Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Χέρμαν Μπροχ: Οι Αθώοι

Οι "Αθώοι" (Die Schuldlosen) είναι ίσως το λιγότερο γνωστό και λιγότερο διαβασμένο έργο του μεγάλου αυστριακού μοντερνιστή συγγραφέα Χέρμαν Μπροχ, του οποίου τα βασικά μυθιστορήματα υπάρχουν μεταφρασμένα στα ελληνικά, με κορυφαία στιγμή αναμφισβήτητα τη μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή στον "Θάνατο του Βιργίλιου". Οι "Αθώοι" δεν είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε άπαξ, αλλά ο συγγραφέας επανερχόταν σ' αυτό ενσωματώνοντας μικρές ιστορίες και διηγήματα, στην ουσία αποτελεί συρραφή διηγημάτων τα οποία συνδέονταν χαλαρά στην αρχή μεταξύ τους, έως ότου στην τελική μορφή του βιβλίου ο Μπροχ αποφάσισε προκειμένου να τα συμπεριλάβει σ' έναν τόμο να τους δώσει κάποια συνεκτική μορφή. Όπως και στους "Υπνοβάτες", έτσι κι εδώ ακολουθείται η ίδια τακτική, με φιλοσοφικές ιδέες (εδώ με μορφή μονολόγου από τον βασικό χαρακτήρα) και ποιητικές φόρμες να αποτελούν σημαντικό μέρος του βιβλίου, ειδικά οι δεύτερες να παίζουν τον ρόλο των αρχαίων χορικών. Ο Μπροχ δεν είναι εύκολος συγγραφέας. Η πρόζα του φτωχή σε μυθιστορηματική εξέλιξη είναι , αντίθετα, πλούσια σε εικονογραφική απεικόνιση, σχεδόν υπνωτική, σου μεταδίδει και την παραμικρή λεπτομερή απόχρωση κάποιας εικόνας και αυτό σε βάζει σε σκέψεις για το ποιά σημασία, ποιόν υπαινιγμό του συγγραφέα πρέπει να προσέξεις για να μη χάσεις κάποια σημαντική λεπτομέρεια που θ' αποκαλύψει την επόμενη εικόνα. Αυτό ίσως είναι κουραστικό για τον σύγχρονο βιαστικό αναγνώστη, αλλά ο Μπροχ είναι κυρίως όχι ο συγγραφέας της περιπετειώδους διαδοχής εικόνων και καταστάσεων, αλλά των ιδεών. Η ιδέα που διαπερνά τους "Αθώους" είναι η εσωτερική κατάρρευση της Γερμανίας, η πολιτική, κοινωνική και ατομική απάθεια, μετά την ήττα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, η οποία θα οδηγήσει στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. 
Στο ποίημα "Φωνές 1923" που υπάρχει ως εισαγωγή στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο Μπροχ απηχεί τη συνείδηση του Γερμανού στρατιώτη των χαρακωμάτων:
"Στους άνδρες φαινόταν σαν να μην είχαν πάψει ποτέ να πεθαίνουν, και ρωτούσαν εκείνο π' όλοι οι θνητοί ρωτούν: πού τάχατες, που ανώφελα ξοδέψαμε τη ζωή μας; Τί ήταν που μας έσπρωξε σε τέτοια αδειοσύνη και βορά μας πρόσφερε στο Τίποτα;"
Αυτό ο μέρος του βιβλίου κυριαρχείται από την ιστορία του Α. (δίχως όνομα στο μεγαλύτερο μέρος, Ανδρέας προς το τέλος), της πανούργας υπηρέτριας Τσερλίνε, της ηλικιωμένης βαρώνης και της θυγατέρας της Χίλντεγκαρντ και της φτωχής κοπέλας Μελίττα.  Είμαστε στην εποχή μετά την ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο του 1914-18. Για τον Μπροχ (που στοχάζεται μέσω των σκέψεων του Α.) η ήττα αυτή θα μπορούσε να σημάνει την επιστροφή σε πνευματικότερες αξίες προκειμένου ξανά ο άνθρωπος να χριστεί δημιουργός έργων που δεν θα διαπνέονται από την αγάπη του χρήματος και του κέρδους, μια απελευθέρωση,όπως λέει, από την φιλοκτημοσύνη που ποτέ όμως δεν προέκυψε. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Και μερικές φορές συλλογιζόταν πως ο Θεός έστελνε τον πληθωρισμό για να εξολοθρεύσει τα εργοστάσια και το εμπόριο, να τα εξαλείψει από προσώπου γης, ώστε να ανταποκριθεί στη βούληση του Δημιουργού ένας απελευθερωμένος από το χρήμα κόσμος από τεχνίτες και ολιγαρκείς αγρότες, από του νυν έως του αιώνος. Ασφαλώς δεν πίστευε κάτι τέτοιο, όμως του άρεσε να το φαντάζεται έτσι". (σ. 124)
To διήγημα "Οι τέσσερις λόγοι του εκπαιδευτικού συμβούλου Ζαχαρία" διαβάζεται περισσότερο ως δοκίμιο των ιδεολογικών προϋποθέσεων για την έλευση των εθνικοσοσιαλιστικών ιδεών. Πρόκειται για μια βαθυστόχαστη ερμηνεία της γερμανικής ψυχής: "Πρέπει πάντοτε να διαβούμε μέσα από την αδικία για να φτάσουμε στη δικαιοσύνη, στην παγκόσμια δικαιοσύνη, πρέπει πάντοτε να βυθιστούμε μέσα στο κακό για να υψώσουμε εαυτούς και αλλήλους σ' ένα επίπεδο ευγενέστερης τελειότητας.....εμείς είμαστε ο λαός της απεραντοσύνης, και ακριβώς για τον λόγο αυτό ο λαός του θανάτου, ενώ οι άλλοι λαοί ξέμειναν στο πεπερασμένο, στο μπακαλίστικο πνεύμα, στο φιλοχρήματο πνεύμα, εγκλωβισμένοι μέσα στο μετρήσιμο, γιατί θέλουν απλώς να γνωρίσουν τη ζωή και όχι το θάνατο".(σ. 216). Αυτός είναι ο υψηλός ρόλος της Γερμανίας, και εργαλείο της ιδέας  αυτής είναι ο γερμανικός στρατός, αυτός που καταλύει την ατομικότητα υπέρ της έννοιας της ολότητας, και γι' αυτό τόπος της, γερμανικής εννοούμενης, αδελφοσύνης: "Ο στρατός είναι ένα εργαλείο του θανάτου και όποιος πάει σ' αυτόν χάνει με την κατάταξη του την ψυχή του, είναι ελεύθερος ψυχής κι ωστόσο ευτυχισμένος, αφού το σώμα του, ενταγμένο μέσα στην ατέλειωτη σειρά των σωμάτων, χάνει το φόβο του όταν παύει να ζει ως σώμα" (σ. 231). Η έννοια της ολότητας όπως κατανοήθηκε από τη γερμανική συνείδηση, σε αντίθεση με τον φιλελεύθερο ατομικισμό της εβραϊκής-αγγλοσαξωνικής παράδοσης και του ασιατικού φόβου που ενσάρκωνε ο μπολσεβικισμός. Η πάλη είναι για την υπεροχή είτε του ατόμου είτε της συλλογικής βύθισης στην ολότητα την οποία θα εκφράσει ο χαρισματικός ηγέτης. Ολότελα γερμανική αντίληψη που προετοιμάζει την οδό του εθνικοσοσιαλισμού: "Η δική μας ισότητα θα είναι μια ισότητα μπροστά στη διαταγή, μια ισότητα της πειθαρχίας και της αυτοπειθαρχίας, που θα ιεραρχεί τους πολίτες κατά την ηλικία, την τάξη και την απόδοσή τους, μια ισορροπημένη πυραμίδα, ενώ ο εκλεκτότερος θα κληθεί στην κορυφή της, ένας αυστηρός και σώφρων ταγός-αυθέντης που θα υπόκειται κι αυτός στην πειθαρχία ώστε να εγγυάται την αδελφοσύνη" (σ. 241).
Τα μυθιστορήματα του Μπροχ είναι μυθιστορήματα ιδεών, δεν είναι μυθοπλασία. Αυτό μεν φαίνεται εντονότερα στον τρίτο τόμο των "Υπνοβατών", αλλά και σ' αυτό το αδέξια διαμορφωμένο "μυθιστόρημα", τους "Αθώους", είναι η ανάλυση των πνευματικών διεργασιών που οδήγησαν στο υπαρκτικό αδιέξοδο την γερμανική κοινωνία του μεσοπολέμου, αλλά και των ενορμήσεων της γερμανικής ψυχής που δίνουν λαβή στον Μπροχ να προχωρήσει σε μια συνολική θεώρηση της πνευματικής και ψυχικής κατάπτωσης των Γερμανών. Παραφράζοντας την γνωστή ρήση του Μαρξ, στο ποίημα "Φωνές 1933" αναφέρει: "Ένα φάντασμα βρίσκεται στο δωμάτιο, κάτι ανεπίτρεπτο υπάρχει εδώ, σφυρίζει αμέριμνο, το φάντασμα του μικροαστού, το φάντασμα που συνήθισε στην τάξη!" Το τρίτο μέρος που αποτελεί και το συμπερασματικό πόρισμα των γεγονότων που οδήγησαν στην εκλογική νίκη του Χίτλερ, ο Μπροχ επισημαίνει την προσωπική απάθεια της κυρίαρχης τάξης, των μικροαστών, που "άφησε τα πάντα στη διάθεση του Χίτλερ, που γεύεται τους καρπούς της αδράνειας μας" (σ. 399). Κυρίαρχο μέλημα του η απόδοση συλλογικών ευθυνών, κάτι που τελικά θα διαμορφώσει και τη συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας: "Εγώ είμαι ο υπεύθυνος για τους φόνους που ίσως έγιναν κάποτε σε τούτο το σπίτι, είμαι υπεύθυνος για τους φόνους που φρικιαστικά θα πολλαπλασιάζονται γύρω μας και που θα διαπράττονται από όλους χωρίς δική μου συμμετοχή" (σ. 403).Η υπνωτική ατμόσφαιρα που υποβάλλει στον αναγνώστη ο Μπροχ φθάνει στο αποκορύφωμα της στο τελευταίο διήγημα με τίτλο "Περαστικό σύννεφο", όπου με εικονογραφία που θυμίζει τον καφκικό Πύργο (αλλά και, γιατί όχι, το κοσμικό κακό του Λάβκραφτ)  το κακό έρπει και προκαλεί τον φόβο στην ανώνυμη κοπέλα. Είναι το ναζιστικό τέρας, χυδαίο και απάνθρωπο. Η καταφυγή στην Εκκλησία, συνώνυμο της ομορφιάς, για την κοπέλα, φαίνεται ως σωτηρία. 

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

W.G.Sebald: Αίσθημα Ιλλίγου

Εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Ιωάννα Μεϊτάνη
Τα βιβλία του Ζέμπαλντ πρέπει να διαβάζονται αργά, όπως και αργός είναι ο ρυθμός τους. Επίσης πρέπει να διαβάζονται με κάθε δυνατή συγκέντρωση έτσι ώστε να μην χάνονται οι εικόνες που ο συγγραφέας ανακαλεί συνεχώς από τη μνήμη, όπου κάθε γεγονός ή αντικείμενο οδηγεί σε ένα άλλο γεγονός ή κάποιο άλλο αντικείμενο, ατέρμονα, υπνωτικά, σε ένα σπιράλ αναμνήσεων. Τα διηγήματα σ’ αυτό το βιβλίο διαδραματίζονται σε διάφορες εποχές στην Ιταλία.
 Στο πρώτο με τίτλο «Μπελ ή το παράξενο γεγονός του έρωτα», ο Ζέμπαλντ ακολουθεί τον Στατντάλ στην περιήγηση του στην Ιταλία αναζητώντας διάφορους έρωτες. 
Το ταξίδι του Σταντάλ στην ουσία το εκλαμβάνει «ως αναζήτηση μιας γυναίκας η οποία θα ανταποκρινόταν στον πνευματικό του κόσμο» (σ.29). Το δεύτερο διήγημα με τίτλο “All Estero” περιγράφει ένα ταξίδι του συγγραφέα από τη Βιέννη στη Βενετία, με χαρακτηριστικό συναίσθημα την προσπάθεια διατήρησης στη μνήμη του εικόνες που γεννιούνται και σβήνουν φευγαλέα: «σβήνονταν τα περιγράμματα των εικόνων και πάσχιζα να τα κρατήσω, οι σκέψεις μου διαλύονταν πριν καλά καλά προφτάσω να τις συλλάβω» (σ. 37). Αυτή η διαδικασία προκαλεί αίσθημα ιλίγγου, η διατήρηση στη μνήμη εικόνων και η αποτύπωση τους στο παρόν, δίδεται με την εξής ποιητική εικόνα: «Οι αναμνήσεις ανέρχονταν, η τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, σε έναν χώρο που βρισκόταν εκτός μου, ανέβαιναν όλο και ψηλότερα, κι έπειτα από αυτόν τον χώρο όπου συνωστίζονταν, όταν έφταναν ένα ορισμένο όριο ύψους, χύνονταν μέσα μου σαν το νερό που ξεχειλίζει από το φράγμα» (σ. 74). 
Το τρίτο διήγημα με τίτλο "Το ταξίδι του Δρα. Κ. στα λουτρά της Ρίβα", ακολουθεί τον Φραντς Κάφκα στην περιπλάνησή του στη Βιέννη και κατόπιν ξανά στην Ιταλία, οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη . Το τελευταίο και μεγαλύτερο του βιβλίου έχει τον τίτλο "Il Ritorno in Patria", μια φαντασμαγορία εικόνων και αναμνήσεων οι οποίες αντί να ξεδιαλύνουν το παρόν δημιουργούν νέες εικόνες και περισσότερες ασάφειες γύρω από την ανασύνθεση του παρελθόντος: "Είχα αρχίσει να συνταιριάζω διάφορα πράγματα στο κεφάλι μου, τα οποία όμως έτσι δεν γίνονταν πιο σαφή, αλλά πιο αινιγματικά. Όσες περισσότερες εικόνες μαζεύω από το παρελθόν, είπα, τόσο πιο απίθανο μου φαίνεται να είχε κυλίσει όντως έτσι το παρελθόν, γιατί δεν υπάρχει τίποτα το κανονικό, αντίθετα, τα περισσότερα είναι γελοία, κι αν δεν είναι γελοία, είναι τρομακτικά" (σ. 174). 
Το ταξίδι στο χρόνο και στις εικόνες που αυτός γεννά μέσω των διαδοχικών αναμνήσεων είναι χαρακτηριστικό της γραφής του Ζέμπαλντ, αλλά είναι μια γραφή που δεν οδηγεί πουθενά, μονάχα σε ένα αίσθημα ιλίγγου γύρω από τις άπειρες δυνατότητες των αναμνήσεων να αναπλάθουν εικόνες κι έτσι να δίδεται υπέρμετρη σημασία σε λεπτομέρειες μπας και βρεθεί κάποιο νόημα. 
Αλλά το νόημα είναι μόνο η δυνατότητα του αφηγητή να ενθυμείται σκόρπιες λεπτομέρειες που του έκαμαν εντύπωση από το παρελθόν, στα όρια ανάμεσα στο γελοίο, το τρομακτικό, ίσως και το βαρετό θα πρόσθετα, γιατί οι ιστορίες του Ζέμπαλντ, τουλάχιστον σ' αυτό το βιβλίο, μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά, μονάχα στην ονειροπόληση- σαν την τελευταία εικόνα του βιβλίου όπου ο αφηγητής επηρεασμένος από την ανάγνωση κάποιων σελίδων του Ημερολογίου του Πέπυς μεταφέρεται στην εποχή που ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά του Λονδίνου, χωμένος και χαμένος μέσα στο βιβλίο που διάβαζε, "ώσπου νύσταξα και συλλάβιζα ξανά τις ίδιες αράδες χωρίς να τις καταλαβαίνω" (σ. 212). 

Λεονάρδο Παδούρα: Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά

Μετάφραση: Κώστας Αθανασίου (Εκδόσεις Καστανιώτη)
Το βιβλίο του Λεονάρδο Παδούρα «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά» (και θα το πούμε για άλλη μια φορά ακόμα, η καλύτερη λογοτεχνία των τελευταίων 50 χρόνων γράφεται στην ισπανική γλώσσα) μπορεί να διαβαστεί και ως πολιτικό θρίλερ και ως ιδεολογικοπολιτικό μανιφέστο καταγγελίας της πιο φρικαλέας ουτοπίας που γνώρισε ο κόσμος, της πολιτικής θεολογίας του σοβιετικού κομμουνισμού. 
Λεονάρδο Παδούρα
Η δολοφονία του Τρότσκι από τον Ραμόν Μερκαντέρ, δεν μπορεί να ιδωθεί με άλλον τρόπο παρά ως μια ακόμα στιγμή στην πραγμάτωση της ουτοπίας με κάθε μέσο από τους στυγνούς εκπροσώπους της, ένας από τους οποίους φυσικά υπήρξε και ο Τρότσκι, θύτης και θύμα συγχρόνως, όπως τόσοι άλλοι, του πολιτικού τέρατος με μεταφυσικό μανδύα που υπηρέτησε στην ζωή του. Ο Παδούρα εικονογραφεί με ακρίβεια την εποχή του σταλινικού ολοκληρωτισμού, την εποχή της γένεσης των τεράτων. 
Λέων Τρότσκυ
Το βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί επειγόντως από κάθε εναπομείναντα νοσταλγό ή αφελή υποστηρικτή της μεταφυσικής ουτοπίας του «δήθεν καλύτερου κόσμου» στο εντεύθεν, κινείται σε τρία επίπεδα: εξιστορεί τις τελευταίες στιγμές και τις σκέψεις του Τρότσκι που κυνηγημένος από την μανία του Στάλιν περιφέρεται αναζητώντας κάποια φωλιά ασφαλείας που δεν υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο, την ιστορία του Ραμόν Μερκαντέρ, του Ισπανού εκτελεστή του, έναν ασήμαντο άνθρωπο ιστορικά που μεταπλάθεται σε μαριονέτα και εκτελεστικό όργανο της σταλινικής εξουσίας, και του απόηχου της ιστορίας αυτής στη σύγχρονη Κούβα, άλλη μια απόπειρα εγκαθίδρυσης μεταφυσικής πολιτικής ουτοπίας μέσω της παράλληλης αφήγησης και της τραγικής ιστορίας του Ιβάν που γνώρισε τον Μερκαντέρ και συγκλονίστηκε οδηγούμενος σε έναν θάνατο εξ αντανακλάσεως, ένα ακόμα θύμα της σταλινικής παράνοιας.
Η ιστορία του 20ου αιώνα είναι η σύγκρουση δύο ολοκληρωτικών φαινομένων που κινητοποίησαν τον κόσμο συνθλίβοντας την ατομική ύπαρξη του ανθρώπου. Μετά την ήττα και των δύο, η ατομικότητα του ανθρώπου προβάλλει ως η μοναδική κληρονομιά που οφείλουμε να προασπιστούμε από κάθε λογής μεταφυσική εικασία που εκφέρει πολιτικό λόγο, μεταβάλλοντας την πραγματικότητα σε «εικονική πραγματικότητα» (σ. 98) Αν αποδεχτείς πως υπάρχει αυτή η εικονική πραγματικότητα, δηλαδή κάτι άλλο πέρα από το υπαρκτό που οφείλεις κινούμενος από κάποια μεταφυσική ορμή να παλέψεις τότε μπορείς να δικαιολογήσεις κάθε ενέργεια και μέσο που υπηρετεί τον σκοπό αυτό όσο ποταπή κι αν είναι, αφήνεσαι στην αποδοχή της άποψης πως «Το Κόμμα έχει πάντα δίκιο, και αν δεν το καταλαβαίνεις δεν έχει σημασία, πρέπει υπακούς» (σ. 108). Αυτό σε συνδυασμό με μια ισχυρή προσωπικότητα που προκαλεί τον φόβο και στηρίζεται σ’ αυτόν για να εμπεδώσει την κυριαρχία του (αλλά πίσω από την κυριαρχία της προσωπικότητας υπάρχει η σκιά της υπερκυριαρχίας της Ιδέας), διαμορφώνει τους εκτελεστές του Στάλιν και τους εκτελεστές των εκτελεστών του Στάλιν κ.ο.κ. 
Επομένως μπορούμε να σταθούμε κριτικά απέναντι στην διαπίστωση του Τρότσκι πως αυτό που κατηγορούσε τον εαυτό του, η έλλειψη ρεαλισμού και πολιτικής διορατικότητας απέναντι στο φαινόμενο Στάλιν, αρκεί να εξηγήσει την πολιτική του συντριβή. Ο Τρότσκι μοιραζόταν τις ίδιες ιδέες με τον Στάλιν, τις είχε εφαρμόσει μάλιστα  κατά την εξέγερση των ναυτών της Κροστάνδης, αλλά η πολιτική αδεξιότητα του (δεν υπήρξε τόσο σταλινικός όσο ο Στάλιν) την κρίσιμη ώρα τον άφησε χωρίς συμμάχους τον καιρό της διαδοχής του Λένιν, αναρωτιέται μάλιστα: «Πώς δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ένας  άνθρωπος με τέτοιο βλέμμα ερπετού ήταν ένα ον εξαιρετικά επικίνδυνο;»  Δεν ήταν όμως η κακή φύση του Στάλιν που εξόντωσε όλους τους παλιούς μπολσεβίκους, χιλιάδες κομμουνιστές, και ανθρώπους κάθε εθνικότητας στην πολυεθνική Σοβιετική Ένωση, αν και η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του γεωργιανού δεν μπορεί να αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο, αλλά κυρίως ήταν η παράνοια της ιδέας πως υπάρχει ένας άλλος καλός και αγαθός  κόσμος στη θέση αυτού που είναι εφικτός, είναι η μοχθηρή ιδέα της αταξικής κοινωνίας, του σοσιαλισμού/κομμουνισμού που ως δολοφονικό εργαλείο χρησιμοποιήθηκε από τους σοβιετικούς ηγέτες και τους μιμητές τους. Ένας τέτοιος μιμητής υπήρξε και ο Ραμόν Μερκαντέρ ο οποίος με την κατάλληλη χειραγώγηση θα μεταλλαχθεί, θα αλλάξει ταυτότητα στην κυριολεξία προκειμένου να εισέλθει στον εσώτερο κύκλο του Τρότσκι και στην κατάλληλη στιγμή να δολοφονήσει τον εχθρό της επανάστασης. Είναι ίσως οι κορυφαίες στιγμές αυτές του βιβλίου του Παδούρα όπου περιγράφεται η σχέση του Ραμόν με τη μοχθηρή μητέρα του Καριδάδ (ποτέ άλλοτε τέτοια απόσταση δεν υπήρχε σε ένα όνομα από το περιεχόμενο του!), άλλο τέρας κι αυτό του σταλινικού φαινομένου, και στη συνέχεια η εκπαίδευση του, η μεταμόρφωση του σε ένα είδος μαριονέττας που ανά πάσα στιγμή ήταν έτοιμο να υπακούσει στα νεύματα του καθοδηγητή του Κάτοφ, της άλλης σκοτεινής προσωπικότητας που θα καθορίσει την ύπαρξη του Ραμόν στην πορεία προς την άβυσσο.
Τι ήταν εκείνο που χαρακτηρίζει το σταλινικό φαινόμενο και οδήγησε εκατομμύρια ανθρώπων στην καταστροφή; Στη σκέψη του Παδούρα υπάρχει μόνο μία λέξη: ο φόβος. Ο φόβος ήταν αυτός που παρέλυε τα θύματα του σταλινισμού, αλλά και τους θύτες. Ο Μπουχάριν γυρνά από την εξορία στην Ρωσία, βέβαιος φυσικά πως πρόκειται να συλληφθεί, να δικαστεί στις περιβόητες στημένες δίκες της Μόσχας και να εκτελεστεί, λέγοντας «Γυρίζω από φόβο». Είναι αποκαλυπτικά οι σκέψεις που ο Παδούρα βάζει στον Τρότσκι: «Ο Στάλιν είχε δηλητηριάσει την τελευταία γωνιά της ψυχής της επανάστασης και το μόνο που θα είχε πλέον να κάνει ήταν να καθίσει να δει να έρχεται το ψυχορράγημά της, αύριο, σε δέκα χρόνια, σε είκοσι χρόνια. Η μόλυνση όμως ήταν μη αντιστρεπτή και μοιραία» (σ. 187). Αυτή η ιδέα επανέρχεται διαρκώς στο μυαλό του Τρότσκι, που ωστόσο ούτε μια στιγμή δεν αναρωτιέται για το τι γέννησε τον σταλινικό φόβο, και αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από την ίδια την πίστη στη σοσιαλιστική ιδέα και την βούληση να υπάρξει ένα ιστορικό προηγούμενο που θα ανέτρεπε την κοινωνική ανισότητα. Αν το Κόμμα έχει πάντα δίκιο, τότε αυτός που εκφράζει τη συνείδηση και τη φωνή του Κόμματος, ο Ηγέτης, έχει φυσικά δίκιο, και διαθέτει εξουσία ζωής ή θανάτου πάνω σε όλους τους ανθρώπους τους οποίους βουλιάζει στον φόβο και το αίμα για να δικαιολογεί και την δικιά του παρουσία στην Ιστορία: «Η τρομοκρατία και η καταστολή εγκαθιδρύονταν ως πολιτική μιας κυβέρνησης που τοποθετούσε τον διωγμό και το ψέμα ως μεθόδους του κράτους και ως τρόπο ζωής για το σύνολο της κοινωνίας» (σ. 310). Το βιβλίο του Λεονάδρο Παδούρα μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί οι «Δαιμονισμένοι» του 21ου αιώνα, όχι μονάχα για το πολιτικό του περιεχόμενο αλλά και την βαθιά υπαρξιστική ανάλυση που περιλαμβάνει, διάχυτη σε όλο το εύρος του, με χαρακτηριστικότερη την ομολογία του Κάτοφ προς τον Ραμόν, που συμπυκνώνει την παράνοια του σταλινισμού  και τη μεταμόρφωση των ανθρώπων σε εργαλεία μίσους και τρόμου: «Κοίτα, υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό που μου δίδαξαν με το που μπήκα στην Τσεκά: οι άνθρωποι εναλλάσσονται, αντικαθίστανται. Το άτομο δεν είναι μια ανεπανάληπτη μονάδα, αλλά μια έννοια που αθροίζεται με τα υπόλοιπα άτομα και σχηματίζουν όλα μαζί τη μάζα, που, ναι, είναι πραγματική. Ο άνθρωπος όμως όσο είναι άτομο δεν είναι ιερός και ως εκ τούτου δεν είναι αναντικατάστατος. Γι’ αυτό έχουμε επιτεθεί σε όλες τις θρησκείες και ειδικά στον χριστιανισμό που λέει αυτή τη βλακεία, ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος καθ’ ομοίωσιν του Θεού. Αυτό μας επιτρέπει να είμαστε ανηλεείς, να απαλλαγούμε από τη συμπόνοια που δημιουργεί κάθε είδους ευσέβεια: η αμαρτία δεν υπάρχει…Το όνειρο έχει σημασία, όχι ο άνθρωπος, και ακόμα λιγότερο το όνομα. Κανένας δεν είναι σημαντικός, όλοι είμαστε αναλώσιμοι» (σ. 338). Αφ’ ης στιγμής οι άνθρωποι πιστέψουν πως είναι όργανα της ιστορίας και της εκπλήρωσης κάποιου ανωτέρου ιδανικού, τότε είναι προετοιμασμένοι να επιτελέσουν οποιαδήποτε φρικαλεότητα στο όνομα ακριβώς αυτού του ιδανικού που έχει οντολογικά ανατιμηθεί και ενδυθεί κανόνα πίστεως. Η συμπόνοια σ’ αυτό το σύμπαν είναι λοιπόν περιττή.  Κάπου κάπου όμως μια ρωγμή ανοίγει και τακτοποιούνται οι λογαριασμοί με την ιστορία, μονάχα όμως σε προσωπικό επίπεδο. 
Αυτό διαφαίνεται στην ιστορία του Ιβάν ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τον Ραμόν Μερκαντέρ
Ο Ραμόν Μερκαντέρ με το παράσημο του ήρωα της εργατικής τάξης
εξόριστο πλέον στην Κούβα και του διηγείται την ιστορία του προκειμένου να την καταγράψει σε βιβλίο. Η σχέση του Ιβάν με το Ραμόν ανοίγει στον Παδούρα τη δυνατότητα να μιλήσει για τη συμπόνοια ως συναίσθημα όχι μόνο ανθρώπινο αλλά και βαθιά πολιτικό το οποίο, σε αντίθεση με τον φόβο και το δέος, φέρει τον ένα άνθρωπο να κατανοεί τον άλλο: «Όταν διάβασα αυτά τα χαρτιά και είχα μια πλήρη εικόνα για το τι είχε κάνει ο Ραμόν Μερκαντέρ, ένιωσα αηδία. Αλλά επιπλέον ένιωσα και συμπόνοια γι’ αυτόν, για τον τρόπο που τον είχαν χρησιμοποιήσει, για τη ντροπή που του προκαλούσε να είναι αυτός που ήταν. Το ξέρω πια, ήταν ένας δολοφόνος και δεν αξίζει συμπόνοια, αλλά ακόμα δεν μπορώ να ξεφύγω απ’ αυτήν, γαμώτο!» (σ. 673)

Θα μπορούσε κανείς να αισθανθεί συμπόνοια για τον Στάλιν; Δεν θα μάθουμε ποτέ τι αισθάνονταν γι’ αυτόν τα θύματα των δικών της Μόσχας. Μπορεί να αισθανθεί κανείς συμπόνοια για τον δήμιο του; Μόνο αν κατανοηθεί πως κι αυτός υπήρξε θύμα, θύμα της ίδιας της Ιδέας και της ιστορικής της αποστολής, του μεταφυσικού τέρατος που τους κατάπιε όλους, και αυτόν ακόμα τον Στάλιν, έστω μετά θάνατο, όταν γκρεμίστηκε όλος ο κόσμος-φυλακή που έχτισε για τον εαυτό του και τον λαό του. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την διαρκή πολιτική εκπαίδευση και μόρφωση των κατοπινών γενιών γύρω από την δολιότητα της Ιδέας εκείνης που οδήγησε στο χαμό εκατομμύρια απλούς ανθρώπους. Το γεγονός πως σήμερα μπορούμε να μιλάμε ελεύθερα και να σκεφτόμαστε ελεύθερα φανερώνει την ήττα της Ιδέας, αλλά για να συμβεί αυτό έπρεπε να θυσιαστούν άνθρωποι σε όλη την οικουμένη. Η συνειδητοποίηση αυτή ίσως εμποδίσει κάθε σκέψη αναζωπύρωσης της εγκόσμιας ουτοπίας. Το βιβλίο του Λεονάρδο Παδούρα αποτελεί σημαντική συμβολή σ’ αυτό και ουσιαστικό πολιτικό εργαλείο που πρέπει να μελετάται. 

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Συνέντευξη Γιώργου Γλυκοφρύδη

Συνέντευξη του πρώην συναδέλφου από τη ΓΓΕΤ Γιώργου Γλυκοφρύδη η οποία δημοσιεύτηκε στο www.literature.gr. Λόγος απλός, συμπαθητικός, καρδιακός, αλλά καθόλου απλοϊκός. Έξοχος επιστήμονας, γι' αυτό έχω άποψη, απολαυστικός ως συνομιλητής και όπως φαίνεται και στη συνέντευξη του με άποψη για το χώρο της λογοτεχνίας και την τέχνη της γραφής. Βάζω πρόγραμμα στον εαυτό μου να τον διαβάσω....και την εποχή εκείνη, στη δουλειά, δεν γνώριζα πως γράφει!!


Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Δύο μικρά σύγχρονα συναξάρια

Τα δύο σύγχρονα συναξάρια
Κάποια από τα βιβλία του π. Αλέξανδρου Σμέμαν
Πριν από αρκετά χρόνια οι καλές και θεολογικά έγκυρες εκδόσεις "Εν Πλω" κυκλοφόρησαν δύο μικρά βιβλιαράκια για δύο μεγάλες προσωπικότητες της ορθόδοξης εκκλησίας και θεολογίας, τον π Αλέξανδρο Σμέμαν και τον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς. Το πρώτο είναι γραμμένο από τον π. Γεώργιο Μπασιούδη (επιμέλεια Βασίλης Αργυριάδης) και παρακολουθεί τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του π. Σμέμαν, αυτής της ανεπανάληπτης μορφής της σύγχρονης εκκλησίας, στο έργο του οποίου συνεχώς πρέπει να εμβαθύνουμε. Από όλα τα έργα που έχω διαβάσει το "Ημερολόγιο" , αυτό που φανερώνει τις πιο προσωπικές στιγμές του π. Αλέξανδρου, γραμμένο σε βαθύ εξομολογητικό τόνο, είναι το περισσότερο αγαπημένο. Η θεολογία του βασίζεται σε μια οντολογική κατανόηση της Ευχαριστίας την οποία τοποθετεί στο επίκεντρο της ζωής του πιστού, γι' αυτό και εκεί που ιερουργούσε, στην Αμερική κυρίως, η συμμετοχή στο μυστήριο ήταν καθολική, κάτι δυστυχώς που δεν παρατηρείται στις λειτουργική ζωή της ελληνικής εκκλησίας. Η ελάχιστη συμμετοχή των πιστών στο μυστήριο των μυστηρίων μήπως σημαίνει τελικά την μεταμόρφωση της εκκλησιαστικής λατρείας σε απλή συμμετοχή σε μια παράσταση και όχι σε αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή κοινωνία; Στα βιβλία του π. Αλέξανδρου αυτά τα θέματα συζητιούνται και αναλύονται σε βάθος. Το δεύτερο σύγχρονο συναξάρι αφορά σε μια μορφή που ομολογώ δεν γνώριζα, στον επίσκοπο της εκκλησίας της Σερβίας Νικόλαο Βελιμίροβιτς, μια μορφή που θεμελίωσε την σύγχρονη πνευματικότητα της ομόδοξης χώρας επηρεάζοντας πλήθος πιστών και σπουδαίων θεολόγων όπως του π. Ιουστίνου Πόποβιτς. Ο Επίσκοπος Νικόλαος αξίζει να μελετηθεί και ευτυχώς πάμπολλα έργα του κυκλοφορούν στα ελληνικά, μεταξύ των οποίων το πολύτομο "Πρόλογος της Αχρίδας".Μόνο ως δώρα του Κυρίου στον σύγχρονο άνθρωπο μπορεί να χαρακτηριστούν αυτές οι αγιασμένες μορφές της εκκλησίας, η προσπάθεια μίμησης των οποίων αποτελεί ασφαλή οδοδείκτη.

Σάββατο 18 Απριλίου 2015

Το μικρό βιβλιοπωλείο στη στοά Broadway

Η στοά Broadway γνώρισε την ακμή της στις δεκαετίες 70 και 80 όταν λειτουργούσε με πλήθος μαγαζιά, θέατρα και κινηματογράφο. Τα εμπορικά μαγαζιά ήταν από καταστήματα που πουλούσαν ρούχα, καφετέριες, δισκάδικα. Στην τελευταία κατηγορία θυμάμαι ένα δισκάδικο με ονομασία Take Five, όπου εξυπηρετούσε μια ευγενική ηλικιωμένη κυρία, και από κει είχα αγοράσει το πρώτο βινύλιο κλασικής μουσικής, τον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ. Φυσικά ο ναός ήταν ο κινηματογράφος, χειμερινός και θερινός, Μπρόντγουεϊ. Μια επιβλητική μεγάλη αίθουσα, όπου στους τοίχους της κρέμονταν καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις μορφών του παγκοσμίου σινεμά. Η κρίση σιγά σιγά έκλεισε τα περισσότερα καταστήματα, αλλά ήδη από τη δεκαετία του 90 είχε ξεκινήσει η παρακμή. Αν δεν υπήρχε και το θέατρο της Κάτια Δανδουλάκη και αυτό του Μπρόντγουεϊ, εκεί όπου παλιότερα ήταν το σινεμά, δεν θα υπήρχε ζωή στη στοά. Η παρακμή της στοάς ακολούθησε την παρακμή της οδού Πατησίων, κυρίως εκείνου του κομματιού που εκτείνεται από το ύψος του ΟΤΕ ως την Πλατείας Αμερικής όπου υπήρχαν καλά εμπορικά καταστήματα αλλά και πλήθος κινηματογράφων. 
Η κρίση όμως δεν κατάφερε να σκοτώσει την ψυχή της στοάς, η οποία είναι το μικρό, ίσως το μικρότερο βιβλιοπωλείο της Αθήνας που βρίσκεται στην αρχή της εισόδου της οδού Αγίου Μελετίου. Το θρυλικό αυτό βιβλιοπωλείο υπάρχει από τη δεκαετία του 70, τουλάχιστον αυτό εγώ θυμάμαι, και το λειτουργούσε ένας ευθυτενής σοβαρός κύριος, ο πατέρας του σημερινού ιδιοκτήτη. Χαρακτηριστικό του βιβλιοπωλείου είναι ο εξαιρετικά μικρός εσωτερικός χώρος, ίσα ίσα χωράνε άνετα 2 άτομα, αλλά οι τεράστιες βιτρίνες, όπου στην ακμή του βιβλιοπωλείου μπορούσες να χαζέψεις το σύνολο της εκδιδόμενης βιβλιοπαραγωγής. 
Στη δεκαετία του 70 οι βιτρίνες του κυρίως περιείχαν βιβλία μαρξιστικού περιεχομένου και επιστημονικής φαντασίας, όπως ήταν η μόδα εκείνη την εποχή. Η επιβίωση αυτού του βιβλιοπωλείου αποτελεί επιχειρηματικό και εμπορικό παράδοξο. Κατάφερε να αντέξει στην κρίση και να μείνει όρθιο, σε μια περιοχή υποβαθμισμένη που όμως το έχει ανάγκη γιατί τι άλλο εκτός από ένα βιβλίο ανοίγει τον κόσμο, χάρη στην προσωπικότητα του σημερινού διαχειριστή του. Χρησιμοποιώ τη λέξη διαχειριστής και όχι ιδιοκτήτης ή βιβλιοπώλης γιατί θέλω να κυριολεκτήσω. Οι τελευταίες εμπεριέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο η πραγματικότητα στην περίπτωση αυτή αναγνωρίζει το εμπορικό, επιχειρηματικό στοιχείο. Αλλά η έννοια του διαχειριστή φέρει εντός της τη νοικοκυροσύνη, και στο χώρο του βιβλίου αυτό προϋποθέτει την αγάπη. Δίχως αυτή την αγάπη για το βιβλίο του συγκεκριμένου διαχειριστή, το μικρό βιβλιοπωλείο θα είχε βάλει λουκέτο. Και εκεί που φαινόταν αυτό πιθανό, μια επιχειρηματική έκλαμψη, του έδωσε πολλά χρόνια ζωής ακόμα. 
Κατάφερε και έπεισε εκδοτικούς οίκους να του δώσουν σε πολύ χαμηλή τιμή βιβλία που δεν μπορούσαν οι ίδιοι να διαθέσουν και τα μεταπωλούσε σε εξίσου χαμηλές τιμές. Αυτή η απλή κίνηση διέσωσε την ύπαρξη του βιβλιοπωλείου, αλλά δεν θα αρκούσε ούτε αυτή αν ο διαχειριστής του δεν ήταν κατά βάση ασκητικός τύπος που έχει περιορίσει τα λειτουργικά έξοδα του μαγαζιού αλλά, κυρίως, τα δικά του προσωπικά, συνιστώντας έτσι τον τύπο του αληθινού διανοούμενου που ζει για τα βιβλία. Ο ίδιος είναι αρκετά σεμνός και δεν θα δεχόταν αυτό τον χαρακτηρισμό. Ίσως γιατί δεν έχει γράψει ο ίδιος. Ναι, αλλά πόσο έχει διαβάσει (πόσοι τέτοιοι βιβλιοπώλες υπάρχουν σήμερα ;) και για πόσα θέματα μπορεί να σου μιλήσει, και όχι μόνο από τον χώρο της γνώσης αλλά και του κινηματογράφου, το δεύτερο μεγάλο του πάθος και ίσως το μοναδικό προσωπικό του έξοδο. Κάθε βιβλίο που διαβάζει δεν το διαπερνά απλώς αλλά ξεσκίζει τις σάρκες του σημειώνοντας παντού, υπογραμμίζοντας ολόκληρες φράσεις τις οποίες σαν μικρό παιδί που ενθουσιάζεται με μια καινούργια αποκάλυψη θέλει να την μοιραστεί μαζί σου. 
Σ' αυτό το μικρό ξέφωτο γνώσης μαζεύονταν κατά καιρούς διάφοροι φίλοι του βιβλίου και διασταύρωναν απόψεις, κρίσεις και γνώμες: από τις πηγές της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Ντοστογέφσκι ως αναλύσεις γύρω από την φιλοσοφία του Ρενέ Ζιράρ, τις έριδες στο Βυζάντιο ως θέματα νεοελληνικής ταυτότητας και αυτοσυνειδησίας, όλα τα θέματα συζητήθηκαν πολλάκις με διαφορετικά πάνελ συζητητών. Η μικρή συντροφιά του μικρού βιβλιοπωλείου της στοάς Μπρόντγουεϊ. 
Αν υπάρχει παράδεισος, αυτός θα αποτελείται από στοίβες βιβλίων,
Ο αληθινός Παράδεισος στο εσωτερικό του βιβλιοπωλείου.
σαν κι αυτές που υπάρχουν στο μοναχικό κελί-μαγαζί του ασκητή διαχειριστή-βιβλιοπώλη του βιβλιοπωλείου της Στοάς Μπρόντγουεϊ. Αλλά ώσπου να τον βρούμε, ας αρκεστούμε σ' αυτόν τον παράδεισο των βιβλίων που έχουμε ενώπιον μας, στον χώρο αυτόν που περάσαμε σχεδόν όλα τα χρόνια της νεότητας μας δίχως να το μετανιώσουμε ούτε λεπτό.

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Ζήτω του Καραμάζοβ!

Λίγο πριν την Ανάσταση του Χριστού λέγονται πολλοί και διάφοροι λόγοι, αλλά λίγοι μπαίνουν τόσο βαθιά στο νόημα της εκ των νεκρών ανάστασης, και της καθολικής σημασίας της για όλους, όσο οι τελευταίες σελίδες των "Αδελφών Καραμάζοβ", εκεί όπου ο μοναχός Αλιόσα Καραμάζοβ μιλά για τον μικρό Ηλιούσα. Προσπαθεί να δώσει λόγο παρηγορητικό στους φίλους και τους γνωστούς του, και τότε πετάγεται ο Κόλια και γεμάτος προσμονή ρωτά τον Αλιόσα:
Καραμάζοβ!- φώναξε ο Κόλια- ώστε στ' αλήθεια λέει η θρησκεία πως όλοι μας θα σηκωθούμε από νεκροί και θα ξαναζήσουμε και θα ξαναδούμε πάλι ο ένας τον άλλον, και όλους και τον Ηλιούσετσκα;

Και ο Αλιόσα, "μισογελώντας, μισοενθουσιασμένος" απάντησε στον Κόλια:
Το δίχως άλλο θ' αναστηθούμε, το δίχως άλλο θα τον δούμε, και χαρούμενα, εύθυμα θα διηγηθούμε ο ένας στον άλλο όλα όσα γίνανε.

 Τον επιβεβαιώνει τον Αλιόσα ο Απόστολος Παύλος: "Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο" (Α' Κορ. 15,20). Τα παιδιά που είχαν μαζευτεί δίπλα στον Αλιόσα ενθουσιασμένα μόλις ακούν πως δια της εκ νεκρών αναστάσεως θα ξαναδούν τον φίλο τους τον Ηλιούσα, αναφωνούν: Ζήτω του Καραμάζοβ! 

Πραγματικά! "Που σου θάνατε το κέντρον; Που σου άδη, το νίκος"; (Α' Κορ 15,55). Θα έλθει και πάλι ο Ηλιούσα, αυτή είναι μια υπόσχεση που θα πραγματωθεί. Ήξερε από θεολογία ο Ντοστογέφσκυ.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

George R.R.Martin: A Game of Thrones

Κανόνας πρώτος: Μην εμπιστεύεσαι τον θόρυβο που γίνεται για ένα βιβλίο. Κανόνας δεύτερος κ.ο.κ: Επανάληψη του πρώτου κανόνα.
Είχα αποφασίσει να μην δω τη σειρά στην τηλεόραση για να έχω την έκπληξη της ανακάλυψης της ιστορίας από το κείμενο. Προφανώς λειτούργησε μέσα μου η κοινή πεποίθηση πως οι μεταφορές στην οθόνη αδικούν τον γραπτό μυθιστορηματικό λόγο. Έπεσα και σ' αυτό έξω.

Το πρόβλημα με τον Μάρτιν είναι πως ο κόσμος που δημιουργεί δεν πείθει πως είναι ένας κόσμος φαντασίας, αλλά η μετάπλαση του ιστορικού πολέμου των ρόδων σε μια τύποις μόνο αφήγηση χιλιάδων σελίδων φαντασίας. Κάποιοι ευφάνταστοι (διαθέτοντας προφανώς μεγαλύτερη φαντασία από τον Μάρτιν) ισχυρίζονται πως είναι ο νέος Τόλκιν. Δεν είναι ιεροσυλία να αναζητάς τον ή τους διαδόχους του δασκάλου, αλλά η πραγματικότητα απέχει πολύ από μια τέτοια διαπίστωση. Ο Τόλκιν δημιουργεί έναν κόσμο εκ του μηδενός, η μυθολογία του είναι περισσότερο πειστική, δεν κουράζει τον αναγνώστη, ενώ, το βασικότερο, έχει ήρωες με τους οποίους μπορείς να ταυτιστείς μαζί τους. Οι ιστορίες του Τόλκιν μπορούν να χαρακτηριστούν ιστορίες φαντασίας, δεν γράφει εναλλακτική ιστορία χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της φαντασίας. Αντίθετα ο Μάρτιν μεταστοιχειώνει τους ιστορικούς  οίκους των βασιλιάδων και των ευγενών της μεσαιωνικής Αγγλίας σε ένα περίεργο υβρίδιο που απουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, οποιοδήποτε στοιχείο φαντασίας. Με τους ήρωες του Μάρτιν είναι αδιανόητη η οποιαδήποτε ταύτιση, δεν μπόρεσα να βρω κάτι θετικό σε κανέναν για να μ' ενδιαφέρει η εξέλιξη τους. 
Είναι και η δομή του βιβλίου εξίσου προβληματική. Χωρισμένο σε κεφάλαια ανάλογα με το πρόσωπο του χαρακτήρα, δεν πείθει πως το βιβλίο ήταν γραμμένο ως πεζός λόγος αλλά σαν επεισόδια για την τηλεόραση, απουσιάζει η θεματική ενότητα, ίσως γιατί ο συγγραφέας να ήθελε να δείξει από διάφορες οπτικές την ίδια ιστορία. Αυτό όμως είναι εντελώς κουραστικό γιατί αισθάνεσαι πως διαβάζεις συνέχεια το ίδιο πράγμα και η ιστορία δεν εξελίσσεται καθόλου, ενώ εκεί που σε αφήνει νοκ-άουτ είναι όταν αντί να μιλήσει πιο δεμένα για τον μύθο καταπιάνεται με ανούσιες λεπτομέρειες που δεν ενδιαφέρουν κανένα. Η ονείρωξη των συγγραφέων φαντασίας είναι η δημιουργία χιλιάδων χαρακτήρων και λεπτομερειών που απαιτούν τρομερή αυτοσυγκέντρωση από πλευράς του αναγνώστη για να μην απολέσει το λεπτό νήμα που συνδέει την ιστορία με τους διάφορους χαρακτήρες. Κάποιοι όμως το παρακάνουν, κυρίως αυτό ισχύει στις πολύτομες σειρές σαν του Μάρτιν (υπάρχουν και άλλοι τρελαμένοι που γράφουν τόμους πάνω στον ίδιο καμβά , προφανώς λόγω έλλειψης φαντασίας για να πλάσουν κάτι διαφορετικό), όπου ο αναγνώστης είναι αναγκασμένος να καταφεύγει στον κατάλογο των χαρακτήρων και των εκπροσώπων των οίκων για να θυμάται την ιδιότητα των πρωταγωνιστών. Σε πολλές κριτικές γίνεται αναφορά στις συνθήκες ακραίας βίας που περιγράφει  ο Μάρτιν, στους βιασμούς παιδιών και γυναικών κλπ. Δεν μ' ενόχλησαν αυτά διότι έπρεπε, ελλείψει κάποιου συνεκτικού μύθου, ο συγγραφέας να γράψει κάτι εντυπωσιακό που να εντυπωθεί στο μυαλό του αναγνώστη. 

Το είδος της φανταστικής λογοτεχνίας, λόγω των πολλών κλισέ που διαθέτει, έχει πολλούς συγγραφείς που το διακονούν αλλά ελάχιστα μεγάλα ταλέντα. Ένα σπαθί και ένας δράκος που πετά φωτιές δεν αρκούν για να γραφεί έναν καλό μυθιστόρημα φαντασίας- βέβαια, είναι προτιμότερα αν υπάρχουν μόνο αυτά, από τον κόσμο του Μάρτιν που, όπως προείπα, μετέγραψε ένα ιστορικό γεγονός σε φανταστική αφήγηση, αλλά αυτό δεν  ανήκει στο χώρο της λογοτεχνίας του φανταστικού αλλά στην κακή λογοτεχνία, διότι είναι απάτη και φανερώνει προσπάθεια να οικειοποιηθεί ένα είδος που δεν κατέχει (κάτι ανάλογο κάνει και ένας άλλος απατεωνίσκος που και γι' αυτόν γράφουν πως είναι διάδοχος του Τόλκιν, ο Gay Gavriel Kay, μόνο που αυτός είναι πιο ευγενικός με τον αναγνώστη και δεν τον αποτελειώνει γράφοντας χιλιάδες σελίδες για το ίδιο θέμα, αλλά διαφορετικά βιβλία εναλλακτικής ιστορίας τα οποία τα ονομάζει φαντασίας, αλλά ούτε αυτά δεν είναι βέβαια).
Θέλεις να διαβάσεις καλή φαντασία (αναφέρομαι πρωτίστως στον εαυτό μου): διάβασε και ξαναδιάβασε Τόλκιν. Θέλεις να διαβάσεις κάτι άλλο πέρα από Τόλκιν; Απέφυγε τις πολύτομες σειρές, φανερώνουν έλλειψη δημιουργικότητας από τον συγγραφέα. Θέλεις να διαβάσεις καλή φαντασία; Απέφυγε την μεταστοιχειωμένη ιστορία, είναι καλύτερο ένα ιστορικό βιβλίο για την ίδια εποχή παρά μια δήθεν φανταστική αφήγηση για την ίδια ιστορία. Θέλεις καλή φαντασία; Κοίταξε κυρίως την Επιστημονική Φαντασία ( κι αυτή έχει κλισέ, αλλά καλύτερους συγγραφείς), και κυρίως τα μαστόρια  που θεωρούνται πατέρες του είδους όπως ο Πόε, ο Λάβκραφτ και κάποιοι άλλοι ακόμα (υπάρχουν και σύγχρονοι) που περιμένουν τη σειρά τους να τους διαβάσουμε και να μας μεταφέρουν στον κόσμο τους. 

Μακριά όμως από απατεώνες τύπου Μάρτιν.
Το ανησυχητικό είναι πως δεν έχει τελειώσει τη σειρά του!

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Ισαάκ Ασίμοφ: Εγώ, το Ρομπότ

I Robot (Harper Voyager, 2013)
Ο Ασίμοφ δεν έχασε ποτέ τη γοητεία του. Μπορεί να έχει θαμπώσει ίσως, πέρασαν και τα χρόνια και εμφανίστηκαν νέα μαστόρια του είδους, αλλά όταν θες να επιστρέφεις στις πηγές της Επιστημονικής Φαντασίας, παρακλάδι της Λογοτεχνίας του Φανταστικού, επιστρέφεις αναγκαστικά στους τρεις κυριότερους εκπροσώπους της, Ασίμοφ, Κλαρκ, Χάϊνλαϊν. Ευτυχώς που στην Ελλάδα υπήρχε ο Μάκης Πανώριος ο οποίος μετέφρασε σημαντικά κείμενα και έγραψε δικά του έργα αλλά και δοκίμια γύρω απ' αυτό το παρεξηγημένο είδος της Λογοτεχνίας του Φανταστικού που, όπως σε κάθε είδος γραφής, βρίσκεις αρκετά σκουπίδια αλλά και μεγάλα έργα που δικαιωματικά μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία "αριστουργήματα".
Σε μια τηλεοπτική του εκπομπή ο μέγιστος των φιλολόγων Ρένος Αποστολίδης είχε πει πως για να έχει αξία το φανταστικό, εκεί φαίνεται ο μεγάλος μάστορας του είδους, θα πρέπει να είναι βουτηγμένο στο ρεαλιστικό. Ο Ασίμοφ στην συλλογή διηγημάτων "Εγώ, το Ρομπότ" πετυχαίνει την αλληλοπεριχώρηση των δύο δυνατοτήτων της γραφής χρησιμοποιώντας το επιστημονικό φανταστικό για να μιλήσει για πολύ σημαντικά θέματα, όπως η πολιτική, η θρησκεία, η οικονομική ανάπτυξη, ο ρόλος της τεχνολογίας, που βασίζονται στο ρεαλιστικό. Απ' αυτήν την άποψη διατηρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά και κάποια επικαιρότητα, ειδικά σε κάποια σημεία που συζητιούνται ακόμα και σήμερα.
Θα έλεγα πως η συλλογή των 9 διηγημάτων που απαρτίζουν το βιβλίο (πρώτη έκδοση σε ένα τόμο το 1950, αλλά είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται σε διάφορες επιθεωρήσεις στη δεκαετία 1940) ακολουθεί μια νοηματική πορεία από τα πιο απλά διηγήματα στα πιο σύνθετα. Κεντρικός πρωταγωνιστής είναι η Σούζαν Κάλβιν η οποία εργάζεται στην εταιρεία US Robot and Mechanical Men με την ειδικότητα του ρομποτοψυχολόγου. Κάθε διήγημα είναι μια διαφορετική ρομποτική αφήγηση στην οποία πρωταγωνιστεί ένα ρομπότ. Η πρωτοτυπία του Ασίμοφ έγκειται στην εφαρμογή των τριών νόμων της ρομποτικής, βάσει των οποίων η Σούζαν Κάλβιν και οι εκάστοτε συνομιλητές της προσπαθούν να επιλύσουν θέματα που αναφύονται λόγω της συμπεριφοράς των ρομπότ. Όπως διαβάζουμε στο "Εγχειρίδιο της Ρομποτικής" οι τρεις θεμελιώδεις νόμοι είναι οι εξής: (1)- Ένα ρομπότ δεν θα επιφέρει τραυματισμό σε ένα ανθρώπινο ον ή, λόγω αμέλειας, δεν θα επιτρέψει την βλάβη σ' ένα ανθρώπινο ον. (2)- Ένα ρομπότ οφείλει να υπακούει τις εντολές που του δίνουν τα ανθρώπινα όντα εκτός αν αυτές οι εντολές έρχονται σε αντίθεση με τον Πρώτο Νόμο. (3)- Ένα ρομπότ οφείλει να προστατέψει την δική του ύπαρξη, όσο διάστημα η προστασία αυτή δεν συγκρούεται με τον Πρώτο ή τον Δεύτερο Νόμο. Αυτοί οι τόσο συμμετρικά δομημένοι τρεις νόμοι, και η λογική τους ακολουθία, δημιουργούν ουκ ολίγα προβλήματα στα υποτίθεται ανώτερα νοήμονα όντα που είναι οι άνθρωποι , προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την συμπεριφορά εκ πρώτης όψεως αλλόκοτη ή ακόμα και επιβλαβής γι' αυτά των ρομπότ, όμως ο Ασίμοφ με αξεπέραστη μαεστρία κατευθύνει στα ακρότατα λογικά όρια, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια των τριών ρομποτικών νόμων τη δράση των ρομπότ. Στο πρώτο διήγημα που αφηγείται τη ζωή του ρομπότ Ρόμπι, η μικρή Γκλόρια που ίσως και λόγω της ηλικίας της είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση των τριών ρομποτικών νόμων καλύτερα από τους ανησυχούντες ενηλίκους: "Δεν ήταν μια όχι μηχανή, κραύγασε δυνατά και δίχως γραμματικούς κανόνες...Ήταν ένα πρόσωπο όπως εσείς και εγώ και ήταν ο φίλος μου". Στο δεύτερο διήγημα με τίτλο Πηγαινέλα ο κεντρικός πρωταγωνιστής ομολογεί πως η παράξενη συμπεριφορά του ρομπότ Σπίντυ ήταν σύμφωνη και με τους τρεις νόμους, αλλά για να τον κατανοήσουν "έπρεπε να βγούμε από το πλαίσιο και των τριών νόμων". Από το τρίτο διήγημα ξεκινά η φιλοσοφική μεθερμηνεία των τριών νόμων της ρομποτικής. Το ρομπότ Κιούτι είναι το πρώτο που δείχνει ενδιαφέρον για την ύπαρξη του, και σε μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή επιχειρημάτων δημιουργήματος προς τον υποτιθέμενο κύριο του δημιουργήματος αναφωνεί "Δεν αποδέχομαι τίποτα επί τη βάσει της αυθεντίας. Μια υπόθεση πρέπει να στηρίζεται στη λογική, διαφορετικά είναι άχρηστη- και έρχεται σε αντίθεση με όλους τους κανόνες της λογικής να υποθέτεις ότι εσύ με έφτιαξες". Η προσπάθεια ταπείνωσης της λογικής του ανθρώπου από τη λογική των ρομπότ είναι καταφανής σ' αυτό το διήγημα, καθώς ο Κιούτι, που δεν ξεφεύγει από τους τρεις νόμους, λέει στο ανθρώπινο ον πως δεν είναι αυτός ο δημιουργός των ρομπότ αλλά αυτός που απλά συναρμολόγησε τα κομμάτια τους τα οποία , ωστόσο, "δημιουργήθηκαν από τον Κύριο" (Master).
Το προτελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο "Αποδεικτικό Στοιχείο" είναι και το πιο πολιτικό, εκεί όπου ο Ασίμοφ χρησιμοποιώντας τους ρομποτικούς νόμους παραδίδει μαθήματα πολιτικής ηθικής και ορθού λόγου. Ο τρόπος που διέπει την ύπαρξη των ρομπότ, οι τρεις νόμοι, μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν υπόδειγμα συμπεριφοράς και δράσης για τα ανθρώπινα όντα: "Για να το θέσω απλά, αν ο Μπήρλεϊ (το νομιζόμενο ρομπότ του διηγήματος) ακολουθεί όλους τους νόμους της ρομποτικής, τότε ίσως είναι ρομπότ, και μπορεί απλά να είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος". Οι ρομποτικοί νόμοι δεν είναι απλώς νόμοι για τις νοήμονες αυτές μηχανές, αλλά λειτουργούν και σαν καντιανή κατηγορική προστακτική για τα ανθρώπινα όντα: "Πράξεις σαν τις δικές του μπορούν να προέρχονται απλώς μόνο από ένα ρομπότ, ή από ένα αξιοσέβαστο και αξιοπρεπή ανθρώπινο ον. Όμως βλέπεις, δεν είναι δυνατό να ανακαλύψεις της διαφορές ανάμεσα σ' ένα ρομπότ και το καλύτερο κομμάτι των ανθρώπων". Στο ίδιο διήγημα ο Ασίμοφ προβαίνει σε κριτική (από τόσο νωρίς!) των διάφορων φανατικών, τους Φονταμενταλιστές όπως τους λέει, οι οποίοι δεν έχουν προσαρμοστεί στα δεδομένα της εποχής τους, νοσταλγώντας μια απλή ζωή, αλλά δίχως λόγο, δίχως λογική, και γι' αυτό καθίστανται επικίνδυνοι. Το τελευταίο διήγημα με τίτλο "Η αποφευχθείσα  Σύγκρουση" περιλαμβάνει τις συνολικές απόψεις του Ασίμοφ για την πολιτική και οικονομική  πορεία του κόσμου ο οποίος διαιρείται βάσει μιας πρωτότυπης ταξινόμησης σε περιοχές (η Ευρωπαϊκή Περιοχή που έχει χάσει πια την πρωτοκαθεδρία που άλλοτε είχε, ας πούμε, περιλαμβάνει όλη την Ευρώπη εκτός από την ευρωπαϊκή Ρωσία και τα Βρετανικά Νησιά, αλλά περιλαμβάνει τις μεσογειακές ακτές της Αφρικής και της Ασίας καθώς και την Αργεντινή, Χιλή και Ουρουγουάη!), και τον κεντρικό ρόλο για την ανάπτυξη του ανθρώπου που θα έχουν οι Μηχανές: " Το ερώτημα για την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ξεπερνιέται, χάνει τη σημασία του. Όποιος τα κατείχε (αν μια τέτοια φράση έχει νόημα), είτε ένας άνθρωπος, μια ομάδα, ένα έθνος ή όλη η ανθρωπότητα, μπορούσαν να χρησιμεύσουν μονάχα όπως επέτασσαν οι Μηχανές". Θα έλεγα είναι το διήγημα που οφείλει να διαβάσει κάθε τεχνοφοβικός, κάθε δήθεν "πνευματικός" άνθρωπος που διχοτομεί μανιχαϊστικά τον κόσμο σε πνεύμα και ύλη αποδίδοντας οντολογική ανωτερότητα στο πρώτο και μειώνοντας ασυνάρτητα το δεύτερο, να το διαβάσει κάθε φανατικός  ιδεαλιστής ή υλιστής για να ξεθαρρέψει εντός του ο ορθός λόγος και τα ανθρώπινα συναισθήματα: "Η Μηχανή δεν είναι παρά ένα απλό εργαλείο το οποίο μπορεί να βοηθήσει την ανθρωπότητα να προοδεύσει ταχύτερα αναλαμβάνοντας αυτή κάποια από τα βάρη των υπολογισμών και ερμηνειών από την πλάτη της. Το έργο του ανθρώπινου εγκεφάλου παραμένει αυτό που πάντοτε ήταν: η ανακάλυψη νέων δεδομένων προς ανάλυση, και η επινόηση νέων εννοιών προς έλεγχο". Ο ανθρωπισμός του Ασίμοφ δεν είναι ξέχωρος από την πορεία της λογικής ανάπτυξης των Μηχανών. Η πορεία ανάπτυξης των Μηχανών είναι η πορεία ανάπτυξης του ανθρώπινου πνεύματος. Οι συγκρούσεις, πλέον μπορεί να αποφευχθούν, αλλά μονάχα οι Μηχανές είναι αναπόφευκτες: αυτό είναι το μήνυμα του Ασίμοφ.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Αναμνήσεις από την θρυλική τετράδα

Τζιμ Άνταμς
Ο Μικρός Αρχηγός
Τρία μικρά περιοδικά στοιχειώνουν τα παιδικά μου χρόνια. Είναι αδύνατο να προσδιορίσω χρονικά πότε άρχισα να διαβάζω με πάθος τις ιστορίες της θρυλικής τετράδας.Πάντως πρέπει να βρισκόμουν σε κάποια τάξη του δημοτικού και συνέχισα σε όλο το γυμνάσιο με πάθος και φανατισμό.


Οι καουμπόικες ιστορίες του Τζιμ Άνταμς, της Ντιάνα Μόρισον, του Τσιπιρίπο και του ανεπανάληπτου Πεπίτο Γκονζάλες ξεκίνησαν ως μίμηση των ιστοριών του Μικρού Ήρωα, τον οποίο ωστόσο δεν είχα διαβάσει ποτέ σε καμιά επανέκδοση του. Αντίθετα, οι ιστορίες γουέστερν, και μάλιστα με τέτοια σύνθεση χαρακτήρων, μου κινούσαν περισσότερο το ενδιαφέρον, καθώς εκτός από τα τρία αυτά περιοδικά διάβαζα και βιβλία γουέστερν, κυρίως τις ιστορίες του Λουίς Λ' Αμούρ που κυκλοφορούσαν από τις εκδόσεις "Βίπερ". Τα τρία μικρά περιοδικά είχαν αρκετά ικανοποιητική κυκλοφορία για την εποχή τους και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία διότι δεν ήταν περιοδικά με εικόνες αλλά κυρίως με κείμενο το οποίο σε ορισμένα παιδιά φαινόταν κουραστικό.
Μικρός Σερίφης
Όμως το κείμενο που ήταν γραμμένο με ολοζώντανο, γλαφυρό τρόπο, δίχως να απουσιάζουν τα κλισέ του είδους και οπωσδήποτε οι επαναλήψεις ταξίδευε τον μικρό αναγνώστη στην εποχή της άγριας δύσης και πετύχαινε την ταύτιση του με κάποιον από τους τέσσερις ήρωες.
Τσιπιρίπο
Ντιάνα Μόρισον

Ο Τζιμ Άνταμς, το αμερικανοποιημένο όνομα του Δημήτρη Αδαμόπουλου, του ελληνόπουλου που βρέθηκε στην αμερικάνικη Δύση για να επιβάλλει το νόμο και την τήρηση των κανόνων ηθικής που έφερε και λόγω της καταγωγής του ήταν το απόλυτο είδωλο, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, του Έλληνα υπερήρωα που με τον ηρωισμό και τον αδάμαστο ανδρισμό του αντιμετωπίζει κακοποιούς και σατανικούς αντιπάλους και τους νικά, μαζί με την παρέα του, χρησιμοποιώντας τα όπλα της αρετής του και την δύναμη των όπλων του.
Νομίζω πως η σειρά αυτή δεν θα είχε την επιτυχία που γνώρισε αν δεν υπήρχε η ταύτιση του αναγνώστη με τον κεντρικό ήρωα, ο οποίος είχε ελληνική καταγωγή. Δίπλα σ' αυτόν μια ετερόκλητη ομάδα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: η πανέμορφη μελαχρινή αμαζόνα Ντιάνα Μόρισον, την οποία οι συγγραφείς των ιστοριών ήθελαν να είναι ερωτευμένη με τον Τζιμ Άνταμς, το τετραπέρατο ινδιανάκι Τσιπιρίπο που αναλάμβανε αποστολές ανίχνευσης των αντιπάλων του νόμου και η κωμική φιγούρα του αφελούς αλλά πανέξυπνου μεξικάνου Πεπίτο Γκονζάλες για τον οποίο, όπως έλεγε πάντα με πειθώ, μια γριά μάγισσα είχε προφητέψει πως θα ζήσει ως τα εκατό του χρόνια, άρα δεν υπήρχε λόγος να φοβάται τις σφαίρες των εχθρών!


Η συλλογή μου απ' αυτά τα περιοδικά ήταν πολύ μεγάλη και χρόνο με το χρόνο αύξανε διαρκώς. Είχα γεμίσει δύο μεγάλα ντουλάπια, ίσως και περισσότερα, με τα περιοδικά μου τα οποία ταξινομούσα είτε με τον αύξοντα αριθμό κυκλοφορίας τους είτε με τον τίτλο τους. Τα πιο εντυπωσιακά ήταν αυτά που αναφέρονταν στις ομηρικές μάχες της θρυλικής τετράδας με τους προαιώνιους εχθρούς τους, τον Ελ Καπιτάν και τον Ομάρ Ατατούρκ.



Οι περιπέτειες αυτές συνεχίζονταν σε πολλά τεύχη και όταν διαπίστωνα πως μου έλειπε κάποιο περιοδικό από την συνολική σειρά γύριζα όλα τα περίπτερα της Αθήνας για να το βρω και να συμπληρώσω την συλλογή μου. Δύο φορές μάλιστα πήγα με την μητέρα μου στα κεντρικά γραφεία του περιοδικού και αγόρασα δεκάδες παλιά τεύχη που δεν είχα- ήμουν απόλυτα αφοσιωμένος στο μεγάλωμα της συλλογής μου και την απόλαυση που μου προσέφερε αυτή η αναγνωστική εμπειρία. Το μεγαλύτερο άγχος το είχα όταν φεύγαμε το καλοκαίρι για διακοπές: τί θα γινόταν τότε η συλλογή μου; Είχα μεγάλο άγχος γι' αυτό, και για να προφυλάξω τον μεγαλύτερο θησαυρό μου είχα γράψει με μαρκαδόρο διάφορα απειλητικά συνθήματα στους υποψήφιους κλέφτες των περιοδικών μου πάνω στα ντουλάπια ώστε ν' αποτρέψω κάθε δυνατότητα κλοπής της περιουσίας μου! Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν επέστρεφα σπίτι από τις διακοπές ήταν να δω αν η συλλογή διατηρούνταν στη θέση της. Στο παιδικό μου μυαλό αυτός ήταν ο μόνος θησαυρός άξιος λόγου, ούτε τα χρήματα, ούτε τα κοσμήματα, ούτε οτιδήποτε άλλο είχε αξία, αλλά οι κλέφτες όλων των εποχών αυτό δεν το γνωρίζουν (ευτυχώς) ούτε θα το μάθαιναν ποτέ.
Καθώς μεγάλωνα άλλαζαν οι αναγνωστικές μου συνήθειες και τα ενδιαφέροντα. Το πάθος μου για την ανάγνωση εξακολουθούσε να διαπερνά τη ζωή μου, διαφοροποιημένο βέβαια ανάλογα με την ηλικιακή εποχή και τα γενικότερα πνευματικά μου ενδιαφέροντα. Οι περιπέτειες της θρυλικής τετράδας λοιπόν έφυγαν σιγά σιγά από το προσκήνιο, σταμάτησα να μεγαλώνω τη συλλογή μου που από τα ντουλάπια μεταφέρθηκαν σε μεγάλες σακούλες που τοποθετήθηκαν στο αποθηκάκι του σπιτιού. Κάποια άλλα βιβλία κατέλαβαν το χώρο όπου πρωτύτερα έδιναν μάχες οι τέσσερις ήρωες μου με τους κακούς της Δύσης. Θεωρώ ως μια από τις μεγαλύτερες απώλειες τη στιγμή που αποφάσισα να πετάξω τη συλλογή των περιοδικών μου λόγω έλλειψης χώρου. Σίγουρα υπήρχαν πολλά περισσότερα άχρηστα πράγματα στο σπίτι που άξιζαν να πεταχτούν στα σκουπίδια και όχι η συλλογή μου. Με τον τρόπο αυτό χάθηκε ένα σημαντικό κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας και παρέμεινε μονάχα η γλυκιά ανάμνηση κάθε φορά που άνοιγα έναν καινούργιο Καουμπόι-Αρχηγό-Σερίφη: μια καινούργια ιστορία με περίμενε για να με ταξιδέψει μαζί της, στην αμερικάνικη άγρια δύση των υπερασπιστών του νόμου κατά των παρανόμων, σ' αυτή τη μάχη που επαναλαμβανόταν διαρκώς, όπως ο χυλός που έτρωγε ο φίλος μου Πεπίτο Γκονζάλες, αχνιστός και θρεπτικός σαν τα περιοδικά μου.




Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Πολυμέρης Βόγλης: Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου.

Ο Πολυμέρης Βόγλης
Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα αποτελεί ένα αντικείμενο μελέτης η βιβλιογραφία του οποίου συνεχίζει να αυξάνει. Στα σχολικά εγχειρίδια όμως αποσιωπάται τελείως, λες και η πιο σημαντική στιγμή της ελληνικής ιστορίας τον 20ο αιώνα θα πρέπει να παραμείνει terra ingognita για τους μαθητές. Αλλά είναι αυτή η στιγμή που εν πολλοίς έχει διαμορφώσει συνειδήσεις και συνεχίζει να ρίχνει τη σκιά της στον πολιτικό βίο της χώρας ως σήμερα. Ο Πολυμέρης Βόγλης εντάσσει τη μελέτη του, όπως αναφέρει στην εισαγωγή του, στην "ιστοριογραφική στροφή στην κοινωνία, και επιδιώκει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αποτελεί υποκείμενο και ταυτόχρονα αντικείμενο της πολιτικής". Βασικό χαρακτηριστικό της ερμηνευτικής του είναι η η άποψη  πως ο ελληνικός εμφύλιος είναι επανάσταση, αλλά μια αποτυχημένη επανάσταση. Πώς δικαιολογεί αυτόν τον χαρακτηρισμό του όμως; Παίρνοντας, κατ' αρχάς, μετρητοίς την άποψη του ΚΚΕ πως κάνει "επανάσταση" και πως ο ΔΣΕ υπήρξε ένας λαϊκός "επαναστατικός στρατός". Κατόπιν, αν είχε επικρατήσει το ΚΚΕ θα εγκαθιδρυόταν ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα παρόμοιο μ' αυτά της Ανατολικής Ευρώπης (ποιό όμως; Αυτό της Αλβανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Πολωνίας;) Τέλος, προσφεύγει τη διεθνή βιβλιογραφία για τις επαναστάσεις προκειμένου να τεκμηριώσει την θέση του αυτή. Για τον Βόγλη καθοριστικοί ήσαν οι παράγοντες , το συγκρουσιακό υπόβαθρο, που δημιουργήθηκε στα χρόνια της κατοχής και το κενό εξουσίας που δημιούργησε η κρίση της κρατικής εξουσίας, η οποία ήταν αποτέλεσμα της κατοχής και της ήττας του ελληνικού στρατού. Το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε τα χρόνια της κατοχής ανέλαβε να το καλύψει το ΕΑΜ ως η πιο αποτελεσματική και ενεργή πολιτικοκοινωνική δύναμη που απέκτησε και ένοπλα χαρακτηριστικά. Αλλά η εξουσία δεν χαρίζεται, μονάχα διεκδικείται.
Πολυμέρης Βόγλης: Η αδύνατη επανάσταση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Στο κενό εξουσίας το ΕΑΜ δεν υπήρξε ο μόνος παράγοντας που επιδίωκε την κάλυψη του αλλά και ο αστικός κόσμος που, αν και ηττημένος κοινωνικά, πολιτικά και στρατιωτικά, διασώθηκε χάρη στην ξένη επέμβαση και την ένταξη της Ελλάδας στη σφαίρα επιρροής των δυτικών δυνάμεων. Ήδη λοιπόν από τα Δεκεμβριανά του 1944 φαινόταν προς τα που θα έγερνε η πάλη για την εξουσία. Όπως γράφει ο Βόγλης: "Η άμεση εμπλοκή τόσο πολλών βρετανικών στρατευμάτων στην ενδοελληνική σύγκρουση του Δεκεμβρίου του 1944 αποτελούν μοναδική περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης ξένης δύναμης στην ελληνική ιστορία.....απ' αυτήν την άποψη, τα Δεκεμβριανά προεικόνιζαν τη συνθήκη περιορισμένης κυριαρχίας που θα επικρατούσε τα επόμενα χρόνια, δηλαδή την εξάρτηση του ελληνικού κράτους από τις ξένες δυνάμεις". Η διάσταση αυτή δεν κατανοήθηκε εγκαίρως από την ηγεσία του ΚΚΕ, για να διολισθήσει στη συνέχεια σε σωρεία πολιτικών λαθών, που ως αφετηρία είχαν την λανθασμένη ανάγνωση της πραγματικότητας. Ακόμα και το 1949, όταν όλα έδειχναν πως είχαν χαθεί, το ΚΚΕ στην 5η Ολομέλεια του διακήρυττε πως "η λαϊκή επανάσταση συνεχίζει το δύσκολο, μα νικηφόρο αγώνα της". Όπως ο Χίτλερ είχε πάρει διαζύγιο με την πραγματικότητα ύστερα από ήττα στο Στάλινγκραντ και συνέχιζε έναν καταδικασμένο στη συντριβή γι' αυτόν πόλεμο, έτσι και η ηγεσία του ΚΚΕ άρχισε και διεξήγαγε έναν "επαναστατικό" πόλεμο που ήταν εξαρχής καταδικασμένος. Το λέει , νομίζω, ξεκάθαρα ο Βόγλης αυτό: "Με αυτό τον τρόπο η επαναστατική αφήγηση ανασχημάτιζε τον πραγματικό κόσμο, ερμήνευε την αντικειμενική πραγματικότητα, κινητοποιούσε συλλογικά υποκείμενα και προσανατόλιζε την εμπρόθετη δράση τους κάτω από την καθοδήγηση μιας "φωτισμένης" ηγεσίας". Ο Βόγλης έχει μελετήσει σε βάθος τις πηγές και το αρχειακό υλικό, ενώ και η δευτερεύουσα βιβλιογραφία είναι πλήρης. Το βιβλίο είναι γλαφυρά γραμμένο, έχει λογοτεχνικές αρετές και, όσο και αν το θέμα είναι στενάχωρο και εν πολλοίς γνωστό ως προς τα βασικά του στοιχεία, διαβάζεται απνευστί. Δεν εστιάζει τόσο στη στρατιωτική ιστορία του Εμφυλίου, όπως το δίτομο έργο του Μαργαρίτη, όσο στην κοινωνικοπολιτική διάσταση. Βέβαια, διατηρώ επιφυλάξεις για την απροθυμία του συγγραφέα να πάρει θέση ως προς το κεντρικό ερώτημα κάθε πολεμικής σύγκρουσης: Ποιός φταίει; Τον ενδιαφέρει περισσότερο η έρευνα του για την φύση του εμφυλίου, "ώστε να μπορέσουμε να συσχετίσουμε τα αίτια με την εξέλιξη που είχε και να διαμορφώσουμε τους όρους για την κατανόησή του". Η κατανόηση των αιτίων όμως εμπεριέχει μια πρώτη απόπειρα να υπερβούμε την περιγραφική απεικόνιση του πολέμου για να οδηγηθούμε στην δράση των πρωταγωνιστών και των επιλογών που είχαν ή δεν είχαν.
Τελικά πόσο άλλαξε η ελληνική κοινωνία μετά τον Εμφύλιο; Τα συμπεράσματα του Βόγλη είναι αισιόδοξα: "Το τραύμα του Εμφυλίου, που διαιρούσε επί δεκαετίες την ελληνική κοινωνία, δεν την διαιρεί πλέον". Ωστόσο, υπάρχει και ένα άλλο τραύμα το οποίο δεν έκλεισε, αυτό της έλλειψης μεταρρυθμιστικού πνεύματος από την πλευρά των νικητών της εποχής εκείνης, που συνεχίζεται ως τις μέρες μας ανεξάρτητα από ποιά παράταξη κυβερνά. Ένα απόσπασμα στη σελ. 258 δείχνει πως η ελληνική πολιτική ζωή παραμένει προσκολλημένη στον αρχαϊσμό της: "Πολλές από τις προτάσεις των Αμερικανών αποσκοπούσαν στον εξορθολογισμό της λειτουργίας και τον εκσυγχρονισμό τη ςοργάνωσης του κράτους, όπως για παράδειγμα η μείωση του υπερδιογκωμένου στην Κατοχή δημοσίου τομέα.....ωστόσο αυτές οι προτάσεις προσέκρουαν στα συμφέροντα των πολιτικών ελίτ και των πελατειακών δικτύων που αυτές είχαν συγκροτήσει, με συνέπεια να πραγματοποιηθούν ελάχιστες μεταρρυθμίσεις". Ο Βόγλης λέει πως ο εμφύλιος ήταν  μια αδύνατη επανάσταση. Όμως, αδύνατη ήταν και η αντεπανάσταση, η νίκη της Δεξιάς. Η συνέχεια επιβεβαιώνει και τα δύο συμπεράσματα.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

W.G.Selald: Η ανάδυση της μνήμης-Συζητώντας με τον W.G.Sebald

Ο W.G. Sebald
Στο συγκεκριμένο τόμο έχουν συγκεντρωθεί διάφορες συνεντεύξεις που είχε δώσει εν όσω ζούσε ο Ζέμπαλντ καθώς και τρία δοκίμια γύρω από το έργο του. Το πρώτο δοκίμιο φέρει την υπογραφή του Tim Parks και δημοσιεύτηκε στους New York Review of Books to 2010- σύμφωνα με τον Parks "ο κόσμος του Ζέμπαλντ είναι διάχυτος από ένα συνεχές πίσω-μπρος, ανάμεσα στην πιο εξωφρενική ιδιοτροπία και στον πιο ωμό ρεαλισμό". Ακολουθούν τέσσερις συνεντεύξεις που έδωσε στην Eleanor Wachtel (για την Καναδική Ραδιοφωνία το 1997), στην Carole Angier (για την επιθεώρηση The Jewish Quarterly το 1996-97), στον Michael Silverblatt (στον σταθμό KCRW της Καλιφόρνια το 2001) και στον Joseph Cuomo (για το Queens College της Νέας Υόρκης το 2001). Στη συνέχεια παρεμβάλλονται δύο ακόμα δοκίμια, της Ruth Franklin και του Charles Simic, και ολοκληρώνεται με την τελευταία συνέντευξη στον Arthur Lubow (για το Threepenny Review, 2002).
"Η ανάδυση της μνήμης" Εκδόσεις Άγρα, Μετάφραση:Β. Δουβίτσας, Γ. Καλλιφατίδης
Στις συνεντεύξεις του ο Ζέμπαλντ φωτίζει τον τρόπο δημιουργίας του έργου του προσθέτοντας βιογραφικά στοιχεία που αυξάνουν το ενδιαφέρον για την προσωπικότητά του. Αν και ζούσε για χρόνια μακριά από την Γερμανία δεν επιχείρησε να γράψει σε άλλη γλώσσα εκτός από την μητρική του φέρνοντας για παράδειγμα έναν άλλο διάσημο συμπατριώτη του, τον Ελίας Κανέττι, που κι αυτός χρόνια στην Αγγλία επέμενε να γράφει στα γερμανικά. Μάλιστα ο Ζέμπαλντ τονίζει για τη χώρα του "εξαιτίας της ιδιόρρυθμης ιστορίας της και της άσχημης τροπής που πήρε η ιστορία στον αιώνα μας, ή, για να είμαι πιο ακριβής, από το 1870 και ύστερα, εξαιτίας αυτού, δεν μπορεί κανείς έτσι απλά να την απαρνηθεί και να πει ότι εγώ δεν έχω καμιά σχέση μαζί της. Έχω κληρονομήσει αυτό το σακίδιο και είμαι υποχρεωμένος να το κουβαλάω στην πλάτη μου, είτε μου αρέσει είτε όχι". Γεννήθηκα, μας λέει, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, και αυτό δεν του αφήνει άλλη επιλογή.Σημαντικές είναι οι παρατηρήσεις του για διάφορους ομότεχνους του, αναγνωρίζοντας την οφειλή του στον Τόμας Μπέρνχαρντ, στον οποίο προσδίδει έναν νέο ριζοσπαστισμό στην περίοδο της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας, η οποία "ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1950, αλλά και τις δύο επόμενες, είναι έντονα συμβιβασμένη, ηθικά συμβιβασμένη". Αναγνωρίζει την επινόηση μιας νέας αφηγηματικής φόρμας στον Μπέρνχαρντ, και αυτό είναι σημαντικό, μιας και η δική του φόρμα δεν έχει βρει, ακόμα, κάποιο μιμητή στα γερμανικά γράμματα. Όπως γράφει ο Arthur Lubow, στο τελευταίο δοκίμιο-συνέντευξη του βιβλίου "Ο Ζέμπαλντ και ο Προυστ είχαν και ένα επιπλέον κοινό: τη δημιουργία ενός μοναδικού ιδιώματος. Θα μπορούσε κανείς πολύ εύστοχα να πει για τα βιβλία του Ζέμπαλντ αυτό που είχε γράψει κάποτε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν για τον Προυστ, δηλαδή ότι "όλα τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα είτε δημιουργούν ένα νέο ιδίωμα είτε δίνουν τέλος σε ένα υπάρχον". Ουσιαστικές οι συνεντεύξεις και οι δοκιμιακές αυτές αναφορές, οι οποίες ωστόσο δεν αντικαθιστούν σε καμιά περίπτωση την ενδελεχή αναμέτρηση με το ίδιο το έργο του Ζέμπαλντ και την διαμόρφωση προσωπικής γνώμης γι' αυτό.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Μέλπω Αξιώτη: Δύσκολες νύχτες

Μέλπω Αξιώτη: Δύσκολες Νύχτες Εκδόσεις Κέδρος (8η έκδοση)
Δεν έχω καταφέρει να αντιμετωπίσω το συνειδησιακό μου πρόβλημα, όταν με κουράζει ένα βιβλίο να το παρατώ στην άκρη και είτε να το εγκαταλείπω δια παντός είτε να το ξαναρχίζω έπειτα από λίγο καιρό. Στα βιβλία πρέπει να δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία, ίσως και περισσότερες, όπως και στους ανθρώπους. Κάποια όμως, όσο έμπειροι αναγνώστες και αν είμαστε, είναι φύσει αδύνατο να συνεχιστεί η ανάγνωσή τους και σ' αυτό το σημείο δεν φταίει πάντα ο συγγραφέας- ίσως και ο αναγνώστης να μην έχει την κατάλληλη διάθεση ή τις αναγκαίες προσλαμβάνουσες ώστε να ευχαριστηθεί κάτι που του διαφεύγει συναισθηματικά. Έτσι, πολλές φορές ένιωσα την ανάγκη να παρατήσω, λίγο πριν φθάσω στη μέση, αλλά και αργότερα όσο το συνέχιζα και ένιωθα πως καταπιέζομαι, το βιβλίο "Δύσκολες Νύχτες" της Μέλπω Αξιώτη.
 Για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να εννοήσω, το συγκεκριμένο βιβλίο έτυχε θερμής υποδοχής όταν εκδόθηκε το 1938 ενώ είχε γραφτεί ένα χρόνο νωρίτερα. Όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή της 8ης έκδοσης των εκδόσεων "Κέδρος":
"Το πρωτοποριακό αυτό βιβλίο έγινε αμέσως αντικείμενο εγκωμιαστικών κριτικών αλλά και γενικού καγχασμού και πολεμικής".

Η Μέλπω Αξιώτη υπήρξε αγωνίστρια στις τάξεις του ΚΚΕ και το καιρό του εμφυλίου αυτοεξορίστηκε και γενικά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής στην εξορία, στη Γαλλία αλλά και στις ανατολικές χώρες.
Η Μέλπω Αξιώτη

Να συμφωνήσουμε πώς πρόκειται για πρωτοποριακό βιβλίο καθώς δεν θυμάμαι κάποιον άλλο Έλληνα μυθιστοριογράφο να γράφει τόσο ελλειπτικά ή, ακόμα, και τόσο κουραστικά, Το γλωσσικό ιδίωμα της Αξιώτη για τον σύγχρονο αναγνώστη ξενίζει και είναι δυσκολοχώνευτο, πολλές λέξεις που χρησιμοποιεί δεν χρησιμοποιούνται πλέον και η κατανόηση του κειμένου δυσκολεύει αφού απουσιάζει κάποιο σχετικό γλωσσάρι. Την εποχή που γράφτηκε την καταλάβαιναν καλύτερα; Δεν μπορώ να το γνωρίζω.Είναι καλή όμως στο να αναπαράγει τον μικρόκοσμο του νησιού της και να μεταφέρει στον αναγνώστη κάποιες εικόνες από την καθημερινότητα. Η κριτική ακόμα και σήμερα εκθειάζει τη γλώσσα και την γραφή της, το ελλειπτικό της ιδίωμα (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=289561http://laconialive.gr/?p=13892), αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που εκλαμβάνεται ως πρωτοπορία ο εξεζητημένος ναρκισσισμός. Όταν απουσιάζουν οι χαρακτήρες και η καλοδουλεμένη ιστορία, εκεί βρίσκει καταφύγιο η περίπλοκη γλώσσα, αλλά η απουσία νοήματος και, κυρίως, καλοδουλεμένης πλοκής, δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από το γλωσσικό όργανο που έγινε για να υπηρετεί την ιστορία και όχι το αντίστροφο. Το μόνο που θα μείνει από το συγκεκριμένο βιβλίο είναι η αντίθεση επαρχιακής ζωής και ζωής στην πρωτεύουσα που επιχειρεί να αντιπαραθέσει η Αξιώτη. Ένα δυνατό απόσπασμα στο τέλος του βιβλίου ίσως μπορέσει να συγκινήσει ακόμα και σήμερα όσους διατηρούν ανάλογες μνήμες: "Τάχατες με ποιό τρόπο μπορεί κανείς να θυμάται τον τόπο του; Με τον ασβέστη, τη μυρωδιά του καντηλιού στις εκκλησίες τ' απόγεμα, τον κατηφέ, όπως τα λένε κείνα τα κόκκινα λουλουδάκια σε βελούδο, και με τη φτώχεια. Έ; δεν είναι αλήθεια; πως αλλιώτικα γνώρισε κανένας τον τόπο του...-θυμάσαι μήπως εσύ τίποτ' άλλο; Και τώρα εφτάσαμε σ' ένα μέρος, αφού επαρπατήσαμε τόσο πολύ, όπου δεν απομένει άλλο να μας συγκινήσει, παρά το πολύ λίγο πράμα. Ένα βρώμικο ρούχο απλωμένο, το γκρεμισμένο παραθυρόφυλλο, είτε η μάνα σου π' 'όλη της τη ζωή κολλούσε τα χρυσά σειριτάκια- και το θυμάσαι πάντα,-στα παπαδίστικα που έραβε ο πατέρας σου".

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

W.G.Sebald: Η φυσική ιστορία της καταστροφής

Το βιβλίο πάνω στο καλοριφέρ (εκδ. Άγρα, μτφρ. Γ. Καλλιφατίδης)
Το βιβλίο αποτελεί μια σειρά διαλέξεων του Ζέμπαλντ πάνω στο θέμα "αεροπορικοί βομβαρδισμοί στη Γερμανία" κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και "λογοτεχνία", δηλαδή πώς η μεταπολεμική λογοτεχνική παραγωγή στη Γερμανία αντιμετώπισε το θέμα των αεροπορικών βομβαρδισμών των συμμάχων επί γερμανικού εδάφους, τη ολοσχερή καταστροφή των πόλεων και τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων πολιτών. Για τον Ζέμπαλντ υπάρχει πρόβλημα μνήμης των Γερμανών: "εμείς οι Γερμανοί, είμαστε ένας λαός χωρίς παραδόσεις, ένας λαός που κλείνει τα μάτια μπροστά στην ιστορία". Υπήρχε, μας λέει, η προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας της Γερμανίας, στη μεταπολεμική εποχή, γι' αυτό το σκοπό όμως θυσιάστηκε η αποτίμηση της πραγματικότητας και η καταγραφή της μέσω της λογοτεχνικής παραγωγής. Ο Ζέμπαλντ παραθέτει τη φρικτή στατιστική των συμμαχικών βομβαρδισμών: 400.000 πτήσεις αεροσκαφών, 600.000 νεκροί απ' αυτές.
Εικόνα από τον βομβαρδισμό της Δρέσδης
Μεγάλες και ιστορικές πόλεις ισοπεδώθηκαν, κέντρα πολιτισμού όπως το Αμβούργο και η Δρέσδη πέρασαν σε συνθήκες μεσαίωνα αφού οι ανελέητοι βομβαρδισμοί αφάνισαν κάθε είδους δομής στις πόλεις. Ο Ζέμπαλντ δεν καταγγέλλει τους βομβαρδισμούς, αλλά αυτό που ακολούθησε: "λες και μια σιωπηρή συμφωνία, εξίσου δεσμευτική για όλους, είχε απαγορεύσει την περιγραφή των πραγματικών διαστάσεων του υλικού και ηθικού πλήγματος, που είχε εκμηδενίσει απ' άκρη σ' άκρη τη χώρα". Με εξαίρεση τον Χάινριχ Μπελ στο βιβλίο "Ο Άγγελος σιωπούσε" που προσπάθησε "κατά προσέγγιση" να αποδώσει την καταστροφή, ελάχιστοι άλλοι συγγραφείς τόλμησαν να μιλήσουν για τα δεινά των γερμανικών πόλεων.Βέβαια ο Ζέμπαλντ καταλαβαίνει τους λόγους για τους οποίους έγινε αυτή η απόκρυψη: "αρκετοί ήταν εκείνοι που είδαν τις θεόρατες φλόγες σαν δίκαιη τιμωρία, αν όχι σαν πράξη αντιποίνων εκ μέρους μιας ανώτερης, ακατάβλητης δύναμης". Τούτη η διάσταση προστίθεται σε μια άλλη, εξίσου σημαντική διαπίστωση του Ζέμπαλντ που αφορά την ορμή αυτοσυντήρησης των Γερμανών πολιτών που συνέχιζαν τη ζωή τους μέσα στα χαλάσματα με παροιμιώδη ψυχραιμία και εγκαρτέρηση. Το αποκαλεί ένα φυσικό φαινόμενο, και είναι "η ικανότητα των ανθρώπων να ξεχνούν ο,τι δεν θέλουν να γνωρίζουν.....ιδωμένη από την άποψη αυτή, η μικροαστική συνήθεια των κατοίκων του Αμβούργου να εξακολουθούν να παίρνουν τον καφέ τους καθισμένοι στο μπαλκόνι, στα τέλη Ιουλίου του 1943, έχει κάτι το τρομακτικά αλλόκοτο και σκανδαλώδες". Δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε αυτό που αναφέρει στη συνέχεια ο Ζέμπαλντ, παραθέτοντας την παρατήρηση ενός Άγγλου ότι μόνο οι Γερμανοί θα μπορούσαν να διοργανώσουν βραδιά όπερας στο Βερολίνο, αμέσως μετά την κατάπαυση του πυρός! 
Παρά τη σιωπή όμως, ο Ζέμπαλντ είναι πεπεισμένος πως οι σύγχρονοι Γερμανοί γνωρίζουν πως η καταστροφή την οποία επέβαλαν σ' αυτούς οι σύμμαχοι ήταν αποτέλεσμα δικού τους έργου: "το παραληρηματικό όραμα της καταστροφής συνάδει με το γεγονός ότι πρωτουργοί των αεροπορικών επιδρομών υπήρξαν στην πραγματικότητα οι Γερμανοί, όταν βομβάρδισαν την Γκερνίκα, τη Βαρσοβία, το Βελιγράδι ή το Ρόττερνταμ". Τα όρια της μνήμης, όταν αυτή σιωπά μπροστά σ΄ένα γεγονός που την υπερβαίνει, δεν είναι τα όρια της αλήθειας που αποκαλύπτεται πάντοτε. Πέρα από την βασική διάλεξη για τη σχέση των αεροπορικών βομβαρδισμών με τη λογοτεχνία, στο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται και τρία δοκίμια -κριτικές του Ζέμπαλντ για πνευματικές μορφές της σύγχρονης Γερμανίας. Στο δοκίμιο του για τον Άλφρεντ Άντερς
Ο Άλφρεντ Άντερς
έχουμε το υπόδειγμα για το πώς μπορεί να γραφεί αρνητική έως εξουθενωτική κριτική αξιώσεων η οποία να αποδομήσει πλήρως τον συγγραφέα. Χαρακτηριστικό και προβεβλημένο εικόνισμα της μεταπολεμικής γερμανικής πεζογραφίας, ο Άντερς υπόκειται σε μια ανελέητη κριτική από τον Ζέμπαλντ με χαρακτηριστικές φράσεις σαν κι αυτήν εδώ: "Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι η γλωσσική σήψη και η υποταγή στο ανούσιο, πομπώδες πάθος δεν είναι παρά το επιφανειακό μόνο σύμπτωμα μιας διεστραμμένης ψυχοσύνθεσης, η οποία αποτυπώνεται και στο περιεχόμενο". Εξαιρετική αποδόμηση της μορφής του συγγραφέα και του περιεχομένου του έργου του!
Το κλίμα αλλάζει στο δοκίμιο για τον Ζαν Αμερύ. Όποιος υπήρξε θύμα παραμένει θύμα σε όλη του τη ζωή".Η τελευταία αυτή βαρυσήμαντη φράση του Ζέμπαλντ μπορεί κάλλιστα να βρει εφαρμογή και σήμερα όταν εξετάζουμε τα φαινόμενα του bullying και τον ιδιαίτερο ψυχισμό που αναπτύσσουν τα διαχρονικά θύματα. Ο Ζέμπαλντ αποτίει φόρο τιμής στον Αμερύ επειδή κατόρθωσε να διαλεχθεί με την μνήμη του, να σταθεί ώριμα απέναντί της και να καταγράψει τα όσα έζησε προκειμένου να την καταστήσει "προσιτή τόσο στον ίδιο όσο και σε εμάς". Διαβάζει υπαρξιακά τα γραπτά του Αμερύ τα οποία είναι ικανά από μόνα τους, όπως λέει, "να δώσουν μια ικανοποιητική εικόνα του τι σημαίνει προορισμός σου να είναι ο θάνατος".
Ο Ζαν Αμερύ
Ο πικρός και ταλαιπωρημένος βίος του Αμερύ στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί διαποτίζει όλο το έργο του, σημαδεύουν κάθε πτυχή του: "Ο ψυχισμός του εξακολουθεί να κατατρύχεται από τον ίσκιο των ιστορικών γεγονότων, προπάντων από την ωμή βία που τα διέκρινε.
Το τελευταίο δοκίμιο  αφορά το έργο του Πέτερ Βάϊς,
Ο Πέτερ Βάϊς
σημαντικότερο έργο του οποίου είναι "Η Αισθητική της Αντίστασης". Γράφει ο Ζέμπαλντ πως για τον Βάϊς "η μνήμη συνίσταται σχεδόν αναπότρεπτα στην ανάσυρση των μαρτυρίων του παρελθόντος". Μεταφυσικές διαστάσεις αντιλαμβάνεται ο Ζέμπαλντ πως δίνει ο Πέτερ Βάϊς στην κυριαρχία του κακού κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος, το οποίο ήταν ικανό "να κατασκευάζει στρατόπεδα όπως εκείνα όπου οι εκμεταλλευτές αξιοποιούσαν ανενόχλητοι την κυριαρχία τους, σε πρωτοφανή, μέχρι τότε, βαθμό". "Η Αισθητική της Αντίστασης" συνιστά μια "ιερή περιπλάνηση" στην πολιτιστική και νεώτερη ιστορία της Γερμανίας, και θεωρείται, από τον Ζέμπαλντ, ως έκφραση της βούλησης του Βάϊς να είναι με την μεριά των θυμάτων της ιστορίας. Η συλλογή αυτή δοκιμίων του Ζέμπαλντ προσδιορίζει τα όρια και τις προϋποθέσεις της τέχνης όταν αυτή αντικρίζει την διαστροφή της ιστορίας, το πώς πρέπει να γίνεται τέχνη προκειμένου να μην πεθάνει η μνήμη και τα θύματα της ιστορίας να έχουν φωνή και να ακούγονται μέσα από τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Να καταργηθεί η 25η Μαρτίου ως εθνική επέτειος.

Το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας
Η καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως εθνικής επετείου συνιστά τη θεσμοποίηση της βίας ως συσταστικό, ιδρυτικό στοιχείο του ελληνικού κράτους. Δεν έχει σημασία αν την ημερομηνία αυτή δεν ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση, αρκεί το συμβολικό αφετηριακό σημείο, να ορίζεται κάποια ημερομηνία ως έναρξη της επαναστατικής βίας, και αυτή η ημερομηνία να θεσπίζεται εθνική επέτειος. Άλλωστε δίχως την επέμβαση των ξένων δυνάμεων η ελληνική επανάσταση θα είχε αποτύχει. Επίσης με την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου η εκκλησιαστική εορτή του Ευαγγελισμού, κατεξοχήν δεσποτική εορτή, χάνει την σημασία που θα έπρεπε να είχε, ο ευαγγελισμός της σωτηρίας του ανθρώπου σκιάζεται από την κλαγγή των όπλων. Η κατάργηση της 25ης Μαρτίου, όπως και η καθιέρωσή της, θα συμβόλιζε μια νέα αρχή, έναν διαφορετικό συμβολισμό. Εθνική Επέτειος θα πρέπει να καθιερωθεί η 3η Φεβρουαρίου, τότε που υπογράφεται το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας στο Λονδίνο το 1830. Είναι η ημερομηνία ίδρυσης του ελληνικού κράτους με πρώτο κυβερνήτη τον Καποδίστρια, αλλά δίχως την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων δεν θα γινόταν εφικτή. Αναγνωρίζοντας την 3η Φεβρουαρίου αναγνωρίζουμε τη νίκη της διπλωματίας και όχι της βίας.