Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Αγκάθα Κρίστι: Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές

Όσες φορές και να διαβαστεί το έπος της Αγκάθα Κρίστι 'Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές" δεν είναι αρκετές για να το απολαύσει κανείς. Έχει γίνει ταινία, παιχνίδι adventure στον υπολογιστή, το πιο διάσημο, ίσως, αστυνομικό παζλ με ήρωα τον Ηρακλή Πουαρό, αλλά το απολαμβάνει κανείς μόνο στην έντυπη μορφή του. Το ξαναδιάβασα μέσα σε δύο μέρες για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια, τούτη τη φορά στο πρωτότυπο, μιας και η ελληνική μετάφραση έχει χαθεί, αλλά όταν το είχα πρωτοδιαβάσει, μαθητής γυμνασίου ήμουν, πόσο εντύπωση μου είχε κάνει το απίστευτο τέλος του καθώς ανατράπηκαν όλες οι εικασίες για το ποιός μπορούσε να είναι ο δολοφόνος του Ράτσετ. Ένα τέτοιο τέλος που νομίζω δεν έχει δώσει σε άλλο έργο της η Κρίστι.
Η ιστορία βασίζεται σε ένα αληθινό έγκλημα που είχε γίνει το 1932 στην Αμερική, ενώ και η Κρίστι είχε εμπειρία ταξιδιού με τον Όριεντ Εξπρές το φθινόπωρο του 1928. Μέσα στον κλειστό χώρο του τρένου, φέρνει η Κρίστι το 1934, ανθρώπους πολλών εθνικοτήτων συγκεντρωμένους μαζί, μια ιδιάζουσα συνάθροιση νοοτροπιών και παραδόσεων, προκειμένου στο τέλος να αποδοθεί δικαιοσύνη σε ένα φρικτό έγκλημα που η τυπική δικαιοσύνη απέτυχε να απονείμει. Ο Πουαρό σκέφτεται και λύνει το μυστήριο παρουσιάζοντας στο τέλος δύο εκδοχές, μια που θα παρουσιαστεί στις επίσημες αρχές της Γιουγκοσλαβίας (και εδώ είναι φανερή η βαθιά απέχθεια της Κρίστι προς τη νοοτροπία των βαλκανικών λαών, όπως φαίνεται από πολλές αιχμές στο βιβλίο), και η πραγματική εκδοχή που θα μείνει μεταξύ του Πουαρό και των υπολοίπων γιατί πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη. 
Ο Πουαρό δεν είναι μονάχα αυτός που σκέφτεται βαθιά και λύνει τα εγκληματικά παζλ, αλλά και προσφέρει άφθονο χιούμορ, όπως αυτή η ατάκα του την οποία σημείωσα για μελλοντική χρήση: "Μου αρέσει να βλέπω έναν οργισμένο Άγγλο. Είναι πολύ διασκεδαστικοί. Όσο περισσότερο εκφράζονται με συναίσθημα, τόσο λιγότερο έχουν έλεγχο της γλώσσας". 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Γκράχαμ Γκρην: Μπράιτον Ροκ

Η αγγλική έκδοση Penguin του 2004 
"Ο Χέϊλ γνώριζε, τρεις ώρες προτού φθάσει στο Μπράϊτον, ότι σχεδίαζαν να τον δολοφονήσουν". Έτσι ξεκινά, και σε βάζει αμέσως στο κλίμα νουάρ, ο Γκράχαμ Γκρην το δημοσιευμένο το 1938 μυθιστόρημα του "Μπράϊτον Ροκ", ένας τίτλος που πήρε το όνομα του από ένα είδος ζαχαρωτού που πρόσφεραν την εποχή εκείνη στην πόλη του Μπράϊτον. 
Το μυθιστόρημα έχει βασικούς πρωταγωνιστές τον νεαρό, εντελώς προβληματικό χαρακτήρα του Πίνκι, ο οποίος όνειρό του έχει να ηγηθεί συμμορίας εκβιαστών στο Μπράϊτον και να πάρει τα ηνία του τοπικού εγκλήματος από τον Κολεόνι, παλιό μούτρο στην πιάτσα, και δύο γυναίκες που σχετίζονται μαζί του με διαφορετικούς τρόπους, την Άϊντα Άρνολντ και την αγαθή Ρόουζ. Ο Γκρην σκιαγραφεί την σκοτεινή ψυχή του Πίνκι καθώς αυτός αισθάνεται να τον καταδιώκει η προδοσία στενών του συνεργατών , όπως ο Χέιλ, και αργότερα ο Σπάϊσερ, τους οποίους και δολοφονεί. Η ψυχοπαθολογία του νεαρού Πίνκι περιγράφεται, ως συνήθως σε έργα του Γκρην, με υπαρξιακούς όρους: "Αυτή ήταν η δύναμη του. Δεν μπορούσε να δει μέσω των οφθαλμών άλλων ανθρώπων, ή να  συναισθανθεί το κουράγιο τους". Η ψυχρότητα που αποπνέει, αν και μόλις 17 ετών, παγώνει το αίμα όσων βρίσκονται δίπλα του.Ήθελε να γίνει κάποιος σημαντικός, να τον σέβονται και να τον φοβούνται στον χώρο που διάλεξε να κινείται, να γίνει σεβαστός από τους μεγαλύτερους του κακοποιούς: "έπρεπε να αποδείξει σε κάποιον ότι ήταν- ένας άνδρας".
Σ' αυτό το αρνητικό κλίμα της παράνοιας και της καχυποψίας, όμως, υπάρχει ένα φως. Η επίσης ανήλικη, αλλά με στοχαστική διάθεση Ρόουζ, θα γίνει η φιλενάδα του Πίνκι και αργότερα η επίσημη μνηστή του, θα τον παντρευτεί με πολιτικό γάμο, αλλά ο γάμος αυτός από την πλευρά του Πίνκι αποτελεί ένα ακόμα σχέδιο του για να κλείσει το στόμα της Ρόουζ την οποία υποπτεύεται ότι καθώς γνωρίζει πως έχει βάψει τα χέρια του στο αίμα θα τον καρφώσει στην αστυνομία. Την παντρεύεται για να τις κλείσει κι αυτής το στόμα, πείθοντάς την σε μια δραματική σκηνή ν' αυτοκτονήσει. 
Grahan Greene
Αν έμενε σ΄αυτό το επίπεδο το μυθιστόρημα θα ήταν μια σπουδή πάνω στην εγκληματικότητα ανηλίκων στη Βρετανία. Αλλά ο Γκράχαμ Γκρην είναι μεταφυσικός συγγραφέας, δεν κατανοεί την σφαίρα του Πονηρού παρά μονάχα με θεολογικούς όρους, γι' αυτό και η ερμηνεία των κινήτρων των ηρώων του, ή ακόμα και η δική του ματιά στις πράξεις τους, επηρεάζεται από την προβληματική της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέλη της οποίας είναι ο Πίνκι και η Ρόουζ. Ίσως γι' αυτό, ακόμα και εκεί στο βαθύτερο σκοτάδι που βρίσκονται οι ψυχές των ηρώων του να αναδεικνύεται η παράλογη υποψία της Χάριτος, πως δηλαδή υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα, την οποία δραματοποιεί η αντίθεση ανάμεσα στην προσωπικότητα της Άιντα Άρνολντ που προσπαθεί να σώσει την Ρόουζ από τον χαμό μιας ολέθριας σχέσης με τον Πίνκυ και της ίδιας της Ρόουζ η οποία προβάλλει το παράλογο της αγάπης. Η Άιντα με την αυθεντία που θα μπορούσε να προβάλλει κάποιος που δεν γνωρίζει άλλες αποχρώσεις εκτός του άσπρου και του μαύρου, δηλώνει απερίφραστα πως "γνώριζε τι ήταν σωστό και τι ήταν λάθος", και αναλαμβάνει έργο κοσμικού ιεραποστόλου προκειμένου να σώσει το απολωλός. Αλλά δεν βρίσκεται υπό την ηγεμονία της Χάριτος. Τούτη, κι εδώ είναι το χριστιανικό παράδοξο, βρίσκεται στην Ρόουζ: "ήταν δύο ρωμαιοκαθολικοί μαζί στον γκρίζο δρόμο. Καταλάβαινε ο ένας τον άλλο". Το παράδοξο σώζει καθώς έχουν εγκαταλειφθεί οι βεβαιότητες. Το φινάλε του βιβλίου θα μπορούσε να είναι ένα θεολογικό δοκίμιο περί σωτηρίας και χάριτος. Στον κόσμο της απόγνωσης και της μοναξιάς που δημιούργησε ο Γκράχαμ Γκρην στο "Μπράϊτον Ροκ", υπάρχουν στιγμές σαν ρωγμές όπου αναφαίνεται μια κάποια διαφορετική ελπίδα, όχι της δικαιοσύνης που επιθυμούσε η Αϊντα, αλλά αυτή της υπερβάλλουσας αγάπης. Παράξενο μήνυμα για όσους δεν συμμερίζονται την ίδια πίστη με τον Γκράχαμ Γκρην.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Γουίλκι Κόλλινς: Man and Wife

Ο Κόλλινς ξεκίνησε να γράφει το "Ανδρόγυνο" το 1870, όπως πάντα σε συνέχειες προκειμένου να δημοσιευτεί σε φύλλα εφημερίδας. Το ερώτημα που απασχολεί τους μελετητές του έργου του είναι κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ένα έργο που εντάσσεται στα αριστουργήματα της πρώτης συγγραφικής του περιόδου, όπως είναι η "Φεγγαρόπετρα"  ή "Η Γυναίκα με τα Άσπρα", ή μήπως πρέπει να ενταχθεί στην ύστερη περίοδο της συγγραφικής δουλειάς του όπου συμπεριλαμβάνονται έργα όχι τόσο επιτυχημένα από καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας. Τέτοιες κατηγοριοποιήσεις όμως δεν ικανοποιούν παρά μονάχα το σχολαστικό πνεύμα ενός οκνηρού μελετητή ή επιφανειακού αναγνώστη που αναζητά ετικέτες τις οποίες επικολλά για να διευκολύνει την προσπάθεια κατανόησης του, αλλά έτσι χάνεται η αυθύπαρκτη παρουσία του έργου και η δυνατότητα αυτόνομης τοποθέτησης μας έναντι του περιεχομένου και της δομής του.

Ο Κόλλινς εδώ πραγματεύεται ένα εντελώς ιδιαίτερο θέμα που φαίνεται απασχολούσε στην εποχή του την επικαιρότητα. Πώς ορίζεται η νομιμότητα ενός γάμου, πότε ένα ζευγάρι θεωρείται σύμφωνα με το νόμο και τα ισχύοντα έθιμα στη Σκωτία και την Αγγλία θεωρείται παντρεμένο; Ο Κόλλινς στη βάση αυτού του προβληματισμού χτίζει ένα μυθιστόρημα με αρκετά μελοδραματικά στοιχεία, με μακροσκελείς διαλόγους, και αναλυτικές περιγραφές όπως συνηθιζόταν στη λογοτεχνία της βικτωριανής περιόδου, αλλά και με στοιχεία μυστηρίου, σασπένς και αβυσσαλέα πάθη. Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα στοιχεία, έτσι κι αλλιώς έντονα σε όλα τα βιβλία του Κόλλινς. Υπάρχει και κριτική διάθεση απέναντι στα ήθη της εποχής του και ιδιαίτερα σ' αυτό το απίθανο και παρανοϊκό πλέγμα που διέπει τις νομικές σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους καθορίζοντας την έννοια του γάμου με βάση την απλή και μόνο συγκατάθεση, ή δημόσια κοινοποίηση παρουσία μαρτύρων της δήλωσης πως ένας άνδρας και μια γυναίκα είναι παντρεμένοι. Αυτό, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σκωτίας, μπορούσε να γεννήσει πλήθος παρεξηγήσεων και άκυρων γαμήλιων ενώσεων ή ακόμα και γάμους υποτίθεται νόμιμους και έγκυρους αλλά δίχως την ουσιαστική επιθυμία ή συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων ανδρών και γυναικών. Ιδιαίτερα επιβαρυντική σ' αυτήν την περίπτωση ήταν η θέση των γυναικών που βρίσκονταν παγιδευμένες σε γάμους που δεν ήθελαν και δεν συναινούσαν. Ο Κόλλινς είναι επικριτικός σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος γι' αυτό το ζήτημα. 'Ετσι λοιπόν στο βιβλίο έχουμε τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, την αγνή, ευγενική και αξιαγάπητη Άννα Σιλβέστερ η οποία θεωρείται νυμφευμένη με βάση αυτούς τους παρανοϊκούς νομοθετικούς κανόνες με τον αδίστακτο Τζέφρυ Ντελαμάιν ο οποίος τη μισεί αφάνταστα και μηχανεύεται τρόπους για να την εξοντώσει. Η απεικόνιση των γυναικείων μορφών σ' αυτό, όπως και σε κάθε άλλο έργο του Κόλλινς είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη, καθώς περιγράφει τόσο πειστικά όλη την κλίμακα των γυναικείων συναισθημάτων και των μυστικών προδιαθέσεων της γυναικείας καρδιάς, και ενώ γράφει λίγο μετά το μέσο του 19ου αιώνα, η ψυχολογία των γυναικείων μορφών του μπορεί να γίνει αποδεκτή και σήμερα ως έγκυρη και πραγματική. Αλλά πέρα από τα θέματα του γάμου και των σχέσεων, το βιβλίο είναι εντυπωσιακά σύγχρονο όσον αφορά την κριτική που επιχειρεί ο Κόλλινς στο αθλητικό φαινόμενο, την μανία με τον πρωταθλητισμό και την προπόνηση πέρα από τα φυσικά όρια προκειμένου να επιτευχθεί μια μεγάλη επίδοση. Πόσο απόκοσμη θα έμοιαζε η κριτική αυτή ειδικά στην Αγγλία με το καταγεγραμμένο πάθος των Άγγλων για τα σπορ και την αθλητική ρώμη! Όμως και σήμερα ακόμη, όπου σε πλανητικό επίπεδο δεσπόζει η λατρεία της μεγάλης επίδοσης και των υπερανθρώπινων προσπαθειών για υπέρβαση των δυνατοτήτων του σώματος, η κριτική του Κόλλινς αποκτά προφητική διάσταση και αξία. Χρησιμοποιώντας τον χαρακτήρα του Σερ Πάτρικ Λάντι, αυτού του ευγενούς και καλλιεργημένου με την κλασική έννοια ανθρώπου, ο Κόλλινς προβαίνει σε μια δριμεία κριτική των υπερβολών γύρω από τον αθλητισμό και τις επιδόσεις, για να χτυπήσει την αρρενωπή μορφή του Τζέφρυ Ντελαμάιν που επιδίδεται σ' αυτές τις δραστηριότητες και προσελκύει πλήθος θαυμαστριών που λατρεύουν τους μυς και τις γραμμώσεις του σώματος του. Λέει ο Σερ Πάτρικ: "Η κοινή γνώμη στην Αγγλία, έχω την εντύπωση, δεν θεωρεί μονάχα την καλλιέργεια των μυών να έχει ίση σημασία με την καλλιέργεια του πνεύματος, αλλά να διευρύνει στην πράξη, ίσως και στην θεωρία, την ανόητη και επικίνδυνη άποψη της προπόνησης του σώματος στην πρώτη θέση από απόψεως σημασίας , και την πνευματική εκγύμναση στην δεύτερη...... Πού είναι η επιρροή αυτού του σύγχρονου ξεσπάσματος αρρενωπού ενθουσιασμού στα σημαντικά ζητήματα της ζωής;".
Wilkie Collins
Ο Σερ Πάτρικ σ' αυτό στο σημείο αγγίζει τις καρδιές μας. Εμείς που θεωρούμε την εμμονή με τα σπορ, όπως και ο Σερ Πάτρικ, εκδήλωση βαρβαρότητας όταν η ενασχόληση μ' αυτά φθάνει σ' αυτό το ακρότατο όριο, εκδήλωση βαρβατίλας και έκκριση άχρηστης τεστοστερόνης, αισθανθήκαμε πως άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μέσα μας καθώς διατύπωνε ήδη από τόσο παλιά και δίχως να έχουν ακόμα εκδηλωθεί όλα τα σύγχρονα φαινόμενα απαξίωσης του αθλητικού φαινομένου (χουλιγκανισμός, ντόπινγκ, κίτρινος αθλητικός τύπος κλπ), την πιο ουσιαστική κριτική: "Όταν η αντίληψη του κοινού εκθειάζει άμεσα την σωματική εκγύμναση πάνω από τα βιβλία, τότε ισχυρίζομαι πως η αίσθηση του κοινού βρίσκεται σε ένα επικίνδυνο άκρο". Ή ακόμα: "Μπορούν αυτές οι φυσικές επιτεύξεις (η δεξιότητα στην κωπηλασία, η ταχύτητα στο τρέξιμο κλπ), να τον βοηθήσουν έτσι ώστε να κερδίσει μια ανόθευτη ηθική νίκη επί του ατομικού εγωισμού και της σκληροκαρδίας του; Δεν μπορούν καν να τον βοηθήσουν να δει πως αυτός είναι εγωισμός και πως αυτή είναι σκληροκαρδία". Και μόνο αυτές οι σελίδες, αυτή η διεξοδική και προφητική φυσικά κριτική του Σερ Πάτρικ Λάντι με αφορμή τον αρρενωπό, αλλά αδίστακτο Τζέφρι Ντελαμάιν, αρκεί για να θυμόμαστε το "Ανδρόγυνο" του Γουίλκι Κόλλινς ως ένα σημαντικό λογοτεχνικό επίτευγμα με ηθικές αναφορές και σωστά πρότυπα. 

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Γιάννης Μοσχονάς: Stephen King- Η σκοτεινή πλευρά του Hollywood

Εκδόσεις Anubis , 2006
Να σε αναγνωρίζουν ως σημαντικό συγγραφέα εν ζωή είναι μια εξαιρετική τιμή την οποία βίωσαν λίγες σχετικά προσωπικότητες των γραμμάτων. Πόσο μάλλον όταν αυτή η προσωπικότητα παραλαμβάνει το Εθνικό Μετάλλιο Τεχνών, το ανώτατο κρατικό βραβείο στις Ηνωμένες Πολιτείες, για το έτος 2014, όταν ο ίδιος ο πρόεδρος Ομπάμα παρασημοφορεί τον μοναδικό βασιλιά των γραμμάτων Stephen King. Όπως δήλωσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ κατά τη βράβευση των King και των άλλων σημαντικών προσωπικοτήτων απ' όλο το φάσμα των τεχνών "εμπλουτίζουν σε βάθος και πλάτος την ιστορία μας ως Αμερικάνων και ως ανθρώπων". 
Η στιγμή της βράβευσης του Stephen King
Ναι, ανάμεσα σ' αυτούς, ήταν λοιπόν και ο μεγάλος σύγχρονος παραμυθάς, αυτός που οι φελλοί διανοούμενοι σκωπτικά θα τον συμπεριλάβουν στη λίστα με τους συγγραφείς παραλογοτεχνίας ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε μια "ελαφριά" λογοτεχνία που στερείται αξιώσεων καλλιτεχνικής εμβέλειας. Όπως όμως γράφει ο Γιάννης Μοσχονάς, κριτικός κινηματογράφου και από τους εγκυρότερους Έλληνες μελετητές του έργου του King, "για την παρανόηση αυτή ευθύνονται βέβαια οι επαγγελματίες που έχουν αναλάβει την προώθηση των έργων του King, προβάλλοντας μόνο την pulp πλευρά τους και οδηγώντας τον αναγνώστη σε μια λανθασμένη αντιμετώπιση του εν λόγω συγγραφικού φαινομένου.....σημαντικό μέρος του συγγραφικού του έργου αποστασιοποιείται εντελώς από τις τρομολαγνικές πρακτικές, τα βαμπίρ, τους λυκανθρώπους και τα άλλα πλάσματα της νύχτας, που είναι το αρχετυπικό σήμα κατατεθέν των ιστοριών τρόμου, και ασχολείται με πανανθρώπινες αλήθειες, ανθρωποκεντρικά δράματα και ενδοσκοπικά ταξίδια στη σκοτεινή πλευρά που καταπιέζουμε όλοι μέσα μας".
Ο συγγραφέας Γ. Μοσχονάς
Ο Stephen King είναι εξαιρετικά τυχερός δημιουργός διότι πέρα από τις χιλιάδες πωλήσεις των βιβλίων του και τη γενικότερη αναγνώριση, ευτύχησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και οι εφιάλτες που περιέγραψε με τις λέξεις να αποκτήσουν περίγραμμα και εικόνα. Ο Γιάννης Μοσχονάς με επιστημονικό και συστηματικό τρόπο περιγράφει τούτη τη μεταφορά στο βιβλίο των εκδόσεων Anubis "Stephen King, Η σκοτεινή πλευρά του Hollywood", ίσως το μοναδικό εγχειρίδιο που έχουμε στην ελληνική γλώσσα για αυτήν ακριβώς τη σχέση του λογοτέχνη King με τον King του σελιλόιντ. Το βιβλίο αποτελεί έναν θησαυρό πληροφοριών για τις ταινίες που γυρίστηκαν με βάση τα έργα του King, υπάρχουν αναφορές στους συντελεστές, δίδεται βαθμολογία για την ταινία και το βιβλίο, ενώ σε κάθε υποκεφάλαιο, μέσα σε ξεχωριστό πλαίσιο αναλύεται η σχέση της ταινίας με το βιβλίο και το πόσο πιστή ή όχι ήταν η μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη. Ιδιαίτερης προσοχής χρήσει η επισήμανση του συγγραφέα στην υποδοχή των ταινιών αυτών από την Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών της Αμερικής που απονέμει τα Όσκαρ. Ενώ αρκετές ταινίες με θέμα βιβλίο του King έχουν προταθεί με υποψηφιότητες σε διάφορες κατηγορίες Όσκαρ, το ισοζύγιο είναι σαφώς αρνητικό, ιδιαίτερα μάλιστα για κάποιες απ' αυτές όπως το αριστουργηματικό "The Shawshank Redemption" που ενώ είχε προταθεί για 7 από τα βασικά Όσκαρ δεν πήρε, τελικά, κανένα, αφήνοντας ένα στίγμα ντροπής στην αιωνιότητα στα μέλη της Ακαδημίας που αγνόησαν την αξία της ταινίας, διότι όπως γράφει ο Μοσχονάς "ο λόγος της αποτυχίας μπορεί να ανιχνευτεί στο σνομπισμό της Ακαδημίας απέναντι στον κινηματογράφο του φανταστικού". Ίσως ήταν σχετικά νωρίς για την Ακαδημία να βραβεύσει μια τέτοια ταινία, έπρεπε να περιμένουν αρκετά χρόνια αργότερα οι φίλοι του φανταστικού προκειμένου να δουν τον 'Αρχοντα των Δαχτυλιδιών" να σαρώνει τα σχετικά βραβεία. Η ανάγνωση του βιβλίου αυτού αναμφισβήτητα ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα στον αναγνώστη φίλο των βιβλίων του Stephen King, και τον οδηγεί με ασφάλεια στην απόλαυση και κριτική αποτίμηση των ταινιών εκείνων που βασίστηκαν στο λογοτεχνικό του έργο.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Ρόμπερτ Χάϊνλάϊν: Ξένος σε ξένη χώρα

Γραμμένο το 1961 το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Χάϊνλαϊν αντανακλά την κουλτούρα της εποχής και τις εναλλακτικές αναζητήσεις στην Αμερική γύρω από τα θέματα της θρησκείας, της μεταφυσικής πίστης, της σεξουαλικής ελευθεριότητας, τα οποία θα κορυφωθούν καθ΄όλη τη δεκαετία του 60 για ν' αρχίσουν να υποχωρούν από τα μέσα της δεκαετίας του 70 με την αναζήτηση και υιοθέτηση πιο συντηρητικών απόψεων. Ωστόσο ο "Ξένος σε Ξένη Χώρα" μπορεί ακόμα και σήμερα να διαβαστεί με ευχαρίστηση, παρά τον όγκο του και ίσως την ξεπερασμένη θεματολογία του. Υπάρχει σε πολλά σημεία τρελό χιούμορ και πληθώρα αλλόκοτων απόψεων και ιδεών, ένα ευχάριστο διάλειμμα από άλλα πιο "σοβαρά" ή "σκοτεινά" αναγνώσματα. 
Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε από την "Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου" των ΗΠΑ ως ένα απ' αυτά που μορφοποίησαν την κουλτούρα της Αμερικής. Όχι άδικα, γιατί πέτυχε να δημιουργήσει ρεύμα ιδεών που ακόμα και σήμερα διαποτίζει πολιτισμικές όψεις, έστω περιθωριακές αλλά πάντως υπαρκτές, της μεγάλης αυτής χώρας. Το βασικό του μοτίβο είναι η εκπαίδευση ενός αρειανού ο οποίος βρίσκεται στον γήινο πολιτισμό. Ο ξένος είναι ο Βαλεντάϊν Μάικλ Σμιθ ο οποίος μεγάλωσε μες την αρειανή κουλτούρα και τώρα πρέπει να ενσωματωθεί στον τρόπο ζωής και στις αντιλήψεις της ξένης γης, της αμερικάνικης γης όμως. Στους βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι και ο δαιμόνιος δικηγόρος Τζούμπαλ Χάρσο που απηχεί θα έλεγα τις απόψεις του ίδιου του Χάϊνλαϊν. Μια χαρακτηριστική άποψη που σημείωσα με ευχαρίστηση είναι και η ακόλουθη: ¨Η δημοκρατία είναι ένα άθλιο σύστημα. Το μόνο θετικό που μπορούμε να κάνουμε γι' αυτή είναι πως είναι οκτώ φορές καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη μορφή διακυβέρνησης. Το χειρότερο ελάττωμα της είναι πως οι ηγέτες της αντανακλούν τους ψηφοφόρους τους". Διαχρονική διαπίστωση που ισχύει ακόμα.
Robert Heinlein
Το βιβλίο διατηρεί την αξία του ως αναγνωστικός χρόνος που πρέπει να διαθέσει κανείς για τις απόψεις και τα σχόλια του Χάϊνλαϊν όσον αφορά τον ρόλο της θρησκείας και ειδικότερα του νέου φαινομένου που θα διογκωθεί αργότερα, των θρησκειών της Νέας Εποχής. Σύμφωνα με τον διορατικό Τζούμπαλ, μια εκκλησία "μπορεί να είναι οποιαδήποτε παρέα που αποκαλεί τον εαυτό της εκκλησία". Αφορμή για τις δεικτικές αυτές παρατηρήσεις είναι η κριτική στην θρησκεία των Φοστερικών, ένα αμάγαλμα συγκρητισμού και περίεργων γνωστικών δοξασιών προσαρμοσμένων στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου με τη λογική ενός σούπερ μάρκετ όπου κανείς μπορεί να βρει τα πάντα. Ένα καρναβάλι ευτυχίας είναι η εκκλησία των Φοστερικών που πουλά την πραμάτεια της στην καλύτερη οικονομική τιμή, ενώ διάχυτη είναι η ελευθεριάζουσα ατμόσφαιρα με μπόλικο σεξ και αρκετή μεταφυσική αναζήτηση για να είναι όλοι ικανοποιημένοι. Μέσα σ' αυτό το κλίμα ο αρειανός Σμιθ θα επιχειρήσει να δημιουργήσει την δική του θρησκεία, κοντράροντας τους Φοστερικούς, λέγοντας κάποιες αλήθειες οι οποίες όμως δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από το φανατισμένο πλήθος, όπως αυτή: "Η Αλήθεια είναι απλή αλλά ο Δρόμος του Ανθρώπου τραχύς. Πρώτα πρέπει να μάθετε να ελέγχετε τον Εαυτό σας". Ο Τζούμπαλ που μιλούσε τη γλώσσα της λογικής θα κριτικάρει σκωπτικά όλη αυτή τη θρησκευτική μανία με τον γνωστό του τρόπο, χαρακτηρίζοντας ως σολιψισμό και πανθεϊσμό την θεολογία των Φοστερικών και του Σμιθ, λέγοντας πως είναι "σαν το μαλλί της γριάς, άφθονη γεύση και καθόλου ουσία"!
Δεν είναι υψηλή λογοτεχνία το συγκεκριμένο βιβλίο, αν δεν έχει υπομονή κάποιος νομίζω αποκλείεται να το ολοκληρώσει, εκτός αν είναι οπαδός του συγκεκριμένου είδους και θέλει να διαβάσει κάτι κλασικό στο χώρο του που μάλιστα βραβεύτηκε το 1962 με το βραβείο Ούγκο. Έχει όμως ασκήσει επίδραση, είναι υπεύθυνο για την δημιουργία της "Εκκλησίας όλων των Κόσμων", μιας νεοπαγανιστικής οργάνωσης που υπάρχει από τη δεκαετία του 1960, η οποία ιδρύθηκε από τον Τιμ Τζελ και σήμερα ισχυρίζεται πως βρίσκεται στο στάδιο της τρίτης εκ του φοίνικος αναγέννησης της. Δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι αυτό, αλλά όπως φαίνεται από τις πληροφορίες που δίνουν στην ιστοσελίδα τους, www.caw.org, λαμβάνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό και την αποστολή τους. Ο ιδρυτής τους επηρεάστηκε από το βιβλίο του Χάϊνλαϊν, προφανώς και από το γενικότερο κλίμα της πανθρησκείας της Νέας Εποχής και αποφάσισε να ιδρύσει δική του θρησκευτικό μόρφωμα, δίνοντας μάλιστα και αναλυτικές συμβουλές για τον τρόπο που θα κάνουν σεξ τα μέλη της οργάνωσης του όπως φαίνεται εδώ http://caw.org/content/?q=condom, προφανώς όμως δεν επηρεάστηκε καθόλου από την κριτική που ασκεί στο βιβλίο ο Τζούμπαλ Χάρσο για την θρησκεία του τύπου που εκπροσωπούσε ο Φόστερ και κάθε μελλοντικού θρησκευτικού σωτήρα. Στον χώρο της Νέας Εποχής και του νεοπαγανισμού τέτοια φαινόμενα είναι δυνατά καθώς εντάσσονται στην γενικότερη φιλοσοφία του μεταμοντέρνου όπου τα πάντα είναι εφικτό να συνδυαστούν μεταξύ τους. Ο Μάικλ Σμιθ, γράφει ο Χάϊνλαϊν, μιλούσε ως "τέλειος πλασιέ αυτοκινήτων". Ας θεωρήσουμε τούτη τη γραφική διαπίστωση ως κριτική του φαινομένου της πανθρησκείας και των κάθε λογής αιρέσεων που αναφύονται στο έδαφος του υποκειμενισμού.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

125 χρόνια πριν

125 χρόνια, σαν σήμερα, από τη γέννηση της βασίλισσας του εγκλήματος. Εγκληματικό λάθος το ότι χάθηκαν τα άπαντα σχεδόν των βιβλίων της σε διάφορες μετακομίσεις, αν και οι εκδόσεις Λυχνάρι δεν με ικανοποιούσαν ποτέ εξαιτίας της πρόχειρης και ατημέλητης έκδοσης. Τώρα όμως θα έρθουν και πάλι στη βιβλιοθήκη, όλα, στο πρωτότυπο κείμενο τη φορά αυτή, και θα διαβαστούν από την αρχή. Μετά την Αγία Γραφή και τον Σαίξπηρ, η Αγκάθα Κρίστι.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Χαρακτήρες

Διαβάζοντας, στην πολύ καλή έκδοση και μετάφραση των εκδόσεων Ζήτρος, τους "Χαρακτήρες" του Θεόφραστου βρίσκει κανείς μεγάλη ποικιλία χαρακτήρων όπου μπορεί να κατατάξει τους Έλληνες πολιτικούς- η επιγραμματική διατύπωση του Θεοφράστου σαν να μην άλλαξε νόημα και περιεχόμενο από τότε. Λόγου χάριν ο Ψευδολόγος: "Η δε λογοποιία εστί σύνθεσις ψευδών λόγω και πράξεων, ων πιστεύεσθαι βούλεται ο λογοποιών" (= Η ψευδολογία είναι η σύνθεση ψευδών λόγων και πράξεων, για τις οποίες αυτός που ψευδολογεί επιθυμεί να γίνει πιστευτός). Επίκαιρο, αναμφισβήτητα. Αλλά αν ψάξεις βρίσκεις κι άλλα που θα ταίριαζαν, όπως το απόφθεγμα για τον Χωριάτη: "Η χωριατιά φαίνεται ότι είναι η απρεπής έλλειψη λεπτότητας". Ευνόητο είναι πως πολλοί πολιτικοί συνδυάζουν πολλούς χαρακτήρες μαζί, μοιάζει όμως το εκλογικό σώμα να επιλέγει αυτούς πάντα που ταυτίζονται με τον δικό του θεοφράστειο χαρακτήρα.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Αγκάθα Κρίστι: Έρχεται ο θάνατος όπως το τέλος

Οι εκδόσεις "Λυχνάρι" φρόντισαν να εκδώσουν το συνολικό έργο της Κρίστι στα ελληνικά αλλά το παράκαναν με την απόδοση ορισμένων τίτλων, κι έτσι το Death Comes as the End το μετέφρασαν "Τα άστρα μιλούν για θάνατο". Δημοσιευμένο το 1945 είναι από τα βιβλία εκείνα που δεν έχουν ως πρωταγωνιστή κάποιον από τους γνωστούς Πουαρώ ή Μαρπλ, ούτε από τους ελάσσονες πρωταγωνιστές όπως η Τούπενς και ο Τόμυ αλλά ούτε καν κάποιον επιθεωρητή που αναλαμβάνει να λύσει το αίνιγμα των φόνων. Διαδραματίζεται στην αρχαία Αίγυπτο, το 2000 π.Χ., στην οικεία του Ιμχοτέπ, ιερέα που απέδιδε σπονδές στους νεκρούς του κάτω κόσμου, όπου μια σειρά φόνων γίνονται, όλοι από το οικογενειακό του περιβάλλον, όταν αυτός αποφασίζει να φέρει και να ζήσει μαζί του η πανέμορφη παλλακίδα Νοφρέτ. 
Το μυστήριο που δημιουργεί η Κρίστι είναι έντονο, η ατμόσφαιρα μαγική, αισθάνεσαι σε κάθε σελίδα το κακό να απειλεί και να εξαφανίσει όσο το δυνατό περισσότερους ήρωες. Οι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι, με διαφορετικά χρώματα αποδίδει τις συναισθηματικές μεταβολές των τεσσάρων παιδιών του Ιμχοτέπ όταν γνωρίζουν την απόφασή του να ζήσει με τη Νοφρέτ. Η Κρίστι οδηγεί τον αναγνώστη με το να τον κάνει να υποψιάζεται το παρελθόν της Νοφρέτ ως παράγοντα που ευθύνεται, κατά κάποιο τρόπο, με την αλληλουχία των φόνων. Είναι όμως έτσι;  Η Αγκάθα Κρίστι μετέφερε αρκετές φορές την πλοκή των έργων της στην Αίγυπτο, κι αυτό είναι ένα από τα πιο καλογραμμένα έργα της. 

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταξύ Σόλωνος και Χαριλάου Τρικούπη

Όπως τότε, έτσι και την εποχή εκείνη στο βιβλιοπωλείο της οδού Σόλωνος δούλευαν τρεις βιβλιοπώλες, δεμένοι μεταξύ τους, εξαιρετικά φιλικοί προς τους πελάτες με τους οποίους δεν είχαν μια σχέση απλώς διεκπεραιωτική αλλά κατεξοχήν βιβλιοφιλική. Μπορούσες να συζητήσεις μαζί τους με τις ώρες, δεν σε πίεζε ο χρόνος να αγοράσεις ένα βιβλίο, να το πληρώσεις και να φύγεις, αλλά να ακούσεις και πεις κουβέντες με αυτούς και άλλους πληγωμένους από τη γνώση και την αγάπη προς το διάβασμα που κατέφευγαν στο μικρό αυτό ναό για να ικανοποιήσουν το πάθος τους. Η εβδομαδιαία επίσκεψη λοιπόν στο βιβλιοπωλείο αυτό γινόταν θεσμός, μια μικρή απόλαυση σαν τον ζεστό πρωινό καφέ. Φυσικά στον ίδιο δρόμο, αλλά και στους παράδρομους υπήρχαν κι άλλα βιβλιοπωλεία που μπορούσες να βρεις αυτό που έψαχνες και να ικανοποιήσεις παράλληλα και την ανάγκη σου για ξεχαρμάνιασμα με βιβλιοπώλες ή άλλους πελάτες, αλλά αυτό το συγκεκριμένο καθώς ήταν πιο μαζεμένο σε χώρο, αλλά όχι φτωχότερο σε τίτλους, ήταν περισσότερο κοντά στα γούστα κάποιου που διάβαζε κείμενα γύρω από τις ανθρωπιστικές σπουδές, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, έκανε κάποια καλή τιμή στο ταμείο, ενώ και η χαλαρή διάθεση ανάμεσα στους πελάτες και τους βιβλιοπώλες επέτρεπε να συμβεί το αμάρτημα κάθε συνεπούς αναγνώστη, η βιβλιοκλοπή.
Από τους τρεις βιβλιοπώλες, η πλέον βιβλιοφιλική μορφή ανάμεσά τους ήταν αναμφισβήτητα ο μουσάτος. Θα μπορούσε να εργάζεται σε οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο μια τέτοια μορφή, ίσως μονάχα αυτός να ενσάρκωνε το ιδεώδες του ανθρώπου του βιβλίου όπου νυχθημερόν βρίσκεται εκεί, πίσω από το ταμείο, μπροστά από τα ράφια, στο υπόγειο ή το πατάρι, ψάχνοντας κάποια έκδοση που του τη ζήτησε ένας ψαγμένος πελάτης, τακτοποιώντας το χάος, αναζητώντας την καλύτερη θέση για τα δοκίμια του Μπόρχες: στη θέση της λογοτεχνίας ή της φιλοσοφίας; Ήταν μονάχα βιοποριστικοί οι λόγοι που τον έκαναν να μην φεύγει ποτέ, να μην απομακρύνεται ούτε καν την περίοδο που οι αναγνώστες απουσιάζουν στις παραλίες λερώνοντας στην άμμο τα βιβλία που αγόρασαν από το βιβλιοπωλείο του; Μήπως δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει και αποφάσιζε να μένει συνέχεια εκεί; Προφανώς δεν είχε τίποτα άλλο σημαντικότερο να κάνει. Γι’ αυτό και δέσποζε η παρουσία του εκεί μέσα, ήταν το ίδιο σημαντικός όσο και η αποστολή αυτών που πούλαγε. Διάβαζες στο πρόσωπό του την αφοσίωση στο βιβλίο ενός κόσμου που σιγά σιγά θα φύγει, για να παραχωρήσει τη θέση του στη ραγδαία εξάπλωση των ηλεκτρονικών πωλήσεων βιβλίου.
Ένας φανατικός αναγνώστης όταν δεν έχει λεφτά αναγκάζεται για να ικανοποιήσει το πάθος να κλέψει βιβλία. Ο Κωστής Παπαγιώργης περιγράφει σε ένα κείμενο του το πώς κατόρθωσε την δεκαετία του 60 να απαλλοτριώσει γύρω στους 10.000 τόμους από τα βιβλιοπωλεία του Παρισιού, όχι μονάχα γιατί ήθελε να χτίσει μια προσωπική βιβλιοθήκη ο ίδιος, αλλά για να τα εμπορευθεί συνάμα. Η περιγραφή των τεχνασμάτων που χρησιμοποιούσε για να κλέβει τα βιβλία τον ανύψωνε σε πραγματικό ήρωα στα μάτια κάποιου με ανάλογο πάθος. Τα πράγματα εξελίχθηκαν, όμως, από τότε και τα βιβλιοπωλεία με τα μέτρα ασφαλείας που διαθέτουν δυστυχώς αποτρέπουν τη συστηματική κλοπή των τίτλων τους. Απ’ όλα τα πάθη, αυτό είναι το μόνο δικαιολογημένο. Όταν πεινάς και δεν έχεις λεφτά, θα κλέψεις για να φας, όταν δεν έχεις λεφτά για να αγοράσεις όσους τίτλους χρειάζεσαι, θα κλέψεις βιβλία- δεν χρειάζεται περισσότερη αιτιολόγηση. Ο μουσάτος βιβλιοπώλης κάποτε όμως ανακάλυπτε τις κλοπές, ίσως να υποψιαζόταν, αλλά ποτέ δεν είπε τίποτα, ποτέ δεν προσέβαλε πελάτη του- διακριτικά μετέφερε το μήνυμα του. Ήταν ο άνθρωπος των βιβλίων, γι’ αυτό και κατανοούσε.
Τα χρόνια πέρασαν και το βιβλιοπωλείο μεταφέρθηκε αλλού. Παρέμενε στέκι βιβλιόφιλων, σημαντικών διανοουμένων που σύχναζαν εκεί για να συζητήσουν, τις περισσότερες φορές, ή να αγοράσουν κάποιο καινούργιο βιβλίο, τις λιγότερες φορές. Λόγω της κρίσης ήταν αναμενόμενο η κίνηση στην αγορά βιβλίου να πέσει σημαντικά. Τέτοια μάλιστα ανεξάρτητα  βιβλιοπωλεία  χτυπήθηκαν περισσότερο καθώς το βιβλίο, που ήταν ακριβό έτσι ή αλλιώς, αποτέλεσε αντικείμενο πολυτελείας γι’ αυτούς που αναγκάστηκαν να βάλουν προτεραιότητα άλλες αγορές με το συρρικνωμένο εισόδημα τους. Βέβαια, οι άρρωστοι του είδους θα προτιμήσουν να περιορίσουν το ψωμί ή την έξοδο για καφέ προκειμένου να αγοράσουν το βιβλίο που θέλουν, αλλά μονάχα μ’ αυτούς δεν στηρίζεται η αγορά του βιβλίου, ειδικά τέτοιων ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων. Στηρίζεται μόνο η ανάγκη για κουβέντα με ανάλογους ανθρώπους που συνεχίζουν να συναντιούνται εκεί, αλλά τα έξοδα των ιδιοκτητών του βιβλιοπωλείου δεν θα καλυφθούν από την διαπροσωπική σχέση τους με τους βιβλιόφιλους αλλά όχι αγοραστές, πλέον, βιβλίων.

Ο ηρωικός μουσάτος παραμένει εκεί. Παρά τα χρόνια που πέρασαν, κάποιες δεκαετίες, εξακολουθούσε ο φανατικός βιβλιόφιλος να μαθαίνει νέα του. Είχε όμως σταματήσει η εικόνα του την εποχή εκείνη, με τα πυκνά μαύρα μαλλιά, το ατημέλητο μαρξιστικό μαύρο μούσι, τα μεγάλα μαύρα γυαλιά, με τα  εμφανώς φθαρμένα ρούχα, να δεσπόζει στο χώρο, έχοντας πλήρη εποπτεία των χιλιάδων τίτλων βιβλίων που βρίσκονταν γύρω του, δεξιά αριστερά στα ράφια, ακόμα και για αυτά που μέλλουν να έρθουν στο βιβλιοπωλείο, για τις καινούργιες και τις σπάνιες εκδόσεις. Ένα έμψυχο βιβλίο ο ίδιος. Έως ότου, τον είδε ξανά σε κάποιες φωτογραφίες, φυσικά στο βιβλιοπωλείο, τα χρόνια να έχουν αφήσει το λευκό αποτύπωμα τους, τα μαλλιά και το μούσι από το πυκνό μαύρο να έχουν μετατραπεί στο χρώμα του χιονιού, και αν δεν ήταν η συγκεκριμένη αναφορά στις φωτογραφίες, ή αν τον έβλεπε στον δρόμο, δεν θα τον αναγνώριζε, διότι ο χρόνος είχε ξεγελάσει και τον αναγνώστη, πίστευε πως η εικόνα είναι διαρκής και αμετάλλακτη, και πως δύσκολα πια θα μπορούσε να ταυτίσει την μορφή που γνώρισε με τη νέα, τη μορφή με τα λευκά μαλλιά και το δασύτριχο λευκό μούσι, ίσως η πυκνότητα να παρέπεμπαν στην παλιά μορφή, αλλά με ένα άλμα της φαντασίας που δεν ήταν ικανός, ή και πρόθυμος ακόμα, να πράξει γιατί γι’ αυτόν η εμμονή στις αναμνήσεις σήμαινε την απροθυμία του να μεγαλώσει, η ακινητοποίηση του χρόνου σήμαινε την διαρκή του επιθυμία να παραμείνει σε ένα καθεστώς διαρκούς νεότητας και ανεμελιάς τότε που οι βιοτικές ανάγκες αντιμετωπίζονταν με την κλοπή κάποιων βιβλίων, ενώ τώρα απλώς με το κοίταγμα σε μια βιτρίνα ή στην ιστοσελίδα κάποιου εκδοτικού οίκου. Ο άνθρωπος όμως του βιβλίου με τα λευκά μαλλιά και τη λευκή γενειάδα του θύμισαν πως ο χρόνος πέρασε και γι’ αυτόν τον ίδιο, και πως δεν είναι πια καιρός για ψέμματα. Μια στιγμή όμως. Κοίταξες τα μάτια του; Αυτά δεν γέρασαν, η ματιά παραμένει διαπεραστική και αγνή, με στρώσεις σοφίας βέβαια περισσότερες, αλλά είναι εκεί για να σε παρηγορεί πως η κοινή σας αγάπη, το βιβλίο, δεν μορφώνει απλώς, αλλά μορφοποιεί και την εικόνα σου στα μάτια του άλλου. Και έτσι διαπίστωσε με χαρά πως ο μουσάτος ήταν πάντα νέος.

Σιμόν Βέιλ: Επιστολές και Δοκίμια

Σ’ αυτό το βιβλίο είναι συγκεντρωμένες οι σημαντικές επιστολές που απέστειλε η Σιμόν Βέιλ στον καθολικό ιερέα Περρέν καθώς και κάποια από τα εμβληματικά δοκίμια που έγραψε στη ζωή της. Ο τίτλος της συλλογής «Περιμένοντας τον Θεό» είναι και εύστοχος και ενδεικτικός των προθέσεων, ή μάλλον της επιθυμίας της Βέιλ, που σε όλη της τη ζωή περίμενε τον Θεό, με έναν τρόπο όμως διαφορετικό από τους υπόλοιπους πιστούς της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Στην πρώτη της επιστολή, εκφράζει τον δισταγμό της να προσχωρήσει και τυπικά στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μέσω του μυστηρίου του βαπτίσματος. Γράφοντας στον Πατέρα Περέν, θεωρεί τονε αυτό της ανάξια των μυστηρίων της Εκκλησίας. Εδώ βλέπουμε μια ταπείνωση η οποία φθάνει στα άκρα, μια ταπείνωση που συντελείται στην έρημο του κοσμικού χώρου και χρόνου, η οποία διαμαρτυρείται κατά της ευκολίας με την οποία μπορεί κάποιος να γίνει μέλος της Εκκλησίας. Γράφει η Βέιλ: «Αυτού του είδους το εμπόδιο που με σταματά εκτός της Εκκλησίας οφείλεται είτε στην δική μου ατελή κατάσταση, ή στο γεγονός πως η κλήση μου και η θέληση του Θεού, εναντιώνονται σ’ αυτό….αν είναι το θέλημα του Θεού να εισέλθω στην Εκκλησία, θα κάνει γνωστό το θέλημα του σε μένα στην κατάλληλη στιγμή, όταν θα είμαι άξια γι’ αυτό ώστε να μου επιβάλλει το θέλημα του». Δεν αποκλείει μια τέτοια κατάσταση στο μέλλον, στο παρόν όμως θεωρεί πως το θέλημα του Θεού επιβάλλει τη μη ένταξη της στην Εκκλησία. Εδώ ακούμε τη φωνή μιας ξεχωριστής ψυχής που στέκεται με δέος προ του γεγονότος της ολοκληρωτικής αφοσίωσης στην Εκκλησία, δίσταζοντας να κάνει το τελικό βήμα γιατί η ίδια παίρνει πολύ στα σοβαρά τούτη την αφοσίωση και ένταξη. Η αλλόκοτη ταπείνωση της δια Χριστόν σαλής Σιμόν Βέιλ φθάνει σ’ αυτό το σημείο παραδοχής: «Αν κάποια μέρα έλθει όπου θ’ αγαπώ τόσο πολύ τον Θεό ώστε να αξιωθώ της χάριτος του βαπτίσματος, θα αποδεχθώ τη χάρη αυτή την ίδια εκείνη μέρα, αληθινά, με τον τρόπο που ο Θεός επιθυμεί, είτε μέσω του βαπτίσματος με την αυστηρή έννοια του όρου ή με κάποιον άλλον τρόπο. Κατ’ αυτή την έννοια για ποιο λόγο να αγχώνομαι; Δεν είναι δουλειά μου να σκέφτομαι περί του εαυτού μου. Η δουλειά μου είναι να σκέφτομαι τον Θεό. Είναι δουλειά του Θεού να νοιάζεται για μένα». Η συγκλονιστική Σιμόν Βέιλ περιγράφει έναν τρόπο μέθεξης στο μυστήριο της Εκκλησίας καθόλου συνηθισμένο, που ίσως, με μια τολμηρή σκέψη, θυμίζει τη μετάνοια της οσίας Μαρίας Αιγυπτίας. Η επιφύλαξη της Βέιλ εξειδικεύεται περισσότερο στη δεύτερη επιστολή όπου εδώ αναπτύσσει τις σκέψεις της για την εξωτερική μορφή της Εκκλησίας ως «κοινωνικής δομής» η οποία την φοβίζει. Την φοβίζει ιδιαίτερα ο πατριωτισμός που εμφιλοχωρεί σε ρωμαιοκαθολικούς κύκλους, αλλά και μια αίσθηση πως θ’ ανήκει σε μια ένωση που θα την διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους ανθρώπους, σε ένα σώμα δήθεν σωσμένων: «αισθάνομαι πως είναι απαραίτητο και επιβεβλημένο να παραμείνω μόνη μου, μια ξένη και εξόριστη σε σχέση με κάθε ανθρώπινο κύκλο δίχως εξαίρεση». Η κοσμική μοναξιά που επιβάλλει στον εαυτό της θα μπορούσε κανείς να τη θεωρήσει εωσφωρική, ειδικά και στον δικό μας εκκλησιαστικό χώρο με την έντονη προδιάθεση μια τυπική και εξωτερική παρουσία στα γεγονότα της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά η Βέιλ δεν μιλούσε αφ’ υψηλού, αλλά στο πνεύμα της ταπείνωσης που χαρίζεται μονάχα στους αληθινά πνευματικούς ανθρώπους, άλλωστε η Βέιλ , όπως γράφει στην πνευματική της αυτοβιογραφία, «είχα υιοθετήσει την χριστιανική στάση ως τη μόνη δυνατή. Μπορώ να ισχυριστώ πως γεννήθηκα, ανατράφηκα, και διαρκώς παρέμεινα εντός της χριστιανικής έμπευσης». Αυτό που την συγκλόνισε εσωτερικά και μετέβαλλε την εξωτερική αποδοχή του χριστιανικού μυστηρίου σε εσωτερικό γεγονός σωτηρίας και αλήθειας είναι η ανάγνωση και η βαθύτερη κατανόηση της Κυριακής Προσευχής, και μάλιστα η ανάγνωση της στο ελληνικό πρωτότυπο: «η άπειρη γλυκύτητα αυτού του ελληνικού κειμένου με συνεπήρε τόσο πολύ, που για πολλές μέρες δεν μπορούσα να σταματήσω από το να την απαγγείλω διαρκώς». Όμως, παρά αυτή την μυστική εμπειρία, η Βέιλ αισθανόταν πως ο Θεός δεν την ήθελε στην Εκκλησία, τουλάχιστον στην παρούσα στιγμή της ζωής της. Σε ποια Εκκλησία όμως ο Θεός δεν την ήθελε; Στην Εκκλησία της εκκοσμικευμένης μορφής, η οποία «μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ήταν ολοκληρωτική, ήταν η σειρά της Εκκλησίας να εγκαθιδρύσει πρώτη εκείνη ένα είδος ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα, ύστερα από τον πόλεμο με τους Καθαρούς».
Σιμόν Βέιλ
Τούτη τη μορφή αμφισβητεί η Βέιλ, δίχως να αμφισβητεί τον Θεό ή την καθαρότητα και την ομορφιά της χριστιανικής πίστης καθώς και την ανάγκη για την παρουσία σύγχρονων αγίων στην σημερινή κοινωνία. Η σύγχρονη αγία είναι η Σιμόν Βέιλ με αυτόν τον παράδοξο λόγο που συμβάδιζε με τον παράδοξο σαλό της βίο. Ο λόγος της χάριτος αναβλύζει από τα γραπτά της σε κάθε σημείο: «Όταν, ωστόσο, ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, παραδίδεται τότε στο νόμο της βαρύτητας. Τότε νομίζει πως είναι ελεύθερος να αποφασίζει και να επιλέγει, αλλά είναι μονάχα ένα πράγμα, μια πέτρα που πέφτει».
Πέρα από τα αυτοβιογραφικά και πνευματικά αυτά κείμενα, στον τόμο αυτό υπάρχει και ένα άλλο δοκίμιο που προκαλεί συγκίνηση και θα έπρεπε υποχρεωτικά να διαβαστεί από καθέναν που θέλει να ασχοληθεί με την ακαδημαϊκή ζωή του πνεύματος, με κάποια επιστήμη. Το δοκίμιο έχει τον τίτλο «Στοχασμοί για την ορθή χρήση των σχολικών σπουδών υπό το φως της αγάπης του Θεού». Ένα δοκίμιο για κάθε μαθητή τελικά, ανεξάρτητα σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μάθησης βρίσκεται, είτε ξεκινά από το δημοτικό σχολείο, είτε βρίσκεται σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας, είτε στο πανεπιστήμιο και στη μεταδιδακτορική έρευνα, ή αποφασίζει έπειτα από πολλά χρόνια να αφιερωθεί σε έναν τομέα μελέτης για χάρη αυτής και της καλλιέργειας του εαυτού του. Η Βέιλ θεωρεί πως μονάχα οι σχολικές ασκήσεις αναπτύσσουν ένα υποδεέστερο είδος προσοχής, ωστόσο «είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές στην αύξηση της δύναμης της προσοχής η οποία θα είναι διαθέσιμη στον καιρό της προσευχής». Συνδέει λοιπόν την προσοχή με την δυνατότητα της προσευχής, αλλά προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Το πνεύμα μόνο μέσω της επιθυμίας να προοδεύσει, αλλά για να υπάρχει επιθυμία «πρέπει να υπάρχει ευχαρίστηση και χαρά στην εργασία….η χαρά της μάθησης είναι τόσο απαραίτητη στη σπουδή όσο είναι η αναπνοή στο τρέξιμο….όταν απουσιάζει δεν υπάρχουν αληθινοί σπουδαστές, αλλά μονάχα καρικατούρες εκπαιδευομένων που, στο τέλος της εκπαίδευσής τους, δεν θα έχουν καν μια ασχολία». Πόσο επίκαιρα ηχούν αυτά τα λόγια τον καιρό των επιδοτούμενων σεμιναρίων, τούτη την διαχρονική (αυτό)εξαπάτηση πολιτών, εκπαιδευτών και κρατικών υπηρεσιών! Αν δεν υπάρχει η χαρά στην σπουδή και στην πνευματική εργασία, τότε δεν μπορεί να υπάρχει προπαρασκευή για πνευματική χριστιανική ζωή. Γι’ αυτό και η Βέιλ ακόμα και στην επίλυση ενός προβλήματος γεωμετρίας βλέπει την ανόθευτη εικόνα της μοναδικής, αιωνίου και ζώσας Αλήθειας, δηλαδή του Ενσαρκωμένου Λόγου: «Κάθε σχολική εργασία, ιδωμένη μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι σαν ένα εκκλησιαστικό μυστήριο». Γι’ αυτό είναι αναγκαία η προσοχή και η σοβαρότητα στην αντιμετώπιση των σχολικών εργασιών: «ευτυχισμένοι είναι αυτοί που διάγουν την εφηβεία και τη νεότητά τους αναπτύσσοντας αυτή την δύναμη της προσοχής….οι σπουδές βρίσκονται εγγύτερα του Θεού εξαιτίας της προσοχής η οποία συνιστά την ψυχή τους. Όποιος περνά τα χρόνια των σπουδών του δίχως ν’ αναπτύσσει αυτήν την προσοχή μέσα του έχει απολέσει έναν μεγάλο θησαυρό». Στην ουσία αυτό που συνιστά η Βέιλ είναι μια ασκητικότητα ως απόλυτα συνυφασμένη με την ουσία των σπουδών και της μελέτης η οποία, με τη σειρά της, θα οδηγήσει σε ανώτερη πνευματική σφαίρα, θα αποτελέσει κατά κάποιον τρόπο την εισαγωγή στην χριστιανική πνευματική ζωή. Η γεωμετρία, η μελέτη των λατινικών, των ελληνικών, των ξένων γλωσσών, της φιλοσοφίας, της φυσικής, κάθε μάθησης, η ακαδημαϊκή εργασία που αρχίζει εξ απαλών ονύχων και δεν τελειώνει ποτέ «εμπεριέχει ένα τέτοιο πολύτιμο μαργαριτάρι που γι’ αυτό αξίζει κανείς να πουλήσει όλα την περιουσία του, κρατώντας τίποτα για τον εαυτό του προκειμένου να το αποκτήσει». Πόσο στενή και τεθλιμμένη αυτή η οδός για τους σύγχρονους σπουδαστές.
Ο λόγος της Βέιλ είναι  διαχρονικός , επίκαιρος και αξίζει να τον μελετάμε και να επανερχόμαστε σ’ αυτόν ακατάπαυστα.



Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Η μάχη με τον χρόνο

Η αγωνία να ξεκλέψεις λίγη ώρα από βιοτικές ασχολίες για ν' ασχοληθείς με την κατεξοχήν βιοτική σου ανάγκη, το διάβασμα.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

George Gissing: Οι Κονδυλοφόροι (New Grub Street)

Σε κάθε λίστα με τα καλύτερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί στην αγγλική γλώσσα, το New Grub Street του George Gissing συμπεριλαμβάνεται σ' αυτές, δείγμα της αξίας του και της διαχρονικότητάς του. Δυστυχώς δεν είχα τη δυνατότητα να το απολαύσω στο πρωτότυπο, αλλά η μετάφραση του Βασίλη Καλλιπολίτη ήταν εξαιρετική και γλαφυρή, οπότε όσα χάθηκαν στην απόλαυση του πρωτοτύπου κερδήθηκαν από την ανάγνωση της μετάφρασης. Όπως αναφέρει μάλιστα στο εισαγωγικό του σημείωμα, η ελληνική απόδοση του τίτλου οφείλεται στον Κώστα Σιμόπουλο, επιτυχημένη, και μέσα στο πνεύμα του βιβλίου καθώς ο αγγλικός τίτλος αν έμενε ως είχε δεν θα έλεγε και πολλά πράγματα στο κοινό, καθώς η οδός Grub ήταν ο δρόμος στο Λονδίνο που κατοικούσαν, τον 18ο αιώνα, εξαθλιωμένοι γραφιάδες που έβγαζαν τα προς το ζην εξαιρετικά δύσκολα. 
Το μυθιστόρημα διαβάζεται άνετα και στις μέρες μας γιατί το θέμα του είναι εξαιρετικά επίκαιρο, ο τρόπος της καλλιτεχνικής δημιουργίας και ο ρόλος του χρήματος σ' αυτήν. Δύο ανθρώπους του πνεύματος μας απεικονίζει σε όλες τις αντιθέσεις και την κοσμοθεωρία τους ο Γκίσσιγκ, τον Τζάσπερ Μίλβεν και τον Έντουιν Ρίρντον, και κοντά σ' αυτούς μια γυναίκα που επηρεάζει και διαμορφώνει την μοίρα τους, την Έμι Γιουλ. Ο Τζάσπερ είναι ο άνθρωπος που βάζει το χρήμα πάνω από την τέχνη, είναι ο άνθρωπος της εποχής μας, αυτός που θεωρεί την λογοτεχνία ως επάγγελμα και μάλιστα επικερδές.
George Gissing
Για να πετύχει επαγγελματικά σ' αυτόν τον χώρο, δεν χρειάζεται κανενός είδους ιδεαλισμός αλλά μονάχα η παραδοχή πως το χρήμα είναι το βασικό κίνητρο και ο σκοπός που κάποιος γράφει, και ειδικά στο ευρύ κοινό που αρέσκεται να τρέφεται από σκουπίδια. Θα έλεγε κανείς πως η σύγχρονη γυναικεία αισθηματική ροζ λογοτεχνία τύπου Μαντά και Δημουλίδου έχει ως πρότυπο τις απόψεις του Τζάσπερ Μίλβεν. Οι απόψεις του ταιριάζουν μ' αυτό το είδος της γραφής: "Να προσφέρουμε στη μάζα το φαγητό που της αρέσει..... Για να ευχαριστήσεις τους άξεστους πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να ενσαρκώνεις το πνεύμα της κακογουστιάς". Ο Τζάσπερ είναι λοιπόν ο άνθρωπος της εποχής, της φρικτής παραλογοτεχνίας που πλουτίζει τους εμπνευστές της (ένα άλλο διεθνές παράδειγμα ο Νταν Μπράουν, ή ακόμα και η δημιουργός του Χάρυ Πόττερ) προσφέροντάς τους σκουπίδια. Η αντίθεση στον Τζάσπερ είναι ο Ρίρντον και το alter ego του, ο Χάρολντ Μπίφεν, δύο ταπεινοί γραφιάδες που ενώ θέλουν να δημιουργήσουν σπουδαίο έργο, δεν αντέχουν την πίεση της εμπορικής επιτυχίας και της παραγωγής συγκεκριμένης ποσότητας σελίδων, αφού αυτό επιδιώκει η εμπορική διάσταση της λογοτεχνίας. Μάλιστα η Έμι, η σύζυγος του Ρίρντον που θα τον οδηγήσει έμμεσα στο χαμό του είναι κατηγορηματική και κυνική συγχρόνως: "Είσαι υποχρεωμένος να γράψεις για την αγορά", του λέει, και πόσο δραματικές είναι εκείνες οι σελίδες του βιβλίου όπου ο Ρίρντον μη αντέχοντας την πίεση της αναγγέλλει πως θα αφήσει τον χώρο αυτό για να γίνει απλός υπάλληλος, μεροκαματιάρης, πόσο ψυχρά τον αντιμετωπίζει τότε η Έμι. O Γκίσσιγκ προβαίνει μέσω των χαρακτήρων του σε κοινωνιολογικές παρατηρήσεις που δεν έχουν χάσει την αξία τους: "η κατάρα της φτώχειας είναι για τον σύγχρονο άνθρωπο ο,τι ήταν για τον αρχαίο η δουλεία", θυμίζοντας σ' αυτό το σημείο τις φιλοσοφικές αναφορές περί χρήματος που έκαμε ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844. Ο Ρίρντον και ο Μπίφεν θα οδηγηθούν σ' έναν λυρικό χαμό, αλλά ο αναγνώστης αυτούς θα συμπαθήσει και θα ταυτιστεί μαζί τους. Παρά το κυνικό τέλος του βιβλίου και τον θρίαμβο της λογικής του χρήματος και των υπολογισμένων συναισθημάτων που ενσαρκώνουν ο Τζάσπερ και η Έμι ("ποτέ δεν συνάντησα γυναίκα τόσο κατάλληλη να με βοηθήσει στην καριέρα μου" λέει ο Τζάσπερ), η καρδιά του αναγνώστη βρίσκεται μαζί μ' αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους των γραμμάτων που προσπάθησαν να δικαιώσουν έναν ιδεαλισμό που από τα πράγματα και την εποχή ήταν καταδικασμένος: "η τέχνη της ζωής είναι η τέχνη του συμβιβασμού", λέει ο Ρίρντον, αλλά αυτή η διαπίστωση δεν αφορούσε τους ίδιους ως μη πρακτικά πνεύματα που ήσαν. Ο Ρίρντον πεθαίνοντας αναφωνεί πως "δεν θα πάω μαζί σας στην Ελλάδα", θεωρώντας το ταξίδι στην Ελλάδα σαν ένα προσκύνημα στην καρδιά, στον τόπο του καθαρού καλλιτεχνικού θεάματος. Αυτό δεν θα γίνει βέβαια από τον Ρίρντον, αλλά από τον Γκίσσιγκ με το New Grub Street, και την αναγνωστική χαρά που πρόσφερε ως γνήσιος καλλιτέχνης.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Αυτόχειρες



Διαβάζοντας τους "Κονδυλοφόρους" (New Grub Street) του Τζωρτζ Γκίσσιγκ έπεσα πάνω σε μια ενδιαφέρουσα φράση την οποία αμέσως, στο νου μου, ταύτισα με την αυτοκτονία του Νίκου Πουλαντζά. Οι γενικεύσεις δεν είναι σωστές, αλλά η περίπτωση του μου ήρθε πρώτη στη μνήμη. Έγραφε ο Γκίσσιγκ: "Ο διανοούμενος που αυτοκτονεί οδηγείται συχνά στην απόφαση από τη βεβαιότητα του ότι είναι ασήμαντος. Ο οίκτος για τον εαυτό του έρχεται να γίνει ένα με μια αυτοπεριφρόνηση, και η ταπεινωμένη ψυχή του δεν ανέχεται άλλο την ύπαρξη".
Την ίδια μέρα που ολοκλήρωνα την ανάγνωση του βιβλίου του Γκίσσιγκ, έπεσα τυχαία πάνω σε μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Lifo, http://www.lifo.gr/team/almanak#60013 του Michael Lowy, όπου απαντώντας στο ερώτημα για την πράξη της αυτοκτονίας του Πουλαντζά στο Παρίσι λέει: " μεγάλος φίλος του Νίκου, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, που είναι και δικός μου φίλος, ήταν μαζί του όταν προέβη στην πράξη του. Διηγείται πως ο Νίκος άρχισε να πετάει τα βιβλία του από το παράθυρο, λέγοντας πως ό, τι είχε γράψει δεν άξιζε τίποτα, ότι είχε αποτύχει στην θεωρητική του αναζήτηση, και μετά απ' αυτό πήδηξε από το παράθυρο. Υπάρχει επομένως σίγουρα μια αίσθηση προσωπικής αποτυχίας. Αλλά κανείς ποτέ δεν θα μάθει, είναι μία ανεξήγητη τραγωδία...".
Ένα τυχαίο γεγονός, μια αναφορά περί αυτοκτονίας των διανοουμένων στο βιβλίο που διάβαζα συνδέθηκε άμεσα και ανεξήγητα στο νου μου με την τραγική περίπτωση του Νίκου Πουλαντζά και αμέσως , διαβάζοντας την ερμηνεία του Lowy, κατέληξα στο συμπέρασμα πως κανείς δεν πρέπει να παίρνει στα σοβαρά τις ιδέες που γεννά το μυαλό, καμιά θεωρία, καμιά κοσμοθεωρία, αλλά σαν παρατηρητής απλώς να καταγράφει αυτό που συμβαίνει. Και τότε η εξήγηση θα του δοθεί.
 

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Κροπότκιν για αρχάριους.

Η "βουλεύτρια" (και ίσως θαυμάστρια του αναρχισμού;) κα Ραχήλ Μακρή ανήρτησε την εξής αναφορά του πρίγκιπα Πιοτρ Κροπότκιν στο Facebook:
"Και αν η αστική κοινωνία παρακμάζει, αν εισήλθαμε σ’ ένα αδιέξοδο απ’ το οποίο δεν μπορούμε να βγούμε δίχως να επιτεθούμε στους παλιούς θεσμούς με φωτιά και τσεκούρι, αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή δώσαμε τόσο μεγάλη σημασία στον υπολογισμό. Επειδή συνηθίσαμε να δίνουμε μόνο για να πάρουμε. Επειδή βάλαμε ως στόχο μας να μετατρέψουμε την κοινωνία σε εμπορική επιχείρηση βασισμένη στη χρέωση και την πίστωση (από:Το σύστημα της μισθωτής εργασίας)".
Δεν θα μπορούσε πάντως να αναρτηθεί για την περίπτωση της  μια άλλη αναφορά του Πιοτρ Κροπότκιν, από το μεγαλειώδες "Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη" : "Όταν κάποιος έχει ταλέντο, τότε τα πάντα συμβάλλουν στην εξέλιξή του".

Συριζληνικά

"Οι βουλευτές και οι βουλεύτριες που υπογράφουμε το κείμενο αυτό...." (Αρχή κειμένου 17 συριζαίων βουλευτών).
Ίσως στα επόμενα κείμενα να διαβάζουμε κάπως έτσι: Οι υπουργοί και οι υπούργιες, Η Πρωθυπούργια (αν τύχει....), αλλά πως δεν σκέφθηκαν το απλούστατο όταν την προσφωνούν:  Η Προεδράρα της Βουλής;

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Μαρκ Λίλλα: Ο Θνησιγενής Θεός. Θρησκεία, Πολιτική και η Νεότερη Δύση

Τροφή για σκέψη είναι το βιβλίο του καθηγητή ανθρωπιστικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια Μαρκ Λίλλα. Στην ουσία πρόκειται για μια μελέτη των σχέσεων θρησκείας και πολιτικής, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στους Νεότερους Χρόνους στη Δύση, αλλά κάνοντας αναφορές και στο κλασικό παρελθόν της Δυτικής Ευρώπης, προτού αυτονομηθεί η πολιτική φιλοσοφία από την θεολογία. Ο Λίλλα περιγράφει την διαπλοκή των δύο κυρίαρχων κοσμοθεωριών που διαμόρφωσαν την πολιτική παράδοση της Δύσης και το πως, κυρίως χάρη στον Χομπς, έγινε εφικτός ο Μεγάλος Διαχωρισμός της πολιτικής από την θεολογία, πως έπαψε να είναι κυρίαρχη η πολιτική θεολογία για να αναπτυχθεί πολιτική φιλοσοφία και επιστήμη. Αναγνωρίζει ο Λίλλα στον Αυγουστίνο την πρώτη μεγάλη θεολογικό-πολιτική σύνθεση της δυτικής σκέψης στο έργο του "Η Πολιτεία του Θεού". Ο Αυγουστίνος είναι αυτός που δίδει τον τόνο στην χριστιανική πολιτική θεολογία, αλλά είναι με την στέψη του Καρλομάγνου από τον Πάπα που συμβαίνει αυτό που χαρακτηρίζει ο Λίλλα ως "σύγχυση των συμβόλων" εξουσίας, της πολιτικής και της πνευματικής στη Δύση. Τα χρόνια αυτά (11ος και 12ος αιώνας) είναι άλλωστε κυρίαρχη στη Δύση η "περί περιβολής έριδα" , για το αν ο Πάπας θα κατέχει εκτός από το πνευματικό ξίφος και το πολιτικό, ή αν το δεύτερο δικαιωματικά ανήκει στον μονάρχη και στους αυτοκράτορες. Το πρόβλημα για τον Λίλλα σ' αυτήν την περίοδο εντοπίζεται στις εξουσιαστικές διεκδικήσεις της θεολογικής εκκλησιαστικής σκέψης που διεκδικεί και κερδίζει ρόλο στην διαμόρφωση της πολιτικής. Το σημείο καμπής εντοπίζεται στους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου αιώνα όπου οι χριστιανοί καταδίωκαν και φόνευαν τους χριστιανούς λόγω διαφορετικών δογματικών πεποιθήσεων: "αυτό που διέρρηξε την ενότητα της χριστιανικής πολιτικής ήταν η θεολογική αυτοσυνείδηση και ένταση των συγκρούσεων, οι οποίες πυροδότησαν νέες συγκρούσεις που ρίζωναν στις βαθύτερες αμφίσημες όψεις της χριστιανικής αποκάλυψης". Η χριστιανική βία αυτόν των αιώνα τροφοδοτούσε τον φανατισμό και το αντίθετο. Τότε ήταν που συνέβη αυτό που περιγράφει ο Λίλλα ως ο Μεγάλος Διαχωρισμός της πολιτικής φιλοσοφίας από την κοσμολογία και την θεολογία. Τα ονόματα που έρχονται στο προσκήνιο είναι αυτά του Χιούμ, του Λοκ και, κυρίως, του Χομπς, που εισάγει μια νέα ανθρωπολογία, ανατρέποντας την ίσαμε τότε θεώρηση της προτεραιότητας του Θεού έναντι της φύσης του ανθρώπου θεωρώντας πως "ο φόβος, η άγνοια και η επιθυμία αποτελούν τα βασικά κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς", στερώντας έτσι τον άνθρωπο από το μεταφυσικό του βάθρο. Ο Λίλλα θεωρεί πως οι βασικοί πολιτικοί θεσμοί της Δύσης θεμελιώνονται σ' αυτόν τον πνευματικό διαχωρισμό που επιτέλεσαν τα μεγάλα ονόματα της αγγλικής πολιτικής φιλοσοφίας. Στην ηπειρωτική Ευρώπη όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά, κυρίως χάρη στον μετριασμό της ρήξης που ήρθε από την Αγγλία, με προεξάρχοντες τον Ρουσσώ και τον Καντ οι οποίοι είδαν με περισσότερο καλοσύνη την ανθρώπινη φύση, αναδεικνύοντας τον ηθικό και παιδευτικό ρόλο της θρησκείας και την Εκκλησία ως την ηθική πολιτική δύναμη του σύγχρονου κόσμου, και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Λίλλα "έναν αιώνα μετά τον Χομπς, ο Καντ βρήκε τρόπο να επαναφέρει την θεολογία στο επίκεντρο του πολιτικού στοχασμού", ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τον Χέγκελ ο οποίος μεταφέρει την ιδέα της χριστιανικής συμφιλίωσης από τα έσχατα στο παρόν. Αλλά πλέον είναι μια πολιτική θεολογία που δεν αμφισβητεί τον νέο κυρίαρχο, το Κράτος, καθώς το κυρίαρχο δόγμα της βόρειας Ευρώπης , ο Προτεσταντισμός, επιταχύνει την σταθεροποίηση των θεσμών του σύγχρονου κράτους εφόσον ο άνθρωπος ως πιστός χριστιανός θεωρείται πως μπορεί να πετύχει αδιαμεσολάβητα την ηθική τελείωση και να γνωρίζει μέσω των θείων γραφών τον Λόγο του θεού που ομιλεί κυρίως στην καρδιά του. Εδώ οι δρόμοι της αγγλο-αμερικανικής παράδοσης και της ηπειρωτικής Ευρώπης (κυρίως της Γερμανίας) διαχωρίζονται, και όσο και αν δεν το ομολογεί ο Λίλλα μπορούμε να μιλάμε για έναν δεύτερο Μεγάλο Διαχωρισμό, ο οποίος βρίσκει πνευματική έκφραση στην ανάπτυξη της φιλελεύθερης θεολογίας, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Σλάϊερμάχερ, (αυτός είναι  ο Θνησιγενής Θεός), μιας "νέας ερμηνείας της σχέσης θρησκείας και πολιτικής που δεν ήταν φιλελεύθερη με την αγγλο-αμερικανική έννοια". Κατά της φιλελεύθερης θεολογίας στη Γερμανία, και του ανθρωπισμού που αυτή εισήγαγε, ήταν ο Καρλ Μπαρτ όπου με το θεμελιώδες έργο του "Η Επιστολή προς Ρωμαίους" κυριάρχησε στην εποχή του μεσοπολέμου στη Γερμανία, θεωρώντας την φιλελεύθερη θεολογία υπεύθυνη για το χάος, την ανορθολογικότητα και την διαφθορά των ηθών στην εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Λίλλα, ο Μπαρτ δεν κατόρθωσε  να διακρίνει την σύνδεση ανάμεσα στην ρητορική του θεολογικού μεσσανισμού και της αποκαλυπτικής ρητορείας  στην πολιτική σφαίρα που είχε ήδη αγκαλιάσει την γερμανική κοινωνία. Η οξύτατη παρατήρηση του Λίλλα πως η εσχατολογική γλώσσα γεννά και τρέφει την εσχατολογική πολιτική, με αναφορά στην πνευματική εξέλιξη της Γερμανίας και συνακόλουθα την έλευση του Γ΄ Ράϊχ, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου σε κάθε παρόμοια προσπάθεια να διαμορφωθεί η πολιτική εξέλιξη υπό το πρίσμα μυθοπλασιών, εθνικών ή θρησκευτικών. Την ίδια τάση πολιτικού μεσσιανισμού που υποκρύπτει θεολογικές αναφορές διακρίνει ο Λίλλα και στο έργο του Ερνστ Μπλοχ που είναι προσανατολισμένο προς την θεοποίηση του μπολσεβικισμού.
Mark Lilla
Είναι ξεκάθαρη η προτίμηση του Λίλλα στην αγγλο-αμερικανική παράδοση του Μεγάλου Διαχωρισμού που βρήκε τη νεότερη έκφραση της στα κείμενα των ιδρυτών πατέρων της αμερικανικής δημοκρατίας και που αποτυπώθηκαν στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Θεωρεί την πολιτική θεολογία ως την αρχέγονη μορφή της πολιτικής σκέψης η οποία παραμένει μια ζώσα εναλλακτική ακόμα και σήμερα, ακόμα και στις ΗΠΑ όπου η μεσσιανική ρητορική, κυρίως σε κύκλους της θρησκευτικής Δεξιάς μπορεί να είναι και η δεσπόζουσα πολιτική έκφραση. Ωστόσο η ιδιαιτερότητα των ΗΠΑ εξακολουθεί: "οι Αμερικανοί αποδέχονται την αρχή, που προέρχεται από την επίθεση του Χομπς στην πολιτική θεολογία, πως είναι η συναίνεση του "Εμείς, ο Λαός" που μονάχα αυτή καθιστά νομιμοποιημένο το Σύνταγμα". Δεν φοβάται τους αυτόκλητους προφήτες ο Λίλλα, καθώς επιστρέφουν στις εκκλησίες τους μόλις ρίξουν οι ψηφοφόροι την ψήφο τους στις εκλογές. Το γεγονός πάντως πως πολλοί Αμερικανοί δείχνουν να ανησυχούν για την επιστροφή της θρησκείας είναι για τον Λίλλα καλό σημάδι. Ο Μεγάλος Διαχωρισμός θεολογίας και πολιτικής υπήρξε αποτέλεσμα της έλλειψης συναίνεσης στον χριστιανικό κόσμο της Δύσης για τα όρια του θεϊκού νόμου, και αυτό σήμαινε την έναρξη μιας πνευματικής διαδικασία αναζήτησης εναλλακτικών σε κάθε μορφής πολιτικής θεολογίας. Το αποτέλεσμα δείχνει πως αυτός ο δρόμος που ακολούθησαν οι λαοί της Δύσης ήταν πετυχημένος ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά. Η πρόκληση που δέχεται σήμερα από το προ-νεωτερικό Ισλάμ και η απάντηση που θα δώσει η Δύση στην απειλή του φασιστικού ισλαμοφονταμενταλισμού θα καθορίσει το αν η ευημερία της θα συνεχιστεί. Ο Λίλλα πιστεύει πως δεν είναι δυνατή μια ξαφνική αποδοχή του Μεγάλου Διαχωρισμού από τον ισλαμικό κόσμο, το μόνο που μένει στη Δύση, αναφέρει, είναι να καλωσορίσει κάποιον μετριοπαθή μετασχηματισμό της ισλαμικής πολιτικής θεολογίας, θεωρώντας πάντως πως εναπόκειται σ' αυτές τις παραδόσεις να σκύψουν εντός τους και να βρουν τον τρόπο για μια συνετή πολιτική τάξη. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να προβλεφθεί για το εγγύς μέλλον. 

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο θάνατος του Μαθουσάλα

Το πρώτο και μοναδικό Νόμπελ Λογοτεχνίας σε γλώσσα γίντις είναι αυτό που πήρε το 1978 ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, και ίσως να μην υπάρξει δεύτερο. Η σειρά των διηγημάτων στο βιβλίο «Ο θάνατος του Μαθουσάλα» πραγματεύονται αρχέγονα θέματα της ανθρώπινης φύσης, όπως ο έρωτας και τα δαιμόνια του, η ζήλεια, η απιστία, η συκοφαντία, η προδοσία. Τα διηγήματα του Σίνγκερ έχουν μεταφυσικά θεμέλια, σε καθένα απ’ αυτά πέρα από τους βασικούς χαρακτήρες, πρωταγωνιστεί η εβραϊκή μεταφυσική και θεολογία, η Τορά και το Ταλμούδ, ο θρησκευτικός νόμος του Ιουδαϊσμού που χρησιμεύει εδώ ως το κλειδί για την ερμηνεία των πράξεων και των συμπεριφορών. Ο έρωτας και τα πάθη του στα διηγήματα του Σίνγκερ είναι κυρίως καταστροφική δύναμη: στο «Ταφή στη Θάλασσα» το συμπέρασμα είναι πως ο άνδρας δεν μπορεί, τελικά, να γνωρίζει αν αυτός είναι ο πατέρας του τέκνου του, στον «Ερημίτη» ο άνδρας συλλογίζεται για τη φύση της γυναίκας μετά μια πράξη απιστίας που έκανε αυτή μαζί του λέγοντας «αν μια τέτοια σύζυγος, παντρεμένη με λόγιο άνδρα, είναι ικανή να τον προδώσει ελαφρά τη καρδία, τότε ποιος άνδρας μπορεί να είναι σίγουρος για τη γυναίκα του;», και σαν συνέπεια αυτού του συλλογισμού, απογοητευμένος από την ανθρώπινη φύση, περιπλανώμενος και ακούγοντας τέτοιες ιστορίες απιστίας, αποφασίζει να εγκαταλείψει την κοινωνία των ανθρώπων και να ζήσει ως ερημίτης. Στον «Μεταμφιεσμένο», ένα ιδιαίτερα προχωρημένο διήγημα, ο άνδρας εγκαταλείπει τη γυναίκα του για να πάει να ζήσει μεταμφιεσμένος ως γυναίκα κάποιου άλλου άνδρα, και η πρώην γυναίκα του αφού τον ανακαλύψει σε κάποιο μακρινό μέρος, εντούτοις δεν αποκαλύπτει δημόσια το μυστικό αλλά το παίρνει μαζί της στον άλλο κόσμο, τον «κόσμο της αλήθειας» όπως λέει, απογοητευμένη κι αυτή από την εγκόσμια πραγματικότητα.

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ
Ο κόσμος του Σίνγκερ, έτσι όπως αποτυπώνεται σ’ αυτή τη σειρά των διηγημάτων είναι ένας κόσμος αμφίσημος, ικανός για το καλό (σπανιότερα) και για το πιο συχνό κακό. Δεν είναι όμως δυνατή, εδώ στο παρόν, η απόδοση δικαιοσύνης, οι κοσμικές δυνάμεις που μάχονται την επικράτηση του καλού είναι πανίσχυρες και στην ουσία διαφεντεύουν τον κόσμο. Μ΄αυτήν την έννοια η οπτική του Σίνγκερ διαποτίζεται από απαισιοδοξία και βαθύ σκεπτικισμό. Όπως λέει ο αφηγητής στο διήγημα «Ο κατήγορος και ο κατηγορούμενος», «για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: εδώ στη γη η αλήθεια και η δικαιοσύνη είναι αιωνίως και τελείως υπεράνω των δυνατοτήτων μας». Τούτη η απαισιοδοξία φθάνει σε απίστευτα ύψη, όταν παραδέχεται ο Σίνγκερ πως η διφυής φύση του ναζί εγκληματία, το πρωί να σφάζει νήπια εβραίων και το βράδυ να γράφει ποιήματα δεν είναι αντιφατική, εντάσσεται αντίθετα στο απρόβλεπτο και τον αμφίσημο χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης- το κακό αυτό δημιούργημα που έπλασε ο Θεός, σύμφωνα με την αφήγηση της «Γενέσεως» , και που επαναλαμβάνει στο ομώνυμο διήγημα του βιβλίου του ο Σίνγκερ, ο οποίος θα χρησιμοποιούσε τον κατακλυσμό για τον καταστρέψει, καθώς όπως λέει με το στόμα του Μαθουσάλα «Ο Θεός πήρε επικίνδυνο ρίσκο πλάθοντας τον άνθρωπο και δίνοντας του κυριαρχία πάνω σ’ όλα τα πλάσματα της γης».
Το Ταλμούδ
Βέβαια, ο Σίνγκερ ως Εβραίος συγγραφέας δεν μπορεί να δει τον κόσμο της χάριτος που ανέτειλε στον κόσμο με την γέννηση του Χριστού, είναι εγκλωβισμένος στην μη χριστοκεντρική ανάγνωση του Νόμου, στην εμμονή στο Νόμο, γι’ αυτό και οι ήρωες του δεν έχουν ελπίδα διαφυγής, «σέρνονται στην επιφάνεια της γης», αιχμάλωτοι όχι μονάχα της φυσικής φθοράς αλλά και του παράλογου που διαφεύγει της ερμηνείας του Νόμου. Δέσμιος πρωταρχικών δυνάμεων που βρίσκονται εκτός ελέγχου του, ο άνθρωπος του Σίνγκερ μονολογεί πως «ολόκληρη η έννοια της ελεύθερης βούλησης, της ελεύθερης επιλογής, και όλων των άλλων εκφράσεων περί ανθρώπινης ελευθερίας είναι σκέτες ανοησίες».  Η παντοδυναμία του κοσμικού κακού, που φανερώνεται από μια μορφή συζυγικής απιστίας έως την εξολόθρευση εκατομμυρίων εβραίων από τους ναζί, είναι μεν υπαρκτή ως πραγματικότητα αλλά ιστορικά έπαψε να αποτελεί τον τελικό λόγο στην ιστορία έπειτα από την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, όμως η πίστη σ’ αυτό το γεγονός και η αποδοχή των συνεπειών του, διαφεύγουν από τον κλειστό κόσμο μες τον οποίο στήνει ο Σίνγκερ τους πρωταγωνιστές των δραμάτων του- μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται άδικος μαζί τους, αλλά προσφέρει στους αναγνώστες την απόλαυση να σκεφθούν τα όσα περιγράφει διότι, σε όποια παράδοση κι αν ανήκει τελικά ένας συγγραφέας, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με τη ρήση στο διήγημα «Το μάτι της πύλης», πως ο «ο συγγραφέας είναι σπουδαιότερος κι από το ραβίνο ή το γιατρό. Γνωρίζει όλα όσα κρύβονται στην ψυχή σου σαν να βρίσκεται μέσα σου».

Geert Mak: Στην Ευρώπη. Ταξίδια στον 20ο αιώνα.

Λίγο προτού μπει η νέα χιλιετία ο Ολλανδός δημοσιογράφος Χέιρτ Μακ είχε την έμπευση να ταξιδέψει στο μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου προκειμένου να γνωρίσει σύγχρονες μορφές του βίου στις ευρωπαϊκές πόλεις που επισκεπτόταν, τόπους όμως όχι ιστορικά ουδέτερους αλλά τόπους όπου κατά το πέρασμα του 20ου αιώνα γράφτηκε η ιστορία της Ευρώπης, των πολέμων και των σφαγών της.
Το βιβλίο, ογκώδες, πάνω από 1000 σελίδες που διαβάζεται όμως μονορούφι, χωρίζεται σε 12 κεφάλαια μήνες, κάθε μήνας και κεφάλαιο. Είναι ένα ταξίδι που ξεκινά από το Άμστερνταμ του 1900 και διασχίζει τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο, Βιέννη αλλά και Ελσίνκι, Βαρσοβία, Άουσβιτς, Στάλινγκραντ, όπου γράφτηκε η ιστορία τον 20ο αιώνα. Είναι μια ταξιδιωτική ιστορία, ο δημοσιογράφος περιδιαβαίνει τις πόλεις, συναντά συγκαιρινούς κατοίκους και οδηγείται στο παρελθόν και στα σημαντικά γεγονότα που σημάδεψαν τον αιώνα. Δεσπόζουν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, οι επαναστάσεις στη Γερμανία, τη Ρωσία , ο εμφύλιος στην Ισπανία, ο ανταρτοπόλεμος στην Ιρλανδία, οι εμφύλιοι της Γιουγκοσλαβίας. Είναι καταγραφή της ιστορίας, αλλά με τρόπο μη συστηματικό, όμως στον αναγνώστη μένουν τα ουσιώδη από κάθε ιστορική περίοδο, δεν χάνεται σε λεπτομέρειες- σημαντικό μέρος του βιβλίου αποτελούν οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και βιωματικά καταθέτουν την εμπειρία αυτή. Είναι δηλαδή μια ιστορία από συγκεκριμένη οπτική, αυτή των ανθρώπων που την έζησαν. Και όσο κι αν είναι γνωστή η ιστορία της Ευρώπης του 20ου αιώνα, η αφήγηση του Μακ είναι συναρπαστική γι’ αυτό και αισθάνεσαι την ανάγκη να προχωρήσεις το βιβλίο όλο και περισσότερο για να δεις τι θα γίνει παρακάτω, δεν έχεις την αδημονία βέβαια μήπως αλλάξουν τα γεγονότα, αλλά να διακρίνεις την οπτική και την εμμονή σ’ αυτή τη λεπτομέρεια που θα διαφωτίσει τα γεγονότα λίγο διαφορετικά.
Geert Mak
Πέρα από ιστορία, ο Μακ παίρνει θέση όσον αφορά τα τρέχοντα γεγονότα, αναγνωρίζοντας τον καταλυτικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτα ΕΚΑΧ, μετά ΕΟΚ), της σύλληψης δηλαδή ενός ενιαίου ευρωπαϊκού οικονομικού και πολιτικού χώρου όπου οι αντιπαραθέσεις των λαών, κυρίως της Γαλλίας και της Γερμανίας, αυτών των αδελφών λαών, θα αποτελούσαν παρελθόν. Αναγνωρίζει όμως και τον σημαντικό ρόλο οργανισμών όπως του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που ιδρύθηκαν στο πλαίσιο του εκδημοκρατισμού και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ο Μακ είναι ένθερμος υποστηρικτής αυτών των εξελίξεων, έχοντας καταγράψει προηγουμένως την ιστορική εμπειρία: «η ενοποίηση ήταν η σημαντικότερη διαδικασία εκσυγχρονισμού της Ευρώπης από την αρχή της διακυβέρνησης του Ναπολέοντα στις αρχές του 19ου αιώνα». Η σύγκριση που επιχειρεί, των επιτευγμάτων της ευρωπαϊκής ενοποίησης στον τομέα της ποιότητας ζωής σε σχέση με ότι πέτυχε η Αμερική είναι σαφώς υπέρ της Ευρώπης. Όπως λέει «Οι ΗΠΑ έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν τον προορισμό της Ευρώπης». Δεν παραγνωρίζει όμως εκείνες τις δυσλειτουργίες στον μηχανισμό της ευρωπαϊκής ενοποίησης που την διακρίνουν από τον αμερικάνικο πραγματισμό, γιατί σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η έννοια του ευρωπαϊκού λαού δεν υφίσταται ως ενότητα. Στο σημείο αυτό ο Μακ επισημαίνει την εγγενή αδυναμία της Ευρώπης που συνάμα αποτελεί και την πεμπτουσία του σύγχρονου πολιτισμού που ξεκίνησε από δω: «Δεν υπάρχει ευρωπαϊκός λαός. Δεν υπάρχει ένας οικουμενικός κοινός πολιτισμός και μια κοινή παράδοση που να συνδέουν το Γιόρβερτ, το Βασάροσμπετς και την Κεφαλονιά, υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις: η βορειοπροτεσταντική παράδοση, η ρωμαιοκαθολική, η ελληνορθόδοξη και η μουσουλμανική οθωμανική». Αυτό που αναζητεί ο Μακ, και αυτό που έλειπε καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα από την Ευρώπη, ήταν μια «κοινή στάση ζωής», και τούτο μπορεί να επιτευχθεί αν παραμεριστεί ο εθνικός εγωισμός προς όφελος της ευρωπαϊκής ιδέας και όσων αυτή πρόσφερε στον μεταπολεμικό κόσμο. Γράφοντας πριν την κρίση χρέους που γνώρισαν αφενός λόγω της δικής τους κακοδιαχείρισης, αφετέρου λόγω των δομικών προβλημάτων στο σχεδιασμό ενός κοινού νομισματικού χώρου, ο Μακ επισημαίνει την αντίφαση ανάμεσα στην ποικιλομορφία της Ένωσης, που αποτελεί τη μεγάλη της δύναμη, και την ατελή εμβάθυνση της ενοποίησης όσον αφορά τον πολιτισμό, την πολιτική και τη δημοκρατία. Αυτό που χρειάζεται, μας λέει, είναι ένα σύστημα που θα υπερβαίνει τα εθνικά συμφέροντα και θα φροντίζει για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η Ελλάδα μετέχοντας σ’ αυτόν τον χώρο είδε την δραματική άνοδο του βιοτικού επιπέδου ζωής από τη δεκαετία του 80 και εξής. Γνωρίζοντας πως δεν μπορούσε να επιβιώσει εκτός από το στάτους μιας χώρας-προτεκτοράτου, η στρατηγική επιλογή ένταξης στον κοινό ευρωπαϊκό χώρο και, αργότερα, στο κλειστό κλαμπ της Ευρωζώνης, αποτέλεσε την μοναδική ορθή απόφαση σ’ ένα χάος ανορθολογικών επιλογών της πολιτικής τάξης που προφανώς κινήθηκε σ’ αυτή την επιλογή επειδή κυριάρχησαν τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης. Το ίδιο δηλαδή ένστικτο που κυριάρχησε και επέβαλε την άποψη του στη στροφή της κυβέρνησης Τσίπρα προς τον ρεαλισμό και την εγκατάλειψη κάθε διαφορετικής πορείας. Η πορεία αυτή προς τον ρεαλισμό και τα κεκτημένα της χώρας διαταράχθηκαν εμφανώς από την αλόγιστη πολιτική επιλογή του δημοψηφίσματος, όπου το «όχι» ορθά ερμηνεύτηκε, πριν τις εκλογές, από την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ως όχι στο ευρώ, άρα και στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Παρά την κατίσχυση της φαντασιώδους επανάστασης και του θυμικού από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος (που θα το συνέκρινα με την εκλογική άνοδο του Χίτλερ το 1933 στη Γερμανία), εντούτοις η αρχή της αυτοσυντήρησης που επέδειξε η πολιτική τάξη αιφνιδιάζοντας και προκαλώντας θλίψη στους οπαδούς του «όχι», διέσωσε την χώρα από μια πολιτική ήττα που μόνο με αυτή του 1922 μπορούσε να συγκριθεί. 

Ολόκληρη η Ευρώπη δεν μπορεί να χωρέσει σ’ ένα βιβλίο, αναφέρει ο Μακ. Μπορεί ωστόσο να χωρέσει ως ταξίδι αυτοσυνειδησίας και στοχασμού για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των ανθρώπων και των λαών της. Μέσα από την ποικιλομορφία, η ενότητα.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Πελαγωμένοι στο Αρχιπέλαγος

Ανάμεσα στους ψηφοφόρους του ''Οχι" στο πρόσφατο δημοψήφισμα συμπεριλαμβάνονταν και υποστηρικτές μιας φαντασιακής αντιδυτικής ιδεολογίας. Μεγάλο μέρος του "Οχι" , έτσι ή αλλιώς, είναι αντιδυτικό, αλλά μια ορισμένη μερίδα αυτών φαντασιώνεται πως υπάρχει μια διαφορετική ελληνική πρόταση η οποία έρχεται σε αντίθεση με την κυρίαρχη αντίληψη περί οικονομίας, πολιτικής, κοινωνίας που διαμορφώνεται στη Δύση. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν ανερυθρίαστα να ομιλούν περί φιλελευθερισμού (με το πρόθεμα "νέο" μπροστά ή χωρίς) λες και πρόκειται για νέο ολοκληρωτισμό σοβιετικού τύπου. 
Δεν νιώθουν άνετα με τον φιλελευθερισμό γιατί αυτοί κατά βάθος είναι υποστηρικτές του ολοκληρωτισμού, και μάλιστα του πιο σκοταδιστικού που υπάρχει. Τολμούν να επικαλούνται το παράδειγμα του Αλέξανδρου Σολζενίτσιν, όπως ο συγγραφέας Σπύρος Γιανναράς, ο οποίος έγραψε κατά της σταλινικής θηριωδίας, και να εξομοιώνουν την δική του εμπειρία με την φαντασιώδη τους αντίληψη περί "φιλελεύθερου ολοκληρωτισμού".  
Ο Σολζενίτσιν όμως χρησιμεύει μόνο μέχρις ενός σημείου. Γιατί όταν αναπτύσσει την δική του κοσμοεικόνα, καταντά εκπρόσωπος ενός φανατικού θρησκόληπτου φονταμενταλισμού, δημιουργός ενός εξουσιαστικού ιερατείου που θα κρίνει τους άλλους στο όνομα μιας φαντασιώδους "εθνικής" καθαρότητας και ιδιοτροπίας. Δεν υπάρχει καλύτερος σχολιασμός απ' αυτόν της Σόνιας Ιλίνσκαγιας-Αλεξανδροπούλου για την νοοτροπία Σολζενίτσιν που θαυμάζουν κάποιοι ημεδαποί λογοτέχνες: "παράλογη και αναχρονιστική είναι και η ίδια η εχθρική στάση απέναντι στις διαπολιτισμικές επικοινωνίες, η νοσταλγία για μια στεγανή πνευματική απομόνωση, όπου η εθνική παράδοση αντιμετωπίζεται σαν ένα περιφρουρούμενο σεντούκι και όχι σαν ζωντανός οργανισμός που μπορεί να είναι βιώσιμος μόνο με ανοικτούς τους πόρους του, τις αισθήσεις του, τον προσανατολισμό σε μια προοπτική ανάπτυξης" (Πηγή: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=125795).
Σίγουρα ο Σολζενίτσιν θα ήταν κι αυτός ένας ψηφοφόρος του "Οχι" στο δημοψήφισμα του Ιουλίου.