Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Χέρμαν Μπροχ: Οι Αθώοι

Οι "Αθώοι" (Die Schuldlosen) είναι ίσως το λιγότερο γνωστό και λιγότερο διαβασμένο έργο του μεγάλου αυστριακού μοντερνιστή συγγραφέα Χέρμαν Μπροχ, του οποίου τα βασικά μυθιστορήματα υπάρχουν μεταφρασμένα στα ελληνικά, με κορυφαία στιγμή αναμφισβήτητα τη μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή στον "Θάνατο του Βιργίλιου". Οι "Αθώοι" δεν είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε άπαξ, αλλά ο συγγραφέας επανερχόταν σ' αυτό ενσωματώνοντας μικρές ιστορίες και διηγήματα, στην ουσία αποτελεί συρραφή διηγημάτων τα οποία συνδέονταν χαλαρά στην αρχή μεταξύ τους, έως ότου στην τελική μορφή του βιβλίου ο Μπροχ αποφάσισε προκειμένου να τα συμπεριλάβει σ' έναν τόμο να τους δώσει κάποια συνεκτική μορφή. Όπως και στους "Υπνοβάτες", έτσι κι εδώ ακολουθείται η ίδια τακτική, με φιλοσοφικές ιδέες (εδώ με μορφή μονολόγου από τον βασικό χαρακτήρα) και ποιητικές φόρμες να αποτελούν σημαντικό μέρος του βιβλίου, ειδικά οι δεύτερες να παίζουν τον ρόλο των αρχαίων χορικών. Ο Μπροχ δεν είναι εύκολος συγγραφέας. Η πρόζα του φτωχή σε μυθιστορηματική εξέλιξη είναι , αντίθετα, πλούσια σε εικονογραφική απεικόνιση, σχεδόν υπνωτική, σου μεταδίδει και την παραμικρή λεπτομερή απόχρωση κάποιας εικόνας και αυτό σε βάζει σε σκέψεις για το ποιά σημασία, ποιόν υπαινιγμό του συγγραφέα πρέπει να προσέξεις για να μη χάσεις κάποια σημαντική λεπτομέρεια που θ' αποκαλύψει την επόμενη εικόνα. Αυτό ίσως είναι κουραστικό για τον σύγχρονο βιαστικό αναγνώστη, αλλά ο Μπροχ είναι κυρίως όχι ο συγγραφέας της περιπετειώδους διαδοχής εικόνων και καταστάσεων, αλλά των ιδεών. Η ιδέα που διαπερνά τους "Αθώους" είναι η εσωτερική κατάρρευση της Γερμανίας, η πολιτική, κοινωνική και ατομική απάθεια, μετά την ήττα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, η οποία θα οδηγήσει στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. 
Στο ποίημα "Φωνές 1923" που υπάρχει ως εισαγωγή στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο Μπροχ απηχεί τη συνείδηση του Γερμανού στρατιώτη των χαρακωμάτων:
"Στους άνδρες φαινόταν σαν να μην είχαν πάψει ποτέ να πεθαίνουν, και ρωτούσαν εκείνο π' όλοι οι θνητοί ρωτούν: πού τάχατες, που ανώφελα ξοδέψαμε τη ζωή μας; Τί ήταν που μας έσπρωξε σε τέτοια αδειοσύνη και βορά μας πρόσφερε στο Τίποτα;"
Αυτό ο μέρος του βιβλίου κυριαρχείται από την ιστορία του Α. (δίχως όνομα στο μεγαλύτερο μέρος, Ανδρέας προς το τέλος), της πανούργας υπηρέτριας Τσερλίνε, της ηλικιωμένης βαρώνης και της θυγατέρας της Χίλντεγκαρντ και της φτωχής κοπέλας Μελίττα.  Είμαστε στην εποχή μετά την ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο του 1914-18. Για τον Μπροχ (που στοχάζεται μέσω των σκέψεων του Α.) η ήττα αυτή θα μπορούσε να σημάνει την επιστροφή σε πνευματικότερες αξίες προκειμένου ξανά ο άνθρωπος να χριστεί δημιουργός έργων που δεν θα διαπνέονται από την αγάπη του χρήματος και του κέρδους, μια απελευθέρωση,όπως λέει, από την φιλοκτημοσύνη που ποτέ όμως δεν προέκυψε. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Και μερικές φορές συλλογιζόταν πως ο Θεός έστελνε τον πληθωρισμό για να εξολοθρεύσει τα εργοστάσια και το εμπόριο, να τα εξαλείψει από προσώπου γης, ώστε να ανταποκριθεί στη βούληση του Δημιουργού ένας απελευθερωμένος από το χρήμα κόσμος από τεχνίτες και ολιγαρκείς αγρότες, από του νυν έως του αιώνος. Ασφαλώς δεν πίστευε κάτι τέτοιο, όμως του άρεσε να το φαντάζεται έτσι". (σ. 124)
To διήγημα "Οι τέσσερις λόγοι του εκπαιδευτικού συμβούλου Ζαχαρία" διαβάζεται περισσότερο ως δοκίμιο των ιδεολογικών προϋποθέσεων για την έλευση των εθνικοσοσιαλιστικών ιδεών. Πρόκειται για μια βαθυστόχαστη ερμηνεία της γερμανικής ψυχής: "Πρέπει πάντοτε να διαβούμε μέσα από την αδικία για να φτάσουμε στη δικαιοσύνη, στην παγκόσμια δικαιοσύνη, πρέπει πάντοτε να βυθιστούμε μέσα στο κακό για να υψώσουμε εαυτούς και αλλήλους σ' ένα επίπεδο ευγενέστερης τελειότητας.....εμείς είμαστε ο λαός της απεραντοσύνης, και ακριβώς για τον λόγο αυτό ο λαός του θανάτου, ενώ οι άλλοι λαοί ξέμειναν στο πεπερασμένο, στο μπακαλίστικο πνεύμα, στο φιλοχρήματο πνεύμα, εγκλωβισμένοι μέσα στο μετρήσιμο, γιατί θέλουν απλώς να γνωρίσουν τη ζωή και όχι το θάνατο".(σ. 216). Αυτός είναι ο υψηλός ρόλος της Γερμανίας, και εργαλείο της ιδέας  αυτής είναι ο γερμανικός στρατός, αυτός που καταλύει την ατομικότητα υπέρ της έννοιας της ολότητας, και γι' αυτό τόπος της, γερμανικής εννοούμενης, αδελφοσύνης: "Ο στρατός είναι ένα εργαλείο του θανάτου και όποιος πάει σ' αυτόν χάνει με την κατάταξη του την ψυχή του, είναι ελεύθερος ψυχής κι ωστόσο ευτυχισμένος, αφού το σώμα του, ενταγμένο μέσα στην ατέλειωτη σειρά των σωμάτων, χάνει το φόβο του όταν παύει να ζει ως σώμα" (σ. 231). Η έννοια της ολότητας όπως κατανοήθηκε από τη γερμανική συνείδηση, σε αντίθεση με τον φιλελεύθερο ατομικισμό της εβραϊκής-αγγλοσαξωνικής παράδοσης και του ασιατικού φόβου που ενσάρκωνε ο μπολσεβικισμός. Η πάλη είναι για την υπεροχή είτε του ατόμου είτε της συλλογικής βύθισης στην ολότητα την οποία θα εκφράσει ο χαρισματικός ηγέτης. Ολότελα γερμανική αντίληψη που προετοιμάζει την οδό του εθνικοσοσιαλισμού: "Η δική μας ισότητα θα είναι μια ισότητα μπροστά στη διαταγή, μια ισότητα της πειθαρχίας και της αυτοπειθαρχίας, που θα ιεραρχεί τους πολίτες κατά την ηλικία, την τάξη και την απόδοσή τους, μια ισορροπημένη πυραμίδα, ενώ ο εκλεκτότερος θα κληθεί στην κορυφή της, ένας αυστηρός και σώφρων ταγός-αυθέντης που θα υπόκειται κι αυτός στην πειθαρχία ώστε να εγγυάται την αδελφοσύνη" (σ. 241).
Τα μυθιστορήματα του Μπροχ είναι μυθιστορήματα ιδεών, δεν είναι μυθοπλασία. Αυτό μεν φαίνεται εντονότερα στον τρίτο τόμο των "Υπνοβατών", αλλά και σ' αυτό το αδέξια διαμορφωμένο "μυθιστόρημα", τους "Αθώους", είναι η ανάλυση των πνευματικών διεργασιών που οδήγησαν στο υπαρκτικό αδιέξοδο την γερμανική κοινωνία του μεσοπολέμου, αλλά και των ενορμήσεων της γερμανικής ψυχής που δίνουν λαβή στον Μπροχ να προχωρήσει σε μια συνολική θεώρηση της πνευματικής και ψυχικής κατάπτωσης των Γερμανών. Παραφράζοντας την γνωστή ρήση του Μαρξ, στο ποίημα "Φωνές 1933" αναφέρει: "Ένα φάντασμα βρίσκεται στο δωμάτιο, κάτι ανεπίτρεπτο υπάρχει εδώ, σφυρίζει αμέριμνο, το φάντασμα του μικροαστού, το φάντασμα που συνήθισε στην τάξη!" Το τρίτο μέρος που αποτελεί και το συμπερασματικό πόρισμα των γεγονότων που οδήγησαν στην εκλογική νίκη του Χίτλερ, ο Μπροχ επισημαίνει την προσωπική απάθεια της κυρίαρχης τάξης, των μικροαστών, που "άφησε τα πάντα στη διάθεση του Χίτλερ, που γεύεται τους καρπούς της αδράνειας μας" (σ. 399). Κυρίαρχο μέλημα του η απόδοση συλλογικών ευθυνών, κάτι που τελικά θα διαμορφώσει και τη συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας: "Εγώ είμαι ο υπεύθυνος για τους φόνους που ίσως έγιναν κάποτε σε τούτο το σπίτι, είμαι υπεύθυνος για τους φόνους που φρικιαστικά θα πολλαπλασιάζονται γύρω μας και που θα διαπράττονται από όλους χωρίς δική μου συμμετοχή" (σ. 403).Η υπνωτική ατμόσφαιρα που υποβάλλει στον αναγνώστη ο Μπροχ φθάνει στο αποκορύφωμα της στο τελευταίο διήγημα με τίτλο "Περαστικό σύννεφο", όπου με εικονογραφία που θυμίζει τον καφκικό Πύργο (αλλά και, γιατί όχι, το κοσμικό κακό του Λάβκραφτ)  το κακό έρπει και προκαλεί τον φόβο στην ανώνυμη κοπέλα. Είναι το ναζιστικό τέρας, χυδαίο και απάνθρωπο. Η καταφυγή στην Εκκλησία, συνώνυμο της ομορφιάς, για την κοπέλα, φαίνεται ως σωτηρία. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: