Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017
Τρίτη 8 Αυγούστου 2017
Ένα είδος κριτικής
Αλλά μέχρι που είναι επιθυμητό να φθάσει η απαρέσκεια μας; Εξαρτάται από τον συγγραφέα. Αν πρόκειται για τη ροζ γυναικεία "λογοτεχνία" τύπου Λένας Μαντά, Χρ. Δημουλίδου και άλλων παρόμοιας εμβέλειας, ή για πιο σοβαρούς συγγραφείς αλλά εξίσου υπερτιμημένους όπως η Ζυράννα Ζατέλη, ο Αύγουστος Κορτώ και άλλοι, νομίζω η κριτική του Χουάν Γκαρσία Μαδέρο, βασικού χαρακτήρα στο βιβλίο "Οι Άγριοι Ντετέκτιβ" του Ρομπέρτο Μπολάνιο όταν διαβάζει ένα ποίημα, μπορεί να μας δώσει ένα καλό έναυσμα:
"Την πρώτη φορά που το διάβασα (πριν από μερικές ώρες) δεν μπορούσα να μην κλειδωθώ στο δωμάτιό μου και να αυνανιστώ απαγγέλοντάς το, μια, δυο , τρεις ,μέχρι και δέκα ή δεκαπέντε φορές...". Αναφέρεται σε ένα ποίημα, αλλά επεκτείνοντας τον ενθουσιασμό του φθάνουμε και στην πεζογραφία με τα ίδια θεαματικά αποτελέσματα.....
Λίγο παρακάτω όμως έρχεται στα συγκαλά του: "Δεν μπορώ να περάσω τη ζωή μου τραβώντας μαλακία". Κάπως έτσι πρέπει να είναι και η διάθεσή μας έναντι των κακών βιβλίων. Είναι απλώς μιας (συγκεκριμένης) χρήσης, η οποία κοστίζει σε χρόνο.
Κυριακή 23 Ιουλίου 2017
Διχογνωμίες μεταξύ αναγνωστών
Όταν βρίσκεσαι σε μια παρέα ποτέ δεν πρέπει ν' αποκαλύπτεις τις αναγνωστικές σου συνήθειες. Είναι προτιμότερο να μιλάς, με όση οίηση και ξιπασιά διαθέτεις για τις ερωτικές σου συνήθειες, το ερωτικό σου ιστορικό, παρά να μιλάς για τις αναγνωστικές σου προτιμήσεις, για αγαπημένους συγγραφείς, για υπερτιμημένους συγγραφείς, κυρίως δε να μη σχολιάζεις τα αναγνωστικά γούστα των άλλων καθώς αν συμβεί αυτό είναι ενδεχόμενο να προκύψουν τα εξής ζητήματα: Πρώτον, η οίηση να καταβάλλει εσένα και να προβείς έτσι σε μια άχρηστη επίδειξη των αναγνωστικών σου ικανοτήτων ή της γενικότερης παιδείας σου, το οποίο θα σε καταστήσει αγενή ή αντιπαθητικό στα μάτια της παρέας.
Δεύτερον, δεν πρέπει να προβείς σε αρνητικό σχολιασμό των αναγνωστικών προτιμήσεων των άλλων, όσο κι αν σε καίει το ζήτημα, όσο κι αν νιώθεις πως σε πνίγει το δίκιο ως έμπειρου αναγνώστη που έχει λιώσει πάνω από εκατομμύρια σελίδες αναζητώντας μοναδικές μοναχικές ευτυχισμένες στιγμές. Και σ' αυτό το σημείο, αν επιβάλεις το δίκιο σου ενδέχεται να γίνεις αντιπαθής, ίσως περισσότερο από την πρώτη περίπτωση εφόσον αμφισβητείς ευθέως τις αναγνωστικές προτιμήσεις του άλλου, με άλλα λόγια έχεις φθάσει στο σημείο να τον θεωρείς μπροστά στα μούτρα του αδαή, άγευστο, ίσως και αγράμματο, έχεις φθάσει ν' αμφισβητείς τον δικό του τρόπο κάλυψης του ελεύθερου χρόνου του, σχεδόν έχεις υπονομεύσει το δικαίωμα του στη ζωή και στο σφάλμα. Δεν παίζουμε, δίχως να λάβουμε υπόψη όλες τις πιθανές παραμέτρους, με την αναγνωστική υπόσταση του άλλου διότι τότε εισερχόμαστε στα άδυτα της πιο μύχιας υπαρκτικής του κατάστασης: εκείνης του εαυτού έναντι του βιβλίου.
Αλλά ούτε μπορείς και να σιωπήσεις ενώπιον του δικού σου εαυτού καθώς τότε θα αυτοκατηγορηθείς ως αμφισβητίας των δικών σου επιλογών. Στη μάχη για την ύπαρξη υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Προχθές λοιπόν στην παρέα ήλθε, αναγκαστικά αφού είχαν εξαντληθεί όλα τα θέματα η συζήτηση για τα βιβλία και τα διαβάσματά μας αυτόν τον καιρό. Πιστός στις απόψεις μου δεν μίλησα, αλλά μίλησαν οι άλλοι και ανάμεσα στους συγγραφείς που διάβαζαν αυτόν τον καιρό ήταν και ο Αύγουστος Κορτώ τον οποίον εκθείαζαν, περίπου, ως μεγάλο σύγχρονο συγγραφέα. Ένα από τα ελαττώματα μου είναι πως δεν μπορώ να κρύψω την έκπληξη μου όταν αισθάνομαι πως ανατρέπονται οι αρχές της καλαισθησίας της γραφής- δεν είναι θέμα βαθιάς κριτικής αποτίμησης ενός συγγραφικού έργου, είναι απλά η χρήση της κοινής λογικής. Ο Κορτώ έχει αρετές, κυρίως όσον αφορά τη μεταφραστική του δεινότητα, αλλά ως συγγραφέας είναι κάτι ανάλογο της Λένας Μαντά. Πληθωρικός ως προς τις πωλήσεις, όχι πληθωρικός ως προς την ουσία. Την άποψη μου τη διατύπωσα στην παρέα δίχως κάποιον ιδιαίτερο φανατισμό, ούτε αναλύοντας περαιτέρω την, αυτονόητη για μένα, εξομοίωση των δύο προαναφερόμενων συγγραφέων, αλλά σκεπτόμενος πόσο αγώνα πρέπει να δίνει κανείς για τα αυτονόητα, ακόμη κι αν αυτά αφορούν αναγνωστικές συνήθειες που, σε τελική ανάλυση, ενδιαφέρουν ελάχιστους. Ήταν προφανές πως οι φίλοι μου περνούσαν την junk food περίοδο τους ως αναγνώστες, αλλά αν συνηθίζει κανείς την κακιά τροφή δυσκολεύεται αργότερα να αναγνωρίσει τις ευεργετικές συνέπειες της υγιούς πνευματικής διατροφής.
Δεύτερον, δεν πρέπει να προβείς σε αρνητικό σχολιασμό των αναγνωστικών προτιμήσεων των άλλων, όσο κι αν σε καίει το ζήτημα, όσο κι αν νιώθεις πως σε πνίγει το δίκιο ως έμπειρου αναγνώστη που έχει λιώσει πάνω από εκατομμύρια σελίδες αναζητώντας μοναδικές μοναχικές ευτυχισμένες στιγμές. Και σ' αυτό το σημείο, αν επιβάλεις το δίκιο σου ενδέχεται να γίνεις αντιπαθής, ίσως περισσότερο από την πρώτη περίπτωση εφόσον αμφισβητείς ευθέως τις αναγνωστικές προτιμήσεις του άλλου, με άλλα λόγια έχεις φθάσει στο σημείο να τον θεωρείς μπροστά στα μούτρα του αδαή, άγευστο, ίσως και αγράμματο, έχεις φθάσει ν' αμφισβητείς τον δικό του τρόπο κάλυψης του ελεύθερου χρόνου του, σχεδόν έχεις υπονομεύσει το δικαίωμα του στη ζωή και στο σφάλμα. Δεν παίζουμε, δίχως να λάβουμε υπόψη όλες τις πιθανές παραμέτρους, με την αναγνωστική υπόσταση του άλλου διότι τότε εισερχόμαστε στα άδυτα της πιο μύχιας υπαρκτικής του κατάστασης: εκείνης του εαυτού έναντι του βιβλίου.
Αλλά ούτε μπορείς και να σιωπήσεις ενώπιον του δικού σου εαυτού καθώς τότε θα αυτοκατηγορηθείς ως αμφισβητίας των δικών σου επιλογών. Στη μάχη για την ύπαρξη υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Προχθές λοιπόν στην παρέα ήλθε, αναγκαστικά αφού είχαν εξαντληθεί όλα τα θέματα η συζήτηση για τα βιβλία και τα διαβάσματά μας αυτόν τον καιρό. Πιστός στις απόψεις μου δεν μίλησα, αλλά μίλησαν οι άλλοι και ανάμεσα στους συγγραφείς που διάβαζαν αυτόν τον καιρό ήταν και ο Αύγουστος Κορτώ τον οποίον εκθείαζαν, περίπου, ως μεγάλο σύγχρονο συγγραφέα. Ένα από τα ελαττώματα μου είναι πως δεν μπορώ να κρύψω την έκπληξη μου όταν αισθάνομαι πως ανατρέπονται οι αρχές της καλαισθησίας της γραφής- δεν είναι θέμα βαθιάς κριτικής αποτίμησης ενός συγγραφικού έργου, είναι απλά η χρήση της κοινής λογικής. Ο Κορτώ έχει αρετές, κυρίως όσον αφορά τη μεταφραστική του δεινότητα, αλλά ως συγγραφέας είναι κάτι ανάλογο της Λένας Μαντά. Πληθωρικός ως προς τις πωλήσεις, όχι πληθωρικός ως προς την ουσία. Την άποψη μου τη διατύπωσα στην παρέα δίχως κάποιον ιδιαίτερο φανατισμό, ούτε αναλύοντας περαιτέρω την, αυτονόητη για μένα, εξομοίωση των δύο προαναφερόμενων συγγραφέων, αλλά σκεπτόμενος πόσο αγώνα πρέπει να δίνει κανείς για τα αυτονόητα, ακόμη κι αν αυτά αφορούν αναγνωστικές συνήθειες που, σε τελική ανάλυση, ενδιαφέρουν ελάχιστους. Ήταν προφανές πως οι φίλοι μου περνούσαν την junk food περίοδο τους ως αναγνώστες, αλλά αν συνηθίζει κανείς την κακιά τροφή δυσκολεύεται αργότερα να αναγνωρίσει τις ευεργετικές συνέπειες της υγιούς πνευματικής διατροφής.
Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017
Ευχαριστία στο Θεό από το Θωμά Ακινάτη
"Ο Ακινάτης ήταν ένας εύσωμος άνθρωπος, αδέξιος και βραδυκίνητος, χαρακτηριστικά τα οποία του προσέδωσαν το παρατσούκλι "ανοήμων βους".
Απαρνήθηκε όλες τις θέσεις εξουσίας και γοήτρου, είτε αυτές ενός αυλικού είτε ενός ηγουμένου.
Ήταν, πάνω απ' όλα, ένας εραστής των βιβλίων και της ανάγνωσης.
Όταν ερωτήθηκε για ποια αιτία ευχαριστούσε περισσότερο το Θεό, αποκρίθηκε: "Επειδή μου επιδαψίλευσε το χάρισμα της κατανόησης κάθε σελίδας που έχω διαβάσει".
Από το " Curiosity" του Alberto Manguel.Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017
Τα βιβλία που διάβασα τον Ιανουάριο 2017
Καλή συγκομιδή για πρώτο μήνα του έτους. Στα λογοτεχνικά ξεχωρίζει αναμφισβήτητα το έργο του Σίνγκερ, ένας εβραίος που γράφει στη γλώσσα γίντις, με παρατηρήσεις που αξίζουν να μνημονευτούν και από μας τους χριστιανούς:
"Παρ' όλον ότι αμφισβήτησα κάθε αποκάλυψη, δεν μπορώ να πιστέψω ότι το Σύμπαν είναι φυσικό ή χημικό ατύχημα, αποτέλεσμα μιας τυφλής εξέλιξης....ολοένα και περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν δίχως να πιστεύουν στο Θεό, δίχως να πιστεύουν στην επιβράβευση και την τιμωρία, στην αθανασία της ψυχής ή τουλάχιστον στο κύρος της ηθικής". (Από την Ομιλία του στην τελετή βράβευσης με το Νόμπελ Λογοτεχνίας).
1. Reiner Stach: Kafka, The Early Years
2. Enzo Traverso: Οι ρίζες της ναζιστικής βίας
3. Hans Fallada: Μόνος στο Βερολίνο
4. Χ.Α.Χωμενίδης: Νίκη
5. Στήβεν Ράνσιμαν: Δύση και Ανατολή σε σχίσμα
6. Stuart Jeffries: Grand Hotel Abyss
7. Steven Runciman: Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία
8. Stephen Backhouse: Kierkegaard, A Single Life
9. Isaac Bashevis Singer: The Magician of Lublin
10. Λιλίκα Νάκου: Οι οραματιστές της Ικαρίας
11. Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο Σατανάς στο Γκόραϋ
Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016
Αλέξανδρος Κοζέβ: Λατινική Αυτοκρατορία
![]() |
| Εκδόσεις Εξάρχεια, μετάφραση Ιφ. Καμτσίδου |
"Η εποχή ανήκει στις αυτοκρατορίες, δηλαδή σε υπερεθνικές πολιτικές ενώσεις , αποτελούμενες όμως από έθνη συγγενή μεταξύ τους".- Αλ. Κοζέβ
Από τις εκδόσεις "Εξάρχεια" κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα από τα σημαντικότερα κείμενα γεωπολιτικής των τελευταίων ετών, ένα κείμενο ξεχασμένο καθώς γράφτηκε το 1945, αλλά ήρθε ξανά στην επικαιρότητα λόγω ενός κειμένου που έγραψε ο Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν σχετικά με την αναγκαιότητα ενός αντίβαρου στην γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη, αντλώντας επιχειρήματα από το κείμενο του Κοζέβ για τη "Λατινική Αυτοκρατορία".
Ο Κοζέβ γράφει το 1945 ένα σχέδιο δόγματος για τη γαλλική πολιτική έχοντας στο νου δύο πράγματα. Πώς μπορεί να επιβιώσει ένα έθνος, και σε ποιό συνασπισμό εξουσίας ("Αυτοκρατορία") πρέπει να εισέλθει. Για τον Κοζέβ το έθνος αν επιθυμεί να συνεχίσει να υπάρχει οφείλει να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης ολότητας την οποία αποκαλεί "αυτοκρατορία". Υπάρχουν ήδη, γράφει ο Κοζέβ το 1945, δύο ήδη σχηματισμές αυτοκρατορίες: αυτή των Αγγλοσαξώνων, στην οποία αναγκαστικά συμπεριλαμβάνει τη Γερμανία λόγω του Προτεσταντικού χαρακτήρα της ο οποίος είναι κυρίαρχος, και αυτή των Σλαβοορθοδόξων, με κυρίαρχη δύναμη φυσικά τη Ρωσία (ως Σοβιετική Ένωση τότε). Για τη Γαλλία επιφυλάσσει την ηγεμονική θέση εντός της Λατινικής Αυτοκρατορίας την οποία θα συναπαρτίσουν η Ιταλία και η Ισπανία.
Ο Κοζέβ θεωρεί πως μια Γαλλία εκτός της "Λατινικής Αυτοκρατορίας" δεν μπορεί να επιβιώσει, όπως δεν μπορεί να επιβιώσει εντασσόμενη σε μια από τις υπόλοιπες δύο αυτοκρατορίες λόγω της ιδιαίτερης συνθήκης που γεννά η ιδιάζουσα λατινική της καταγωγή καθώς και η Ρωμαιοκαθολική της παράδοσης.
Η Γαλλία οφείλει να λειτουργήσει ως εξισορροπητική δύναμη, ως μια σύνθεση ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες αυτοκρατορίες. Η λατινική ιδέα είναι εντελώς διαφορετική τόσο από τον τεχνοκρατικό προτεσταντισμό με την εμμονή στην παραγωγική βελτιστοποίηση όσο και στον κολλεκτιβιστικό χαρακτήρα της σλαβικής ορθοδοξίας. Η λατινική θέαση του κόσμου βασίζεται στην υπερτίμηση της "σχόλης", "αυτή τη γλυκιά απραξία η οποία δεν εκφυλίζεται σε σκέτη τεμπελιά παρά μόνον εάν δεν επακολουθήσει μια παραγωγική και γόνιμη εργασία". Αλλά πέρα απ' αυτές τις ανθρωπολογικές διαπιστώσεις, η θέση του Κοζέβ είναι βαθιά πολιτική: κανένα έθνος δεν μπορεί πλέον να σταθεί αυτόνομα παρά μόνο στο πλαίσιο μιας αυτοκρατορίας. Ίσως η λέξη ξενίζει σήμερα, ας την αντικαταστήσουμε με την λέξη "Ευρωπαϊκή Ένωση". Ο Κοζέβ θα ασχοληθεί αργότερα στον πολιτικό του βίο, δρώντας κυρίως από το παρασκήνιο, για την θεμελίωση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τον πρόδρομο της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναγνωρίζοντας λοιπόν τον υποδέεστερο ρόλο που θα έπαιζε η Γαλλία στον μεταπολεμικό κόσμο και φοβούμενος ιδιαίτερα την προοπτική μιας επαναξοπλισμένης και αχαλίνωτης Γερμανίας, ο Κοζέβ στοχάστηκε πάνω στην ιδέα υπέρβασης του κράτους-έθνους και την δυνατότητα θέσπισης ομοειδών αυτοκρατοριών πάνω στη βάση ενός ελάχιστου κοινού πολιτισμού. Η Λατινική Αυτοκρατορία θα μπορούσε κανείς να πει σήμερα πως αποτελεί μια διέξοδο από την ατελέσφορη νομισματική ένωση που επιχειρήθηκε στην Ευρώπη με την επικυριαρχία του μεταμφιεσμένου γερμανικού μάρκου σε ευρώ. Δεν απαντά όμως στο γενικότερο πρόβλημα της ενότητας του Δυτικού Κόσμου (μέρος του οποίου είναι η Γαλλία και η Γερμανία) απέναντι στις πολυποίκιλες προκλήσεις τόσο από την οικονομική υπεροχή της Κίνας και των λοιπών ασιατών, όσο και από την αλαζονική επίδειξη δύναμης του Ισλάμ. Η γεωπολιτική αρχιτεκτονική που πρότεινε ο Κοζέβ το 1945 διασπά τη Δύση, και σ' αυτό το σημείο δεν δικαιώθηκε από τις κατοπινές εξελίξεις. Βέβαια η οικονομική καχεξία των λατινινογενών χωρών σήμερα ίσως γεννά στα μυαλά ορισμένων κάποιες σκέψεις, και σ' αυτό το σημείο η εξέλιξη της ιστορίας παραμένει διάπλατα ανοιχτή για νέες επεξεργασίες και ανατροπές.
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο (με αναφορά στην γενικότερη σκέψη του Κοζέβ στα "Επιλεγόμενα" από τον Γιώργο Μερτίκα), το οποίο καλεί σε προβληματισμό και για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο.
![]() |
| Αλέξανδρος Κοζέβ |
Η Γαλλία οφείλει να λειτουργήσει ως εξισορροπητική δύναμη, ως μια σύνθεση ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες αυτοκρατορίες. Η λατινική ιδέα είναι εντελώς διαφορετική τόσο από τον τεχνοκρατικό προτεσταντισμό με την εμμονή στην παραγωγική βελτιστοποίηση όσο και στον κολλεκτιβιστικό χαρακτήρα της σλαβικής ορθοδοξίας. Η λατινική θέαση του κόσμου βασίζεται στην υπερτίμηση της "σχόλης", "αυτή τη γλυκιά απραξία η οποία δεν εκφυλίζεται σε σκέτη τεμπελιά παρά μόνον εάν δεν επακολουθήσει μια παραγωγική και γόνιμη εργασία". Αλλά πέρα απ' αυτές τις ανθρωπολογικές διαπιστώσεις, η θέση του Κοζέβ είναι βαθιά πολιτική: κανένα έθνος δεν μπορεί πλέον να σταθεί αυτόνομα παρά μόνο στο πλαίσιο μιας αυτοκρατορίας. Ίσως η λέξη ξενίζει σήμερα, ας την αντικαταστήσουμε με την λέξη "Ευρωπαϊκή Ένωση". Ο Κοζέβ θα ασχοληθεί αργότερα στον πολιτικό του βίο, δρώντας κυρίως από το παρασκήνιο, για την θεμελίωση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τον πρόδρομο της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναγνωρίζοντας λοιπόν τον υποδέεστερο ρόλο που θα έπαιζε η Γαλλία στον μεταπολεμικό κόσμο και φοβούμενος ιδιαίτερα την προοπτική μιας επαναξοπλισμένης και αχαλίνωτης Γερμανίας, ο Κοζέβ στοχάστηκε πάνω στην ιδέα υπέρβασης του κράτους-έθνους και την δυνατότητα θέσπισης ομοειδών αυτοκρατοριών πάνω στη βάση ενός ελάχιστου κοινού πολιτισμού. Η Λατινική Αυτοκρατορία θα μπορούσε κανείς να πει σήμερα πως αποτελεί μια διέξοδο από την ατελέσφορη νομισματική ένωση που επιχειρήθηκε στην Ευρώπη με την επικυριαρχία του μεταμφιεσμένου γερμανικού μάρκου σε ευρώ. Δεν απαντά όμως στο γενικότερο πρόβλημα της ενότητας του Δυτικού Κόσμου (μέρος του οποίου είναι η Γαλλία και η Γερμανία) απέναντι στις πολυποίκιλες προκλήσεις τόσο από την οικονομική υπεροχή της Κίνας και των λοιπών ασιατών, όσο και από την αλαζονική επίδειξη δύναμης του Ισλάμ. Η γεωπολιτική αρχιτεκτονική που πρότεινε ο Κοζέβ το 1945 διασπά τη Δύση, και σ' αυτό το σημείο δεν δικαιώθηκε από τις κατοπινές εξελίξεις. Βέβαια η οικονομική καχεξία των λατινινογενών χωρών σήμερα ίσως γεννά στα μυαλά ορισμένων κάποιες σκέψεις, και σ' αυτό το σημείο η εξέλιξη της ιστορίας παραμένει διάπλατα ανοιχτή για νέες επεξεργασίες και ανατροπές.
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο (με αναφορά στην γενικότερη σκέψη του Κοζέβ στα "Επιλεγόμενα" από τον Γιώργο Μερτίκα), το οποίο καλεί σε προβληματισμό και για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο.
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016
Alberto Manguel: Σκέψεις που δεν μπορούν να ειπωθούν
Ο Alberto Manguel δημοσίευσε ένα άρθρο στους New York Times το 2014 περιγράφοντας την εμπειρία και τις σκέψεις του ύστερα από ένα εγκεφαλικό που υπέστη.
Τις
πρώτες βραδινές ώρες, μια βδομάδα πριν τα τελευταία Χριστούγεννα, κάθισα στο
γραφείο μου για ν’ απαντήσω σε μια επιστολή. Αλλά μόλις άρχισα να γράφω τις
πρώτες λέξεις αισθανόμουν σαν αυτές να μου ξέφευγαν, να χάνονται στον αέρα
προτού φθάσουν στο χαρτί. Εξεπλάγην αλλά δεν ανησύχησα. ‘Ημουν πολύ κουρασμένος
και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να σταματήσω να εργάζομαι μόλις τελείωνα το
γράψιμο.
Προσπαθώντας
να συγκεντρωθώ με προσοχή, επιχείρησα να σχηματίσω στο νου μου την πρόταση που
υποτίθεται πως θα έγραφα. Μολονότι γνώριζα την ουσία των όσων ήθελα να
διατυπώσω, η πρόταση δεν λάμβανε μορφή. Οι λέξεις εξεγείρονταν, αρνιόντουσαν να
κάνουν ότι τους ζητούσα. Αντίθετα από τον Χάμπτυ Ντάμπτυ ο οποίος λέει στην
Αλίκη πως όταν χρησιμοποιούνται λέξεις «το ερώτημα είναι ποιος είναι το
αφεντικό- και μόνο», αισθανόμουν πολύ αδύναμος να δώσω διαταγές στις φευγαλέες
λέξεις τις οποίες όφειλαν ν΄ακολουθήσουν.
Τελικά,
μετά από πολλή πνευματική πίεση, κατάφερα να συναρμολογήσω μαζί ορισμένες
λέξεις και να τις καταγράψω στο χαρτί. Αισθανόμουν σαν να ψαχούλευα, μέσα σε
μια σούπα αλφαβήτας για τις λέξεις που είχα ανάγκη, αλλά μόλις έβαζα το κουτάλι
μου για ν’ αρπάξω κάποιες, αυτές διαλύονταν σε άμορφα κομμάτια. Προσπάθησα να
πως στον σύντροφό μου πως κάτι δεν πήγαινε καλά, ανακάλυψα όμως πως δεν
μπορούσαν να σχηματιστούν στο στόμα μου οι λέξεις, παρεκτός ως ένα συνεχές
ψεύδισμα. Κάλεσε το ασθενοφόρο, και ύστερα από μια ώρα ήμουν στα επείγοντα,
δεχόμενος φροντίδα για εγκεφαλικό επεισόδιο.
Προκειμένου
ν’ αποδείξω στον εαυτό μου πως δεν έχασα την ικανότητά μου να θυμάμαι λέξεις,
παρά μόνο για να τις εκφράζω, ξεκίνησα ν’ απαγγέλω από μνήμης λογοτεχνικά
κομμάτια τα οποία γνώριζα απ’ έξω. Ευτυχώς, η ροή ήταν εύκολη: ποιήματα του
Αγίου Ιωάννη του Σταυρού και του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, κομμάτια από τον Δάντη και
τον Βίκτωρα Ουγκώ, σαχλούς στίχους από τον Αρτούρο Καπντεβίλλα και τον Γουσταύο
Σβαμπ αντηχούσαν ευκρινώς μέσα στο σκοτάδι του νοσοκομειακού θαλάμου μου. Η
ικανότητα να διαβάζω δεν με εγκατέλειψε ποτέ και λίγες ώρες αργότερα διαπίστωσα
πως μπορούσα πάλι να γράφω. Όμως όταν επιχειρούσα να μιλήσω στις νοσοκόμες, το
ψεύδισμα επέμενε. Μονάχα ύστερα από τέσσερις ή πέντε βδομάδες επίμονης ομιλίας
εξαφανίστηκε.
Η
εμπειρία, μολονότι τρομακτική, με έβαλε να στοχαστώ πάνω στη σχέση σκέψης και γλώσσας.
Αν η σκέψη, όπως πιστεύω, σχηματίζεται στο νου μέσω των λέξεων, τότε σε
κλάσματα του δευτερολέπτου, όταν σαλεύει η σκέψη, οι λέξεις που σαν στρείδια
στην στιγμή την περικλείουν, δεν είναι ευδιάκριτες στον οφθαλμό του πνεύματος:
μονάχα εν δυνάμει συγκροτούν την σκέψη, ένα βυθισμένο στο νερό σχήμα, παρών
αλλά όχι καθορισμένο με κάθε λεπτομέρεια. Όταν μια σκέψη αναδύεται στη γλώσσα
του ομιλητή (και κάθε γλώσσα παράγει ιδιαίτερες σκέψεις οι οποίες δεν
μεταφράζονται με ακρίβεια), ο νους επιλέγει τις καταλληλότερες λέξεις σ’ αυτή
την συγκεκριμένη γλώσσα προκειμένου η σκέψη να γίνει κατανοητή, σαν να ήταν οι
λέξεις μεταλλικά ροκανίδια συγκεντρωμένα γύρω από τον μαγνήτη της σκέψης.
Ένας
αιμάτινος θρόμβος σε μια απ’ τις αρτηρίες που τροφοδοτεί τον εγκέφαλό μου είχε,
για κάποια λεπτά, εμποδίσει την κυκλοφορία του οξυγόνου. Αυτό είχε ως συνέπεια
ορισμένες νευρώδεις δίοδοι του εγκεφάλου μου ν’ αποκοπούν και να πεθάνουν, κατά
πάσα πιθανότητα εκείνες που έργο έχουν
τη μετάδοση ηλεκτρικών ερεθισμάτων που μεταβάλλουν τις συλληφθείσες λέξεις σε
λέξεις που προφέρονται. Ανήμπορος να μεταβώ από τον στοχασμό στην έκφραση του,
αισθανόμουν σαν να ψαχούλευα στο σκοτάδι για κάτι που θρυμματιζόταν από το
άγγιγμα, παρεμποδίζοντας την μορφοποίηση της σκέψης μου σε πρόταση, ως εάν το
σχήμα της (για να συνεχίσω με την εικόνα μου) είχε απομαγνητιστεί και δεν ήταν
πλέον σε θέση να προσελκύει λέξεις που υποτίθεται πως τη διαμόρφωναν.
Τούτο
με άφησε με την εξής απορία: Τι είδους είναι αυτή η σκέψη η οποία δεν έχει
φθάσει ακόμα στη λεκτική της ωριμότητα; Αυτό θεωρώ εννοούσε ο Δάντης όταν
έγραφε πως «κεραυνοβολήθηκε ο νους μου/ από αστραπή που μου κόμισε ότι
επιθυμούσε»- η επιθυμητή σκέψη που δεν εκφράστηκε, ακόμη, με λέξεις.
Υπό
κανονικές συνθήκες, η πρόοδος από τη σύλληψη μιας σκέψης στο ιδιαίτερο
γλωσσολογικό πεδίο του σκεπτόμενου ανθρώπου έως τον λεκτικό αστερισμό της, και
στη συνέχεια έως την έκφρασή της στον γραπτό ή προφορικό λόγο είναι άμεση. Δεν
αντιλαμβανόμαστε τα στάδια της διαδικασίας παρά μόνο σε ημι-ονειρώδεις και
παραισθησιογόνες καταστάσεις (αυτό το διαπίστωσα όταν, στην τρίτη δεκαετία της
ζωής μου πειραματίστηκα με το LSD).
Αδυνατώντας
να μεταφράσω τις σκέψεις μου σε λέξεις, προσπάθησα να βρω συνώνυμα γι’ αυτά που
επιχειρούσα να πω. Πάλι μια παρομοίωση θα βοηθούσε: έμοιαζε ως εάν, πλέοντας
στο ρεύμα έβρισκα στο διάβα μου ένα φράγμα που μπλόκαρε τη διέλευση μου και
έψαχνα να βρω ένα παρακείμενο κανάλι για να διευκολύνει το πέρασμα μου. Λόγου
χάριν, στο νοσοκομείο ανακαλύπτοντας ότι είναι αδύνατο να πω «οι αναστοχαστικές
μου λειτουργίες είναι καλές αλλά δυσκολεύομαι να μιλήσω», κατόρθωσα να
ξεφουρνίσω στο γιατρό μου: «Έχω λέξεις».
Η
εμπειρία μου όσον αφορά την έκφραση αρνήσεων ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Κατά την
αργόσυρτη πνευματική διαδικασία συλλάμβανα τον εαυτό μου να στοχάζεται
«αισθάνομαι πόνο» και προσθέτοντας το «δεν» στην καταφατική πρόταση.
Συνηθισμένος στον κανονικό ρυθμό ομιλίας μου, προσπαθούσα ν’ απαντήσω αμέσως,
αλλά οι λέξεις έβγαιναν προς τα έξω ως «βέβαια» ή «ναι» προτού βρω χρόνο να
οριοθετήσω τη σκέψη μου στην κατάλληλη άρνηση. Φαίνεται πως η κατάφαση στο νου
μου προηγείται της άρνησης.
Ίσως,
έλεγα αργότερα στον εαυτό μου, έτσι λειτουργεί το προσωπικό λογοτεχνικό ύφος
του καθενός: ανακαλύπτοντας το ορθό μέσω της υδάτινης διόδου, όχι λόγω κάποιου
μπλοκαρίσματος της λεκτικής έκφρασης αλλά εξαιτίας μιας αισθητικής χροιάς η
οποία επιλέγει να μην ακολουθεί τη συνηθισμένη πατροπαράδοτη πορεία («Η γάτα
είναι πάνω στο χαλάκι») αλλά ένα προσωπικό παρακείμενο κανάλι («Η γάτα αραγμένη
κοιμάται πάνω στο χαλί»).
Ξαπλωμένος
στο κρεβάτι του νοσοκομείου, επιτρέποντας στο νου μου να σκανάρεται από
μηχανήματα που μοιάζουν με φέρετρα, σκεφτόμουν το γεγονός πως η εποχή μας
επέτρεψε στην περιέργειά μας μια δεξιότητα την οποία οι θεολόγοι του Μεσαίωνα
θεωρούσαν αδύνατη, εκτός για τον Θεό: την παρατήρηση της παρατηρητικότητάς μας,
την ικανότητα να είμαστε συνάμα κοινό και πρωταγωνιστής των προσωπικών
πνευματικών μας διεργασιών- κρατώντας, όπως είναι, την ψυχή μας στα χέρια μας.
Σήμερα,
έπειτα από το εγκεφαλικό που πέρασα, προσπαθώ να συνειδητοποιήσω το μονοπάτι
που ταξιδεύουν οι σκέψεις μου προτού αυτές μεταμορφωθούν σε λέξεις πάνω στο
χαρτί. Προσπαθώ, αλλά όλα γίνονται τόσο γρήγορα. Οι σκέψεις μου είναι
εξυπνότερες από μένα.
Κυριακή 31 Ιουλίου 2016
Αγία Γραφή και Σαίξπηρ
Το βιβλίο "Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν" δεν είναι μόνο ένα βιβλίο για έφηβες κυρίως, όσες τουλάχιστον θέλουν να διαβάζουν ατόφια λογοτεχνία και όχι παραλογοτεχνικά σκουπίδια με βαμπίρ και άλλoυς Twilight-κλώνους. Είναι ένα βιβλίο όλων των εποχών, γι' αυτό και είναι κλασικό.
Μέσα στο βιβλίο βρίσκουμε την ακόλουθη προτροπή μητέρας προς την θυγατέρα της και ήδη μητέρα ενός κοριτσιού:"Το μυστικό είναι στο διάβασμα και στο γράψιμο. Εσύ μπορείς και διαβάζεις. Κάθε μέρα πρέπει να διαβάζεις του παιδιού σου ένα φύλλο από ένα καλό βιβλίο. Πρέπει να το κάνεις αυτό κάθε μέρα, ως που να μάθει το παιδί να διαβάζει μονάχο του. Τότε κι εκείνο πρέπει να διαβάζει κάθε μέρα".
Και ποιά βιβλία προτείνει; Όλον τον Σαίξπηρ και την Αγία Γραφή. "Κάθε μέρα πρέπει να διαβάζεις του παιδιού σου ένα φύλλο από το καθένα, κι ας μην καταλαβαίνεις εσύ τι γράφει, κι ας μην μπορείς να πεις τα λόγια σωστά".

Αγία Γραφή και Σαίξπηρ στο κομοδίνο, λίγο προτού κοιμηθώ, ένα κοίταγμα για να μπορεί ο νους ν' αναπαύεται και όταν κοιμάται.
Κυριακή 17 Ιουλίου 2016
Κατά της ανάγνωσης από μετάφραση
Τι
είναι προτιμότερο να διαβάζει κανείς, μεταφρασμένα βιβλία ή βιβλία στο
πρωτότυπο κείμενο;
Αν
πρόκειται για Έλληνες συγγραφείς, η επιλογή είναι σχεδόν αυτονόητη. Λέω σχεδόν,
διότι όπως έχει κατ΄επανάληψη ειπωθεί, ο Καζαντζάκης διαβάζεται καλύτερα σε μια
ξένη γλώσσα και όχι στα ελληνικά, σ’ αυτό το ιδίωμα ελληνικών δηλαδή που
επέλεγε ο Καζαντζάκης να γράφει. Επίσης οι αρχαίοι συγγραφείς είναι ένα ζήτημα.
Η ανάγνωσή τους στο πρωτότυπο είναι επιβεβλημένη όταν ο αναγνώστης γνωρίζει
αρχαία ελληνικά, όταν όμως δεν γνωρίζει ή δυσκολεύεται να κατανοήσει όλες τις
λεπτές αποχρώσεις του στοχασμού τους επιβάλλεται η μετάφραση.
Δεν
είναι όμως αναγκαία η μετάφραση που θα διαβάσουμε να είναι, οποιουδήποτε
βιβλίου, γραμμένη στα ελληνικά.
Υπάρχουν
διάφορα κριτήρια, αρκετά πειστικά για να προτιμήσει κανείς να διαβάζει, εφόσον
μπορεί, τα βιβλία ξένων συγγραφέων όχι στην ελληνική τους μετάφραση αλλά στο
πρωτότυπο κείμενο. Υπάρχει το βασικό κριτήριο της επιλογής μεταφραστή και όχι
συγγραφέα. Όταν ένα βιβλίο έχει μεταφραστεί περισσότερες από μια φορές, τότε
είναι δυνατή η σύγκριση των μεταφράσεων μεταξύ τους και η ανάδειξη της πιο «σωστής»
ή πιο «γλαφυρής». Το πρωτότυπο βιβλίο, τότε, γίνεται το βιβλίο του α ή του β
μεταφραστή, έστω κι αν δεν πρόκειται ποτέ αυτός να κλέψει τη δόξα του συγγραφέα
του βιβλίου, ή ακόμη να διερευνηθεί διεξοδικά η αξιοπιστία της μετάφρασής του.
Ας αφήσουμε κατά μέρος το άλλο ηθικό ζήτημα αν η μετάφραση γίνεται από το
πρωτότυπο κείμενο ή είναι μετάφραση της μετάφρασης. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο
και δεν αναφέρεται στην έκδοση του βιβλίου, πρόκειται περί εξαπάτησης του
αναγνώστη και πρέπει να γνωστοποιείται παντού, αν όμως αναφέρεται η κριτική ας
γίνει μονάχα στον τρόπο που αποδίδεται λογοτεχνικά η ελληνική γλώσσα.
Εφόσον
ο αναγνώστης γνωρίζει τη γλώσσα του πρωτοτύπου, θεωρώ πως δεν έχει καμιά
δικαιολογία να μην διαβάσει το βιβλίο στην αρχική γλώσσα γραφής. Αν προτιμήσει,
σ’ αυτή την περίπτωση την μετάφραση και όχι το πρωτότυπο σημαίνει πως είναι
ένας αναγνώστης αδαής, κάποιος που προτιμά μασημένη τροφή, ένας ερασιτέχνης της
ανάγνωσης, κάποιος που απλώς θέλει να περάσει γρήγορα το χρόνο του, να
τελειώσει στο άψε σβήσε ένα βιβλίο και να περάσει στο επόμενο, ένας καταναλωτής
σελίδων. Το πρωτότυπο κείμενο αξίζει περισσότερο σεβασμό. Η μεταφορά στην
μητρική γλώσσα, όσο αξιέπαινη και αν θεωρείται σαν προσπάθεια, όσο τιμημένος κι
αν είναι ο κόπος του μεταφραστή, δεν γίνεται να αντικαταστήσει, στα μάτια του
σοβαρού αναγνώστη, τον κόπο αλλά και την απόλαυση που γεννά η ανάγνωση του
πρωτότυπου κειμένου. Μόνο σε μια περίπτωση δικαιολογείται η ανάγνωση σε
μετάφραση: όταν αγνοείται η πρωτότυπη γλώσσα γραφής, αλλά ακόμη και σ’ αυτή την
περίπτωση δεν αποκτά ο έλληνας μεταφραστής προτεραιότητα στην αναγνωστική
επιλογή μετάφρασης απέναντι σε κάποιον αλλοδαπό μεταφραστή. Εφόσον υπάρχει η
δυνατότητα, πρέπει να γίνεται σύγκριση μεταξύ της ελληνικής και άλλων
μεταφράσεων και ο αναγνώστης να προτιμά εκείνη που «κάθεται» καλύτερα στα
προσωπικά γούστα του. Θεωρώ, λ.χ., και ας ακούγεται προκλητικό στα αυτιά
κάποιων, τις αγγλικές μεταφράσεις των Ρώσων κλασικών της Κονστάνς Γκαρνέτ κατά
πολύ θελκτικότερες για τα μάτια μου από τις αντίστοιχες ελληνικές.
![]() |
| Κονστάνς Γκαρνέτ |
Ας
διαβάσουμε ένα βιβλίο λιγότερο στο χρόνο που θα αφιερώσουμε για να
ολοκληρώσουμε το διάβασμα ενός πρωτότυπου κειμένου. Ας μην βαρυγκωμούμε ακόμη
κι αν χρειαστεί ν’ ανοίξουμε εκατοντάδες φορές το λεξικό για να βρούμε μια
άγνωστη λέξη ή να την καταγράψουμε ακόμη στο προσωπικό μας τετράδιο για να μελετήσουμε αργότερα την εκφραστική της
δυναμική. Ας πούμε όχι σε κάθε ευκολία. Αν κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να
ανέλθουμε σε ένα ανώτερο αισθητικό επίπεδο και πρέπει να διαβάσουμε έναν
αγαπημένο συγγραφέα που μάθαμε, δυστυχώς, πρώτα σε μετάφραση, ας αναλωθούμε
στην εκμάθηση ακόμη μιας ξένης γλώσσας προκειμένου να τον απολαύσουμε στη δική
του γλώσσα.
Μερικές
φορές αναρωτιέμαι, παιδικά έστω: αν στην ερχόμενη ζωή έλθουμε σε επαφή με τον
αγαπημένο μας συγγραφέα, δεν θα είναι όμορφο να μπορέσουμε να του μιλήσουμε στη
γλώσσα του;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




























