους περίεργους ή συνηθισμένους, η σχέση με τον πρώην γυναίκα του δεν είναι από τις συνηθισμένες που θα ανέμενε κανείς από έναν διαζευγμένο, φιλοσοφεί για το νόημα της ζωής.

Όλα αυτά τα στοιχεία θα έκαναν έναν μάλλον βαρετό βιβλίο αφού απουσιάζει οποιαδήποτε δράση, η ιστορία κοινή και υποτυπώδης, ο συγγραφέας παρακολουθεί την εσωτερική εξέλιξη του ήρωά του κατά την αναμέτρησή του με την πεζότητα, την έλλειψη νοήματος ή την αναζήτηση κάποιου σκοπού για να ζει κανείς.

Ο Φρανκ Μπάσκομπ είναι τραγικός γιατί είναι εξαιρετικά σύγχρονος. Αν και τα γεγονότα και ο τρόπος που τα βιώνει αντλούν τις επιρροές τους από τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, εντούτοις σαν μορφή μπορεί να θεωρηθεί πως θέτει ή απαντά σε ερωτήματα που απασχολούν τον άνθρωπο που βιώνει οριακές καταστάσεις. Ο ρεαλισμός του Μπάσκομπ αναπτύσσεται στην επικράτεια του τραγικού: "Όλοι μας ήμασταν και είμαστε χαμένοι και το ξέρουμε και απλώς προσπαθούμε να βολευτούμε μες την χασούρα μας όσο πιο άνετα γίνεται και με όσους καλύτερους τρόπους και λιγότερη περιέργεια μπορούμε. Κι ίσως ο μόνος λόγιος που δεν τα παρατήσαμε είναι ότι δεν μπορέσαμε να βρούμε έναν ουσιαστικό λόγο".

Richard Ford
Η αλήθεια του Μπάσκομπ είναι η ταπεινότητα του. Δεν διεκδικεί δάφνες μεγάλου στοχαστή, ούτε η σκέψη του έχει κάποια μορφής ποιητικότητα. Ο Μπάσκομπ είναι μια μετριότητα, ένας άνθρωπος ριγμένος στην ύπαρξη (αφελής χρήση χαϊντεγγεριανών όρων, αλλά στην περίπτωση του ταιριάζει), που είτε με χιούμορ, είτε με πικρό χαμόγελο, είτε με απορία προσπαθεί να βρει τη θέση του στον κόσμο ύστερα από τις επιλογές τις δικές του και της μοίρας. 

Ο Μπάσκομπ είναι, χωρίς να το θέλει ίσως εγελιανός: "η μόνη αλήθεια που ποτέ δεν μπορεί να είναι ψέμα είναι η ίδια η ζωή- αυτό που συμβαίνει", λέει προς το τέλος της περιπλάνησής του θυμίζοντας την ταύτιση λογικού και πραγματικού του Χέγκελ. Αλλά ούτε αυτό θα τον ένοιαζε ιδιαίτερα. Αυτό που ήθελε ήταν "να συμμετάσχω για λίγο στη ζωή των άλλων, μ' έναν χαμηλών τόνων τρόπο, να μιλήσω με μια απλή, ειλικρινή φωνή. Να μην πάρω τον εαυτό μου υπερβολικά σοβαρά- κι έπειτα να ξεμπερδέψω". 

 Ο Φρανκ Μπάσκομπ δεν προτίθεται ν' αλλάξει τον κόσμο, ούτε καν να τον ερμηνεύσει. Μια είναι η αποστολή του: "Να είμαι ένας βολεμένος κι ήρεμος άνθρωπος". Αυτή είναι η φιλοσοφία που ο Ρίτσαρντ Φορντ αναπτύσσει σε όλο το βιβλίο αλλά το ερώτημα για το αν επιτυγχάνεται η ταύτιση του αναγνώστη με τον κεντρικό του ήρωα είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί.

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Θράσος Καστανάκης: Ο Χατζημανουήλ

Το 1956 εκδίδεται ο Χατζημανουήλ του Καστανάκη και η γλώσσα, το ύφος και οι ιδέες του μυθιστορήματος είναι τόσο μοντέρνες, τόσο τολμηρές που αναρωτιέται κανείς πόσο μεγάλη εντύπωση θα έκανε στη συντηρητική εποχή που πρωτοδημοσιεύτηκε.

Το έργο διαδραματίζεται στην εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην Κωνσταντινούπολη, ο Χατζημανουήλ είναι ένας τύπος πρότυπο κυνισμού, αχαλίνωτου ερωτισμού και μηδενισμού ο οποίος ελίσσεται στους μαιάνδρους της ντόπιας οθωμανικής εξουσίας για να προσπορίζεται οφέλη, οικονομικά, κοινωνικά και ερωτικά. Το άλλο δίδυμο του έργου, ο Καϊμακάμης Ιμπραχίμ και το εκτελεστικό του όργανο, ο αιμοβόρος Κιορ Αλής συνθέτουν, μαζί με τον Χατζημανουήλ, ένα αρπακτικό τρίγωνο ανθρώπων που το χαρακτηρίζει ο ανόθευτος αμοραλισμός και η εντελώς κυνική ματιά στα γεγονότα της ζωής. 

Το έργο μπορεί να διαβαστεί και ως μανιφέστο αντιφεμινισμού ή μισογυνισμού, αλλά ετούτοι είναι νεώτεροι όροι που δεν μπορούν να καλύψουν την έκταση της γνώσης της ανθρώπινης (και γυναικείας) φύσης του κεντρικού ήρωα: "Δίνεις μια και παίρνεις τις άλλες, με το χρήμα, με τη φοβέρα, με τη βία". Ο λόγος του Χατζημανουήλ για τις γυναίκες ηχεί πιο τολμηρός και πιο μοντέρνος απ' αυτόν του Σοπενχάουερ. Αλλά και στις συναλλαγές του με τους ανθρώπους, ο Χατζημανουήλ εκφράζει όλο το σκοτεινό εύρος της ψυχής του: "Χαιρόταν η καρδιά του κάθε που λογάριαζε πόσο εύκολο ήτανε να ξεγελά τους ανθρώπους και να πετυχαίνει τις πιο κρυφές του υποθέσεις χωρίς ν' αφήνει αχνέρι πουθενά".

Θράσος Καστανάκης
Ο Καστανάκης πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα διαχρονικό έργο με αξέχαστους ήρωες. Δεν είναι μονάχα η βασική τριάδα που μένει αλησμόνητη, ειδικά όταν επιδίδεται στα θαυμάσια ερωτικά όργια με γυναίκες που τελικά θα υποταχθούν, αλλά και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, κυρίως οι γυναίκες μένουν στη μνήμη τόσο για τα μαρτύρια που περνούν όσο και για τον ερωτισμό που αποπνέουν μέσα από τα μαρτύρια αυτά. Ναι, προκαλεί απέχθεια ο ρόλος του Χατζημανουήλ στα σημερινά ευαίσθητα φεμινιστικά αυτιά, αλλά μήπως δεν έχει κάποιο δίκιο όταν ψυχολογεί θαυμάσια τις γυναίκες; "Η γυναίκα πρέπει να τιμωρηθεί για να καταλάβει τη δύναμη του άνδρα και να συνεφέρει ο νους της....". 

Το έργο δεν είναι ωστόσο μια αντιγυναικεία ωδή, αλλά και μια σπουδή στο ρεαλισμό της εξουσίας, αν και υπάρχει ένα αόρατο νήμα που συνδέει αυτά τα δύο. Ο Χατζημανουήλ διδάσκει το προληπτικό χτύπημα στους ενάντιους, αν θέλει να' χει το σχέδιο του καλή κατάληξη. Κινείται βέβαια στα όρια της ύβρεως που προκαλεί τη νέμεση, αλλά αυτό το παιχνίδι το γνωρίζει εφόσον γνωρίζει τα όρια της δύναμης και της συμπεριφοράς των ανθρώπων, γι' αυτό και στο τέλος καταλήγει σε έναν πεσσιμισμό τον οποίο διδάχτηκε από την κοινή εμπειρία: "Άμα ξεπεράσεις της τύχης τα γραμμένα ποιά ευτυχία να βρεις; Μόνο να παλέψεις σου απομένει. Να χτυπήσεις τους ανθρώπους όπως σε χτυπά κι εσένα η μοίρα, επειδή δρασκέλισες τα γραφτά της. Να μη λυπάσαι. Να μη φοβάσαι! Χτύπα, χτύπα....Όποιος στέκει εμπρός σου, χτύπα τον, κι ας μην σε πείραξε. Κι αν τύχει και σε πείραξε, χτύπα τον διπλά!".

Ένα αξέχαστο βιβλίο με ολοζώντανους χαρακτήρες, έντονες ερωτικές σκηνές, ενδιαφέρουσα πηγαία φιλοσοφία, προσωπικά διδάγματα που αν μη τι άλλο σε προκαλούν να τα στοχαστείς πριν τα απορρίψεις. Διότι, όπως λέει ο κεντρικός ήρωας, "δεν είναι τα γεγονότα που σε αλλάζουνε μα οι λεπτομέρειες".


Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Τάσος Αθανασιάδης: ο Έλληνας Τόλκιν

Τάσος Αθανασιάδης

Για να μπούμε κατευθείαν στην ουσία του άρθρου, θεωρώ πως ο Τάσος Αθανασιάδης είναι μακράν ο καλύτερος Έλληνας λογοτέχνης και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο Έλληνας Τόλκιν, όχι για το fantasy στυλ του, αλλά για το πολύτομα έργα του, τα οποία κάλυψαν μεγάλες ιστορικές περιόδους της σύγχρονης Ελλάδας.
Θεωρώ  επίσης, πως αν και πολλοί γνωρίζουν κάποια από τα έργα του, αγνοούν όμως το δημιουργό τους. Γι’ αυτό οφείλω στους αναγνώστες τη βιογραφία του και θα δείτε πως όταν διαβάσετε τα έργα του θα σκεφθείτε “α… ώστε αυτός το έγραψε;”.

Γεννήθηκε στο Σαλιχλί της Μικράς Ασίας, γιος του επιχειρηματία Μιχαήλ Αθανασιάδη, που πέθανε όταν ο συγγραφέας ήταν ακόμη παιδί, και της Ανθής Παναγιωτοπούλου. Είχε τρεις μεγαλύτερες αδελφές. Μετά την καταστροφή του 1922 η μητέρα με τα τέσσερα παιδιά της εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου ο Τάσος σπούδασε νομικά, εργάστηκε για λίγα χρόνια ως δικηγόρος και ζούσε έως το θάνατό του. Παντρεύτηκε τη φιλόλογο Μαρία Δημητροπούλου. Διετέλεσε διευθυντής γραμματείας, δραματολογίου, προσωπικού και γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς επίσης προϊστάμενος καλλιτεχνικού προγραμματισμού του οργανισμού των ελληνικών κρατικών θεάτρων, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1972.  
Με τη λογοτεχνία άρχισε να ασχολείται από μαθητική ηλικία με δημοσιεύσεις διηγημάτων σε περιοδικά όπως η Νέα Εστία, τα Ελληνικά, η Πρωτοπορία και άλλα. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα γράμματα πραγματοποίησε το 1936 με τη δημοσίευση μιας μελέτης του για το Φώτο Πολίτη, την οποία διάβασε στην Αρχαιολογική Εταιρεία. Το 1943 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Θαλασσινοί προσκυνητές και ένα χρόνο αργότερα τη μυθιστορηματική βιογραφία Ταξίδι στη μοναξιά, έργα λυρικής υφής με έμφαση στην περιγραφή του εσωτερικού κόσμου των ηρώων τους. Γρήγορα ωστόσο στράφηκε στη μυθιστορηματική γραφή της κλασικής ρεαλιστικής τεχνοτροπίας, δείχνοντας ιδιαίτερη επιμέλεια στην περιγραφή του εξωτερικού κόσμου αλλά και στην ψυχογράφηση των προσώπων. Χαρακτηριστικά του έργου του είναι η προσπάθειά του να δείξει την επίδραση ενός συγκεκριμένου κάθε φορά κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου στη ζωή και τον ψυχισμό μεμονωμένων προσώπων και να προβάλει έτσι τη γενικότερη θεωρία του για την εξέλιξη της ζωής ως αποτέλεσμα συνεχούς πάλης ανάμεσα στις δυνάμεις του Καλού και του Κακού. Η περίπτωση του Τάσου Αθανασιάδη καλύπτει χρονικά μια περίοδο που φτάνει ως τη σύγχρονή μας πεζογραφία, υφολογικά βρίσκεται στην πεζογραφική παράδοση της γενιάς του Τριάντα.
Από το 1986 ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ διετέλεσε επίσης ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα, πρόεδρος της επιτροπής κρατικών λογοτεχνικών βραβείων (1979-1980), της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1994 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έργα του
Ντοστογιέφσκι, από το κάτεργο στο πάθος (Α΄Κρατικό βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας 1956)

Αλβέρτος Σβάιτσερ (Κρατικό βραβείο βιογραφίας 1963)

Ταξίδι στη Μοναξιά (χρονικό, 1944)

Τρία παιδιά του αιώνα τους (βιογραφικά χρονικά)

Τα παιδιά της Νιόβης (μυθιστόρημα, πρώτη τρίτομη μορφή 1948, 1953, 1961, δεύτερη τετράτομη: 1967-1968).Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές το Γρηγόρη Βαλτινό και τη Μαρία Τζομπανάκη.


Οι τελευταίοι εγγονοί (μυθιστόρημα, 2 τόμοι, 1984). Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές τη Σμάρω Στεφανίδου, τον Αντώνη Καφετζόπουλο και τη Βάσια Παναγοπούλου.  



Πάνθεοι (μυθιστόρημα) – τρίτομο (Πάνθεοι, Μάρμω Πανθέου, Ζωή Χαρισάμενη – 1948).Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές το Άγγελο Αντωνόπουλο και την Κάτια Δανδουλάκη.


Οι φρουροί της Αχαΐας (μυθιστόρημα, 2 τόμοι, 1975). Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές τη Μιμή Ντενίση και το Στράτο Τζώρτζογλου.


Η αίθουσα του θρόνου (μυθιστόρημα, 1969). Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με με πρωταγωνιστές – μεταξύ άλλων - τον Αλέκο Αλεξανδράκη και  το Νίκο Ρίζο στην τελευταία τηλεοπτική του εμφάνιση




Αναγνωρίσεις (δοκίμια)

Ο Γιος του Ήλιου (βιογραφία, 1978)

Αγία Νεότητα (διηγήματα)

Τιμήθηκε με:
·         το Κρατικό Βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας (1955 για το Ο Ντοστογιέβσκι από το κάτεργο στο πάθος και 1963 για τον Αλβέρτο Σβάιτσερ),
·         το βραβείο πεζογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (1959-1961 για τους Πανθέους),
·         το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος (1969 για την Αίθουσα του θρόνου και 1978 για τους Τελευταίους εγγονούς),
·         το Έπαθλο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1975 για τους Φρουρούς της Αχαΐας),
·    το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας και ειρήνης Ιπεκτσί (1989 για τα Παιδιά της Νιόβης),
·     το αργυρούν μετάλλιο του ιδρύματος της Γαλλικής Ακαδημίας Τέχνες-Επιστήμες-Γράμματα και το βραβείο Χέρντερ (1997).

Ο Αθανασιάδης ήταν ο βασικός εισηγητής του «μυθιστορήματος-ποταμού» (roman-fleuve) στην ελληνική γλώσσα. Διάβαζε ξένους μυθιστοριογράφους που τον επηρέασαν: Σταντάλ, Ουγκώ, Φλωμπέρ, Γκάλσγουορθυ, αλλά και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ. Έντονο είναι το επικό στοιχείο και η αφήγηση είναι πολυπρόσωπη ενώ διαπλέκεται ο μύθος ενός ήρωα με το μύθο ενός άλλου. Τα μυθιστορήματά δίνουν «έναν πλατύ και συνθετικό πίνακα της ελληνικής αστικής κοινωνίας» στα τρία τέταρτα περίπου του εικοστού αιώνα. Οι χαρακτήρες του-έντονες προσωπικότητες, αν και φαινομενικά αντιφατικοί, έχουν εσωτερική ενότητα και κινούνται στην ιστορία σαν να εκπληρώνουν ένα εσωτερικό πεπρωμένο, παρά να επηρεάζονται από τις εξωτερικές συνθήκες.

 
Bookman’s wife 


Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Μια γνώμη για τον Μπόρχες

"Πραγματοποίησε το αισθητικό ιδεώδες της ακρίβειας στη φαντασία και στη γλώσσα, φτιάχνοντας έργα τόσο αυστηρά γεωμετρικά όπως το κρύσταλλο και τόσο αφαιρετικά όσο ένας παραγωγικός συλλογισμός" 
(Ίταλο Καλβίνο: Τα Αμερικάνικα Μαθήματα, εκδ. Καστανιώτη)

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ένα είδος κριτικής

Για τα βιβλία που για κάποιο λόγο δεν μας αρέσουν, δεν πρέπει να μασάμε τα λόγια μας. 

Αλλά μέχρι που είναι επιθυμητό να φθάσει η απαρέσκεια μας; Εξαρτάται από τον συγγραφέα. Αν πρόκειται για τη ροζ γυναικεία "λογοτεχνία" τύπου Λένας Μαντά, Χρ. Δημουλίδου και άλλων παρόμοιας εμβέλειας, ή για πιο σοβαρούς συγγραφείς αλλά εξίσου υπερτιμημένους όπως η Ζυράννα Ζατέλη, ο Αύγουστος Κορτώ και άλλοι, νομίζω η κριτική του Χουάν Γκαρσία Μαδέρο, βασικού χαρακτήρα στο βιβλίο "Οι Άγριοι Ντετέκτιβ" του Ρομπέρτο Μπολάνιο όταν διαβάζει ένα ποίημα,  μπορεί να μας δώσει ένα καλό έναυσμα:

"Την πρώτη φορά που το διάβασα (πριν από μερικές ώρες) δεν μπορούσα να μην κλειδωθώ στο δωμάτιό μου και να αυνανιστώ απαγγέλοντάς το, μια, δυο , τρεις ,μέχρι και δέκα ή δεκαπέντε φορές...". Αναφέρεται σε ένα ποίημα, αλλά επεκτείνοντας τον ενθουσιασμό του φθάνουμε και στην πεζογραφία με τα ίδια θεαματικά αποτελέσματα..... 

Λίγο παρακάτω όμως έρχεται στα συγκαλά του: "Δεν μπορώ να περάσω τη ζωή μου τραβώντας μαλακία".  Κάπως έτσι πρέπει να είναι και η διάθεσή μας έναντι των κακών βιβλίων. Είναι απλώς μιας (συγκεκριμένης) χρήσης, η οποία κοστίζει σε χρόνο.

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Γκάι Γκάβριελ Κέι: Τιγκανά

Ήταν το δεύτερο βιβλίο του Κέι που διάβασα μετά το "Ένα Τραγούδι για την Αρμπόν", το οποίο είχα διαβάσει πριν από αρκετά χρόνια. Ξαναδιάβασα λοιπόν Γκάι Γκάβριελ Κέι καταμεσής του καλοκαιριού, ένα βιβλίο στην κατηγορία του fantasy genre, αφενός για να συνδεθώ με το παρελθόν όπου τέτοιες ιστορίες διάβαζα με ευχαρίστηση, έπαιζα computer games που είχαν ως βάση τον κόσμο της φαντασίας (όπως αυτός ορίστηκε από τον Τόλκιν) και άκουγα epic metal που θεωρείται η μελοποιημένη εκδοχή αυτού του λογοτεχνικού είδους. 

Ωστόσο, αν και ο Γ.Γ.Κ. ξεκίνησε ως δημιουργός μυθιστορημάτων φαντασίας, στη συνέχεια προσανατολίστηκε περισσότερο στην κατασκευή ενός υβριδικού τύπου φανταστικού μυθιστορήματος που συνδυάζει και στοιχεία  από την πραγματική ιστορία μεταφερμένα όμως στον φανταστικό κόσμο. Έτσι στο "Τιγκανά" έχουμε καταστάσεις που θυμίζουν ιστορία της αναγεννησιακής Ιταλίας ενώ διατηρούνται και κάποια, λίγα όμως δίχως να είναι τα κυρίαρχα, στοιχεία από το είδος της φαντασίας: λίγη μαγεία που δεν μεταβάλλει την κεντρική αφήγηση και το νόημά της.
Πάντως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα εξολοκλήρου βιβλίο φαντασίας με τα γνωστά του κλισέ, αλλά για ένα sui generis βιβλίο που συνδυάζει την φανταστική εκδοχή μιας ιστορικής κατάστασης με στοιχεία από το λογοτεχνικό είδος της φαντασίας. Σαφώς και τα όρια παραμένουν δυσδιάκριτα. Είναι σαφή πάντως τα στοιχεία εκείνα που διακρίνουν τις αρετές από τις αδυναμίες του Γ.Γ.Κ: κατ' αρχάς το βιβλίο είναι αρκετά μεγάλο, σχεδόν 800 σελίδες και η δράση δυσανάλογα μικρή σε σχέση με το μέγεθος του. Δεν υπάρχουν πολλά επεισόδια διότι έχει επικρατήσει η λογική της περιγραφής της εσωτερικής ψυχοσύνθεσης των χαρακτήρων που καταλαμβάνει πολλές παραγράφους κάθε φορά που πάει να προχωρήσει λίγο η δράση.
Αυτό έχει πάντως και τα θετικά του στοιχεία που δεν πρέπει ν΄αγνοηθούν: οι ήρωες δεν είναι μονοκόμματοι, έχουν ουσία και βάθος, αλλά σ' ένα μυθιστόρημα φαντασίας τούτη η ενδοσκόπηση των ηρώων θα έπρεπε να συνοδεύεται και με λίγο περισσότερο δράση. Το θέμα της αναλογίας, εντούτοις, είναι ζήτημα γούστου. Οι περιγραφές του πάντως είναι αληθινά καλλιτεχνικές, φερ' ειπείν ο κόσμος των διαφορετικών επαρχιών του Φοίνικα αναλύεται με λεπτομέρειες και με ζωντάνια. Η ιστορία αναφέρεται στη δράση μιας παρέας νέων κατά της τυραννίας που έχει συντελέσει στην απώλεια όχι μόνο της πατρίδας τους αλλά κι αυτού του ονόματος της, τους Τιγκανά. Στο βιβλίο υπάρχει η βασική δομή των καλών συνωμοτών εναντίον της διπλής τυραννίας του Brandin και του Alberico, ηγετών αντίστοιχα του Ygrath και του Barbandier. Η κακία των δύο, και κυρίως του πρώτου που ευθύνεται για την απώλεια της ταυτότητας του Τιγκανά δεσπόζει στη μυθοπλασία του Γ.Γ.Κ. Όμως όσο εξελίσσεται η ιστορία ένα γεγονός διαφοροποιεί την τύχη των τυράννων, ο έρωτας. Εδώ ο Γ.Γ.Κ. επιφυλάσσει ευνοϊκότερη μεταχείριση για τον κατακτητή του Τιγκανά, τουλάχιστον στο επίπεδο των εντυπώσεων στα μάτια του αναγνώστη: τον απεικονίζει πιο ανθρώπινο, σε αντίθεση με την ολοκληρωτική λογική εξουσιαστικών τάσεων του Alberico, με συναισθήματα και κάποια ευθυκρισία- σ' αυτό ευθύνεται η Dianora που μεταμορφώνει τον εαυτό της και τον Brandin: η ερωτική τους ιστορία είναι από τις πιο συγκινητικές του βιβλίου, όπως και ο τρόπος θανάτωσης του Brandin.

Ο Γ.Γ.Κ. δίχως να γράψει ένα αμιγώς βιβλίο φαντασίας, κατάφερε να ταξιδέψει το νου και την καρδιά του αναγνώστη στις περιπέτειες των λαών του Φοίνικα. Αν η εμμονή στην μικρολεπτομέρεια ενίοτε κουράζει, ικανοποιεί ωστόσο την καλλιτεχνική δίψα του αναγνώστη για όμορφες περιγραφές. Η τυραννοκτονία αμφότερων των τυράννων προσφέρει κάποια ηθική ικανοποίηση, και αν εκείνη του Alberico είναι απόλυτα δικαιολογημένη, ο τρόπος με τον οποίο θανατώνεται ο Brandin, από το σπαθί του εμπίστου του, φανερώνει πως το αίσθημα της δικαιοσύνης είναι αξεδιάλυτο από την δίψα για εκδίκηση όσες αλλαγές κι αν φέρνει ο χρόνος στις καρδιές των ανθρώπων.

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Γκυ Ντε Μωπασάν: Ο Φιλαράκος

"Στο Παρίσι καλύτερα να μην έχεις κρεβάτι να κοιμηθείς παρά καλά ρούχα". Αυτός είναι ο κόσμος του 19ου αιώνα στο Παρίσι, της εκρηκτικής ανόδου της αστικής τάξης και των κάθε λογής νεόπλουτων, απατεώνων της πολιτικής και του χρήματος, ατόμων που επιδεικνύουν τον πλούτο ή την εξουσία τους- είναι ο κόσμος των "πετυχημένων" της ζωής που ο Ζορζ Ντυρουά, ορμώμενος από το ταπεινό περιβάλλον της γαλλικής επαρχίας θα επιχειρήσει να κατακτήσει. 

Με απόλυτα προσεγμένο ρεαλισμό που φθάνει στα όρια του κυνισμού, ο Γκυ Ντε Μωπασάν απεικονίζει τους τρόπους που μπορεί κάποιος "πραγματικά κάλπης, μπαμπέσης και καπάτσος" να χρησιμοποιήσει προκειμένου ν' ανέβει κοινωνικά στην ιεραρχία του πλούτου και της δόξας. Στον κόσμο των διεφθαρμένων αυτός που κερδίζει είναι ο πλέον καπάτσος και διεφθαρμένος που έχει τα λόγια εύκολα και την συνείδηση του ολοκληρωτικά προσανατολισμένη στην επίτευξη των εγωιστικών στόχων του. Δεν είναι, άλλωστε, δυνατή καμιά διαφορετική εναλλακτική πρόταση ζωής. 

Ζώντας στους κύκλους των επιτυχημένων του χρήματος ή της πολιτικής, της δημοσιογραφίας ή της οικονομίας, ο νεαρός Ντυρουά έρχεται σε επαφή με πλήθος κατεργαρέων, απατεώνων, ασυνείδητων και εκμαυλιστών. Όνειρο του δεν είναι να διορθώσει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας αλλά να αποτελέσει το εκλεκτότερο μέρος αυτών, "ο καθένας για τον εαυτό του", όπως λέει, "ο εγωισμός είναι το παν". Το βασικό όπλο που χρησιμοποιεί για να πραγματώσει το όνειρο του είναι ο έρωτας- πάντα θα βρίσκεται η κατάλληλη γυναίκα, είτε είναι η γυναίκα του αφεντικού του, είτε η κόρη του, είτε η πρώην γυναίκα του ευεργέτη του, την οποία δελεάζει με υποσχέσεις έρωτα και αγάπης. 

Ο λόγος του, γοητευτικά συναισθηματικός, ακουμπά τις γυναικείες καρδιές, βρίσκει διάπλατα κενά και εισχωρεί εντός τους για να τις αποπλανήσει με το δέλεαρ της αγάπης. Καμιά δεν του αντιστέκεται. Ακόμα και ο Θεός μοιάζει ανήμπορος, δεν ακούει τις επικλήσεις και τις εξομολογήσεις των θυμάτων του, ο έρωτας και οι υποσχέσεις του βγαίνουν νικητές και η παράδοση των γυναικών είναι ολόψυχη, του ανήκουν τα σώματα και οι ψυχές τους. Μέσω του έρωτα κερδίζει δόξα και χρήματα, καμιά συνειδησιακή τύψη δεν τον αποσπά από τον στόχο του, "καλύτερα να είσαι περήφανος για τη δόξα και τα πλούτη παρά για τη γυναίκα και για τον έρωτα". Ακόμα και τούτος ο καταφερτζής γερο-Βάλτερ δεν μπορεί να παραδεχτεί την ακαταμάχητη γοητεία του, τον δυναμισμό και τη δαιμονική ευφυΐα που κρύβει μέσα του ο Φιλαράκος. Ομολογεί την ήττα του, ή μάλλον υποτάσσεται στην ανωτερότητα του και δίχως πολλές αμφιταλαντεύσεις του παραδίδει το χέρι της θυγατέρας του.


Γραμμένο τον 19ο αιώνα το μυθιστόρημα αυτό προαναγγέλλει τον άνθρωπο της διαπλοκής του 20ου αιώνα και των εποχών που ζούμε. Η κατάλυση κάθε είδους συνειδησιακού φραγμού που χαρακτήριζε ορισμένες μόνο τάξεις του 19ου αιώνα στις μέρες μας θ' αποτελέσει modus vivendi για μια διαταξική νοοτροπία την οποία ενστερνίζονται, πλέον, οι περισσότεροι. Ακόμα και όταν ο Ντυρουά αναλογίζεται τον "σκοτεινό, αβάσταχτο τρόμο μπροστά στο μηδέν" του θανάτου, η απάντηση που δίνει την στιγμή εκείνη, η σωστή, "ότι και να πεις, αυτό είναι το μόνο καλό πράγμα στη ζωή σου, ο έρωτας!", αναιρείται μόλις έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα. Τότε είναι ο πλούτος και η δόξα, η ισχύς εν γένει που τον συνέχει και όχι ο έρωτας ο οποίος στην αυθεντικότητα του εμπεριέχει την θυσία του Εγώ. Θυσιάζοντας οτιδήποτε άλλο στέκεται εμπόδιο μπροστά του, εκτός από τον εαυτό του, ο Ντυρουά Φιλαράκος, φθάνει και κατακτά την κορυφή των στόχων του.


Ο Μωπασάν αποφεύγει να κακολογήσει τον ήρωά του. Βρήκε την ψυχή του; Την έχασε; Η αναζήτησή του από ένα σημείο και μετά έγινε αυτοσκοπός, η γοητεία όμως που εξάσκησε ήταν ανάλογη της καταστροφής που επέφερε- και τούτο τον καθιστά τον πλέον σύγχρονο των ανθρώπων.