Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Μέριλιν Ρόμπινσον: Γκίλιαντ

Η Μέριλιν Ρόμπινσον διηγείται ένα γράμμα, αυτό που έκατσε και έγραψε ο πάστορας Τζων Έιμς σε μεγάλη ηλικία προς το γιο του, ένα γράμμα εξομολογητικό, βαθιά ανθρώπινο, ένα γράμμα αποκαλυπτικό για τη σχέση ενός ιερέα μιας μικρής κωμόπολης της πολιτείας της Αϊόβας, της Γκίλιαντ, με την ιστορία των προγόνων του, με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά τη διαποίμανση στην κωμόπολη αυτή, με τα υπαρξιακά ερωτήματα γύρω από τον Θεό και την Ιστορία. Ο τόνος της επιστολής είναι εξομολογητικός γιατί ο ιερέας Τζων Έιμς αποκαλύπτει και ανακαλύπτει συγχρόνως τον εαυτό του, αναρωτιέται διαρκώς για συγκεκριμένες καταστάσεις και προσπαθεί να ερμηνεύσει γεγονότα υπό το φως της πίστης του ή της αμφιβολίας του σ' αυτήν. Προερχόμενος από οικογένεια ιερέων που διακόνησαν στον άμβωνα προτεσταντικών εκκλησιών ήδη από την εποχή του αμερικάνικου εμφυλίου ως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 όπου τοποθετείται η επιστολή, ο Τζων Έιμς καταγράφει το χρονικό μιας οικογενειακής καθημερινότητας την οποία διακρίνει η άδολη πίστη στην αξία και την αλήθεια του Ευαγγελίου, αλλά και ενάντια σ' αυτή ορισμένες φορές, όπως όταν περιγράφει τα πιστεύω του αδελφού του Έντουαρντ ο οποίος σπουδάζοντας στη Γερμανία, μακριά δηλαδή από την απλότητα του πνεύματος μιας επαρχιακής αμερικάνικης πολιτείας, επιστρέφει πίσω ως άθεος. Η Μέριλιν Ρόμπινσον διηγείται δίχως φιλοσοφικές φιοριτούρες μια απλή και συγκινητική ιστορία γύρω από την πίστη και την ποιμαντική αξία αυτής. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το "Γκίλιαντ" μια μικρή κιρκεγκαρτιανή πραγματεία της ταπεινής επαρχιακής αμερικανικής κωμόπολης, ένα εξομολογητικό ποιμαντικό ημερολόγιο μιας άδολης ψυχής. Άδολης όχι με την έννοια πως ήξερε ή είχε απαντήσεις για όλα τα θέματα. Ο προβληματισμός και η αμφισημία, η αμφιβολία και η διερώτηση γύρω από τα κίνητρα ή τα αποτελέσματα μιας ποιμαντικής δράσης είναι ολοφάνερα στα γραπτά του ιερέα, αλλά πέρα από την αμφισβήτηση αυτή που γεννιέται από την ταπείνωση του ανθρώπινου πνεύματος ενώπιον του μεγαλείου της πίστης, υπάρχει η σταθερά εκείνη για την βεβαιότητα της αλήθειας του Ευαγγελίου που διατρέχει τη γραφή και τη σκέψη του ιερέα Τζων Έιμς. Διότι για κάθε πρόβλημα ή κάθε προβληματισμό ή αμφιβολία, η απάντηση θα βρεθεί σε κάποιο βιβλικό χωρίο που θα φωτίσει το θέμα και θα σκορπίσει την αμφιβολία ή την πλάνη. Θα φωτίσει και τις σκοτεινές πλευρές που περιγράφει ο Έιμς, κυρίως στη σχέση του με τους γείτονες του, τον επίσης ηλικιωμένο ιερέα Μπόουτον και τον υιό αυτού Τζων Μπόουτον, ο οποίος θα βρεθεί πατέρας ενός παιδιού εκτός γάμου με  μια έγχρωμη γυναίκα, και αυτή η ιστορία, η πιο συγκινητική του βιβλίου θα οδηγήσει τον Τζων Έιμς να παρατηρήσει στον δικό του γιο, αλλά δεν θα μπορούσε να το πράξει διαφορετικά αν δεν είχε χριστιανική αντίληψη, πως "είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο μπορεί να μην ακούσεις έναν καλό λόγο, αλλά δεν έχω άλλο τρόπο να σου φανερώσω την ομορφιά που κρύβει μέσα του".
Μέριλιν Ρόμπινσον
Το βιβλίο διαπνέεται από τη χαρά της χριστιανικής πίστης, όχι όπως την αντιλαμβάνονται πολλοί, ως ανέμελη ή δίχως ερωτήματα ή προβληματισμούς, ή πτώσεις και πολλές αμαρτίες. Τα έχει όλα αυτά φυσικά, όπως και τη διάσταση του ανθρώπινου χαρακτήρα του ιερέα και των παθών του. Ωστόσο,  η Ρόμπινσον έχει θέση- δια χειρός Τζων Έιμς επικαλείται τη φράση του Σάμουελ Κόλεριτζ πως ο χριστιανισμός είναι ζωή και όχι δόγμα, και αυτή τη ζωή μας χαρούμενης εσωτερικά ύπαρξης, χαρούμενης γιατί ερείδεται στην πίστη, ζωγράφισε η αμερικανίδα συγγραφέας που σίγουρα απευθύνεται σε ένα ειδικό αναγνωστικό κοινό, αλλά η απλή ομορφιά του βιβλίου ως αφήγησης ενδέχεται να συγκινήσει αναγνώστες που δεν διαπνέονται από την ίδια βεβαιότητα του Τζων Έιμς. Με την ίδια λογική που συγκινούν, ακόμη και σήμερα οι "Εξομολογήσεις" του Αυγουστίνου, αυτές οι ψυχές θα ευχαριστηθούν αυτή τη σύγχρονη προσέγγιση της Μέριλιν Ρόμπινσον στο "Γκίλιαντ" της πολιτείας της Αϊόβα. Άλλωστε, όπως αναφέρει κάπου ο Τζων Έιμς επικαλούμενος τον Αυγουστίνο, "ο Κύριος θα σκουπίσει τα διάκρυα από όλα τα πρόσωπα" καθώς βλέπει τον καθένα από μας ως μονάκριβο παιδί του. Ένα παιδαγωγικό βιβλίο το οποίο έχει εκδοθεί και στα ελληνικά από τις κορυφαίες εκδόσεις "Εν Πλω" που εκδίδουν βιβλία με θεολογικό και πνευματικό περιεχόμενο.
Η ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Θίοντορ Ντράιζερ: Μια Αμερικάνικη Τραγωδία

Τι ανείπωτη ευτυχία μετά από 20 και επιπλέον χρόνια να ξαναδιαβάζω ένα βιβλίο, και μάλιστα αυτό που θεωρείται το magnus opus, του Θίοντορ Ντράιζερ, μετά την "Αδελφή Κάρι" (που αν και μεταφρασμένη στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πλέον), τώρα ήλθε επιτέλους η σειρά της "Αμερικάνικης Τραγωδίας", αυτού του βιβλίου ποταμού των 900 σχεδόν σελίδων που εκδόθηκε το 1925 και αναμφισβήτητα έχει θέση στον κανόνα με τα μεγάλα αμερικάνικα μυθιστορήματα. Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο το 1951 και είχε τίτλο "Μια θέση στον ήλιο" (ορθή μεθερμηνεία του τίτλου του βιβλίου), σε σκηνοθεσία Τζωρτζ Στήβενς, και πρωταγωνιστές την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Μοντγκόμερυ Κλιφτ, μια ταινία που δεν ξεκινά από την αρχή του βιβλίου βέβαια, αλλά από τη στιγμή που ο βασικός ήρωας ξεκινά για τη μεγάλη του περιπέτεια στο εργοστάσιο του θείου του στη Νέα Υόρκη. Ο Ντράιζερ για να γράψει το βιβλίο που είναι πλούσιο σε συμβολισμούς, εμπνεύστηκε από αληθινά γεγονότα που συνέβησαν το 1906 στη Νέα Υόρκη με την καταδίκη του Τσέστερ Ζιλέτ ο οποίος δολοφόνησε δια πνιγμού την ερωμένη του Γκρέις Μπράουν σε μια λίμνη. Την ιστορία αυτή παίρνει ο Ντράιζερ και της δίνει οικουμενικές διαστάσεις, ένα αληθινό πεδίο προβληματισμού γύρω από τα όρια της υποκειμενικής και αντικειμενικής πραγματικότητας, της σχέσης της βούλησης και της συνείδησης, των πραγματικών γεγονότων και της ερμηνευτικής τους προσέγγισης. Το βιβλίο που το διάβαζα φανατικά για 10 μέρες, ξυπνώντας από τις 5 το πρωί, ακόμα και στη δουλειά σε μορφή pdf, ως αργά το βράδυ, εμπεριέχει αξέχαστες εικόνες που μένουν βαθιά στη μνήμη και έχει το χαρακτηριστικό των μεγάλων εκείνων βιβλίων που ακόμα και αν τα αφήσεις δεν σε αφήνουν αλλά στριφογυρίζουν διαρκώς μέσα στο μυαλό σου προκειμένου να αναρωτηθείς για τις δικές σου πράξεις αν βρισκόσουν στη θέση κάποιου από τους ήρωες του. Η "Αμερικάνικη Τραγωδία" είναι λοιπόν η τραγωδία του Κλάιντ Γκρίφιθς, ενός νέου που αναζητεί το αμερικάνικο όνειρο το οποίο ενσαρκώνεται στα εξής στοιχεία: πλούτος, όμορφη ζωή, όμορφες γυναίκες. Προερχόμενος από μια βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια, η οποία ζει κηρύττοντας τον λόγο του Θεού, στήνοντας αυτοσχέδιες τέντες σε διάφορες περιοχές προκειμένου να δημιουργεί τον χώρο μιας κινητής εκκλησίας, αισθάνεται πως είναι φτιαγμένος για μεγαλύτερα πράγματα, γι' αυτό και αυτονομείται νωρίς αναζητώντας την τύχη του σε διάφορα επαγγέλματα και κοινωνικούς κύκλους νέων της εποχής που θα του προσφέρουν έναν πιο ανέμελο τρόπο ζωής. Από νωρίς πάντως είχε αρχίσει να αναρωτιέται και να εξετάζει κριτικά την στάση των γονιών του, έχοντας την φυσική προδιάθεση που ενισχυόταν από τον πλούτο που έβλεπε σε κάποιες κοινωνικές τάξεις: "Ο Κλάιντ ήταν τόσο ματαιόδοξος και περήφανος όσο ήταν φτωχός".
Θίοντορ Ντράιζερ
Η ανεμελιά αυτή θα τον οδηγήσει σε μια κλασική περίπτωση βιβλικού άσωτου υιού, αρχίζοντας να συναναστρέφεται νέους που δεν είχαν κάποιο ηθικό έρεισμα με συνέπεια να γίνει μάρτυρας του θανάτου μιας νεαρής κοπέλας σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στο οποίο συμμετείχε έμμεσα και ο ίδιος. Το δυστύχημα αυτό ήταν αποτέλεσμα της αδιαφορίας των νέων αυτών φίλων του, αγοριών και κοριτσιών, προς την ανθρώπινη ζωή, διότι γι' αυτούς προείχε η διασκέδαση και μόνο. Φοβούμενος πως η τυχόν έρευνα γύρω από τις συνθήκες αυτού του δυστυχήματος θα του κόψει δια παντός τα φτερά της κοινωνικής ανόδου θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη αναζητώντας εργασία στο εργοστάσιο παραγωγής γιακάδων του πλούσιου θείου του. Εκεί θα πλεχτεί η ανείπωτη αμερικάνικη τραγωδία. Κινούμενος πλέον σε ένα πλούσιο περιβάλλον, αλλά εντελώς μόνος, θα αναζητήσει τον έρωτα και θα τον βρει πρώτα στο πρόσωπο της όμορφης αλλά φτωχής εργάτριας Ρομπέρτα Άλντεν, την οποία θα αφήσει έγκυο, και στη συνέχεια της πανέμορφης και πλούσιας Σάντρα Φίντσλει. Αισθανόμενος πως η παρουσία της Ρομπέρτα, η οποία μόλις μαθαίνει την εγκυμοσύνη της και φοβούμενη το κοινωνικό και ηθικό σκάνδαλο που θα ξεσπάσει πιέζει να παντρευτούνε, αποτελεί εμπόδιο στα σχέδια του για επισημοποίηση του παράλληλου δεσμού του με την Σάντρα, σχεδιάζει την δολοφονία της.
Από δω και πέρα, ο αναγνώστης ζει τον εφιάλτη της συνείδησης του Κλάιντ. Ο Ντράιζερ με μοναδική μαεστρία υφαίνει ένα ανεπανάληπτο θρίλερ αποχρώσεων, υπαινιγμών, μικροσκοπικών λεπτομερειών που καθιστούν κάθε σκέψη και πράξη του Κλάιντ επιρρεπή σε διπλή και τριπλή ερμηνεία και ανάγνωση. Τα όρια της ενοχής και της αθωότητας σε όλο το βιβλίο παραμένουν εμφατικά δυσδιάκριτα. Η υποκειμενική γωνία μετράει και μόνο. Ακόμα και στη σκέψη του Κλάιντ όλα παραμένουν στο μεταίχμιο του φωτός και του σκότους. Δολοφόνησε ή όχι τη Ρομπέρτα Άλντεν; Σε ποιά απόκοσμη απόχρωση του γκρι βρίσκεται η αλήθεια; Εν τέλει μόνο ο Θεός μπορεί να κρίνει ακριβοδίκαια, αλλά την κρίση Του δεν μπορούμε να την γνωρίσουμε σ' αυτόν τον κόσμο, είμαστε υπό το βασίλειο της αίρεσης, της πλάνης και της αμφιβολίας, των βαθύτερων ή επιπόλαιων πεποιθήσεων μας οι οποίες μεταβάλλονται με το παραμικρό φύσημα του αέρα σε αντίθετη κατεύθυνση. Ο Ντράιζερ δεν λυπάται τον αναγνώστη του και δεν του προσφέρει ετοιματζίδικες λύσεις. Όλα είναι ανοικτά σε κάθε είδους μεθερμηνεία. Σαφώς πάσχει με την οικογένεια της φτωχής Ρομπέρτα και αναζητά τη δικαιοσύνη, την επιβολή του νόμου, διότι διαφορετικά διασαλεύεται η ηθική και έννομη τάξη. Την ίδια στιγμή όμως γίνεται συνένοχος των σκέψεων του Κλάιντ, αυτό το διαρκές "και αν..." που συνεχώς φέρνει στο προσκήνιο ο Ντράιζερ σε κάθε ανάλυση των πράξεων και των κινήτρων του Κλάιντ, το οποίο θέλει να επισημάνει το αμφίσημο όχι μόνο των ενεργειών του αλλά και των ίδιων των σκέψεων του που ποτέ δεν είναι ξεκάθαρες και διαυγείς. Εκεί λοιπόν που πάει να ξεκαθαρίσει μια θέση, μπαίνει σαν δαίμονας αυτό το "και αν...", αυτή η αμφιβολία για το ποιά τελικά είναι τα κίνητρα και οι πράξεις που τα συνοδεύουν. Βέβαια, το δικαστήριο δίνει μια λύση, μόνο που αυτό είναι το επίγειο δικαστήριο που υπόκειται στα διαβλητά πάθη της ανθρώπινης φύσης και δεν είναι σε θέση, δεν έχει την αρμοδιότητα, να εκφέρει άλλη απάντηση. Αλλά ούτε ο αιδεσιμότατος Μακμίλαν, ο πνευματικός σύμβουλος του Κλάιντ στη θανατική πτέρυγα των φυλακών, είναι βέβαιος για την αθωότητα του τόσου αγαπητού σ' αυτόν θανατοποινίτη, και μπροστά στον Κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, σ' αυτόν που αποφασίζει για την απονομή ή όχι της χάριτος, μένει μονάχα στην πνευματική σφαίρα, λέγοντας πως δεν είναι σε θέση να εκφέρει άποψη για τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή αν ο Κλάιντ είναι αθώος ή ένοχος. 
Μεγαλεπήβολο σε σκοπιά, άφθονο σε συμβολισμούς, βιβλίο σταθμός στην αμερικάνικη και την παγκόσμια λογοτεχνία, η "Αμερικάνικη Τραγωδία" είναι ένα κείμενο μιας διαρκούς αναρώτησης γύρω από το ίδιο βασικό ερώτημα: πώς μπορεί κανείς να πει κάτι για την αλήθεια, αν μπορεί να πει εν τέλει κάτι. Το αμερικάνικο όνειρο και το κυνήγι αυτού, ο πλούτος, οι όμορφες γυναίκες, η ανέμελη ζωή, εξελίσσεται σε αμερικάνικη τραγωδία, μια ανθρώπινη τραγωδία όμως που δείχνει και τα όρια της καθώς μονάχα μέσω του ευαγγελίου, ίσως, μπορεί να δοθεί κάποια απάντηση. Ίσως σ' αυτό το σημείο να είναι και το μοναδικό σημείο αισιοδοξίας που μας χαρίζει ο Ντράιζερ, αλλά θα πρέπει να περιμένουμε ως το εντελώς τελευταίο κομμάτι του βιβλίου, ίσαμε την τελευταία σελίδα προκειμένου να δούμε μια αχτίδα φωτός που πηγάζει από την αλλαγή στάσης της μητέρας του Κλάιντ, μιας μορφής που συγκινεί με την απλότητα και την πίστη της. Ένα μεγάλο βιβλίο ακόμα και για τον 210ο αιώνα που δεν έχει χάσει τη λάμψη του.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

The End of the Tour: μια ταινία για τον David Foster Wallace

Ο James Ponsoldt δημιούργησε μια όμορφη και συγκινητική ταινία που βασίζεται πάνω στο βιβλίο του δημοσιογράφου του περιοδικού Rolling Stone David Lipsky, ο οποίος για ένα πενθήμερο έζησε δίπλα, και ακολούθησε σε κάθε του βήμα στην περιοδεία για την προώθηση του Infinite Jest, τον David Foster Wallace. Η ταινία επιτυγχάνει δύο πράγματα. Το πρώτο, για όσους σαν και μένα, δεν έχουν διαβάσει ακόμα Wallace, να τρέξουν και να το κάνουν. Όχι μόνο το ογκώδες και πιο φημισμένο Infinite Jest, αλλά το σύνολο του έργου του, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμίων και των κριτικών που έγραψε. Πέρα από τους διθυράμβους για το έργο του, τους οποίους ο ίδιος αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό και κάποια ντροπαλοσύνη, το σημαντικό είναι η προσωπικότητα αυτού του ιδιαίτερου και αρκετά μοναχικού ανθρώπου που αγωνίστηκε με τους δαίμονες του, και η μάχη αυτή, τουλάχιστον ένα ίχνος αυτής, μπορούμε να την βιώσουμε παρακολουθώντας την ταινία μέσα από την προσέγγιση του Lipsky. Ο Lipsky επιδιώκει, κατ' αρχήν, μια σκανδαλοθηρική προσέγγιση του θέματος "διάσημος συγγραφέας", αλλά όσο ζει μαζί με τον Wallace, τούτη η προκαθορισμένη ματιά και αντίληψη αρχίζει να ξεφτίζει. Ο Wallace αποδεικνύει πως δεν είναι ούτε ένας συνηθισμένος τύπος αλλά ούτε και κάτι που μοιάζει με απόκοσμο ον. Τα πάθη του είναι τόσο συνηθισμένα και κοινά με οποιοδήποτε έφηβο ή τριαντάρη που δεν θέλει να ωριμάσει που ξαφνιάζουν τον Lipsky. Ο Wallace είναι και παιχνιδιάρης και σκοτεινός, ντροπαλός και εγωμανής, ερμητικά κλειστός και εντελώς χύμα. Την ίδια στιγμή που θέτει υπαρξιακά ερωτήματα και αμφιβάλλει για την συγγραφική του υπόσταση ή αναρωτιέται για το εγώ του, καταναλώνει άφθονη τροφή υποκουλτούρας, junk food και b-movies με τη λαχτάρα ενός μικρού παιδιού που βρίσκει μπροστά του ένα καινούργιο παιχνίδι. Εκεί που ο Lipsky προσπαθεί να του εκμαιεύσει πληροφορίες για το χειρότερο πάθος του, είχε ακουστεί πως ήταν εξαρτημένος από την ηρωίνη στα φοιτητικά του χρόνια, ο Wallace τον απομαγεύει, και κοιτώντας στα μάτια  το εμφατικά διψασμένο κοινό για σκάνδαλα λέει με κάθε ειλικρίνεια πως το πραγματικό του πάθος είναι η τηλεόραση! Πόσο φρικτά αμερικανικό, και πόσο γνήσιο τελικά.  "Έζησα σε βιβλιοθήκες" λέει ο Wallace, αλλά ήταν άρρωστος, είχε κατάθλιψη, είχε διάφορους δαίμονες. Τους πάλεψε και μέσα από την πάλη αυτή προέκυψαν τα βιβλία του. Ο Lipsky στο τέλος της περιοδείας βγαίνει κι αυτός αλλαγμένος και , εν τέλει, κερδισμένος. Γνώρισε έναν καινούργιο φίλο, και αν κατάλαβε κάτι απ' αυτόν, σίγουρα η συγκίνηση των στιγμών που έζησε μαζί του, και η μαθητεία κοντά του, του πρόσφεραν μια γνώση της ζωής. Μια πολύ σημαντική ταινία με απολαυστικούς τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές ηθοποιούς, αλλά τον Jason Segel στο ρόλο του Wallace να είναι κάτι παραπάνω από πειστικός, να είναι εξαιρετικός.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο από το περιοδικό "Πανοπτικόν"

Συνεχίζεται η συνεισφορά του εκδότη Κώστα Δεσποινιάδη στον ελληνικό πολιτισμό με ένα αφιέρωμα (περιοδικό "Πανοπτικόν") στον πολύ σημαντικό εργάτη, ασκητή του πνεύματος Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο που, κάποιοι από μας, τον πρωτογνωρίσαμε ως τον βασικό μεταφραστή της σειράς βιβλίων της "Γνώσης", την "Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη" που διηύθυνε ο Παναγιώτης Κονδύλης. 
 Ένα σημαντικό, και συγκινητικό συνάμα, αφιέρωμα σε έναν άνθρωπο που πρόσφερε τροφή σε κάθε πεινασμένο για σκέψη.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Ίντιθ Γουόρτον: Τα χρόνια της αθωότητας

Στο μυθιστόρημα αυτό της Ίντιθ Γουόρτον κυριαρχεί η απόλυτη λεπτομέρεια: η λεπτομέρεια στην περιγραφή των συναισθημάτων και κάθε είδους απόχρωσης των κινήσεων της καρδιάς των βασικών πρωταγωνιστών, η λεπτομέρεια στην περιγραφή των αντικειμένων, ρούχων, επίπλων, σκηνικών, που κι αυτά ακόμη συμμετέχουν στην διάπλαση του χαρακτήρα των χαρακτήρων και που τόσο όμορφα και παραστατικά απέδωσε η μεταφράστρια Έφη Φρυδά.
Στο βιβλίο κυριαρχούν οι υπαινιγμοί. Είναι η εποχή των αρχών της δεκαετίας του 1920, στη Νέα Υόρκη, όπου οι ανώτερες τάξεις διαπνέονταν από τα ιδανικά της αριστοκρατικής νοοτροπίας της Αμερικής, ένα κύκλος ανθρώπων οι οποίοι ζούσαν "σε μια ατμόσφαιρα φτιαγμένη από αμυδρούς υπαινιγμούς και ανέκφραστες ευαισθησίες". Ένα τρίγωνο ερωτικό αναπτύσσεται σ' αυτόν τον κόσμο, αυτό μεταξύ του Νιούλαντ Άρτσερ και της επίσημης μνηστής του Μέι Ουέλαντ και της ξαδέλφης της και σε κατάσταση διάστασης με τον σύζυγο της Κόμησσας Ολένσκα, η οποία είναι και η αληθινή πρωταγωνίστρια του βιβλίου. Αυτή εκφράζει, με τη στάση της απέναντι στη ζωή, κάτι διαφορετικό, ίσως επαναστατικό για την εποχή των υπαινιγμών και των παγιωμένων καθώς πρέπει αντιλήψεων: "η περίπτωση της Κόμησσας Ολένσκα είχε αναστατώσει πολλές παγιωμένες πεποιθήσεις, τις είχε επικίνδυνα μετατοπίσει επικίνδυνα μες το νου του". Το σκάνδαλο της Έλεν Ολένσκα ήταν πως διεκδίκησε την ελευθερία της από το σύζυγο της, διεκδίκησε τη δυνατότητα να μην υποκρίνεται μέσα σε έναν γάμο που όσα προνόμια κοινωνικά και οικονομικά κι αν της πρόσφερε δεν την εξέφραζε πια, κι αυτό ήταν κάτι που η βαθιά συντηρητική εποχή της δεν μπορούσε να το ανεκτεί γι' αυτό και εκφράζεται όταν αναφέρεται σ' αυτήν με την φράση "η καημένη Κόμησσα Ολένσκα". Ο ατομικισμός της Ολένσκα, η διεκδίκηση του εαυτού, είναι εξεγερτική πράξη για την εποχή: "Της μόδας! Όλοι δίνετε τόση σημασία σ' αυτό; Γιατί να μη δημιουργεί ο καθένας τη δική του μόδα; Αλλά απ' ό,τι φαίνεται εγώ έζησα πολύ ανεξάρτητη". Έτσι λοιπόν από τη μεριά η Γουόρτον απεικονίζει τη νοοτροπία των χρόνων της αθωότητας, όπου οι άνθρωποι της κλειστής αριστοκρατικής κοινωνίας απέκρυβαν τα συναισθήματα και τις βαθύτερες σκέψεις και επιθυμίες τους, έναν κόσμο που εκφράζει η μνηστή του Νιούλαντ, η Μέι , μια αθωότητα "που σφραγίζει το νου ενάντια στη φαντασία και την καρδιά ενάντια στην εμπειρία". Σ' αυτούς τους δύο διαφορετικούς κόσμους, και στο μεταίχμιο αυτών, θα κινηθεί η ζωή και η επιθυμία του Νιούλαντ. Αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στην τακτοποιημένη ζωή που προσφέρει ο γάμος με τη Μέι, και την σφοδρή επιθυμία του για ένα βλέμμα, ένα φιλί, μια σχέση με την Κόμησσα των λογισμών του η οποία εκφράζει την διαφορά του πάθους έναντι της άνευρης λογικής.
Το βιβλίο δεν είναι ένα προχειρογραμμένο ρομάντζο, ούτε ένα αρχαϊκό άρλεκιν. Η ένταση των συναισθημάτων που αποπνέει θεμελιώνεται στη δεξιοτεχνία της Γουόρτον να μην δίνει εύκολες λύσεις στις επιθυμίες των ηρώων της, ούτε να ικανοποιεί την προσμονή των αναγνωστών της, τότε και σήμερα, οι δύο κρυφοί εραστές να ζήσουν μαζί ολοκληρώνοντας με ένα happy end την περιδίνηση τους από αγκαλιά σε αγκαλιά. Ο Νιούλαντ, που φαίνεται να ανακαλύπτει την αληθινή του φύση κοντά την Κόμησσα Ολένσκα, της προτείνει την οριστική ρήξη με το παρόν, αλλά αυτή η πρότασή του δεν είναι πειστική καθώς έχει κατά νου μάλλον έναν ιδεατό κόσμο παρά την σκληρή πραγματικότητα που έχει βιώσει η Κόμησσα που αν και εκ φύσεως επαναστάτρια, τον προσγειώνει στην πραγματικότητα: "δηλαδή, αυτό που σκέφτεσαι είναι να ζήσω μαζί σου ως ερωμένη σου....αφού δεν μπορώ να είμαι η σύζυγος σου;" Η Κόμησσα Ολένσκα που ήξερε ν' αγαπά αληθινά θα προσδιορίσει το "εμείς" της σχέσης της με τον Νιούλαντ στη γη και όχι στα σύννεφα, διατηρώντας στη μνήμη της την αγάπη της για κείνον με ένα διαφορετικό σχέδιο απ' αυτό που σκεφτόταν ο Νιούλαντ: "είμαστε κοντά ο ένας στον άλλο μόνο αν μείνουμε μακριά". Στο μεταίχμιο των δύο ζωών που είχε να επιλέξει ο Νιούλαντ, η Κόμησσα θα προτείνει και θα επιλέξει για κείνον τη μόνη αληθινή οδό που διατηρούσε την σκέψη της αγάπης ζωντανή. Ήταν ακόμη νωρίς να επιλεγεί, εκείνη την εποχή, σ' αυτήν την κοινωνία, κάτι διαφορετικό γιατί είχε φροντίσει αυτή η κοινωνία ν' αφαιρέσει το αίμα, όπως τόσο παραστατικά λέει ο Γουόρτον, από τη ζωή. Κι έτσι με τον χωρισμό σώθηκε η αγάπη αλλά διατηρήθηκε η τάξη. Είναι , όμως, αυτό κάτι αρνητικό; Αν η οπτική του αναγνώστη, της εποχής εκείνης που έγραφε ο Γουόρτον και του σύγχρονου, ορίζεται από την ταύτιση συναισθημάτων και πραγματικότητας τότε αναμφισβήτητα η κατάληξη είναι δυστυχής. Αν όμως κυριαρχεί η ασφάλεια της ηθικής διάστασης, τότε ο γάμος του Νιούλαντ και της Μέι έχει κι αυτός να πει πράγματα στον σύγχρονο αναγνώστη διότι την κρίσιμη στιγμή με τη στάση της η Μέι, αξιοπρεπής και συγκαταβατική, διασώζει την αιώνια προοπτική του Νιούλαντ. Δεν γνωρίζουμε αν είχε αυτό κατά νου η Γουόρτον, αλλά η αμφισημία ενός έργου τέχνης χαρακτηρίζει μονάχα τα μεγάλα έργα τέχνης.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Ρενέ Ζιράρ: Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν....

Αν αξίζει να μελετάται ένας θεολόγος, ο οποίος δεν προσμετράται σαν τέτοιος από το επίσημο σινάφι, είναι ο Ρενέ Ζιράρ στο έργο του οποίου οφείλουμε να επανερχόμαστε για να ανανεώνουμε και την πίστη αλλά και την γνωστική μας ικανότητα.
Η βάση της βίας, λέει ο Ζιράρ, είναι η μιμητική επιθυμία, και αυτήν προσπαθεί κατ' αρχήν να αντιμετωπίσουν οι απαγορεύσεις του Δεκαλόγου, θεμέλιο της ειρήνης μεταξύ των ανθρώπων: "Προκειμένου να διασφαλίσουμε την ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων, πρέπει να ορίσουμε το απαγορευμένο σε σχέση με αυτή την επισφαλή διαπίστωση: ο πλησίον αποτελεί το πρότυπο για τις επιθυμίες μας". Ο Ιησούς Χριστός αλλάζει την πορεία της μιμητικής επιθυμίας στρέφοντας την προς τον εαυτό του, προτείνοντας στους ανθρώπους τη μίμηση της δικιάς του επιθυμίας η οποία στρέφεται προς τον Πατέρα: "Επικεντρώνει λοιπόν όλες Του τις δυνάμεις στη μίμηση αυτού του Πατέρα. Καλώντας μας να Τον μιμηθούμε, μας καλεί να μιμηθούμε την ίδια Του τη μίμηση". Ο Ιησούς υπόκειται στη βία που γεννά η μιμητική επιθυμία. Η περίοδος των Παθών όπου ο όχλος ξεσηκώνεται εναντίον Του συνιστά έναν παροξυσμό, και αυτές οι μεταπτώσεις του όχλου από το Ωσαννά στο Άρον , Άρον Σταύρωσον Αυτόν "είναι λίαν χαρακτηριστικό γνώρισμα του μιμητικού πλήθους".
Κατ' εξοχήν αρνητικός μιμητής του Χριστού είναι ο Σατανάς, ο αφανής πρωταγωνιστής της ανθρώπινης ιστορίας, ένα παράσιτο που αποστολή του έχει να διαστρέψει την αλήθεια και να σπείρει τη βία. Πώς; Μέσω της συγκρουσιακής μιμητικής επιθυμίας. Λέει ο Ζιράρ: "Ο Σατανάς είναι μιμητής, επαναλαμβάνω, με την ανταγωνιστική σημασία της λέξης. Ο Σατανάς είναι το σημάδι του Θεού". 
Εν αρχή ήταν η θυσία και ένας φόνος. Ιδρυτική συνθήκη των κοινωνιών και του πολιτισμού υπήρξε ένας φόνος, γράφει ο Ζιράρ, αναζητώντας τις απαρχές του πολιτισμού και τη γένεση του στην ύπαρξη ενός φόνου, του Άβελ από τον Κάιν, αλλά και δια αυτού στην θεσμοθέτηση του νόμου προκειμένου να μην διαιωνιστεί η ατέρμονη σειρά των φόνων. Το σημάδι του Κάιν που τοποθετεί ο Θεός μετά την αδελφοκτονία επί του μετώπου του είναι "το σημάδι του φονέα που προστατεύεται από τον Θεό" (Γουίλλιαμ Τζέημς). Απ' αυτήν την οπτική μπορεί να γίνουν σημαντικές παρατηρήσεις για το αδιέξοδο της θανατικής καταδίκης που επιβάλλουν ακόμη πολλά κράτη (και ανάμεσα σ' αυτά το πιο προηγμένο, η Αμερική) καθώς διαστρέφουν το σωφρονιστικό περιεχόμενο του νόμου υποκύπτοντας έτσι σε σατανικές επιδιώξεις, γιατί μονάχα ο Σατανάς θα επιθυμούσε την θανατική καταδίκη των αδικοπραγούντων. Ο Ζιράρ είναι κατηγορηματικός: "Ο φόνος και η απαρχή είναι αδιαχώριστα. Εάν ο διάβολος είναι απ' αρχής ανθρωποκτόνος, τούτο σημαίνει πως θα εξακολουθήσει να είναι εις το διηνεκές". Τα Πάθη του Χριστού, ο Σταυρός και κυρίως η Ανάστασή Του φέρνουν στο φως "τα κεκρυμμένα από καταβολής", δηλαδή την αλήθεια του θυματοποιητικού μηχανισμού και τη λογική του "πολλοί εναντίον ενός" που συνιστούσε την δια της βίας δημιουργία πολιτισμού. Αυτός ο πολιτισμός όμως είναι καταστροφικός ακριβώς γιατί στηρίζεται στη βία και στην παραγωγή, διαχρονικά, θυμάτων.Τούτη την αποστολή εξυπηρετούν τα Ευαγγέλια τα οποία "φανερώνουν όσα χρειάζονται να ξέρουν οι άνθρωποι ώστε να κατανοήσουν το μερίδιο ευθύνης τους σε όλες τις βαναυσότητες της ανθρώπινης ιστορίας και σε όλες τις κίβδηλες θρησκείες". Ο Χριστός με την σταυρική Του θυσία και την Ανάσταση Του ξεγέλασε τις μεθοδείες του Σατανά ο οποίος πίστευε πως συνέχιζε τη διαδικασία δημιουργίας θυμάτων. Ο Ζιράρ ως θεολόγος αναγνωρίζει σ' αυτό το σημείο την συμβολή των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας λέγοντας πως "στο Σταυρό ο Σατανάς είναι ο δολοπλόκος που πιάνεται στο δόκανο της ίδιας του της δολοπλοκίας".
Ο λόγος του Ζιράρ είναι πάντα επίκαιρος, ιδιαίτερα με τα όσα αναφέρει στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο "Η σύγχρονη μέριμνα για τα θύματα". Ο Ζιράρ δεν αποφεύγει να χρησιμοποιεί την έννοια του "αποδιοπομπαίου τράγου", μια καθαρά βιβλική έννοια,  προκειμένου να δηλώσει τη βία που ασκείται σε συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες από εκείνους "που πασχίζουν να αμπαρωθούν πίσω από μια κοινή ταυτότητα, τοπική, εθνική, ιδεολογική, φυλετική, θρησκευτική". Η έξαρση μισαλλοδοξίας που επικρατεί σήμερα στην Ευρώπη εις βάρος των μεταναστών και των προσφύγων, η άνοδος ξενοφοβικών κινημάτων, ακροδεξιών σχηματισμών ή δήθεν πατριωτικών ενώσεων σαν το PEGIDA στη Γερμανία συνιστούν όψεις της σατανικής εμμονής στη βία και στην δημιουργία νέων θυμάτων που η θυσία των οποίων θα κατευνάσει την ανήσυχη κοινότητα που αισθάνεται την αδιόρατη απειλή. Οι φωνές λοιπόν όσων ομνύουν υπέρ του ευρωπαϊκού πολιτισμού, των αξιών του και της θρησκευτικής του συνοχής ( χριστιανικής; από πότε όμως, όταν έχουν ήδη παραδοθεί στην αμετροέπεια της άρνησης και της απεμπόλησης της ηθικής του διάστασης;) μπροστά στο κύμα των προσφύγων που κατακλύζουν τις πόλεις τους δεν είναι ειλικρινείς καθώς επιδοκιμάζουν αυτό που ο Σταυρός και η Ανάσταση του Χριστού κατήργησαν, δηλαδή τη μιμητική βία. Οι φωνές κατά των μεταναστών και προσφύγων και οι λαοπλάνοι πολιτικοί που τις σιγοντάρουν είναι θιασώτες όχι μιας χριστιανικής Ευρώπης αλλά μιας νεοπαγανιστικής δοξασίας και υπερβολής- είναι οι ίδιοι που υποστήριζαν νομοθετικά μια σειρά μέτρων θεμελιακών του νεοπαγανισμού όπως "εκτρώσεις, ευθανασία, σεξουαλική εξομοίωση, κλοουνίστικα νούμερα". Η υπεράσπιση των θυμάτων που συνεχίζει να γεννά ο σύγχρονος προηγμένος πολιτισμός δεν μπορεί να γίνει με την κατ' όνομα μόνο επίκληση χριστιανικών αρχών, αλλά με την εφαρμογή τους: "η πλέον δραστική μεταρρυθμιστική δύναμη δεν είναι η επαναστατική βία αλλά η σύγχρονη μέριμνα για τα θύματα". Οι Εκκλησίες οφείλουν να λάβουν σοβαρά υπόψη την αποστολή τους.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Τσέσλαβ Μίλος: Το αιχμάλωτο πνεύμα

Αγαπημένη κατηγορία βιβλίων όλα τα αντικομμουνιστικά, αντισταλινικά συγγράμματα, όλα αυτά που ξεμπροστιάζουν, ξεσκεπάζουν και αποκαλύπτουν τη θηριωδία του σοβιετικού μοντέλου εξουσίας, γραμμένα ιδίως από αυτόπτες μάρτυρες που είδαν, έπαθαν, και γι' αυτό και μαρτυρούν. Τουλάχιστον αυτοί που πρόλαβαν και έγραψαν όσα έζησαν, γιατί εκατομμύρια άλλοι ενώ θα μπορούσαν να γράψουν και να μιλήσουν δεν τα κατάφεραν, καθώς θυσία έγιναν στο βωμό της κομμουνιστικής ουτοπίας. Γι' αυτό και αυτά τα βιβλία, σαν του Μίλος, του Σολτζενίτσιν, του Σαλάμοφ, του Καίστλερ και τόσων άλλων λειτουργούν σαν μνημόσυνα των αθώων θυμάτων του λενινισμού-σταλινισμού.
Από την εισαγωγή του βιβλίου του, ο Μίλος θέτει το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κυκλοφόρησε στην δυτική Ευρώπη: "Το βιβλίο αυτό γράφτηκε στο Παρίσι το 1951-52, την εποχή όπου η πλειονότητα των Γάλλων διανοουμένων ένιωθαν απέχθεια για την εξάρτηση της χώρας τους από την αμερικάνικη βοήθεια και εναπόθεταν τις ελπίδες τους στον καινούργιο κόσμο στην Ανατολή, τον οποίο κυβερνούσε ένας ηγέτης ασύγκριτης σοφίας και αρετής- ο Στάλιν". Αυτό είναι το πλαίσιο, και όλοι φανταζόμαστε ποια θα υπήρξε η υποδοχή του βιβλίου από αυτή την λαίλαπα της πνευματικής ζωής και σκέψης που συνιστούσε τότε, και ορισμένες φορές και σήμερα, η γαλλική ιντελλιγκέντσια, δηλαδή τύποι σαν τον Σαρτρ, τον Αραγκόν και άλλων  δήθεν στοχαστών. Απ' αυτή την χορεία αγυρτών ο Μίλος ξεχωρίζει τον Αλμπέρ Καμύ ο οποίος διέκρινε από νωρίς τη φύση των ολοκληρωτικών καθεστώτων και μάλιστα είχε κάνει μνεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως θεμέλιου λίθου του σταλινικού καθεστώτος, αλλά όπως λέει ο Μίλος όλοι αυτοί εξοστρακίστηκαν από τους συναδέλφους τους για την τόλμη που είχαν να μιλήσουν κατά του κόκκινου τρόμου.
Το αιχμάλωτο πνεύμα είναι το ανθρώπινο πνεύμα τον καιρό του σταλινισμού. Ο Μίλος περιγράφει διάφορους τύπους ανθρώπων που δραστηριοποιήθηκαν την εποχή του Στάλιν στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης όπου κυριαρχούσε η μονολιθική σκέψη, ανθρώπους οι οποίοι , όπως αναφέρει, "υπήρξαν θύματα μιας ιστορικής κατάστασης". Παρατηρήσεις που σήμερα φαίνονται κοινότυπες, την εποχή που γράφτηκαν ακούγονταν παράταιρες: "Το μοναδικό σύστημα σκέψης στο οποίο έχει πρόσβαση ο άνθρωπος της ανατολικής Ευρώπης είναι ο διαλεκτικός υλισμός.....Η προπαγάνδα την οποία υφίσταται, επιδιώκει με κάθε τρόπο να αποδείξει πως ο Ναζισμός και ο Αμερικανισμός είναι ταυτόσημα με την έννοια πως είναι προϊόντα των ίδιων οικονομικών συνθηκών". Εξισώνει ο Μίλος Ναζισμό και Κομμουνισμό στο πεδίο του ποινικού δικαίου κάθε στρατοπέδου, με την έννοια πως εξαλείφουν τα σύνορα ανάμεσα στις ποινικές και τις μη ποινικές πράξεις- μ' αυτή την έννοια κάθε αντίθετη άποψη ενάντια στη φύση των καθεστώτων αυτών τιμωρούνταν με τις βαρύτερες ποινές, σαν να είχε υποπέσει ο θύτης σε κοινό έγκλημα. Ο Μίλος περιγράφει την διαστροφή της σκέψης στα σταλινικά καθεστώτα που προέκυψε από τον βιασμό που υπέστη από την αντιστροφή των όρων με τους οποίους ερμηνεύεται η πραγματικότητα. Χρησιμοποιεί όρους παρμένους από την θεολογία για να εξηγήσει τον φανατισμό των υπέρμαχων τούτης της κοσμοθεωρίας: "το γενικό ηθικό ιδεώδες της Νέας Πίστης είναι πουριτανικό". Οχυρωμένοι πίσω από τα δόγματα πίστης τους, οι νέοι πιστοί των καθεστώτων μιλούν με μια γλώσσα που είναι μεν ξύλινη αλλά ταυτόχρονα τελετουργική: "Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι είπε κάποιος αλλά τι ήθελε να πει". Ο Μίλος ως Πολωνός απεχθάνεται τους Ρώσους και την ρωσική νοοτροπία που την χαρακτηρίζει οπισθοδρομική και προμοντέρνα, θρηνώντας για την επιβολή της σε χώρες με προηγμένη κουλτούρα σαν την πολωνική: "Ο ρωσικού τύπου διαλεκτικός υλισμός δεν είναι τίποτε άλλο από εκχυδαϊσμένη στο τετράγωνο επιστήμη του 19ου αιώνα". Η ανατολικού τύπου δεσποτεία που επιβλήθηκε στη χώρα του Μίλος και στις υπόλοιπες χώρες της ανατολικής Ευρώπης απεικονίζεται με θεολογικούς όρους ως μια καινούργια Πίστη: "Με τον δικό του τρόπο, το Κόμμα είναι επίσης μια εκκλησία. Η επί γης δικτατορία του και ο μετασχηματισμός του ανθρώπινου είδους εκ μέρους του εξαρτάται από την επιτυχία με την οποία θα διοχετεύσει τις ανορθολογικές ανθρώπινες ορμές προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς". Μ' αυτή την έννοια η σταλινική ιδεολογία επιδίωκε μια πνευματική μεταμόρφωση του ανθρώπου, μια αλλαγή όχι μονάχα της κοινωνίας αλλά και της φύσης του ανθρώπου.Αυτό όμως μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα με την βοήθεια του τρόμου και του φόβου: "Όταν κανείς αντιληφθεί το ζήτημα σε λογική βάση, είναι ολοφάνερο πως ο πνευματικός τρόπος αποτελεί ΄μια αρχή του Λενινισμού-Σταλινισμού την οποία δεν μπορεί ποτέ να εγκαταλείψει, ακόμη κι αν θριάμβευε σε πλανητικό επίπεδο".
Βιβλία σαν κι αυτά του Μίλος θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα. Οποιοσδήποτε παρατηρεί ολοκληρωτικές συμπεριφορές σε φίλους ή γνωστούς, είναι πρέπον να τους χορηγεί πνευματική τροφή, σαν κι αυτή του Μίλος ή άλλων παρόμοιων συγγραφέων, εν είδει πνευματικών φαρμάκων προκειμένου να αποτινάξουν από πάνω τους κάθε ψήγμα ουτοπικής σκόνης. Ας μην μας προβληματίζει ο αντιρωσικός τόνος της σκέψης του Μίλος. Ιδιαίτερα σήμερα που πολλοί θεωρούν μεγάλο ηγέτη τον Πούτιν, ας έχουν υπόψη πως η νοοτροπία του αιχμάλωτου πνεύματος δεν έφυγε ποτέ από την ρωσική ψυχή, αλλά διαποτίζει ίσαμε σήμερα την ρωσική αντίληψη του κόσμου που δεν έχει κοινό έδαφος με την δυτική σκέψη- ήδη στην εποχή του ο Τολστόι, όπως παρατηρεί ο Μίλος, εκφραζόταν αρνητικά, δηλαδή πουριτανικά, για το δυτικό πνεύμα που δημιούργησε έργα όπως του Σαίξπηρ ή του γαλλικού ρεύματος του ιμπρεσσιονισμού. Είναι πάντα επίκαιρη η εγρήγορση έναντι των διαδικασιών εκείνων που δημιουργούν την αιχμάλωτη σκέψη.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Ρούτα Σεπέτις: Ανάμεσα σε αποχρώσεις του γκρι

Το βιβλίο της λιθουανικής καταγωγής Ρούτα Σεπέτις μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις "Ψυχογιός" με τίτλο "Παγωμένες Σκιές". Προτιμώ να διατηρήσω τον πρωτότυπο τίτλο, αν και μπορεί να θυμίζει τις διαβόητες 50 αποχρώσεις του γκρι, είναι όμως πιο πιστό στον αυθεντικό τίτλο, ίσως και στο περιεχόμενο. Πρόκειται για εφηβική λογοτεχνία, είναι γραμμένο μέσα από την μαρτυρία μιας 16χρονης κοπέλας, της Λίνα Βίλκας, η οποία εκτοπίζεται από τη χώρα της, τη Λιθουανία, μαζί με τον αδελφό και την μητέρα της προς την παγωμένη Σιβηρία, αυτή και άλλοι ομοεθνείς της, κατά την σταλινική κατάκτηση της Λιθουανίας και των άλλων χωρών της Βαλτικής το 1940, ύστερα από το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Τον επόμενο χρόνο όμως οι Βαλτικές δημοκρατίες άλλαξαν δυνάστη καθώς εισέβαλαν οι ορδές του Χίτλερ, για να αποτελέσουν τελικά τμήμα της ΕΣΣΔ ύστερα από την ήττα των Ναζί, ως το 1991 που απέκτησαν ξανά την ανεξαρτησία τους. Επομένως, αυτό που χαρακτηρίζει τη νοοτροπία των Λιθουανών και των υπόλοιπων πολιτών στη Βαλτική είναι ο αντιρωσισμός, ενώ θεωρούν τους ναζιστές περίπου ως ελευθερωτές τους από την σλαβική δεσποτεία των Ρώσων. Το αντιρωσικό, αντισταλινικό κλίμα είναι έντονο στο πρώτο βιβλίο που έγραψε η Ρούτα Σεπέτις, ένα βιβλίο που έλαβε βραβεία και θετικές κριτικές κυρίως από τον αμερικάνικο τύπο. Αυτό είναι ερμηνεύσιμο, και όχι δυσάρεστο για μένα, λατρεύω να διαβάζω αντισταλινική, αντικομμουνιστική φιλολογία, είτε πρόκειται για εφηβική λογοτεχνία, είτε για υψηλού επιπέδου γραφή όπως οι σπαρακτικές αναμνήσεις του Βαρλάμ Σαλάμοφ. Στο βιβλίο της Σεπέτις
Ρούτα Σεπέτις
κυριαρχεί η απόγνωση του ξεριζωμού, της αδικίας, αλλά και της ελπίδας. Μέσα στα κάτεργα της Σιβηρίας οι ανθρώπινες σχέσεις δεν ισοπεδώνονται τελείως, είτε μεταξύ των συγκρατούμενων, είτε μεταξύ των δεσμοφυλάκων της μυστικής σοβιετικής αστυνομίας και των φυλακισμένων. Αυτές είναι οι αληθινές αποχρώσεις του γκρι, όπου διασώζεται σε στιγμές ακραίας απελπισίας κάποια ελπίδα, ένα φως που αχνοφέγγει. Για να αντιμετωπίσει την απειλή του θανάτου και την αδικία που υφίσταται από μια τρομερή εξουσία, η 16χρόνη ηρωίδα θα καταφύγει στην τέχνη, είναι ταλαντούχος ζωγράφος, σκιτσάρει με κίνδυνο της ζωής της διάφορες εικόνες που την εμπνέουν και, στις απέραντες στιγμές της μοναξιάς της διαβάζει ένα μυθιστόρημα, μεταφρασμένο στα ρωσικά, μια γλώσσα που δεν γνωρίζει καλά, του Ντίκενς. Είναι διδακτικό το μυθιστόρημα της Σεπέτις και σίγουρα μιλά στις καρδιές των κατοίκων των Βαλτικών χωρών που έζησαν την εθνική κάθαρση που επιχείρησε ο Στάλιν. Αλλά όπως γράφει η Σεπέτις στο υστερόγραφο του βιβλίου: "Το 1991, ύστερα από 50 χρόνια βάρβαρης κατάκτησης, οι τρεις Βαλτικές χώρες ξανακέρδισα την ανεξαρτησία τους, ειρηνικά και με αξιοπρέπεια. Επέλεξαν την ελπίδα αντί του μίσους και έδειξαν στον κόσμο πως ακόμα και κατά τη διάρκεια της πιο σκοτεινής νύχτας, υπάρχει φως. Παρακαλώ ερευνήστε αυτά που γράφω. Πείτε τα στους ανθρώπους. Αυτά τα τρία μικροσκοπικά έθνη μας δίδαξαν πως η αγάπη είναι ο πιο ισχυρός στρατός. Είτε πρόκειται για την αγάπη προς τον φίλο, την αγάπη προς τη πατρίδα, την αγάπη προς τον Θεό, ή ακόμα την αγάπη προς τον εχθρό- η αγάπη μας αποκαλύπτει την αληθινά θαυμαστή φύση του ανθρώπινου πνεύματος". Τούτη την αγάπη την συναντά η Λίνα Βίλκας στο μυθιστόρημα της Ρούτα Σεπέτις ακόμα και εκεί που δεν την αναμένει. Μια γραφή που δεν διεκδικεί λογοτεχνικές αξιώσεις, δεν παύει όμως να συγκινεί ακριβώς γιατί είναι διδακτική.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Αγκάθα Κρίστι: Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές

Όσες φορές και να διαβαστεί το έπος της Αγκάθα Κρίστι 'Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές" δεν είναι αρκετές για να το απολαύσει κανείς. Έχει γίνει ταινία, παιχνίδι adventure στον υπολογιστή, το πιο διάσημο, ίσως, αστυνομικό παζλ με ήρωα τον Ηρακλή Πουαρό, αλλά το απολαμβάνει κανείς μόνο στην έντυπη μορφή του. Το ξαναδιάβασα μέσα σε δύο μέρες για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια, τούτη τη φορά στο πρωτότυπο, μιας και η ελληνική μετάφραση έχει χαθεί, αλλά όταν το είχα πρωτοδιαβάσει, μαθητής γυμνασίου ήμουν, πόσο εντύπωση μου είχε κάνει το απίστευτο τέλος του καθώς ανατράπηκαν όλες οι εικασίες για το ποιός μπορούσε να είναι ο δολοφόνος του Ράτσετ. Ένα τέτοιο τέλος που νομίζω δεν έχει δώσει σε άλλο έργο της η Κρίστι.
Η ιστορία βασίζεται σε ένα αληθινό έγκλημα που είχε γίνει το 1932 στην Αμερική, ενώ και η Κρίστι είχε εμπειρία ταξιδιού με τον Όριεντ Εξπρές το φθινόπωρο του 1928. Μέσα στον κλειστό χώρο του τρένου, φέρνει η Κρίστι το 1934, ανθρώπους πολλών εθνικοτήτων συγκεντρωμένους μαζί, μια ιδιάζουσα συνάθροιση νοοτροπιών και παραδόσεων, προκειμένου στο τέλος να αποδοθεί δικαιοσύνη σε ένα φρικτό έγκλημα που η τυπική δικαιοσύνη απέτυχε να απονείμει. Ο Πουαρό σκέφτεται και λύνει το μυστήριο παρουσιάζοντας στο τέλος δύο εκδοχές, μια που θα παρουσιαστεί στις επίσημες αρχές της Γιουγκοσλαβίας (και εδώ είναι φανερή η βαθιά απέχθεια της Κρίστι προς τη νοοτροπία των βαλκανικών λαών, όπως φαίνεται από πολλές αιχμές στο βιβλίο), και η πραγματική εκδοχή που θα μείνει μεταξύ του Πουαρό και των υπολοίπων γιατί πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη. 
Ο Πουαρό δεν είναι μονάχα αυτός που σκέφτεται βαθιά και λύνει τα εγκληματικά παζλ, αλλά και προσφέρει άφθονο χιούμορ, όπως αυτή η ατάκα του την οποία σημείωσα για μελλοντική χρήση: "Μου αρέσει να βλέπω έναν οργισμένο Άγγλο. Είναι πολύ διασκεδαστικοί. Όσο περισσότερο εκφράζονται με συναίσθημα, τόσο λιγότερο έχουν έλεγχο της γλώσσας". 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Γκράχαμ Γκρην: Μπράιτον Ροκ

Η αγγλική έκδοση Penguin του 2004 
"Ο Χέϊλ γνώριζε, τρεις ώρες προτού φθάσει στο Μπράϊτον, ότι σχεδίαζαν να τον δολοφονήσουν". Έτσι ξεκινά, και σε βάζει αμέσως στο κλίμα νουάρ, ο Γκράχαμ Γκρην το δημοσιευμένο το 1938 μυθιστόρημα του "Μπράϊτον Ροκ", ένας τίτλος που πήρε το όνομα του από ένα είδος ζαχαρωτού που πρόσφεραν την εποχή εκείνη στην πόλη του Μπράϊτον. 
Το μυθιστόρημα έχει βασικούς πρωταγωνιστές τον νεαρό, εντελώς προβληματικό χαρακτήρα του Πίνκι, ο οποίος όνειρό του έχει να ηγηθεί συμμορίας εκβιαστών στο Μπράϊτον και να πάρει τα ηνία του τοπικού εγκλήματος από τον Κολεόνι, παλιό μούτρο στην πιάτσα, και δύο γυναίκες που σχετίζονται μαζί του με διαφορετικούς τρόπους, την Άϊντα Άρνολντ και την αγαθή Ρόουζ. Ο Γκρην σκιαγραφεί την σκοτεινή ψυχή του Πίνκι καθώς αυτός αισθάνεται να τον καταδιώκει η προδοσία στενών του συνεργατών , όπως ο Χέιλ, και αργότερα ο Σπάϊσερ, τους οποίους και δολοφονεί. Η ψυχοπαθολογία του νεαρού Πίνκι περιγράφεται, ως συνήθως σε έργα του Γκρην, με υπαρξιακούς όρους: "Αυτή ήταν η δύναμη του. Δεν μπορούσε να δει μέσω των οφθαλμών άλλων ανθρώπων, ή να  συναισθανθεί το κουράγιο τους". Η ψυχρότητα που αποπνέει, αν και μόλις 17 ετών, παγώνει το αίμα όσων βρίσκονται δίπλα του.Ήθελε να γίνει κάποιος σημαντικός, να τον σέβονται και να τον φοβούνται στον χώρο που διάλεξε να κινείται, να γίνει σεβαστός από τους μεγαλύτερους του κακοποιούς: "έπρεπε να αποδείξει σε κάποιον ότι ήταν- ένας άνδρας".
Σ' αυτό το αρνητικό κλίμα της παράνοιας και της καχυποψίας, όμως, υπάρχει ένα φως. Η επίσης ανήλικη, αλλά με στοχαστική διάθεση Ρόουζ, θα γίνει η φιλενάδα του Πίνκι και αργότερα η επίσημη μνηστή του, θα τον παντρευτεί με πολιτικό γάμο, αλλά ο γάμος αυτός από την πλευρά του Πίνκι αποτελεί ένα ακόμα σχέδιο του για να κλείσει το στόμα της Ρόουζ την οποία υποπτεύεται ότι καθώς γνωρίζει πως έχει βάψει τα χέρια του στο αίμα θα τον καρφώσει στην αστυνομία. Την παντρεύεται για να τις κλείσει κι αυτής το στόμα, πείθοντάς την σε μια δραματική σκηνή ν' αυτοκτονήσει. 
Grahan Greene
Αν έμενε σ΄αυτό το επίπεδο το μυθιστόρημα θα ήταν μια σπουδή πάνω στην εγκληματικότητα ανηλίκων στη Βρετανία. Αλλά ο Γκράχαμ Γκρην είναι μεταφυσικός συγγραφέας, δεν κατανοεί την σφαίρα του Πονηρού παρά μονάχα με θεολογικούς όρους, γι' αυτό και η ερμηνεία των κινήτρων των ηρώων του, ή ακόμα και η δική του ματιά στις πράξεις τους, επηρεάζεται από την προβληματική της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέλη της οποίας είναι ο Πίνκι και η Ρόουζ. Ίσως γι' αυτό, ακόμα και εκεί στο βαθύτερο σκοτάδι που βρίσκονται οι ψυχές των ηρώων του να αναδεικνύεται η παράλογη υποψία της Χάριτος, πως δηλαδή υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα, την οποία δραματοποιεί η αντίθεση ανάμεσα στην προσωπικότητα της Άιντα Άρνολντ που προσπαθεί να σώσει την Ρόουζ από τον χαμό μιας ολέθριας σχέσης με τον Πίνκυ και της ίδιας της Ρόουζ η οποία προβάλλει το παράλογο της αγάπης. Η Άιντα με την αυθεντία που θα μπορούσε να προβάλλει κάποιος που δεν γνωρίζει άλλες αποχρώσεις εκτός του άσπρου και του μαύρου, δηλώνει απερίφραστα πως "γνώριζε τι ήταν σωστό και τι ήταν λάθος", και αναλαμβάνει έργο κοσμικού ιεραποστόλου προκειμένου να σώσει το απολωλός. Αλλά δεν βρίσκεται υπό την ηγεμονία της Χάριτος. Τούτη, κι εδώ είναι το χριστιανικό παράδοξο, βρίσκεται στην Ρόουζ: "ήταν δύο ρωμαιοκαθολικοί μαζί στον γκρίζο δρόμο. Καταλάβαινε ο ένας τον άλλο". Το παράδοξο σώζει καθώς έχουν εγκαταλειφθεί οι βεβαιότητες. Το φινάλε του βιβλίου θα μπορούσε να είναι ένα θεολογικό δοκίμιο περί σωτηρίας και χάριτος. Στον κόσμο της απόγνωσης και της μοναξιάς που δημιούργησε ο Γκράχαμ Γκρην στο "Μπράϊτον Ροκ", υπάρχουν στιγμές σαν ρωγμές όπου αναφαίνεται μια κάποια διαφορετική ελπίδα, όχι της δικαιοσύνης που επιθυμούσε η Αϊντα, αλλά αυτή της υπερβάλλουσας αγάπης. Παράξενο μήνυμα για όσους δεν συμμερίζονται την ίδια πίστη με τον Γκράχαμ Γκρην.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Γουίλκι Κόλλινς: Man and Wife

Ο Κόλλινς ξεκίνησε να γράφει το "Ανδρόγυνο" το 1870, όπως πάντα σε συνέχειες προκειμένου να δημοσιευτεί σε φύλλα εφημερίδας. Το ερώτημα που απασχολεί τους μελετητές του έργου του είναι κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ένα έργο που εντάσσεται στα αριστουργήματα της πρώτης συγγραφικής του περιόδου, όπως είναι η "Φεγγαρόπετρα"  ή "Η Γυναίκα με τα Άσπρα", ή μήπως πρέπει να ενταχθεί στην ύστερη περίοδο της συγγραφικής δουλειάς του όπου συμπεριλαμβάνονται έργα όχι τόσο επιτυχημένα από καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας. Τέτοιες κατηγοριοποιήσεις όμως δεν ικανοποιούν παρά μονάχα το σχολαστικό πνεύμα ενός οκνηρού μελετητή ή επιφανειακού αναγνώστη που αναζητά ετικέτες τις οποίες επικολλά για να διευκολύνει την προσπάθεια κατανόησης του, αλλά έτσι χάνεται η αυθύπαρκτη παρουσία του έργου και η δυνατότητα αυτόνομης τοποθέτησης μας έναντι του περιεχομένου και της δομής του.

Ο Κόλλινς εδώ πραγματεύεται ένα εντελώς ιδιαίτερο θέμα που φαίνεται απασχολούσε στην εποχή του την επικαιρότητα. Πώς ορίζεται η νομιμότητα ενός γάμου, πότε ένα ζευγάρι θεωρείται σύμφωνα με το νόμο και τα ισχύοντα έθιμα στη Σκωτία και την Αγγλία θεωρείται παντρεμένο; Ο Κόλλινς στη βάση αυτού του προβληματισμού χτίζει ένα μυθιστόρημα με αρκετά μελοδραματικά στοιχεία, με μακροσκελείς διαλόγους, και αναλυτικές περιγραφές όπως συνηθιζόταν στη λογοτεχνία της βικτωριανής περιόδου, αλλά και με στοιχεία μυστηρίου, σασπένς και αβυσσαλέα πάθη. Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα στοιχεία, έτσι κι αλλιώς έντονα σε όλα τα βιβλία του Κόλλινς. Υπάρχει και κριτική διάθεση απέναντι στα ήθη της εποχής του και ιδιαίτερα σ' αυτό το απίθανο και παρανοϊκό πλέγμα που διέπει τις νομικές σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους καθορίζοντας την έννοια του γάμου με βάση την απλή και μόνο συγκατάθεση, ή δημόσια κοινοποίηση παρουσία μαρτύρων της δήλωσης πως ένας άνδρας και μια γυναίκα είναι παντρεμένοι. Αυτό, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σκωτίας, μπορούσε να γεννήσει πλήθος παρεξηγήσεων και άκυρων γαμήλιων ενώσεων ή ακόμα και γάμους υποτίθεται νόμιμους και έγκυρους αλλά δίχως την ουσιαστική επιθυμία ή συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων ανδρών και γυναικών. Ιδιαίτερα επιβαρυντική σ' αυτήν την περίπτωση ήταν η θέση των γυναικών που βρίσκονταν παγιδευμένες σε γάμους που δεν ήθελαν και δεν συναινούσαν. Ο Κόλλινς είναι επικριτικός σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος γι' αυτό το ζήτημα. 'Ετσι λοιπόν στο βιβλίο έχουμε τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, την αγνή, ευγενική και αξιαγάπητη Άννα Σιλβέστερ η οποία θεωρείται νυμφευμένη με βάση αυτούς τους παρανοϊκούς νομοθετικούς κανόνες με τον αδίστακτο Τζέφρυ Ντελαμάιν ο οποίος τη μισεί αφάνταστα και μηχανεύεται τρόπους για να την εξοντώσει. Η απεικόνιση των γυναικείων μορφών σ' αυτό, όπως και σε κάθε άλλο έργο του Κόλλινς είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη, καθώς περιγράφει τόσο πειστικά όλη την κλίμακα των γυναικείων συναισθημάτων και των μυστικών προδιαθέσεων της γυναικείας καρδιάς, και ενώ γράφει λίγο μετά το μέσο του 19ου αιώνα, η ψυχολογία των γυναικείων μορφών του μπορεί να γίνει αποδεκτή και σήμερα ως έγκυρη και πραγματική. Αλλά πέρα από τα θέματα του γάμου και των σχέσεων, το βιβλίο είναι εντυπωσιακά σύγχρονο όσον αφορά την κριτική που επιχειρεί ο Κόλλινς στο αθλητικό φαινόμενο, την μανία με τον πρωταθλητισμό και την προπόνηση πέρα από τα φυσικά όρια προκειμένου να επιτευχθεί μια μεγάλη επίδοση. Πόσο απόκοσμη θα έμοιαζε η κριτική αυτή ειδικά στην Αγγλία με το καταγεγραμμένο πάθος των Άγγλων για τα σπορ και την αθλητική ρώμη! Όμως και σήμερα ακόμη, όπου σε πλανητικό επίπεδο δεσπόζει η λατρεία της μεγάλης επίδοσης και των υπερανθρώπινων προσπαθειών για υπέρβαση των δυνατοτήτων του σώματος, η κριτική του Κόλλινς αποκτά προφητική διάσταση και αξία. Χρησιμοποιώντας τον χαρακτήρα του Σερ Πάτρικ Λάντι, αυτού του ευγενούς και καλλιεργημένου με την κλασική έννοια ανθρώπου, ο Κόλλινς προβαίνει σε μια δριμεία κριτική των υπερβολών γύρω από τον αθλητισμό και τις επιδόσεις, για να χτυπήσει την αρρενωπή μορφή του Τζέφρυ Ντελαμάιν που επιδίδεται σ' αυτές τις δραστηριότητες και προσελκύει πλήθος θαυμαστριών που λατρεύουν τους μυς και τις γραμμώσεις του σώματος του. Λέει ο Σερ Πάτρικ: "Η κοινή γνώμη στην Αγγλία, έχω την εντύπωση, δεν θεωρεί μονάχα την καλλιέργεια των μυών να έχει ίση σημασία με την καλλιέργεια του πνεύματος, αλλά να διευρύνει στην πράξη, ίσως και στην θεωρία, την ανόητη και επικίνδυνη άποψη της προπόνησης του σώματος στην πρώτη θέση από απόψεως σημασίας , και την πνευματική εκγύμναση στην δεύτερη...... Πού είναι η επιρροή αυτού του σύγχρονου ξεσπάσματος αρρενωπού ενθουσιασμού στα σημαντικά ζητήματα της ζωής;".
Wilkie Collins
Ο Σερ Πάτρικ σ' αυτό στο σημείο αγγίζει τις καρδιές μας. Εμείς που θεωρούμε την εμμονή με τα σπορ, όπως και ο Σερ Πάτρικ, εκδήλωση βαρβαρότητας όταν η ενασχόληση μ' αυτά φθάνει σ' αυτό το ακρότατο όριο, εκδήλωση βαρβατίλας και έκκριση άχρηστης τεστοστερόνης, αισθανθήκαμε πως άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μέσα μας καθώς διατύπωνε ήδη από τόσο παλιά και δίχως να έχουν ακόμα εκδηλωθεί όλα τα σύγχρονα φαινόμενα απαξίωσης του αθλητικού φαινομένου (χουλιγκανισμός, ντόπινγκ, κίτρινος αθλητικός τύπος κλπ), την πιο ουσιαστική κριτική: "Όταν η αντίληψη του κοινού εκθειάζει άμεσα την σωματική εκγύμναση πάνω από τα βιβλία, τότε ισχυρίζομαι πως η αίσθηση του κοινού βρίσκεται σε ένα επικίνδυνο άκρο". Ή ακόμα: "Μπορούν αυτές οι φυσικές επιτεύξεις (η δεξιότητα στην κωπηλασία, η ταχύτητα στο τρέξιμο κλπ), να τον βοηθήσουν έτσι ώστε να κερδίσει μια ανόθευτη ηθική νίκη επί του ατομικού εγωισμού και της σκληροκαρδίας του; Δεν μπορούν καν να τον βοηθήσουν να δει πως αυτός είναι εγωισμός και πως αυτή είναι σκληροκαρδία". Και μόνο αυτές οι σελίδες, αυτή η διεξοδική και προφητική φυσικά κριτική του Σερ Πάτρικ Λάντι με αφορμή τον αρρενωπό, αλλά αδίστακτο Τζέφρι Ντελαμάιν, αρκεί για να θυμόμαστε το "Ανδρόγυνο" του Γουίλκι Κόλλινς ως ένα σημαντικό λογοτεχνικό επίτευγμα με ηθικές αναφορές και σωστά πρότυπα. 

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Γιάννης Μοσχονάς: Stephen King- Η σκοτεινή πλευρά του Hollywood

Εκδόσεις Anubis , 2006
Να σε αναγνωρίζουν ως σημαντικό συγγραφέα εν ζωή είναι μια εξαιρετική τιμή την οποία βίωσαν λίγες σχετικά προσωπικότητες των γραμμάτων. Πόσο μάλλον όταν αυτή η προσωπικότητα παραλαμβάνει το Εθνικό Μετάλλιο Τεχνών, το ανώτατο κρατικό βραβείο στις Ηνωμένες Πολιτείες, για το έτος 2014, όταν ο ίδιος ο πρόεδρος Ομπάμα παρασημοφορεί τον μοναδικό βασιλιά των γραμμάτων Stephen King. Όπως δήλωσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ κατά τη βράβευση των King και των άλλων σημαντικών προσωπικοτήτων απ' όλο το φάσμα των τεχνών "εμπλουτίζουν σε βάθος και πλάτος την ιστορία μας ως Αμερικάνων και ως ανθρώπων". 
Η στιγμή της βράβευσης του Stephen King
Ναι, ανάμεσα σ' αυτούς, ήταν λοιπόν και ο μεγάλος σύγχρονος παραμυθάς, αυτός που οι φελλοί διανοούμενοι σκωπτικά θα τον συμπεριλάβουν στη λίστα με τους συγγραφείς παραλογοτεχνίας ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε μια "ελαφριά" λογοτεχνία που στερείται αξιώσεων καλλιτεχνικής εμβέλειας. Όπως όμως γράφει ο Γιάννης Μοσχονάς, κριτικός κινηματογράφου και από τους εγκυρότερους Έλληνες μελετητές του έργου του King, "για την παρανόηση αυτή ευθύνονται βέβαια οι επαγγελματίες που έχουν αναλάβει την προώθηση των έργων του King, προβάλλοντας μόνο την pulp πλευρά τους και οδηγώντας τον αναγνώστη σε μια λανθασμένη αντιμετώπιση του εν λόγω συγγραφικού φαινομένου.....σημαντικό μέρος του συγγραφικού του έργου αποστασιοποιείται εντελώς από τις τρομολαγνικές πρακτικές, τα βαμπίρ, τους λυκανθρώπους και τα άλλα πλάσματα της νύχτας, που είναι το αρχετυπικό σήμα κατατεθέν των ιστοριών τρόμου, και ασχολείται με πανανθρώπινες αλήθειες, ανθρωποκεντρικά δράματα και ενδοσκοπικά ταξίδια στη σκοτεινή πλευρά που καταπιέζουμε όλοι μέσα μας".
Ο συγγραφέας Γ. Μοσχονάς
Ο Stephen King είναι εξαιρετικά τυχερός δημιουργός διότι πέρα από τις χιλιάδες πωλήσεις των βιβλίων του και τη γενικότερη αναγνώριση, ευτύχησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και οι εφιάλτες που περιέγραψε με τις λέξεις να αποκτήσουν περίγραμμα και εικόνα. Ο Γιάννης Μοσχονάς με επιστημονικό και συστηματικό τρόπο περιγράφει τούτη τη μεταφορά στο βιβλίο των εκδόσεων Anubis "Stephen King, Η σκοτεινή πλευρά του Hollywood", ίσως το μοναδικό εγχειρίδιο που έχουμε στην ελληνική γλώσσα για αυτήν ακριβώς τη σχέση του λογοτέχνη King με τον King του σελιλόιντ. Το βιβλίο αποτελεί έναν θησαυρό πληροφοριών για τις ταινίες που γυρίστηκαν με βάση τα έργα του King, υπάρχουν αναφορές στους συντελεστές, δίδεται βαθμολογία για την ταινία και το βιβλίο, ενώ σε κάθε υποκεφάλαιο, μέσα σε ξεχωριστό πλαίσιο αναλύεται η σχέση της ταινίας με το βιβλίο και το πόσο πιστή ή όχι ήταν η μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη. Ιδιαίτερης προσοχής χρήσει η επισήμανση του συγγραφέα στην υποδοχή των ταινιών αυτών από την Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών της Αμερικής που απονέμει τα Όσκαρ. Ενώ αρκετές ταινίες με θέμα βιβλίο του King έχουν προταθεί με υποψηφιότητες σε διάφορες κατηγορίες Όσκαρ, το ισοζύγιο είναι σαφώς αρνητικό, ιδιαίτερα μάλιστα για κάποιες απ' αυτές όπως το αριστουργηματικό "The Shawshank Redemption" που ενώ είχε προταθεί για 7 από τα βασικά Όσκαρ δεν πήρε, τελικά, κανένα, αφήνοντας ένα στίγμα ντροπής στην αιωνιότητα στα μέλη της Ακαδημίας που αγνόησαν την αξία της ταινίας, διότι όπως γράφει ο Μοσχονάς "ο λόγος της αποτυχίας μπορεί να ανιχνευτεί στο σνομπισμό της Ακαδημίας απέναντι στον κινηματογράφο του φανταστικού". Ίσως ήταν σχετικά νωρίς για την Ακαδημία να βραβεύσει μια τέτοια ταινία, έπρεπε να περιμένουν αρκετά χρόνια αργότερα οι φίλοι του φανταστικού προκειμένου να δουν τον 'Αρχοντα των Δαχτυλιδιών" να σαρώνει τα σχετικά βραβεία. Η ανάγνωση του βιβλίου αυτού αναμφισβήτητα ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα στον αναγνώστη φίλο των βιβλίων του Stephen King, και τον οδηγεί με ασφάλεια στην απόλαυση και κριτική αποτίμηση των ταινιών εκείνων που βασίστηκαν στο λογοτεχνικό του έργο.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Ρόμπερτ Χάϊνλάϊν: Ξένος σε ξένη χώρα

Γραμμένο το 1961 το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Χάϊνλαϊν αντανακλά την κουλτούρα της εποχής και τις εναλλακτικές αναζητήσεις στην Αμερική γύρω από τα θέματα της θρησκείας, της μεταφυσικής πίστης, της σεξουαλικής ελευθεριότητας, τα οποία θα κορυφωθούν καθ΄όλη τη δεκαετία του 60 για ν' αρχίσουν να υποχωρούν από τα μέσα της δεκαετίας του 70 με την αναζήτηση και υιοθέτηση πιο συντηρητικών απόψεων. Ωστόσο ο "Ξένος σε Ξένη Χώρα" μπορεί ακόμα και σήμερα να διαβαστεί με ευχαρίστηση, παρά τον όγκο του και ίσως την ξεπερασμένη θεματολογία του. Υπάρχει σε πολλά σημεία τρελό χιούμορ και πληθώρα αλλόκοτων απόψεων και ιδεών, ένα ευχάριστο διάλειμμα από άλλα πιο "σοβαρά" ή "σκοτεινά" αναγνώσματα. 
Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε από την "Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου" των ΗΠΑ ως ένα απ' αυτά που μορφοποίησαν την κουλτούρα της Αμερικής. Όχι άδικα, γιατί πέτυχε να δημιουργήσει ρεύμα ιδεών που ακόμα και σήμερα διαποτίζει πολιτισμικές όψεις, έστω περιθωριακές αλλά πάντως υπαρκτές, της μεγάλης αυτής χώρας. Το βασικό του μοτίβο είναι η εκπαίδευση ενός αρειανού ο οποίος βρίσκεται στον γήινο πολιτισμό. Ο ξένος είναι ο Βαλεντάϊν Μάικλ Σμιθ ο οποίος μεγάλωσε μες την αρειανή κουλτούρα και τώρα πρέπει να ενσωματωθεί στον τρόπο ζωής και στις αντιλήψεις της ξένης γης, της αμερικάνικης γης όμως. Στους βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι και ο δαιμόνιος δικηγόρος Τζούμπαλ Χάρσο που απηχεί θα έλεγα τις απόψεις του ίδιου του Χάϊνλαϊν. Μια χαρακτηριστική άποψη που σημείωσα με ευχαρίστηση είναι και η ακόλουθη: ¨Η δημοκρατία είναι ένα άθλιο σύστημα. Το μόνο θετικό που μπορούμε να κάνουμε γι' αυτή είναι πως είναι οκτώ φορές καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη μορφή διακυβέρνησης. Το χειρότερο ελάττωμα της είναι πως οι ηγέτες της αντανακλούν τους ψηφοφόρους τους". Διαχρονική διαπίστωση που ισχύει ακόμα.
Robert Heinlein
Το βιβλίο διατηρεί την αξία του ως αναγνωστικός χρόνος που πρέπει να διαθέσει κανείς για τις απόψεις και τα σχόλια του Χάϊνλαϊν όσον αφορά τον ρόλο της θρησκείας και ειδικότερα του νέου φαινομένου που θα διογκωθεί αργότερα, των θρησκειών της Νέας Εποχής. Σύμφωνα με τον διορατικό Τζούμπαλ, μια εκκλησία "μπορεί να είναι οποιαδήποτε παρέα που αποκαλεί τον εαυτό της εκκλησία". Αφορμή για τις δεικτικές αυτές παρατηρήσεις είναι η κριτική στην θρησκεία των Φοστερικών, ένα αμάγαλμα συγκρητισμού και περίεργων γνωστικών δοξασιών προσαρμοσμένων στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου με τη λογική ενός σούπερ μάρκετ όπου κανείς μπορεί να βρει τα πάντα. Ένα καρναβάλι ευτυχίας είναι η εκκλησία των Φοστερικών που πουλά την πραμάτεια της στην καλύτερη οικονομική τιμή, ενώ διάχυτη είναι η ελευθεριάζουσα ατμόσφαιρα με μπόλικο σεξ και αρκετή μεταφυσική αναζήτηση για να είναι όλοι ικανοποιημένοι. Μέσα σ' αυτό το κλίμα ο αρειανός Σμιθ θα επιχειρήσει να δημιουργήσει την δική του θρησκεία, κοντράροντας τους Φοστερικούς, λέγοντας κάποιες αλήθειες οι οποίες όμως δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από το φανατισμένο πλήθος, όπως αυτή: "Η Αλήθεια είναι απλή αλλά ο Δρόμος του Ανθρώπου τραχύς. Πρώτα πρέπει να μάθετε να ελέγχετε τον Εαυτό σας". Ο Τζούμπαλ που μιλούσε τη γλώσσα της λογικής θα κριτικάρει σκωπτικά όλη αυτή τη θρησκευτική μανία με τον γνωστό του τρόπο, χαρακτηρίζοντας ως σολιψισμό και πανθεϊσμό την θεολογία των Φοστερικών και του Σμιθ, λέγοντας πως είναι "σαν το μαλλί της γριάς, άφθονη γεύση και καθόλου ουσία"!
Δεν είναι υψηλή λογοτεχνία το συγκεκριμένο βιβλίο, αν δεν έχει υπομονή κάποιος νομίζω αποκλείεται να το ολοκληρώσει, εκτός αν είναι οπαδός του συγκεκριμένου είδους και θέλει να διαβάσει κάτι κλασικό στο χώρο του που μάλιστα βραβεύτηκε το 1962 με το βραβείο Ούγκο. Έχει όμως ασκήσει επίδραση, είναι υπεύθυνο για την δημιουργία της "Εκκλησίας όλων των Κόσμων", μιας νεοπαγανιστικής οργάνωσης που υπάρχει από τη δεκαετία του 1960, η οποία ιδρύθηκε από τον Τιμ Τζελ και σήμερα ισχυρίζεται πως βρίσκεται στο στάδιο της τρίτης εκ του φοίνικος αναγέννησης της. Δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι αυτό, αλλά όπως φαίνεται από τις πληροφορίες που δίνουν στην ιστοσελίδα τους, www.caw.org, λαμβάνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό και την αποστολή τους. Ο ιδρυτής τους επηρεάστηκε από το βιβλίο του Χάϊνλαϊν, προφανώς και από το γενικότερο κλίμα της πανθρησκείας της Νέας Εποχής και αποφάσισε να ιδρύσει δική του θρησκευτικό μόρφωμα, δίνοντας μάλιστα και αναλυτικές συμβουλές για τον τρόπο που θα κάνουν σεξ τα μέλη της οργάνωσης του όπως φαίνεται εδώ http://caw.org/content/?q=condom, προφανώς όμως δεν επηρεάστηκε καθόλου από την κριτική που ασκεί στο βιβλίο ο Τζούμπαλ Χάρσο για την θρησκεία του τύπου που εκπροσωπούσε ο Φόστερ και κάθε μελλοντικού θρησκευτικού σωτήρα. Στον χώρο της Νέας Εποχής και του νεοπαγανισμού τέτοια φαινόμενα είναι δυνατά καθώς εντάσσονται στην γενικότερη φιλοσοφία του μεταμοντέρνου όπου τα πάντα είναι εφικτό να συνδυαστούν μεταξύ τους. Ο Μάικλ Σμιθ, γράφει ο Χάϊνλαϊν, μιλούσε ως "τέλειος πλασιέ αυτοκινήτων". Ας θεωρήσουμε τούτη τη γραφική διαπίστωση ως κριτική του φαινομένου της πανθρησκείας και των κάθε λογής αιρέσεων που αναφύονται στο έδαφος του υποκειμενισμού.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

125 χρόνια πριν

125 χρόνια, σαν σήμερα, από τη γέννηση της βασίλισσας του εγκλήματος. Εγκληματικό λάθος το ότι χάθηκαν τα άπαντα σχεδόν των βιβλίων της σε διάφορες μετακομίσεις, αν και οι εκδόσεις Λυχνάρι δεν με ικανοποιούσαν ποτέ εξαιτίας της πρόχειρης και ατημέλητης έκδοσης. Τώρα όμως θα έρθουν και πάλι στη βιβλιοθήκη, όλα, στο πρωτότυπο κείμενο τη φορά αυτή, και θα διαβαστούν από την αρχή. Μετά την Αγία Γραφή και τον Σαίξπηρ, η Αγκάθα Κρίστι.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Χαρακτήρες

Διαβάζοντας, στην πολύ καλή έκδοση και μετάφραση των εκδόσεων Ζήτρος, τους "Χαρακτήρες" του Θεόφραστου βρίσκει κανείς μεγάλη ποικιλία χαρακτήρων όπου μπορεί να κατατάξει τους Έλληνες πολιτικούς- η επιγραμματική διατύπωση του Θεοφράστου σαν να μην άλλαξε νόημα και περιεχόμενο από τότε. Λόγου χάριν ο Ψευδολόγος: "Η δε λογοποιία εστί σύνθεσις ψευδών λόγω και πράξεων, ων πιστεύεσθαι βούλεται ο λογοποιών" (= Η ψευδολογία είναι η σύνθεση ψευδών λόγων και πράξεων, για τις οποίες αυτός που ψευδολογεί επιθυμεί να γίνει πιστευτός). Επίκαιρο, αναμφισβήτητα. Αλλά αν ψάξεις βρίσκεις κι άλλα που θα ταίριαζαν, όπως το απόφθεγμα για τον Χωριάτη: "Η χωριατιά φαίνεται ότι είναι η απρεπής έλλειψη λεπτότητας". Ευνόητο είναι πως πολλοί πολιτικοί συνδυάζουν πολλούς χαρακτήρες μαζί, μοιάζει όμως το εκλογικό σώμα να επιλέγει αυτούς πάντα που ταυτίζονται με τον δικό του θεοφράστειο χαρακτήρα.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Αγκάθα Κρίστι: Έρχεται ο θάνατος όπως το τέλος

Οι εκδόσεις "Λυχνάρι" φρόντισαν να εκδώσουν το συνολικό έργο της Κρίστι στα ελληνικά αλλά το παράκαναν με την απόδοση ορισμένων τίτλων, κι έτσι το Death Comes as the End το μετέφρασαν "Τα άστρα μιλούν για θάνατο". Δημοσιευμένο το 1945 είναι από τα βιβλία εκείνα που δεν έχουν ως πρωταγωνιστή κάποιον από τους γνωστούς Πουαρώ ή Μαρπλ, ούτε από τους ελάσσονες πρωταγωνιστές όπως η Τούπενς και ο Τόμυ αλλά ούτε καν κάποιον επιθεωρητή που αναλαμβάνει να λύσει το αίνιγμα των φόνων. Διαδραματίζεται στην αρχαία Αίγυπτο, το 2000 π.Χ., στην οικεία του Ιμχοτέπ, ιερέα που απέδιδε σπονδές στους νεκρούς του κάτω κόσμου, όπου μια σειρά φόνων γίνονται, όλοι από το οικογενειακό του περιβάλλον, όταν αυτός αποφασίζει να φέρει και να ζήσει μαζί του η πανέμορφη παλλακίδα Νοφρέτ. 
Το μυστήριο που δημιουργεί η Κρίστι είναι έντονο, η ατμόσφαιρα μαγική, αισθάνεσαι σε κάθε σελίδα το κακό να απειλεί και να εξαφανίσει όσο το δυνατό περισσότερους ήρωες. Οι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι, με διαφορετικά χρώματα αποδίδει τις συναισθηματικές μεταβολές των τεσσάρων παιδιών του Ιμχοτέπ όταν γνωρίζουν την απόφασή του να ζήσει με τη Νοφρέτ. Η Κρίστι οδηγεί τον αναγνώστη με το να τον κάνει να υποψιάζεται το παρελθόν της Νοφρέτ ως παράγοντα που ευθύνεται, κατά κάποιο τρόπο, με την αλληλουχία των φόνων. Είναι όμως έτσι;  Η Αγκάθα Κρίστι μετέφερε αρκετές φορές την πλοκή των έργων της στην Αίγυπτο, κι αυτό είναι ένα από τα πιο καλογραμμένα έργα της. 

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταξύ Σόλωνος και Χαριλάου Τρικούπη

Όπως τότε, έτσι και την εποχή εκείνη στο βιβλιοπωλείο της οδού Σόλωνος δούλευαν τρεις βιβλιοπώλες, δεμένοι μεταξύ τους, εξαιρετικά φιλικοί προς τους πελάτες με τους οποίους δεν είχαν μια σχέση απλώς διεκπεραιωτική αλλά κατεξοχήν βιβλιοφιλική. Μπορούσες να συζητήσεις μαζί τους με τις ώρες, δεν σε πίεζε ο χρόνος να αγοράσεις ένα βιβλίο, να το πληρώσεις και να φύγεις, αλλά να ακούσεις και πεις κουβέντες με αυτούς και άλλους πληγωμένους από τη γνώση και την αγάπη προς το διάβασμα που κατέφευγαν στο μικρό αυτό ναό για να ικανοποιήσουν το πάθος τους. Η εβδομαδιαία επίσκεψη λοιπόν στο βιβλιοπωλείο αυτό γινόταν θεσμός, μια μικρή απόλαυση σαν τον ζεστό πρωινό καφέ. Φυσικά στον ίδιο δρόμο, αλλά και στους παράδρομους υπήρχαν κι άλλα βιβλιοπωλεία που μπορούσες να βρεις αυτό που έψαχνες και να ικανοποιήσεις παράλληλα και την ανάγκη σου για ξεχαρμάνιασμα με βιβλιοπώλες ή άλλους πελάτες, αλλά αυτό το συγκεκριμένο καθώς ήταν πιο μαζεμένο σε χώρο, αλλά όχι φτωχότερο σε τίτλους, ήταν περισσότερο κοντά στα γούστα κάποιου που διάβαζε κείμενα γύρω από τις ανθρωπιστικές σπουδές, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, έκανε κάποια καλή τιμή στο ταμείο, ενώ και η χαλαρή διάθεση ανάμεσα στους πελάτες και τους βιβλιοπώλες επέτρεπε να συμβεί το αμάρτημα κάθε συνεπούς αναγνώστη, η βιβλιοκλοπή.
Από τους τρεις βιβλιοπώλες, η πλέον βιβλιοφιλική μορφή ανάμεσά τους ήταν αναμφισβήτητα ο μουσάτος. Θα μπορούσε να εργάζεται σε οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο μια τέτοια μορφή, ίσως μονάχα αυτός να ενσάρκωνε το ιδεώδες του ανθρώπου του βιβλίου όπου νυχθημερόν βρίσκεται εκεί, πίσω από το ταμείο, μπροστά από τα ράφια, στο υπόγειο ή το πατάρι, ψάχνοντας κάποια έκδοση που του τη ζήτησε ένας ψαγμένος πελάτης, τακτοποιώντας το χάος, αναζητώντας την καλύτερη θέση για τα δοκίμια του Μπόρχες: στη θέση της λογοτεχνίας ή της φιλοσοφίας; Ήταν μονάχα βιοποριστικοί οι λόγοι που τον έκαναν να μην φεύγει ποτέ, να μην απομακρύνεται ούτε καν την περίοδο που οι αναγνώστες απουσιάζουν στις παραλίες λερώνοντας στην άμμο τα βιβλία που αγόρασαν από το βιβλιοπωλείο του; Μήπως δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει και αποφάσιζε να μένει συνέχεια εκεί; Προφανώς δεν είχε τίποτα άλλο σημαντικότερο να κάνει. Γι’ αυτό και δέσποζε η παρουσία του εκεί μέσα, ήταν το ίδιο σημαντικός όσο και η αποστολή αυτών που πούλαγε. Διάβαζες στο πρόσωπό του την αφοσίωση στο βιβλίο ενός κόσμου που σιγά σιγά θα φύγει, για να παραχωρήσει τη θέση του στη ραγδαία εξάπλωση των ηλεκτρονικών πωλήσεων βιβλίου.
Ένας φανατικός αναγνώστης όταν δεν έχει λεφτά αναγκάζεται για να ικανοποιήσει το πάθος να κλέψει βιβλία. Ο Κωστής Παπαγιώργης περιγράφει σε ένα κείμενο του το πώς κατόρθωσε την δεκαετία του 60 να απαλλοτριώσει γύρω στους 10.000 τόμους από τα βιβλιοπωλεία του Παρισιού, όχι μονάχα γιατί ήθελε να χτίσει μια προσωπική βιβλιοθήκη ο ίδιος, αλλά για να τα εμπορευθεί συνάμα. Η περιγραφή των τεχνασμάτων που χρησιμοποιούσε για να κλέβει τα βιβλία τον ανύψωνε σε πραγματικό ήρωα στα μάτια κάποιου με ανάλογο πάθος. Τα πράγματα εξελίχθηκαν, όμως, από τότε και τα βιβλιοπωλεία με τα μέτρα ασφαλείας που διαθέτουν δυστυχώς αποτρέπουν τη συστηματική κλοπή των τίτλων τους. Απ’ όλα τα πάθη, αυτό είναι το μόνο δικαιολογημένο. Όταν πεινάς και δεν έχεις λεφτά, θα κλέψεις για να φας, όταν δεν έχεις λεφτά για να αγοράσεις όσους τίτλους χρειάζεσαι, θα κλέψεις βιβλία- δεν χρειάζεται περισσότερη αιτιολόγηση. Ο μουσάτος βιβλιοπώλης κάποτε όμως ανακάλυπτε τις κλοπές, ίσως να υποψιαζόταν, αλλά ποτέ δεν είπε τίποτα, ποτέ δεν προσέβαλε πελάτη του- διακριτικά μετέφερε το μήνυμα του. Ήταν ο άνθρωπος των βιβλίων, γι’ αυτό και κατανοούσε.
Τα χρόνια πέρασαν και το βιβλιοπωλείο μεταφέρθηκε αλλού. Παρέμενε στέκι βιβλιόφιλων, σημαντικών διανοουμένων που σύχναζαν εκεί για να συζητήσουν, τις περισσότερες φορές, ή να αγοράσουν κάποιο καινούργιο βιβλίο, τις λιγότερες φορές. Λόγω της κρίσης ήταν αναμενόμενο η κίνηση στην αγορά βιβλίου να πέσει σημαντικά. Τέτοια μάλιστα ανεξάρτητα  βιβλιοπωλεία  χτυπήθηκαν περισσότερο καθώς το βιβλίο, που ήταν ακριβό έτσι ή αλλιώς, αποτέλεσε αντικείμενο πολυτελείας γι’ αυτούς που αναγκάστηκαν να βάλουν προτεραιότητα άλλες αγορές με το συρρικνωμένο εισόδημα τους. Βέβαια, οι άρρωστοι του είδους θα προτιμήσουν να περιορίσουν το ψωμί ή την έξοδο για καφέ προκειμένου να αγοράσουν το βιβλίο που θέλουν, αλλά μονάχα μ’ αυτούς δεν στηρίζεται η αγορά του βιβλίου, ειδικά τέτοιων ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων. Στηρίζεται μόνο η ανάγκη για κουβέντα με ανάλογους ανθρώπους που συνεχίζουν να συναντιούνται εκεί, αλλά τα έξοδα των ιδιοκτητών του βιβλιοπωλείου δεν θα καλυφθούν από την διαπροσωπική σχέση τους με τους βιβλιόφιλους αλλά όχι αγοραστές, πλέον, βιβλίων.

Ο ηρωικός μουσάτος παραμένει εκεί. Παρά τα χρόνια που πέρασαν, κάποιες δεκαετίες, εξακολουθούσε ο φανατικός βιβλιόφιλος να μαθαίνει νέα του. Είχε όμως σταματήσει η εικόνα του την εποχή εκείνη, με τα πυκνά μαύρα μαλλιά, το ατημέλητο μαρξιστικό μαύρο μούσι, τα μεγάλα μαύρα γυαλιά, με τα  εμφανώς φθαρμένα ρούχα, να δεσπόζει στο χώρο, έχοντας πλήρη εποπτεία των χιλιάδων τίτλων βιβλίων που βρίσκονταν γύρω του, δεξιά αριστερά στα ράφια, ακόμα και για αυτά που μέλλουν να έρθουν στο βιβλιοπωλείο, για τις καινούργιες και τις σπάνιες εκδόσεις. Ένα έμψυχο βιβλίο ο ίδιος. Έως ότου, τον είδε ξανά σε κάποιες φωτογραφίες, φυσικά στο βιβλιοπωλείο, τα χρόνια να έχουν αφήσει το λευκό αποτύπωμα τους, τα μαλλιά και το μούσι από το πυκνό μαύρο να έχουν μετατραπεί στο χρώμα του χιονιού, και αν δεν ήταν η συγκεκριμένη αναφορά στις φωτογραφίες, ή αν τον έβλεπε στον δρόμο, δεν θα τον αναγνώριζε, διότι ο χρόνος είχε ξεγελάσει και τον αναγνώστη, πίστευε πως η εικόνα είναι διαρκής και αμετάλλακτη, και πως δύσκολα πια θα μπορούσε να ταυτίσει την μορφή που γνώρισε με τη νέα, τη μορφή με τα λευκά μαλλιά και το δασύτριχο λευκό μούσι, ίσως η πυκνότητα να παρέπεμπαν στην παλιά μορφή, αλλά με ένα άλμα της φαντασίας που δεν ήταν ικανός, ή και πρόθυμος ακόμα, να πράξει γιατί γι’ αυτόν η εμμονή στις αναμνήσεις σήμαινε την απροθυμία του να μεγαλώσει, η ακινητοποίηση του χρόνου σήμαινε την διαρκή του επιθυμία να παραμείνει σε ένα καθεστώς διαρκούς νεότητας και ανεμελιάς τότε που οι βιοτικές ανάγκες αντιμετωπίζονταν με την κλοπή κάποιων βιβλίων, ενώ τώρα απλώς με το κοίταγμα σε μια βιτρίνα ή στην ιστοσελίδα κάποιου εκδοτικού οίκου. Ο άνθρωπος όμως του βιβλίου με τα λευκά μαλλιά και τη λευκή γενειάδα του θύμισαν πως ο χρόνος πέρασε και γι’ αυτόν τον ίδιο, και πως δεν είναι πια καιρός για ψέμματα. Μια στιγμή όμως. Κοίταξες τα μάτια του; Αυτά δεν γέρασαν, η ματιά παραμένει διαπεραστική και αγνή, με στρώσεις σοφίας βέβαια περισσότερες, αλλά είναι εκεί για να σε παρηγορεί πως η κοινή σας αγάπη, το βιβλίο, δεν μορφώνει απλώς, αλλά μορφοποιεί και την εικόνα σου στα μάτια του άλλου. Και έτσι διαπίστωσε με χαρά πως ο μουσάτος ήταν πάντα νέος.

Σιμόν Βέιλ: Επιστολές και Δοκίμια

Σ’ αυτό το βιβλίο είναι συγκεντρωμένες οι σημαντικές επιστολές που απέστειλε η Σιμόν Βέιλ στον καθολικό ιερέα Περρέν καθώς και κάποια από τα εμβληματικά δοκίμια που έγραψε στη ζωή της. Ο τίτλος της συλλογής «Περιμένοντας τον Θεό» είναι και εύστοχος και ενδεικτικός των προθέσεων, ή μάλλον της επιθυμίας της Βέιλ, που σε όλη της τη ζωή περίμενε τον Θεό, με έναν τρόπο όμως διαφορετικό από τους υπόλοιπους πιστούς της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Στην πρώτη της επιστολή, εκφράζει τον δισταγμό της να προσχωρήσει και τυπικά στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μέσω του μυστηρίου του βαπτίσματος. Γράφοντας στον Πατέρα Περέν, θεωρεί τονε αυτό της ανάξια των μυστηρίων της Εκκλησίας. Εδώ βλέπουμε μια ταπείνωση η οποία φθάνει στα άκρα, μια ταπείνωση που συντελείται στην έρημο του κοσμικού χώρου και χρόνου, η οποία διαμαρτυρείται κατά της ευκολίας με την οποία μπορεί κάποιος να γίνει μέλος της Εκκλησίας. Γράφει η Βέιλ: «Αυτού του είδους το εμπόδιο που με σταματά εκτός της Εκκλησίας οφείλεται είτε στην δική μου ατελή κατάσταση, ή στο γεγονός πως η κλήση μου και η θέληση του Θεού, εναντιώνονται σ’ αυτό….αν είναι το θέλημα του Θεού να εισέλθω στην Εκκλησία, θα κάνει γνωστό το θέλημα του σε μένα στην κατάλληλη στιγμή, όταν θα είμαι άξια γι’ αυτό ώστε να μου επιβάλλει το θέλημα του». Δεν αποκλείει μια τέτοια κατάσταση στο μέλλον, στο παρόν όμως θεωρεί πως το θέλημα του Θεού επιβάλλει τη μη ένταξη της στην Εκκλησία. Εδώ ακούμε τη φωνή μιας ξεχωριστής ψυχής που στέκεται με δέος προ του γεγονότος της ολοκληρωτικής αφοσίωσης στην Εκκλησία, δίσταζοντας να κάνει το τελικό βήμα γιατί η ίδια παίρνει πολύ στα σοβαρά τούτη την αφοσίωση και ένταξη. Η αλλόκοτη ταπείνωση της δια Χριστόν σαλής Σιμόν Βέιλ φθάνει σ’ αυτό το σημείο παραδοχής: «Αν κάποια μέρα έλθει όπου θ’ αγαπώ τόσο πολύ τον Θεό ώστε να αξιωθώ της χάριτος του βαπτίσματος, θα αποδεχθώ τη χάρη αυτή την ίδια εκείνη μέρα, αληθινά, με τον τρόπο που ο Θεός επιθυμεί, είτε μέσω του βαπτίσματος με την αυστηρή έννοια του όρου ή με κάποιον άλλον τρόπο. Κατ’ αυτή την έννοια για ποιο λόγο να αγχώνομαι; Δεν είναι δουλειά μου να σκέφτομαι περί του εαυτού μου. Η δουλειά μου είναι να σκέφτομαι τον Θεό. Είναι δουλειά του Θεού να νοιάζεται για μένα». Η συγκλονιστική Σιμόν Βέιλ περιγράφει έναν τρόπο μέθεξης στο μυστήριο της Εκκλησίας καθόλου συνηθισμένο, που ίσως, με μια τολμηρή σκέψη, θυμίζει τη μετάνοια της οσίας Μαρίας Αιγυπτίας. Η επιφύλαξη της Βέιλ εξειδικεύεται περισσότερο στη δεύτερη επιστολή όπου εδώ αναπτύσσει τις σκέψεις της για την εξωτερική μορφή της Εκκλησίας ως «κοινωνικής δομής» η οποία την φοβίζει. Την φοβίζει ιδιαίτερα ο πατριωτισμός που εμφιλοχωρεί σε ρωμαιοκαθολικούς κύκλους, αλλά και μια αίσθηση πως θ’ ανήκει σε μια ένωση που θα την διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους ανθρώπους, σε ένα σώμα δήθεν σωσμένων: «αισθάνομαι πως είναι απαραίτητο και επιβεβλημένο να παραμείνω μόνη μου, μια ξένη και εξόριστη σε σχέση με κάθε ανθρώπινο κύκλο δίχως εξαίρεση». Η κοσμική μοναξιά που επιβάλλει στον εαυτό της θα μπορούσε κανείς να τη θεωρήσει εωσφωρική, ειδικά και στον δικό μας εκκλησιαστικό χώρο με την έντονη προδιάθεση μια τυπική και εξωτερική παρουσία στα γεγονότα της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά η Βέιλ δεν μιλούσε αφ’ υψηλού, αλλά στο πνεύμα της ταπείνωσης που χαρίζεται μονάχα στους αληθινά πνευματικούς ανθρώπους, άλλωστε η Βέιλ , όπως γράφει στην πνευματική της αυτοβιογραφία, «είχα υιοθετήσει την χριστιανική στάση ως τη μόνη δυνατή. Μπορώ να ισχυριστώ πως γεννήθηκα, ανατράφηκα, και διαρκώς παρέμεινα εντός της χριστιανικής έμπευσης». Αυτό που την συγκλόνισε εσωτερικά και μετέβαλλε την εξωτερική αποδοχή του χριστιανικού μυστηρίου σε εσωτερικό γεγονός σωτηρίας και αλήθειας είναι η ανάγνωση και η βαθύτερη κατανόηση της Κυριακής Προσευχής, και μάλιστα η ανάγνωση της στο ελληνικό πρωτότυπο: «η άπειρη γλυκύτητα αυτού του ελληνικού κειμένου με συνεπήρε τόσο πολύ, που για πολλές μέρες δεν μπορούσα να σταματήσω από το να την απαγγείλω διαρκώς». Όμως, παρά αυτή την μυστική εμπειρία, η Βέιλ αισθανόταν πως ο Θεός δεν την ήθελε στην Εκκλησία, τουλάχιστον στην παρούσα στιγμή της ζωής της. Σε ποια Εκκλησία όμως ο Θεός δεν την ήθελε; Στην Εκκλησία της εκκοσμικευμένης μορφής, η οποία «μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ήταν ολοκληρωτική, ήταν η σειρά της Εκκλησίας να εγκαθιδρύσει πρώτη εκείνη ένα είδος ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα, ύστερα από τον πόλεμο με τους Καθαρούς».
Σιμόν Βέιλ
Τούτη τη μορφή αμφισβητεί η Βέιλ, δίχως να αμφισβητεί τον Θεό ή την καθαρότητα και την ομορφιά της χριστιανικής πίστης καθώς και την ανάγκη για την παρουσία σύγχρονων αγίων στην σημερινή κοινωνία. Η σύγχρονη αγία είναι η Σιμόν Βέιλ με αυτόν τον παράδοξο λόγο που συμβάδιζε με τον παράδοξο σαλό της βίο. Ο λόγος της χάριτος αναβλύζει από τα γραπτά της σε κάθε σημείο: «Όταν, ωστόσο, ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, παραδίδεται τότε στο νόμο της βαρύτητας. Τότε νομίζει πως είναι ελεύθερος να αποφασίζει και να επιλέγει, αλλά είναι μονάχα ένα πράγμα, μια πέτρα που πέφτει».
Πέρα από τα αυτοβιογραφικά και πνευματικά αυτά κείμενα, στον τόμο αυτό υπάρχει και ένα άλλο δοκίμιο που προκαλεί συγκίνηση και θα έπρεπε υποχρεωτικά να διαβαστεί από καθέναν που θέλει να ασχοληθεί με την ακαδημαϊκή ζωή του πνεύματος, με κάποια επιστήμη. Το δοκίμιο έχει τον τίτλο «Στοχασμοί για την ορθή χρήση των σχολικών σπουδών υπό το φως της αγάπης του Θεού». Ένα δοκίμιο για κάθε μαθητή τελικά, ανεξάρτητα σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μάθησης βρίσκεται, είτε ξεκινά από το δημοτικό σχολείο, είτε βρίσκεται σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας, είτε στο πανεπιστήμιο και στη μεταδιδακτορική έρευνα, ή αποφασίζει έπειτα από πολλά χρόνια να αφιερωθεί σε έναν τομέα μελέτης για χάρη αυτής και της καλλιέργειας του εαυτού του. Η Βέιλ θεωρεί πως μονάχα οι σχολικές ασκήσεις αναπτύσσουν ένα υποδεέστερο είδος προσοχής, ωστόσο «είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές στην αύξηση της δύναμης της προσοχής η οποία θα είναι διαθέσιμη στον καιρό της προσευχής». Συνδέει λοιπόν την προσοχή με την δυνατότητα της προσευχής, αλλά προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Το πνεύμα μόνο μέσω της επιθυμίας να προοδεύσει, αλλά για να υπάρχει επιθυμία «πρέπει να υπάρχει ευχαρίστηση και χαρά στην εργασία….η χαρά της μάθησης είναι τόσο απαραίτητη στη σπουδή όσο είναι η αναπνοή στο τρέξιμο….όταν απουσιάζει δεν υπάρχουν αληθινοί σπουδαστές, αλλά μονάχα καρικατούρες εκπαιδευομένων που, στο τέλος της εκπαίδευσής τους, δεν θα έχουν καν μια ασχολία». Πόσο επίκαιρα ηχούν αυτά τα λόγια τον καιρό των επιδοτούμενων σεμιναρίων, τούτη την διαχρονική (αυτό)εξαπάτηση πολιτών, εκπαιδευτών και κρατικών υπηρεσιών! Αν δεν υπάρχει η χαρά στην σπουδή και στην πνευματική εργασία, τότε δεν μπορεί να υπάρχει προπαρασκευή για πνευματική χριστιανική ζωή. Γι’ αυτό και η Βέιλ ακόμα και στην επίλυση ενός προβλήματος γεωμετρίας βλέπει την ανόθευτη εικόνα της μοναδικής, αιωνίου και ζώσας Αλήθειας, δηλαδή του Ενσαρκωμένου Λόγου: «Κάθε σχολική εργασία, ιδωμένη μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι σαν ένα εκκλησιαστικό μυστήριο». Γι’ αυτό είναι αναγκαία η προσοχή και η σοβαρότητα στην αντιμετώπιση των σχολικών εργασιών: «ευτυχισμένοι είναι αυτοί που διάγουν την εφηβεία και τη νεότητά τους αναπτύσσοντας αυτή την δύναμη της προσοχής….οι σπουδές βρίσκονται εγγύτερα του Θεού εξαιτίας της προσοχής η οποία συνιστά την ψυχή τους. Όποιος περνά τα χρόνια των σπουδών του δίχως ν’ αναπτύσσει αυτήν την προσοχή μέσα του έχει απολέσει έναν μεγάλο θησαυρό». Στην ουσία αυτό που συνιστά η Βέιλ είναι μια ασκητικότητα ως απόλυτα συνυφασμένη με την ουσία των σπουδών και της μελέτης η οποία, με τη σειρά της, θα οδηγήσει σε ανώτερη πνευματική σφαίρα, θα αποτελέσει κατά κάποιον τρόπο την εισαγωγή στην χριστιανική πνευματική ζωή. Η γεωμετρία, η μελέτη των λατινικών, των ελληνικών, των ξένων γλωσσών, της φιλοσοφίας, της φυσικής, κάθε μάθησης, η ακαδημαϊκή εργασία που αρχίζει εξ απαλών ονύχων και δεν τελειώνει ποτέ «εμπεριέχει ένα τέτοιο πολύτιμο μαργαριτάρι που γι’ αυτό αξίζει κανείς να πουλήσει όλα την περιουσία του, κρατώντας τίποτα για τον εαυτό του προκειμένου να το αποκτήσει». Πόσο στενή και τεθλιμμένη αυτή η οδός για τους σύγχρονους σπουδαστές.
Ο λόγος της Βέιλ είναι  διαχρονικός , επίκαιρος και αξίζει να τον μελετάμε και να επανερχόμαστε σ’ αυτόν ακατάπαυστα.



Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Η μάχη με τον χρόνο

Η αγωνία να ξεκλέψεις λίγη ώρα από βιοτικές ασχολίες για ν' ασχοληθείς με την κατεξοχήν βιοτική σου ανάγκη, το διάβασμα.