Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμερικάνικη Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμερικάνικη Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Bernard Malamud: Ο Μάστορας (The Fixer)

Ο Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Bernard Malamud γράφει με τον "Μάστορα" ένα αριστούργημα σύγχρονης λογοτεχνίας, ένα βιβλίο που αφού το ολοκληρώσεις θα σου μείνει βαθιά χαραγμένο στο νου.

Κίεβο, πρώτη δεκαετία του 1900. Ρώσικη Αυτοκρατορία, ο αντισημιτισμός ως ιδεολογία και πρακτική τόσο της αυτοκρατορικής αυλής του τελευταίου τσάρου, όσο και των λαϊκών στρωμάτων της Ρωσίας, να διαποτίζει με το δηλητήριο του την κοινωνία. Κεντρικός πρωταγωνιστής, ένας νεαρός Εβραίος, ο Γιάκοβ Μποκ, από τους λογοτεχνικούς ήρωες που σου μένουν δια παντός στη σκέψη. 

Το επάγγελμά του είναι μάστορας, μαστορεύει και επισκευάζει τα πάντα, ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, Εβραίος την καταγωγή, αλλά μέχρι εκεί. Δεν είναι θρησκευόμενος, δεν έχει σχέση με την εβραϊκή θρησκεία, με την τελετουργία ή την πίστη της. Τον ενδιαφέρει ν' ανακαλύψει τις βαθύτερες αλήθειες του κόσμου όχι μέσω της θεϊστικής αποκάλυψης αλλά διαβάζοντας φιλοσοφία, κυρίως την φιλοσοφία του Σπινόζα που εντάσσει τον Θεό εντός του κόσμου. Για τον Μποκ, τον ταπεινό αυτόν μάστορα, αυτό που τον ενδιαφέρει είναι νά'χει γεμάτο το στομάχι, μια καλή δουλειά και κάποια μόρφωση προκειμένου, όπως λέει, ν' ανακαλύψει τι συμβαίνει στον κόσμο. Γι' αυτόν τον λόγο δεν δίνει σημασία στην Τορά αλλά στην εγκόσμια σοφία την οποία ελπίζει να αποκτήσει μέσω κάποιων σημαντικών βιβλίων, κυρίως όπως είπαμε του Σπινόζα.

Αλλά τα όνειρα του θα καταρρεύσουν. Θα κατηγορηθεί πως δολοφόνησε βίαια ένα μικρό αγόρι Ρώσικης οικογένειας, ένα χριστιανόπουλο, θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί σε πλήθος ταπεινώσεων, εξευτελισμών και κακοπαθειών τις οποίες ο Malamud περιγράφει με απίστευτη ωμότητα, ρεαλισμό και πόνο ψυχής για την αδικία που υφίσταται ο νεαρός του ήρωας. Θύμα του κυρίαρχου μίσους προς τους Εβραίους, ο Μποκ θα δοκιμάσει στο κορμί και την ψυχή του τον απανθρωπισμό της εξουσίας και την παράλογη γραφειοκρατική αντιμετώπιση της υπόθεσής του. 

Ο Malamud με απλές αλλά δυνατές προτάσεις δημιουργεί εικόνες ενός κλειστού σύμπαντος όπου πρωταγωνιστούν η ανθρώπινη κακία, το μεταφυσικό αδιέξοδο, η αναζήτηση κάποιου φευγαλέου νοήματος. Πρόκειται για ένα βιβλίο κάλεσμα όχι στην αποδοχή της μοίρας, όσο κι αν η ελπίδα φαίνεται να μην έρχεται από πουθενά, όσο στην αγωνιστική και εν πολλοίς επαναστατική άρνηση του παρόντος ως καταπιεστικού, απάνθρωπου και χυδαίου. Το τέλος του βιβλίο, αυτό το αμφίσημο τέλος, είναι καταπληκτικό εύρημα και στεφανώνει τελικά τη μοίρα κάθε καταπιεσμένου Μποκ με ελπίδα. 


Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Ρίτσαρντ Φορντ: Ο Αθλητικογράφος

Μέρος μιας τριλογίας με ήρωα τον Φρανκ Μπάσκομπ, "The Sportswriter" του Ρίτσαρντ Φορντ είναι μια ελεγεία για το μέσο Αμερικάνο των προαστίων των αμερικάνικων πόλεων. Η ιστορία είναι πολύ απλή και στοιχειώδης. Ένας τύπος που ονομάζεται Φρανκ Μπάσκομπ είναι αθλητικός συντάκτης, αφού έκανε μια απόπειρα να κάνει καριέρα στη σοβαρή λογοτεχνία, εγκαταλείπει την προσπάθεια αυτή για να βιοποριστεί γράφοντας άρθρα γύρω από τα σπορ που παρακολουθεί ο μέσος Αμερικάνος. Επίσης είναι χωρισμένος, πατέρας δύο παιδιών και ενός παιδιού που δεν ζει. Έχει διάφορες, μετά τον χωρισμό του, ερωτικές ιστορίες, περιπλανιέται σε πόλεις της αμερικάνικης ενδοχώρας, γνωρίζει ανθρώπους περίεργους ή συνηθισμένους, η σχέση με τον πρώην γυναίκα του δεν είναι από τις συνηθισμένες που θα ανέμενε κανείς από έναν διαζευγμένο, φιλοσοφεί για το νόημα της ζωής.

Όλα αυτά τα στοιχεία θα έκαναν έναν μάλλον βαρετό βιβλίο αφού απουσιάζει οποιαδήποτε δράση, η ιστορία κοινή και υποτυπώδης, ο συγγραφέας παρακολουθεί την εσωτερική εξέλιξη του ήρωά του κατά την αναμέτρησή του με την πεζότητα, την έλλειψη νοήματος ή την αναζήτηση κάποιου σκοπού για να ζει κανείς.

Ο Φρανκ Μπάσκομπ είναι τραγικός γιατί είναι εξαιρετικά σύγχρονος. Αν και τα γεγονότα και ο τρόπος που τα βιώνει αντλούν τις επιρροές τους από τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, εντούτοις σαν μορφή μπορεί να θεωρηθεί πως θέτει ή απαντά σε ερωτήματα που απασχολούν τον άνθρωπο που βιώνει οριακές καταστάσεις. Ο ρεαλισμός του Μπάσκομπ αναπτύσσεται στην επικράτεια του τραγικού: "Όλοι μας ήμασταν και είμαστε χαμένοι και το ξέρουμε και απλώς προσπαθούμε να βολευτούμε μες την χασούρα μας όσο πιο άνετα γίνεται και με όσους καλύτερους τρόπους και λιγότερη περιέργεια μπορούμε. Κι ίσως ο μόνος λόγιος που δεν τα παρατήσαμε είναι ότι δεν μπορέσαμε να βρούμε έναν ουσιαστικό λόγο".

Richard Ford
Η αλήθεια του Μπάσκομπ είναι η ταπεινότητα του. Δεν διεκδικεί δάφνες μεγάλου στοχαστή, ούτε η σκέψη του έχει κάποια μορφής ποιητικότητα. Ο Μπάσκομπ είναι μια μετριότητα, ένας άνθρωπος ριγμένος στην ύπαρξη (αφελής χρήση χαϊντεγγεριανών όρων, αλλά στην περίπτωση του ταιριάζει), που είτε με χιούμορ, είτε με πικρό χαμόγελο, είτε με απορία προσπαθεί να βρει τη θέση του στον κόσμο ύστερα από τις επιλογές τις δικές του και της μοίρας. 

Ο Μπάσκομπ είναι, χωρίς να το θέλει ίσως εγελιανός: "η μόνη αλήθεια που ποτέ δεν μπορεί να είναι ψέμα είναι η ίδια η ζωή- αυτό που συμβαίνει", λέει προς το τέλος της περιπλάνησής του θυμίζοντας την ταύτιση λογικού και πραγματικού του Χέγκελ. Αλλά ούτε αυτό θα τον ένοιαζε ιδιαίτερα. Αυτό που ήθελε ήταν "να συμμετάσχω για λίγο στη ζωή των άλλων, μ' έναν χαμηλών τόνων τρόπο, να μιλήσω με μια απλή, ειλικρινή φωνή. Να μην πάρω τον εαυτό μου υπερβολικά σοβαρά- κι έπειτα να ξεμπερδέψω". 

 Ο Φρανκ Μπάσκομπ δεν προτίθεται ν' αλλάξει τον κόσμο, ούτε καν να τον ερμηνεύσει. Μια είναι η αποστολή του: "Να είμαι ένας βολεμένος κι ήρεμος άνθρωπος". Αυτή είναι η φιλοσοφία που ο Ρίτσαρντ Φορντ αναπτύσσει σε όλο το βιβλίο αλλά το ερώτημα για το αν επιτυγχάνεται η ταύτιση του αναγνώστη με τον κεντρικό του ήρωα είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Σωλ Μπέλοου: Ραβελστάϊν

Ο νομπελίστας Σωλ Μπέλοου είχε ήδη υπερβεί το 80ο έτος της ηλικίας του όταν έγραψε το "Ραβελστάϊν", και όσο και αν δεν μπορείς να το πεις αριστούργημα, η διαύγεια πνεύματος και οι δηκτικές παρατηρήσεις για όψεις της αμερικάνικης πνευματικής ζωής καθώς και γενικότερες παρατηρήσεις για τη ζωή, την φιλοσοφία και τον θάνατο αφθονούν σ' αυτό το μάλλον άνισο βιβλίο.

Ο καθηγητής σε ένα διάσημο πανεπιστήμιο των μεσοδυτικών πολιτειών Έιμπ Ραβελστάϊν, πλέον σε μεγάλη ηλικία, σκιαγραφείται από τον φίλο του Τσικ. Όπως αναφέρουν οι μελετητές του έργου του Μπέλοου, πίσω από τη λογοτεχνική μορφή του Ραβελστάϊν βρίσκεται ο αμερικάνος στοχαστής Άλαν Μπλουμ, μια ιδιόμορφη προσωπικότητα των αμερικανικών γραμμάτων, ο οποίος έγινε γνωστός εξαιτίας της βαθιάς κριτικής του στο αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα ("The Closing of the American Mind"), ιδιαίτερα της πανεπιστημιακής παιδείας η οποία παραγνωρίζει τη σημασία των μεγάλων κειμένων για την εξέλιξη της ηθικής και πνευματικής καλλιέργειας των σπουδαστών της, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της σε μια αποδομητική κριτική η οποία, τελικά, δεν παράγει ωφέλιμους καρπούς. Φημολογείται πως ο Μπλουμ, που ήταν ομοφυλόφιλος, πέθανε από επιπλοκές που οφείλονταν στο AIDS, κάτι ανάλογο που συμβαίνει και στον ίδιο τον Ραβελστάϊν, αλλά αυτή είναι μια εικασία απλώς.

Allan Bloom
Φίλος λοιπόν του Μπλουμ και γνώστης των απόψεων του και του τρόπου ζωής του, ο Μπέλλου γράφει ένα μυθιστόρημα που έχει ενδιαφέρον ως καταγραφή απόψεων ενός σημαντικού στοχαστή της Αμερικής, ιδιαίτερα αν συγκρίνουμε την ζωή και τη σκέψη του με τον επαρχιώτικο τρόπο ζωής και σκέψης Ελλήνων συναδέλφων του. Τι ήταν ο Ραβελστάϊν-Μπλουμ; Γράφει ο Μπέλλου: "Τα βιβλία του σε πήγαιναν από την Αρχαιότητα στον Διαφωτισμό, και μετά- μέσω του Λοκ, του Μοντεσκιέ και του Ρουσό στον Νίτσε και τον Χάιντεγγερ- στη σημερινή εποχή, για να ενσωματώσει την τεχνολογικά προηγμένη Αμερική, τον πολιτισμό και τις διασκεδάσεις της, τον τύπο της, το εκπαιδευτικό της σύστημα, τα μεγάλα κεφάλια, την πολιτική της. Σου έδινε μια εικόνα αυτής της μαζικής δημοκρατίας και των πλέον χαρακτηριστικών -αξιολύπητων-ανθρώπινων προϊόντων της". Ό,τι δηλαδή επιχείρησε να κάνει ο Παναγιώτης Κονδύλης στην "Παρακμή του αστικού πολιτισμού" καθολικά ερμηνεύοντας το φαινόμενο της μαζικής δημοκρατίας, και της νεοελληνικής καρικατούρας στο διάσημο πια επίμετρο του βιβλίου του.
Saul Bellow
Διατρέχοντας το βιβλίο του Μπέλοου, βρίσκω σημειωμένες διαφόρες αναφορές του Ραβελστάϊν σε πνευματικά, πολιτικά, και ηθικά ζητήματα (τι απόλαυση θα ήταν να είχες καθηγητή τον Άλαν Μπλουμ!), και προς τέρψη μου θέλω να τις επαναλάβω:

"Ο ερωτικός εναγκαλισμός δίνει μια προσωρινή λήθη του εαυτού σου αλλά η οδυνηρή γνώση του ακρωτηριασμού είναι μόνιμη".

"Οι τολμηροί άνδρες και γυναίκες, οι νέοι πάνω απ' όλα, ήταν αφοσιωμένοι στην αναζήτηση της αγάπης. Σε αντίθεση η μπουρζουαζία δυναστευόταν από τις φοβίες ενός βίαιου θανάτου".

"Έλεγε στους σπουδαστές πως είχαν έρθει στο πανεπιστήμιο για να μάθουν κάτι και αυτό σήμαινε πως έπρεπε να απαλλαγούν από τις απόψεις των γονιών τους".

"Ένας άνθρωπος με ιδιορρυθμίες και παραξενιές, με αρπακτική βουλιμία για φθηνά εδέσματα ή για παράνομα κουβανέζικα πούρα, ήταν ο ίδιος ένα ομηρικό παιδί-θαύμα".

Απολαυστικό το βιβλίο, θέλει το χρόνο του για να το νιώσεις, κυρίως όμως λειτουργεί ως μια εισαγωγή στο έργο και στη σκέψη του Άλαν Μπλουμ.  

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

Χάρπερ Λη: Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια

Η αναγνώριση των μαύρων ως ανθρώπων και πολιτών στην Αμερική είναι μια διαδικασία που δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι συχνές δολοφονίες, κάποιες για ψύλλου πήδημα, των αφροαμερικανών από τους λευκούς αστυνομικούς, η φτώχεια και η παρακμή της ζωής μέσα στην πρέζα, η έλλειψη εκπαίδευσης είναι κάποια συστατικά που αναδεικνύουν το έργο της Χάρπερ Λη, ακριβώς γι' αυτούς τους λόγους, επίκαιρο και σήμερα. Η Αλαμπάμα της εποχής της, η ψευδής κατηγορία περί βιασμού μιας λευκής κοπέλας από έναν νέο αφροαμερικάνο, έναν νέγρο, επαναλαμβάνεται με παραλλαγές και σήμερα. 

Ο Τραμπ μπορεί να καταφεύγει για χαμερπείς ψηφοθηρικούς λόγους στην απελπισία των μαύρων όταν τους καλεί να τον ψηφίσουν γιατί στην κατάσταση που βρίσκονται δεν έχουν τίποτα να χάσουν, αλλά αυτή η διαπίστωση όσο κυνική κι αν ακούγεται, έχει κάποια αλήθεια μέσα της.

Πέρα από τις οφθαλμοφανείς αυτές καταστάσεις, το μεγαλείο στο βιβλίο της Λη είναι, δίχως περαιτέρω συζήτηση, ο Άττικους. Είναι η ευγενής εκείνη μορφή που θα παρουσιαστεί όταν δεν το περιμένεις, όταν οι θεσμικές κατοχυρώσεις δεν ισχύουν ή είναι αδρανείς, όταν σύνολη η κοινωνία βρίσκεται με το μέρος του θύτη και όχι του θύματος, τότε θα αναδειχθεί ένας και μόνο άνθρωπος για ν' αναμετρηθεί με την αδικία και το αιώνιο ψεύδος. 

Ο Άττικους, στα δικά μου μάτια, μόνο με την προσωπικότητα του επισκόπου Μυριήλ των "Αθλίων" του Ουγκώ δύναται να συγκριθεί, ένα ανεπανάληπτο ηθικό πρότυπο. Ένα πρότυπο που φαίνεται όχι μόνο από τις ιδέες που υποστηρίζει αλλά και τον τρόπο της ζωής του: "Δεν έκανε εκείνα τα πράγματα που έκαναν οι πατεράδες των συμμαθητών μας: δεν πήγαινε ποτέ για κυνήγι, δεν έπαιζε πόκερ, δεν ψάρευε, δεν έπινε, δεν κάπνιζε. Καθόταν στο σαλόνι και διάβαζε".

Harper Lee
Ο Άττικους υπερβαίνει την κοινή νοοτροπία των πολιτών της Αλαμπάμα επειδή έλαβε σοβαρά τις επιταγές του Ευαγγελίου. "Αυτή η υπόθεση, η υπόθεση του Τομ Ρόμπινσον, είναι κάτι που πηγαίνει μέσα στην ουσία της συνείδησης του ανθρώπου- Σκάουτ, δεν θα μπορούσα να πηγαίνω στην Εκκλησία και να λατρεύω τον Θεό αν δεν προσπαθούσα να βοηθήσω αυτόν τον άνθρωπο". 

Τοποθετώντας την ακεραιότητα της συνείδησης του στις ευαγγελικές προσταγές, ο Άττικους διασώζει την αξιοπρέπεια όλης της μικρής κοινότητας που καταδίκαζε τον Τομ Ρόμπινσον.  Μπορεί τελικά ο Τομ να καταδικάστηκε, δεν θα μπορούσε εκείνη την εποχή άλλωστε να συμβεί αλλιώς, αλλά είναι ο αγώνας του Άττικους για την αλήθεια που διασώζει την ελάχιστη ανθρώπινη αξιοπρέπεια των ελαχίστων αδελφών του Χριστού. Η δικαιοσύνη των ανθρώπων όμως είναι σκληρή, άδικη, απεχθής. Ο Άττικους χρησιμοποίησε κάθε δυνατό μέσο για να σώσει τον Τομ, όμως "στα απόκρυφα δικαστήρια των ανθρώπινων καρδιών, ο Άττικους δεν μπορούσε να δικαιωθεί". Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο δικαστήριο που υπάρχει.

Στήβεν Κινγκ: Δόκτωρ Ύπνος

Εκδόσεις Bell, 2013
Η λογοτεχνία τρόμου είναι το καλύτερο αγχολυτικό φάρμακο, εκεί όπου όλα φαίνονται μαύρα (όπως να το εννοήσει κανείς), λίγες εκατοντάδες σελίδες ατόφιου τρόμου ή θρίλερ αρκούν για να ξανάρθει η ελπίδα στην καρδιά και το χαμόγελο στα χείλη. Το υπερφυσικό σε καλές δοσολογίες είναι η απάντηση στην μαυρίλα του φυσικού.

Ο Στήβεν Κινγκ δεν μπορούσε να αφήσει τους φανατικούς αναγνώστες του δίχως τη συνέχεια της "Λάμψης". Η στοιχειωμένη "Θέα" επιστρέφει λοιπόν ως ιδέα, ως τόπος συνάντησης του αρχετυπικού κακού της κανούργιας φοβερής σύναξης που ακούει στο όνομα "Αληθινός Δεσμός" η οποία ζει από την καταβρόχθιση της ουσίας των προικισμένων παιδιών- αντίπαλο τους θα έχουν τον ενήλικα πλέον, αλλά κατεστραμμένο από το αλκοόλ μικρό πρωταγωνιστή της "Λάμψης" Νταν Τορανς που ως κάτοχος κι αυτός υπερφυσικών και διορατικών ικανοτήτων θα αναλάβει να διασώσει από την παμφάγο μανία του "Αληθινού Δεσμού" τη μικρή Άμπρα. 

Stephen King
Όπως κάθε βιβλίο του μαιτρ, είναι κι αυτό ένα page turner, προσφέρει στιγμές χαλάρωσης μέσω της εγρήγορσης που δημιουργεί στην καρδιά η εξέλιξη της ιστορίας, και κυρίως οι πολλαπλές όψεις του κακού που μπορεί να σκεφθεί και απλόχερα να προσφέρει η φαντασία του Κινγκ. Η διαστροφή του "Αληθινού Δεσμού", το πως να ζει κανείς καταναλώνοντας την ουσία των άλλων, η πάλη με το πάθος του αλκοολισμού μέσω της αναζήτησης κάποιου νοήματος ζωής, η συντροφικότητα γύρω από έναν κοινό στόχο ή μια αξία, αποτελούν θέματα του Κινγκ σ' αυτό το βιβλίο που ναι μεν δεν φθάνει στην πρωτοτυπία της "Λάμψης", αλλά δικαιώνει τις συνεχείς ώρες ατελείωτου διαβάσματος που του αφιέρωσα.

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016

Στήβεν Κινγκ: Ο,τι βρεις, δικό σου

Για τον "brother" G.M.


Το Finders Keepers που αποδόθηκε ευφυώς στα ελληνικά ως "Ο,τι βρεις, δικό σου" είναι το δεύτερο βιβλίο στην τριλογία με πρωταγωνιστή τον απόστρατο αξιωματικό της αστυνομίας Μπιλ Χότζες, αν και δεν είναι τόσο ο Χότζες και η ερευνητική του ομάδα που κλέβουν την παράσταση με τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για να φθάσουν στην αποκάλυψη του μυστηρίου που αντιμετωπίζουν (όλα γνωστά στον αναγνώστη εξ αρχής), αλλά οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες Πιτ Σάουμπερς και Μόρρις Μπέλαμι που βιώνουν με τραγικό ο καθένας τους τρόπο τη γοητεία που ασκεί η λογοτεχνία και το λογοτεχνικό κείμενο ως αξίες καθαυτές, ανεξάρτητες από τον δημιουργό τους.


Ο Στήβεν Κινγκ δεν είναι μόνο ο μαιτρ του τρόμου και του φανταστικού, πρωτόγνωρο φαινόμενο για συγγραφέα να είναι τόσο δημιουργικά παραγωγικός ύστερα από δεκάδες βιβλία, αλλά παραμένει ικανός να αναδημιουργεί τον εαυτό του, ξεφεύγοντας από κλισέ, ανακαλύπτοντας τη συνταγή του θρίλερ και της αγωνιώδους πλοκής σε ένα θέμα κατεξοχήν φιλοσοφικό όπως είναι η σχέση του καλλιτεχνικού δημιουργήματος με τον δημιουργό του και τον αποδέκτη που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο αναγνώστης.

Το βιβλίο είναι ευφυές γιατί πραγματεύεται τη δύναμη και τη δυνατότητα που έχει ένα λογοτεχνικό κείμενο, άρα και ο συγγραφέας του, να μεταλλάξει την προσωπικότητα του αναγνώστη. Πραγματεύεται, ακόμη, το δικαίωμα του αναγνώστη να' χει λόγο στην εξέλιξη του έργου αυτού, ειδικά όταν πρόκειται για μια σειρά βιβλίων και όχι για αυτοτελές έργο, ένα δικαίωμα που φτάνει, στην περίπτωση του Κινγκ, ως την τρέλα και την απώλεια της συνείδησης που δεν ορρωδεί μπροστά στις άπειρες δυνατότητες που διανοίγει το έγκλημα προκειμένου ο αναγνώστης να αισθανθεί κύριος της ιστορίας του συγγραφέα.

Η διάβρωση που ασκεί στη συνείδηση ένα βιβλίο είναι θέμα γνωστό στη λογοτεχνία, και τελικά είναι θέμα αξεπέραστο δοθέντος της ισχύος που ασκεί ο λόγος ως κείμενο και της, κάποτε φανερής κάποτε λανθάνουσας, δυνατότητας αλλαγής του κόσμου. Στην ουσία ο κόσμος είναι ένα βιβλίο που γράφεται διαρκώς. Ο Κινγκ ανήκει στους μεγάλους συγγραφείς αυτού του κοσμικού βιβλίου καθώς εκτός από προβληματισμό και τροφή για σκέψη προσφέρει και αληθινή ψυχαγωγία.

H τρέλα που δονεί τον Σάουμπερς και τον Μπέλαμι για τα αδημοσίευτα γραπτά του συγγραφέα Ρόθστην εξηγείται μόνο με ερωτική φρασεολογία. Ο Κινγκ γράφει μια φράση κεντρική που εξακοντίζεται από το βιβλίο του σε ολόκληρο το αναγνωστικό σύμπαν περιγράφοντας καίρια την σχέση του βιβλίου με τον κάτοχό του: 

"Για όσους διαβάζουν βιβλία, μια από τις συναρπαστικές ανακαλύψεις στη ζωή είναι το γεγονός αυτό καθαυτό ότι διαβάζουν- όχι ότι απλώς μπορούν να το κάνουν, αλλά ότι γι' αυτούς το διάβασμα είναι έρωτας. Απελπισμένος έρωτας. Που τους συνεπαίρνει. Το πρώτο βιβλίο που οδηγεί σ' αυτήν την ανακάλυψη δεν ξεχνιέται ποτέ και κάθε σελίδα του φαίνεται να προσφέρει μια καινούργια αποκάλυψη, μια αποκάλυψη που τους καίει και τους χαρίζει αγαλλίαση".

Παρά τις αντιθέσεις τους και την σχηματική κατάταξή τους στα στρατόπεδα του καλού και του κακού για χάριν της ιστορίας, ο Πητ και ο Μόρρις μοιράζονται τον ίδιο έρωτα, κατανοεί ο ένας τον άλλον και γι' αυτό είναι "φτιαγμένοι" να φτάσουν ως τα απώτατα κοσμικά όρια, το έγκλημα δηλαδή, προκειμένου να χαρούν αυτόν τον έρωτα. Πιο ρομαντικός ο Μόρρις, οδηγείται αναπόδραστα στην απώλεια καταστρέφοντας συνάμα τα πάντα στο διάβα του τυφλωμένος από υψηλά ιδανικά τα οποία υπήρξαν μια παρηγοριά, ένα καταφύγιο, έναντι της ανυπόφορης πραγματικότητας. 

Ο Κινγκ προσφέρει απλόχερα ένα ακόμα page turner βιβλίο με γερές δόσεις σασπένς αλλά και σοβαρές σκέψεις για την σκοτεινή όψη της ζωής-ως-βιβλίο.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Σίνκλαιρ Λιούις: Μπάμπιτ

Το 1922 δημοσιεύεται ο Μπάμπιτ, και το 1930 ο Σίνκλαιρ Λιούις λαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, οπότε αυτό το βιβλίο συνιστά έναν αποφασιστικό σταθμό στην απόφαση βράβευσης του αμερικάνου συγγραφέα.

Ποιός ήταν ο κύριος Μπάμπιτ; Με τα χαρακτηριστικά λόγια του Λιούις στην αρχή του βιβλίου αποκτούμε την πρώτη επαφή μαζί του: 

"Το όνομά του ήταν Τζωρτζ Φ. Μπάμπιτ. Ήταν σαράντα έξι χρονών τώρα, τον Απρίλιο του 1920, και δεν είχε καμιά ιδιαίτερη ασχολία, δεν έφτιαχνε ούτε βούτυρο, ούτε υποδήματα, ούτε ποίηση, αλλά ήταν επιδέξιος στην πώληση σπιτιών σε μεγαλύτερη τιμή απ' αυτή που μπορούσε ο κόσμος να διαθέσει προς αγορά".

Ο μεσίτης Μπάμπιτ είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και μαζί μ΄αυτόν μια ολόκληρη κοινωνική τάξη και μια νοοτροπία της αμερικανικής ζωής στις αρχές του 20ου αιώνα, και όπως κάθε μεγάλος συγγραφέας, έτσι και ο Λιούις μας βοηθά ν' ανιχνεύσουμε την συμπεριφορά και την λογική του λευκού αμερικάνου μικροαστού, ο οποίος ενδέχεται σήμερα, ο διάδοχος του Μπάμπιτ, να είναι και ψηφοφόρος του Ντόναλντ Τραμπ.
Η ζωή του Μπάμπιτ είναι η εργασία του και η ηθική που αυτή συνεπάγεται είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Είναι ο Μπάμπιτ, στην συντηρητική πόλη Ζενίθ όπου ζει και εργάζεται, ένα πρότυπο, ή θέλει ν' αποτελεί ένα πρότυπο για την οικογένεια του και τον κοινωνικό και επαγγελματικό περίγυρο που αποτελείται από επιτυχημένους ανθρώπους. Ο Λιούις περιγράφοντάς τον φέρνει στα μάτια μας όχι απλά έναν ιδιαίτερο τύπο, αλλά έναν αμερικάνικο ιδεότυπο: "Ήταν, μέχρι τα μπούνια, ο τέλειος προϊστάμενος γραφείου, ένας καλοζωισμένος άνδρας με το αρμόζον μαλακό καφετί καπέλο και τα άνευ σκελετού γυαλιά, καπνίζοντας ένα μακρύ πούρο και οδηγώντας ένα καλό όχημα κατά μήκος ενός ημι-προαστιακού άλσους".

Ο Μπάμπιτ έχει ένα σκοπό, να κερδίζει χρήματα. Για τον σκοπό αυτό οργανώνεται στο Εμπορικό Επιμελητήριο της πόλης του προκειμένου να αντιμερωπίσει τον ριζοσπαστικό συνδικαλισμό των εργαζομένων που προκαλεί αταξία. Ο Μπάμπιτ είναι ηθικό πρότυπο, διέπεται από τις αξίες της εργατικότητας, της εγκράτειας (αποχή από το αλκοόλ- όσο μπορεί τουλάχιστον!), της πληρωμής των χρεών του και της συνεισφοράς προς την εκκλησία.
Σίνκλαιρ Λιούις
Είναι όμως ευτυχισμένος; Το αμερικάνικο όνειρο του Μπάμπιτ αρχίζει να ξεθωριάζει όταν πηγαίνει μια εκδρομή στο Μαίην με τον κολλητό του φίλο Πωλ, κι εκεί ατενίζοντας την ομορφιά της φύσης, μακριά μάλιστα από τις ανάγκες της οικογένειά του, αρχίζει να καταλαβαίνει πως η ελευθερία έχει πολλές όψεις. Τούτη η ελευθερία για τον Μπάμπιτ είναι η σύναψη ενός εξωσυζυγικού δεσμού καθώς και η υιοθέτηση μιας ριζοσπαστικής και φιλελεύθερης ιδεολογίας που έρχεται σε αντίθεση με τον συντηρητισμό που βίωνε ως τότε, αλλά και πάλι παρά την περιπλάνησή του αυτή, θα καταλήξει στην συζυγική οικία αντιλαμβανόμενος πως η προσωπική του ελευθερία όταν συγκρούεται με την συμβατική ζωή του ως οικογενειάρχη, ανθρώπου εργατικών αρετών και μιας συντηρητικής ωφελιμιστικής θεώρησης, μόνο τραγωδία μπορεί να επιφέρει.

Ο Μπάμπιτ εγκαταλείποντας τον ριζοσπαστισμό του θα γίνει μέλος της Ένωσης των Καλών Πολιτών, μια συλλογική έκφραση του αμερικάνικου ηθικού κώδικα της μεσαίας τάξης. Λέει τόσο χαρακτηριστικά ο Λιούις: "Όλοι τους συμφωνούσαν πως οι εργατικές τάξεις πρέπει να παραμείνουν στη θέση τους, και όλοι τους αντιλαμβάνονταν πως η Αμερικάνικη Δημοκρατία δεν εξυπονοούσε οποιαδήποτε ισότητα πλούτου, αλλά επιζητούσε την απόλυτη ενότητα σκέψης, αμφίεσης, ζωγραφικής, ηθών και λεξιλογίου". Παρά την υποταγή του Μπάμπιτ, στο τέλος του βιβλίου μια αχτίδα φωτός, μια έκλαμψη του παλιού ριζοσπαστιμού του φαίνεται στον τρόπο που καθοδηγεί τον γιό του Τεντ να είναι ο εαυτός του και όχι ένας κομφορμιστής που θα υποκύπτει στις απαιτήσεις των άλλων.

Ο Μπάμπιτ του Σίνκλαιρ Λιούις αντιμετώπισε δριμεία κριτική καθώς πολλοί ήσαν αυτοί που δεν αναγνώρισαν τον Μπάμπιτ ως ένα καθολικό αμερικάνικο πρότυπο μεσοσαστού. Σήμερα όμως μπροούμε ν' αναγνωρίσουμε στο πρόσωπό του τον βασικό στυλοβάτη των αξιών του λευκού αμερικάνου ανθρώπου της μεσαίας τάξης που αγωνίζεται να πετύχει επαγγελματικά και να είναι πιστός στην αρχή της οικογένειας και της συζυγικής πίστης, αλλά αποτυγχάνει όταν ο κομφορισμός γίνεται τρόπος ζωής. Μια σπίθα αρκεί για την έκρηξη. Μπορεί να ειπωθεί πως είναι ο Μπάμπιτ ένα Bildungsroman του επαγγελματία αμερικάνου πολίτη, κάπως ανολοκλήρωτο όμως μιας διαρκεί πολύ λίγο η μαθητεία του σε αντικομφορμιστικές αξίες- ο πωλητής Μπάμπιτ επιστρέφει σ' αυτό που ήξερε καλά:

"Τότε πηγαίνει ευτυχισμένος για ύπνο, με τη συνείδηση του καθαρή, έχοντας συνεισφέρει τον οβολό του για την ευημερία της πόλης και για τον προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό". 

Ο Μπάμπιτ, ένας καθημερινός τραγικός ήρωας της αμερικάνικης μεσαίας πόλης, ένας εν δυνάμει ψηφοφόρος του Τραμπ.

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Φλάννερυ Ο' Κόννορ: Ημερολόγιο Προσευχής

Εκδόσεις Αντίποδες-Μετάφραση Γ. Παλαβός
Η Φλάννερυ Ο' Κόννορ ήταν πιστή Ρωμαιοκαθολική που ζούσε στον προτεσταντικό Νότο των Ηνωμένων Πολιτειών, και αυτό το στοιχείο από μόνο του δημιουργεί περιέργεια και μεγάλο ενδιαφέρον γι' αυτή την εντελώς ιδιαίτερη λογοτεχνική γραφή. 

Το "Ημερολόγιο Προσευχής" κανονικά δεν θα έπρεπε να εκδοθεί. Ήταν οι προσωπικές στιγμές της Ο' Κόννορ, το γράψιμο ως μια μορφή προσευχής που έλεγε ο "δικός της Κάφκα", αλλά και μια πραγματική προσευχή καθ' αυτή την οποία απευθύνει στον χριστιανικό Θεό. Η παραβίαση της ιδιωτικότητας, ωστόσο, επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στην αίσθηση περί δημιουργίας που είχε αναπτύξει η Ο' Κόννορ, αν και από τα λόγια αυτά μπορεί να συναχθεί μια θεολογία η οποία ριζώνει στην εκκλησιαστική παράδοση, όχι μονάχα αυτή στην οποία ανήκει η συγγραφέας.

Η προσευχή της Ο' Κόννορ είναι μια ασκητική προσέγγιση του κόσμου: "Κύριε, Σε παρακαλώ, χάρισε μου τη διαύγεια. Σε παρακαλώ, καθάρισε το μυαλό μου". Στην ορθόδοξη Θεία Λειτουργία λέγεται μεταξύ άλλων το παρακάτω απόσπασμα ευχής: 
"Και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς". Η όλη προσπάθεια της αμερικανίδος συγγραφέως μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας νηπτικής προσπάθειας. 

"Δεν θέλω να πιστεύω στην Κόλαση αλλά στον Παράδεισο". Όσοι έχουν διαβάσει τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο, αλλά και άλλους Πατέρες θα ενθυμούνται τους τρόπους γνώσης του Θεού. Η Ο' Κόννορ αναζητά την τέλεια γνώση Αυτού, να τον αγαπά ενθυμούμενη όχι την καταδίκη της κόλασης, όχι να εκτελεί τις εντολές Του από τον φόβο της κολάσεως, αλλά να αγαπά τον Θεό ως χορηγό του Είναι. Η Ο' Κόννορ είναι φύση δοξολογική. Λέει κάπου αλλού: "Δεν θέλω το ημερολόγιο να είναι άσκηση στη μεταφυσική αλλά ένας ύμνος στον Θεό". Τί μέσα διαθέτει γι' αυτό; Μόνο το γράψιμο, στο μοναχικό της δωμάτιο στοχάζεται δια του νου, αλλά προσπαθεί να ενώσει τη καρδιά με το νου. 

Όπου κι αν κοιτάξουμε στο μικρό προσευχητάρι που συγγράφει η Φλάννερυ Ο' Κόννορ θα δούμε απόηχο προσευχών και εκκλήσεων τις οποίες θα συνυπέγραφαν άγιοι και ασκητές της Εκκλησίας. Κάποιες στιγμές μας συγκινεί ιδιαίτερα, όταν αναφέρεται με τρυφερά λόγια στον Κάφκα, ένα αδελφό πνεύμα: "Σε παρακαλώ Κύριε, δώσε μου την απαραίτητη Χάρη, και Σε παρακαλώ, ας μην είναι τόσο δύσκολο να τη λάβω, όσο ήταν για τον Κάφκα". Το Πνεύμα όπου θέλει πνει.

"Σε παρακαλώ, βοήθησε με να καταλάβω έμπρακτα, πόσο ποταπά φέρομαι". Ο 50ος Ψαλμός της μετανοίας, "ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διαπαντός", βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στη σκέψη της Ο' Κόννορ. 

Γράφοντας το παρακάτω κείμενο, εύκολα μας έρχεται στο νου η παραβολή των ταλάντων: η Ο' Κόννορ παρακαλεί τον Θεό να γίνει σπουδαία συγγραφέας- μια προσευχή που τελικά εισακούστηκε. Με δόση ταπεινοφροσύνης προσπαθεί να απεκδυθεί κάθε δική της συμβολή σ' αυτό, αφήνοντας τον Θεό ελεύθερο να δράσει. Πώς; Θυμίζοντας μας το ρηθέν από τους Πατέρες, "το γαρ απρόσληπτον και αθεράπευτον". Να αφιερώσει την συγγραφική της δεινότητα στον Κύριο, αναγνωρίζοντας πως Αυτός είναι η αιτία του ταλάντου της: "Αν ποτέ καταφέρω να γίνω σπουδαία συγγραφέας, αυτό δεν θα συμβεί γιατί θα είμαι όντως σπουδαία, αλλά γιατί ο Θεός με ελέησε να υπογράψω ορισμένα απ' όσα γενναιόδωρα έγραψε για λογαριασμό μου".

Κάποιος αδαής θα πιστέψει, ίσως, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με περίπτωση θρησκοληψίας. Στην εκκλησιαστική γλώσσα όμως το λέμε "ευχαριστία". Αυτό που λαμβάνει, αυτό και προσφέρει ξανά πίσω στον Θεό ως ευχαριστία, την τέχνη της.

Διαβάζοντας το "Ημερολόγιο Προσευχής" η σπουδαία Μέριλυν Ρόμπινσον μας προσφέρει μια σημαντική επισήμανση: "Η θρησκευτικής της ειλικρίνεια είναι πέρα από κάθε αμφιβολία, αλλά οι μορφές έκφρασής της εγείρουν πολλά ερωτήματα. Αυτό δεν αποτελεί κριτική. Είναι το αξιοσέβαστο έργο κάθε συγγραφέα ο οποίος ασχολείται με μεγάλα θέματα να προκαλεί. Και είναι η προσπάθεια για το καλό γράψιμο που αφήνει την μυθοπλασία να ανακαλύψει τον εαυτό της, οσοδήποτε και αν ξαφνιάζει, όπως άλλωστε το κάνει, τις προθέσεις του συγγραφέα". (άρθρο στους New York Times, 2013). Καταλήγει δε η Ρόμπινσον, πως το Ημερολόγιο αυτό φέρνει τον αναγνώστη ένα βήμα εγγύτερα προς ένα ευαίσθητο και αξιοσημείωτα φρέσκο πνεύμα.

Αν οι παλαιοί είχαν τις "Εξομολογήσεις" του Ιερού Αυγουστίνου για να εμπνέονται, οι σύγχρονοι ας ενσκήψουν στα όσα γράφει η Φλάννερυ Ο' Κόννορ με κάθε ειλικρίνεια ως θυμίαμα προσευχής.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Ίντιθ Γουόρτον: Ήθαν Φρομ

Μια κακή συζυγική σχέση μπορεί να οδηγήσει σε διάφορα ενδεχόμενα. Είτε στον ξυλοδαρμό, όπως ισχυρίζεται σήμερα η Άμπερ Χερντ κατηγορώντας τον Τζόνυ Ντεπ, είτε στο διαζύγιο, είτε στην παράλληλη σχέση, όπως είδαμε στην Άννα Καρένινα, στην Μαντάμ Μποβαρύ. Γίνεται δηλαδή η κακή συζυγική σχέση καλή λογοτεχνία! 

H Ίντιθ Γουόρτον γράφει μια νουβέλα το 1911 που καταγράφει, όπως λένε οι ειδήμονες, την προσωπική της δραματική κατάσταση με τον σύζυγο της Έντουαρντ Γουόρτον, έναν άνδρα με ψυχολογικά προβλήματα, ασταθή, εντελώς ασύμβατο με τη δική της καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία που την καταπίεζε, και τον αμερικάνο δημοσιογράφο Μόρτον Φούλερτον με τον οποίο θα αναπτύξει μια σύντομη μεν αλλά έντονη εξωσυζυγική σχέση. 

Το θέμα επομένως που αναπτύσσει στο 'Ήθαν Φρομ" είναι χιλιοειπωμένο, μια καταπιεστική γυναίκα Ζήνα, ο σύζυγος της Ήθαν Φρομ, και μια ξαδέλφη της πρώτης η Μάτι Σίλβερ με την οποία ο Ήθαν Φρομ θα γνωρίσει τον ρομαντικό έρωτα και τα συναισθήματα εκείνα που του στέρησε η νόμιμη σύζυγος του, ολ' αυτά διαδραματιζόμενα σ' ένα χωριό της Νέας Αγγλίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Τί καινούργιο φέρνει αυτή η ιστορία που την έχουμε διαβάσει τόσες φορές;

Edith Wharton
Κατ' αρχάς είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως μια γυναίκα συγγραφέας ως κεντρικό πρωταγωνιστή ενός συζυγικού δράματος έχει τον άνδρα σύζυγο. Την εξιστόρηση του δράματος που αναπτύσσεται η Γουόρτον την αφηγείται μέσα από τα μάτια ενός τρίτου προσώπου που γνωρίζει από κοντά την απόμακρη και μελαγχολική προσωπικότητα του Ήθαν Φρομ, και όλα αυτά σε ένα σκηνικό με πολλά χιόνια, δύσβατα μονοπάτια και μουντό ουρανό. Η Γουόρτον περιγράφει την ψυχική κατάσταση του Ήθαν Φρομ αντλώντας έμπνευση από το σκοτεινό περιβάλλον του χωριού: 

"Φαινόταν πως ήταν τμήμα ενός βωβού μελαγχολικού σκηνικού, μια ενσάρκωση των παγωμένων δεινών του, με όλα όσα ήσαν θερμά και αισθαντικά σ' αυτόν να βρίσκονται αλυσοδεμένα κάτω από την επιφάνεια. Πίστευα μονάχα πως ζούσε στο βάθος μιας ηθικής απομόνωσης πολύ απόμακρης για ευκαιριακή προσέγγιση, και είχα την αίσθηση πως η μοναξιά του δεν ήταν το αποτέλεσμα της προσωπικής του κατάστασης, τραγικής καθώς μάντευα πως ήταν, αλλά είχε μέσα της, όπως υπαινίχθηκε ο Χάρμον Γκάου, το βαθύ συσσωρευμένο ψύχος πολλών χειμώνων του Στάρκφηλντ".

Η ερωτική σχέση του Ήθαν με τη Μάτι είναι τρυφερή, ρομαντική, απόλυτα αξιοπρεπής στην περιγραφή της από την Γουόρτον. Σχεδόν υπαινικτική. Αλλά η κορύφωση της τραγωδίας αφήνει και στην Ζήνα να παίξει έναν ρόλο που την αποκαθιστά στα μάτια των αναγνωστών, όταν η αρχική της άποψη να απομακρύνει την φτωχή Μάτι από την οικία της κυρίως για οικονομικούς λόγους, μη λαμβάνοντας υπόψη την εξίσου δυσχερή κοινωνική και οικονομική σχέση της ξαδέλφης της, αναθεωρείται όταν τα αρχικά σχέδια ανατρέπονται.

Δεν χρειάζεται να είσαι πεθαμένος για να είσαι νεκρός. Μαθαίνοντας το μυστικό του Ήθαν Φρομ, η Ίντιθ Γουόρτον μας προσφέρει ένα μικρό αριστούργημα ερωτικής λογοτεχνίας στο οποίο δεν υπάρχει happy end αλλά ένας διαρκής σταυρός και μια ζωή πληγωμένων αισθημάτων και προσδοκιών. Μια διαρκή υπενθύμιση πως αυτό που σώζει, σ' αυτές τις περιπτώσεις, είναι η καταγραφή σε λογοτεχνική μορφή αυτών των εικόνων και η διάσωσή τους στην αιωνιότητα.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Ο αποτυχημένος Ντον Ντελίλο στο "Κοσμόπολις".

Σκεφτόμουν να πάω στην διάλεξη του Ντον Ντελίλο στην Αθήνα για ν΄ακούσω έναν συγγραφέα που, όπως λένε, είναι από τους σημαντικότερους της εποχής μας. Αλλά σκεφτόμουν, έπειτα, πως δεν είχα ακόμα διαβάσει κάποιο βιβλίο του.

Στο υπόγειο του σπιτιού, μέσα σε μια κούτα, ανακάλυψα ένα αντίτυπο του "Κοσμόπολις" στα αγγλικά και δοθείσης ευκαιρίας άφησα κατά μέρος το αναγνωστικό μου πρόγραμμα για ν' ασχοληθώ μ' αυτό το βιβλίο και ν' αποκτήσω μια κάποια γνώση του Αμερικάνου συγγραφέα.

Νομίζω, μετά το πέρας της ανάγνωσης, πως ο Ντελίλο είναι υπερτιμημένος και δεν αξίζει να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία, ειδικά όταν δεν έχω διαβάσει ακόμα τα άπαντα της Μέριλιν Ρόμπινσον, της σημαντικότερης εν ζωή Αμερικανίδας συγγραφέως.  Αργότερα ίσως αναθεωρήσω και διαβάσω ξανά κάτι από τον Ντελίλο, αλλά από την άλλη ξέροντας πως ο χρόνος μας είναι πεπερασμένος και πολύτιμος, θα τον ξεχάσω οριστικά, και δεν πιστεύω πως θα χάσω κάτι ως αναγνώστης- έκανα λάθος που ξεκίνησα μ' αυτό το βιβλίο την περιπλάνηση στον κόσμο του Ντελίλο; 

Η "Κοσμόπολις" είναι το βιβλίο μιας μέρας του Απριλίου του έτους 2000 όπου περιγράφεται με άφθονες άχρηστες λεπτομέρειες και κοινότυπες φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις η βαρετή ζωή του Έρικ Πάκερ, ενός εκατομμυριούχου ο οποίος περνά τον χρόνο του μπροστά σε οθόνες κοιτάζοντας διάφορους οικονομικούς δείκτες, χρηματιστήρια, μετοχές, τιμές νομισμάτων. Ο Ντελίλο χρησιμοποιεί μια τραχιά γλώσσα για να καταδείξει την επιφανειακότητα του κεντρικού του ήρωα, πετάγοντας που και που κάποια φιλοσοφική φλυαρία που δεν λέει τίποτα, λχ "οι άνθρωποι τρώνε και κοιμούνται στη σκιά των όσων πράττουμε. Αλλά την ίδια στιγμή, τι;" ή προβαίνει σε διάφορες διαπιστώσεις γύρω από τη σχέση τεχνολογίας-οικονομίας-κοινωνίας με αναφορές στην αποξένωση του ανθρώπου από την φύση , τον εαυτό του ή τον άλλο. Κάπου κάπου χτυπά και τον καπιταλισμό με επιχειρήματα που θυμίζουν τις αναλύσεις της Ναόμι Κλάϊν, όπως για την καταστρεπτική φύση του ή τον ολοκληρωτισμό της αγοραίας κουλτούρας. Προσπαθώντας να δημιουργήσει έναν αντιήρωα, ο Ντελίλο καταφεύγει στην κοινωνιολογική κριτική, αναφομοίωτη κατά τη γνώμη μου, διότι οι περσόνες του είναι χάρτινες και μονοδιάστατες- εκτός αν αυτός ήταν ο στόχος του. Αλλά γιατί δεν έγραφε τότε μια φιλοσοφική πραγματεία; Αλλά και το alter ego του αντιήρωα, ο σαλεμένος επίδοξος δολοφόνος του Μπένο Λέβιν δεν πάει πίσω σε μηδενισμό και φιλοσοφία εν συγχύσει, καθώς επιδιώκει να εξηγήσει τα κίνητρα του με έναν αχταρμά κακοχωνεμένου υπαρξισμού, κοινωνικού (ταξικού;) μίσους και παιδαριωδών αιτιολογήσεων, όπως λχ "'έχεις τα πάντα για τα οποία μπορείς να ζήσεις ή να πεθάνεις. Δεν έχω τίποτα, κανένα απ' αυτά. Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για να σε σκοτώσω".

Ο Ντελίλο αποτυγχάνει σε όλα τα επίπεδα. Η γραφή του είναι στακάτη, απελπιστικά σύγχρονη, σε πολλά σημεία δημοσιογραφική. Δημιουργεί μονάχα εντυπώσεις μέσω πυροτεχνημάτων λεκτικών που αντί για λάμψη προκαλούν θόρυβο περισσότερο. Δεν μπορείς να ταυτιστείς με κανέναν ήρωα, δεν υπάρχουν πρότυπα ούτε ηθικά κίνητρα που διέπουν τις πράξεις των ηρώων του, ο κόσμος του δεν είναι απλώς σκοτεινός, μηδενιστικός, είναι και χάρτινος, μονοκόμματος, μια διανοητική γραφή που διέπεται από κακοχωνεμένους στοχασμούς και σκέψεις γύρω από την κακή πλευρά του καπιταλισμού και της τεχνικής που κυριαρχεί στη σύγχρονη οικονομία. Επίσης δεν υπάρχει ιστορία, υπάρχει μόνο μια συρραφή στιγμών και εικόνων στο χάος μιας μεγαλούπολης, ασύνδετες μεταξύ τους.

Η σύχγρονη αμερικάνικη λογοτεχνία έχει να προσφέρει σημαντικότερες αναγνωστικές στιγμές και πάντως, ανάμεσα σ' αυτές, δεν είναι ούτε ο Ντον Ντελίλο ούτε ο Τόμας Πύντσον. Οι θιασώτες κάθε περιττής (δήθεν) πρωτοπορίας ή μετα-νεωτερικότητας μπορούν να αυτοθαυμάζονται, αλλά η   κενότητα και η έλλειψη αφηγηματικής ικανότητας δεν μπορούν να κρυφτούν.


Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Σέργουντ Άντερσον: Ουάινσμπεργκ, Οχάϊο

 Από το διήγημα "Ο Φιλόσοφος":

"Η ιδέα είναι πολύ απλή, τόσο απλή που αν δεν είσαι προσεκτικός θα την λησμονήσεις. Πρόκειται γι' αυτό- πως καθένας που βρίσκεται στον κόσμο είναι ο Χριστός, και είναι όλοι σταυρωμένοι. Μην το ξεχάσεις αυτό. Οτιδήποτε συμβεί, μην τολμήσεις να το ξεχάσεις".

Από το διήγημα "Περιπέτεια":

"Τι συμβαίνει με μένα; Θα κάνω κάτι φοβερό αν δεν είμαι προσεκτική" σκέφθηκε, και στρέφοντας το πρόσωπό της προς τον τοίχο, ξεκίνησε προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της να αντιμετωπίσει με γενναιότητα το γεγονός πως, ακόμα και στο Ουάινσμπεργκ, πολλοί άνθρωποι πρέπει να ζουν και να πεθάνουν μονάχοι".

Από το διήγημα "Μοναξιά":

"Δεν επιθυμούσε να έχει φίλους για τον απλούστατο λόγο πως κανένα παιδί δεν επιθυμεί φίλους. Ήθελε περισσότερο από κάθε άλλο τους ανθρώπους που έφτιαχνε με το μυαλό του, ανθρώπους με τους οποίους μπορούσε να συνομιλήσει, ανθρώπους που θα είχε λεκτικούς διαξιφισμούς και θα επιτιμούσε κάθε συγκεκριμένη στιγμή, υπηρέτες, καταλαβαίνεις, της φαντασίας του".

Από το διήγημα "Αφύπνιση":

 Ο Τζωρτζ Ουίλλαρντ βγήκε από το κενό διάστημα και στάθηκε ξανά στη διάβαση των πεζών ατενίζοντας τα σπίτια. Αισθανόταν πως όλοι οι άνθρωποι σ' αυτό τον μικρό δρόμο πρέπει να είναι δικά του αδέλφια και αδελφές και ευχήθηκε να είχε το θάρρος να τους φωνάξει να βγουν από τα σπίτια τους και να τους σφίξει τα χέρια".

Σε όλα τα διηγήματα του Σέργουντ Άντερσον που διαδραματίζονται σ' αυτή την μικρή πόλη της πολιτείας του Οχάιο στη δεκαετία του 1920, βλέπουμε αυτόν τον αγώνα για ανθρώπινη επικοινωνία μεταξύ των κατοικούντων σ' αυτή τη μικρή γωνιά του κόσμου, βλέπουμε την υπαρξιακή ανησυχία που γεννά η επαφή μεταξύ των ανθρώπων που από τη μια αντιλαμβάνονται και βασανίζονται από τη μοναξιά τους, την οποία μερικές φορές εξειδανικεύουν για να μπορούν να ζήσουν μαζί της, και άλλοτε ρίχνονται στη σχέση αλλά με ολέθρια αποτελέσματα. 

Δεν είναι εύκολη υπόθεση η αίσθηση του ανήκειν κάπου. Τα πάθη που μπορεί να κρύβουν οι χαρακτήρες μια μκρής κοινωνίας ανθρώπων περιγράφονται από τον Άντερσον με χαμηλούς τόνους αλλά αισθάνεσαι τη σοβαρότητα της κατάστασης και πως το πραγματικό πάθος που υποβόσκει είναι αυτό που σηματοδοτεί με περιεχόμενο τον λόγο: "Ο καθένας μιλά και μιλά, άρχισε. Τα σιχάθηκα όλ' αυτά. Θα κάνω κάτι, θα πιάσω κάποια δουλειά όπου δεν θα μετρά το να μιλά κανείς" (από το διήγημα "Ο Στοχαστής"). Πράγματι, οι λέξεις και ο λόγος αποσυντονίζουν και ενώνουν, διασπούν την ησυχία αλλά και ενώνουν μεταξύ τους τους ανθρώπους. Κάπου αλλού (στο διήγημα "Εκζήτηση") γράφει: "Τις φαινόταν πως ο κόσμος όλος ήταν γεμάτος από  αστόχαστους ανθρώπους που απλώς έλεγαν λόγια". Και στο διήγημα "Θάνατος" επίσης διαβάζουμε: " Σε όλη τη φούσκα των λέξεων που έπεφτε από τα χείλη των ανδρών με τους οποίους είχε στενές σχέσεις, προσπαθούσε να ανακαλύψει ποιά θα ήταν για κείνη η αληθινή λέξη".

Ο Σέργουντ Άντερσον είναι ο διηγηματογράφος των χαμένων λέξεων, αυτών που ειπώθηκαν χωρίς να έπρεπε να ειπωθούν, και αυτών που δεν ειπώθηκαν ποτέ όταν υπήρχε κάποιος που ανέμενε εναγωνίως να τις ακούσει. Τούτο όμως συνιστά μια αδυναμία επι-κοινωνίας. Ακόμα και η έλλειψη σεξουαλικής σχέσης και επαφής, την οποία τόσοι χαρακτήρες επιζητούν στα διηγήματα του, είναι αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας μετάδοσης συναισθημάτων μέσω του λόγου, ή τουλάχιστον, των σωστών λέξεων. Όπως λέει στα επιλεγόμενα ο Ντην Κουντζ "οι πολίτες του Ουάινσμπεργκ, Οχάιο, είναι χαμένοι και βρίσκονται σε αναζήτηση, αλλά ενώ ίσως επιθυμούν να ξεφύγουν από την κλειστότητα και την αποξένωση της μικρής αμερικάνικης πόλης, την ίδια στιγμή λαχταρούν την κοινωνικότητα και την αίσθηση του ανήκειν η οποία κάποτε ήταν η ουσία της κουλτούρας τους". 

Μια εξαιρετική γραφή από την οποία δεν λείπουν και οι θεολογικές παράμετροι, με τον Θεό να είναι ο , αθέατος ορισμένες φορές, πρωταγωνιστής σε αρκετά διηγήματα. Και όταν παραουσιάζεται, έχει πάντα τη μορφή κάποιου κατοίκου της μικρής αυτής πόλης, όπως λέει ο Κρις Χάρτμαν στο διήγημα ¨Η ισχύς του Θεού": "Βρήκα το φως" φώναξε δυνατά. "Ύστερα από δέκα χρόνια σ' αυτήν την πόλη, ο Θεός μου παρουσιάστηκε με τη μορφή μιας γυναίκας".

Ο Σέργουντ Άντερσον δεν έχει ενδιαφέρον μόνο ως διηγηματογράφος αλλά και ως θεολογικός σχολιαστής, και αυτό καταδεικνύει τη στόφα μεγάλων συγγραφέων. Όπως έλεγε και ο Ουίλλιαμ Φώκνερ, ο Άντερσον "ήταν ο πατέρας όλης της δικιής μου γενιάς συγγραφέων".

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Η Αυτοβιογραφία του Βενιαμίν Φραγκλίνου

Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος ήταν εκτός από άνθρωπος της πολιτικής δράσης, και άνθρωπος των βιβλίων. Το βασικό γεγονός ξεκινά από πολύ νωρίς στη ζωή του, δεν θυμάται από πότε: ξεκίνησε από νωρίς το διάβασμα με συνέπεια το χαρακτηριστικό αυτό να προκαλεί καλή εντύπωση σε όσους τον γνώριζαν. Το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε έπαιξε καίριο ρόλο. Αναφέρεται εγκωμιαστικά στο πρόσωπο του πατέρα του, ο οποίος ήταν άνθρωπος με υγιή κατανόηση και στέρεη κρίση που ενδιαφερόταν για την πνευματική και ηθική πρόοδο των παιδιών του- σ' αυτό το περιβάλλον, λοιπόν, ο μικρός Βενιαμίν έμαθε να μην υπολογίζει τα ασήμαντα και τετριμμένα της καθημερινότητας, να μην τον νοιάζει (ή και να μη θυμάται) το τι είχε φάει στο τραπέζι του δείπνου μόλις την προηγούμενη ημέρα.
Είχε πάρει από μικρός τον σωστό δρόμο: "Από παιδί αγαπούσα το διάβασμα, και όλο το χαρτζιλίκι που έπεφτε στα χέρια μου πήγαινε στην αγορά βιβλίων". Ο Δρόμος του Προσκυνητή του Μπάνυαν, βιβλία θεολογικής γραμματείας, Πλούταρχος, όλα τα καλά και τα κλασικά. "Συχνά ξενυχτούσα στο δωμάτιο μου διαβάζοντας όλη την νύχτα, όταν είχα δανειστεί το βιβλίο το απόγευμα και έπρεπε να επιστραφεί νωρίς το πρωί, ειδάλλως θα το θεωρούσαν πως είχε χαθεί ή θα το αναζητούσαν". Δανειζόταν βιβλία για διάβασμα από το σωματείο των μαθητευόμενων βιβλιοπωλών, και έτσι αρχίνισε το ταξίδι του στη γνώση. Επειδή ασχολήθηκε με την τυπογραφία και ήλθε σε επαφή με ανθρώπους του σιναφιού αυτού, διαρκώς επανέρχεται στο θέμα των γνωριμιών με ανθρώπους του βιβλίου ή αναφέροντας κάποια αναγνωστική του συνήθεια. Δεν αφήνει καιρό να πάει χαμένος Διάβασμα τη νύχτα μετά τη δουλειά, ή ακόμα και πριν τη δουλειά νωρίς το πρωί. Η τακτική αυτή μου θυμίζει τον εαυτό μου πριν πολλά χρόνια όταν ξυπνούσα πολύ νωρίς, προτού πάω στα πρωινά μαθήματα του Πανεπιστημίου, προκειμένου να διαβάσω, κάτι σαν αναγνωστικό πρωινό. Την ίδια συνήθεια, φυσικά, διατηρώ ακόμα και σήμερα. Οι πρωινές ώρες (5-7π.μ) όπου όλοι κοιμούνται ακόμη, προσφέρονται για σοβαρό και συστηματικό διάβασμα.
Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος υπήρξε πολύ λιτός άνθρωπος στις συνήθειες του, δείγμα της πουριτανικής ανατροφής του. Όπου πήγαινε για δουλειά ή για να συναντήσει σημαντικές προσωπικότητες της εποχής έπεφτε πάνω σε ανθρώπους που διάβαζαν πολύ ή είχαν μεγάλες και πλούσιες βιβλιοθήκες. "Όταν εγκαταστάθηκα στη Μικρή Βρετανία, έκαμα τη γνωριμία με κάποιον βιβλιοπώλη Ουίλκοξ, το μαγαζί του οποίου ήταν στη διπλανή πόρτα.Είχε μια απέραντη συλλογή από μεταχειρισμένα βιβλία. Οι κινητές βιβλιοθήκες δεν είχαν την εποχή εκείνη αναπτυχθεί. Συμφωνήσαμε, όμως, σε λογικούς όρους, τους οποίους έχω τώρα λησμονήσει, πως θα μπορούσα να παίρνω, διαβάζω και να επιστρέφω οποιοδήποτε από τα βιβλία του. Αυτό το εξέλαβα ως μεγάλο πλεονέκτημα και του έκαμα όσο μεγαλύτερη χρήση μπορούσα". Η ζωή του Φραγκλίνου ήταν μια δια βίου σπουδή, μια συνεχόμενη εκπαίδευση.  Τα παρακάτω λόγια ας εντυπωθούν καλά μέσα μας, ειδικά σε καιρούς αναγνωστικής ανομβρίας: "Το διάβασμα ήταν η μοναδική μου ψυχαγωγία που επέτρεπα στον εαυτό μου. Δεν σπαταλούσα το χρόνο μου στις ταβέρνες, τα παιχνίδια ή στις τρελίτσες οποιουδήποτε είδους". Πόσο χαρακτηριστικά απόλυτα, πόσο σοβαρά είχε πάρει την αποστολή του και πόσο διαφέρει από πολλούς δήθεν διανοούμενους και ανθρώπους του βιβλίου (δήθεν και πάλι) που τριγυρνούν από ταβέρνα σε μπαρ, μεθάνε και διασκορπίζουν την ουσία τους δήθεν για να πιστέψουν πως έτσι καλλιεργούν κάποια κοινωνικότητα ή ανάγκη για παρέα. Η στάση του Βενιαμίν Φραγκλίνου ας είναι οδηγός.
Με πολύ απλά λόγια περιγράφει την αμφισβήτηση των παραδοσιακών θρησκευτικών αντιλήψεων: "Δεν είχα πατήσει καλά καλά τα 15 μου χρόνια όταν, αμφιβάλλοντας κατά σειρά διάφορα σημεία που τα έβρισκα αμφισβητούμενα στα διάφορα βιβλία που διάβαζα άρχισα να αμφιβάλλω για την ίδια την Αποκάλυψη.....έτσι κατέληξα να γίνω Ντεϊστής". Η αμφισβήτηση, λοιπόν, της παραδοσιακής θρησκείας και θεολογίας για τον Φραγκλίνο προήλθε μέσα από τα βιβλία. Αναζητούσε βασικούς όρους που πίστευε πως αυτοί δεν μπορούσαν να βρεθούν στην θρησκεία της χριστιανικής αποκάλυψης, δηλαδή την Αλήθεια, την Ειλικρίνεια και την Ακεραιότητα. Η λογική αυτή θρησκεία που πιστεύει ο Φραγκλίνος είναι φυσικά η προσαρμογή της υπερφυσικής αποκάλυψης στα μέτρα του ορθού λόγου. Το "Πιστεύω" του, όπως το αναπτύσσει στην επιστολή προς τον Έζρα Στάιλς (Μάρτιος 1790) δεν είναι το χριστιανικό Σύμβολο της Νικαίας-Κωνσταντινούπολης του 4ου αιώνα, αλλά σ' έναν Θεό δημιουργό του σύμπαντος (απουσιάζει η λέξη "Πατέρας"), ενώ τον Ιησού Χριστό τον θεωρεί ως τον εισηγητή του καλύτερου συστήματος ηθικής και θρησκείας που έχει γνωρίσει ο κόσμος μας- ενώ, φυσικά, εκφράζει αμφιβολίες για τη θειότητα του, κάτι φυσικά άλλωστε για έναν πιστό ντεϊστή. Είναι όμως ειλικρινής: Δεν μελέτησε ποτέ τα σχετικά γύρω από την θεϊκή Του φύση, και προσπαθεί να μην δογματίζει επ' αυτού, ενώ θεωρεί πως η πίστη στην θεότητα του Ιησού δεν είναι βλαβερό πράγμα, για όποιον την ασπάζεται, αν αυτή η πίστη έχει αγαθές συνέπειες. Ο Φραγκλίνος όπως φαίνεται δεν πιστεύει στον προσωπικό Θεό της Αγίας Τριάδας, όμως ως πολιτικό πρόσωπο προσπαθεί να διατηρεί μια ισορροπία ανάμεσα στις ποικίλες θρησκευτικές ομολογίες που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται ραγδαία στην Αμερική εκείνη την εποχή, και να μην προωθεί το προβάδισμα κάποιας σέκτας εις βάρος της άλλης, γι' αυτό και παρακαλεί τον αποδέκτη της επιστολής αυτής να μην εκθέσει τις απόψεις του αυτές σε δημόσια κριτική θέα καθώς προσπαθούσε, όπως γράφει, να είναι αμερόληπτος προς όλες. Υπ' αυτή την έννοια και αγνοώντας τις προσωπικές του πεποιθήσεις, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος είναι ο κατ΄εξοχήν σύγχρονος αδογμάτιστος και μη φανατικός άνθρωπος, πραγματικός statesman, που σέβεται τις διαφορετικές θρησκευτικές παραδοχές και προσφέρει τα μέσα για την ανάπτυξη της θρησκευτικής λατρείας στα μέλη κάθε πίστης. Είναι η φωτεινή πλευρά αυτή της Αμερικής, ωστόσο δείχνει και τα όρια της εκκοσμίκευσης σ' αυτή τη μεγάλη χώρα καθώς η ιστορική συνέχεια αποτέλεσε πεδίο πάλης των αρχών της κατά γράμμα ερμηνείας της Βίβλου με την επιστήμη και την τεχνική πρόοδο. Το σημείο ισορροπίας υπήρξε, και συνεχίζει να είναι, αρκετά δύσκολο καθώς λόγοι ισχύος επιβάλλουν την διαρκή αναμέτρηση αυτών των αντιλήψεων. Ο Φραγκλίνος προσφέρει μια οδό για το ξεπέρασμα αυτής της πόλωσης.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Μέριλιν Ρόμπινσον: Γκίλιαντ

Η Μέριλιν Ρόμπινσον διηγείται ένα γράμμα, αυτό που έκατσε και έγραψε ο πάστορας Τζων Έιμς σε μεγάλη ηλικία προς το γιο του, ένα γράμμα εξομολογητικό, βαθιά ανθρώπινο, ένα γράμμα αποκαλυπτικό για τη σχέση ενός ιερέα μιας μικρής κωμόπολης της πολιτείας της Αϊόβας, της Γκίλιαντ, με την ιστορία των προγόνων του, με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά τη διαποίμανση στην κωμόπολη αυτή, με τα υπαρξιακά ερωτήματα γύρω από τον Θεό και την Ιστορία. Ο τόνος της επιστολής είναι εξομολογητικός γιατί ο ιερέας Τζων Έιμς αποκαλύπτει και ανακαλύπτει συγχρόνως τον εαυτό του, αναρωτιέται διαρκώς για συγκεκριμένες καταστάσεις και προσπαθεί να ερμηνεύσει γεγονότα υπό το φως της πίστης του ή της αμφιβολίας του σ' αυτήν. Προερχόμενος από οικογένεια ιερέων που διακόνησαν στον άμβωνα προτεσταντικών εκκλησιών ήδη από την εποχή του αμερικάνικου εμφυλίου ως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 όπου τοποθετείται η επιστολή, ο Τζων Έιμς καταγράφει το χρονικό μιας οικογενειακής καθημερινότητας την οποία διακρίνει η άδολη πίστη στην αξία και την αλήθεια του Ευαγγελίου, αλλά και ενάντια σ' αυτή ορισμένες φορές, όπως όταν περιγράφει τα πιστεύω του αδελφού του Έντουαρντ ο οποίος σπουδάζοντας στη Γερμανία, μακριά δηλαδή από την απλότητα του πνεύματος μιας επαρχιακής αμερικάνικης πολιτείας, επιστρέφει πίσω ως άθεος. Η Μέριλιν Ρόμπινσον διηγείται δίχως φιλοσοφικές φιοριτούρες μια απλή και συγκινητική ιστορία γύρω από την πίστη και την ποιμαντική αξία αυτής. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το "Γκίλιαντ" μια μικρή κιρκεγκαρτιανή πραγματεία της ταπεινής επαρχιακής αμερικανικής κωμόπολης, ένα εξομολογητικό ποιμαντικό ημερολόγιο μιας άδολης ψυχής. Άδολης όχι με την έννοια πως ήξερε ή είχε απαντήσεις για όλα τα θέματα. Ο προβληματισμός και η αμφισημία, η αμφιβολία και η διερώτηση γύρω από τα κίνητρα ή τα αποτελέσματα μιας ποιμαντικής δράσης είναι ολοφάνερα στα γραπτά του ιερέα, αλλά πέρα από την αμφισβήτηση αυτή που γεννιέται από την ταπείνωση του ανθρώπινου πνεύματος ενώπιον του μεγαλείου της πίστης, υπάρχει η σταθερά εκείνη για την βεβαιότητα της αλήθειας του Ευαγγελίου που διατρέχει τη γραφή και τη σκέψη του ιερέα Τζων Έιμς. Διότι για κάθε πρόβλημα ή κάθε προβληματισμό ή αμφιβολία, η απάντηση θα βρεθεί σε κάποιο βιβλικό χωρίο που θα φωτίσει το θέμα και θα σκορπίσει την αμφιβολία ή την πλάνη. Θα φωτίσει και τις σκοτεινές πλευρές που περιγράφει ο Έιμς, κυρίως στη σχέση του με τους γείτονες του, τον επίσης ηλικιωμένο ιερέα Μπόουτον και τον υιό αυτού Τζων Μπόουτον, ο οποίος θα βρεθεί πατέρας ενός παιδιού εκτός γάμου με  μια έγχρωμη γυναίκα, και αυτή η ιστορία, η πιο συγκινητική του βιβλίου θα οδηγήσει τον Τζων Έιμς να παρατηρήσει στον δικό του γιο, αλλά δεν θα μπορούσε να το πράξει διαφορετικά αν δεν είχε χριστιανική αντίληψη, πως "είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο μπορεί να μην ακούσεις έναν καλό λόγο, αλλά δεν έχω άλλο τρόπο να σου φανερώσω την ομορφιά που κρύβει μέσα του".
Μέριλιν Ρόμπινσον
Το βιβλίο διαπνέεται από τη χαρά της χριστιανικής πίστης, όχι όπως την αντιλαμβάνονται πολλοί, ως ανέμελη ή δίχως ερωτήματα ή προβληματισμούς, ή πτώσεις και πολλές αμαρτίες. Τα έχει όλα αυτά φυσικά, όπως και τη διάσταση του ανθρώπινου χαρακτήρα του ιερέα και των παθών του. Ωστόσο,  η Ρόμπινσον έχει θέση- δια χειρός Τζων Έιμς επικαλείται τη φράση του Σάμουελ Κόλεριτζ πως ο χριστιανισμός είναι ζωή και όχι δόγμα, και αυτή τη ζωή μας χαρούμενης εσωτερικά ύπαρξης, χαρούμενης γιατί ερείδεται στην πίστη, ζωγράφισε η αμερικανίδα συγγραφέας που σίγουρα απευθύνεται σε ένα ειδικό αναγνωστικό κοινό, αλλά η απλή ομορφιά του βιβλίου ως αφήγησης ενδέχεται να συγκινήσει αναγνώστες που δεν διαπνέονται από την ίδια βεβαιότητα του Τζων Έιμς. Με την ίδια λογική που συγκινούν, ακόμη και σήμερα οι "Εξομολογήσεις" του Αυγουστίνου, αυτές οι ψυχές θα ευχαριστηθούν αυτή τη σύγχρονη προσέγγιση της Μέριλιν Ρόμπινσον στο "Γκίλιαντ" της πολιτείας της Αϊόβα. Άλλωστε, όπως αναφέρει κάπου ο Τζων Έιμς επικαλούμενος τον Αυγουστίνο, "ο Κύριος θα σκουπίσει τα διάκρυα από όλα τα πρόσωπα" καθώς βλέπει τον καθένα από μας ως μονάκριβο παιδί του. Ένα παιδαγωγικό βιβλίο το οποίο έχει εκδοθεί και στα ελληνικά από τις κορυφαίες εκδόσεις "Εν Πλω" που εκδίδουν βιβλία με θεολογικό και πνευματικό περιεχόμενο.
Η ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ