Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Ισλανδία και Βιβλίο

Οι Ισλανδοί δεν είναι μονάχα η ομάδα έκπληξη του Euro 2016 αλλά και φανατικοί αναγνώστες όπως διαβάζουμε την σχετική καταχώρηση στην Wikipedia για την Ισλανδία:

"Οι Ισλανδοί είναι λαίμαργοι καταναλωτές της λογοτεχνίας, έχοντας τον μεγαλύτερο αριθμό, αναλογικά με το πληθυσμό, βιβλιοπωλείων παγκοσμίως. Για το μέγεθος της η Ισλανδία εισάγει και μεταφράζει περισσότερη διεθνή λογοτεχνία από κάθε άλλο έθνος. Η Ισλανδία επίσης έχει τις υψηλότερες κατά κεφαλή εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών, και γύρω στο 10% του πληθυσμού θα εκδώσει ένα βιβλίο στη ζωή του".






Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Σίνκλαιρ Λιούις: Μπάμπιτ

Το 1922 δημοσιεύεται ο Μπάμπιτ, και το 1930 ο Σίνκλαιρ Λιούις λαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, οπότε αυτό το βιβλίο συνιστά έναν αποφασιστικό σταθμό στην απόφαση βράβευσης του αμερικάνου συγγραφέα.

Ποιός ήταν ο κύριος Μπάμπιτ; Με τα χαρακτηριστικά λόγια του Λιούις στην αρχή του βιβλίου αποκτούμε την πρώτη επαφή μαζί του: 

"Το όνομά του ήταν Τζωρτζ Φ. Μπάμπιτ. Ήταν σαράντα έξι χρονών τώρα, τον Απρίλιο του 1920, και δεν είχε καμιά ιδιαίτερη ασχολία, δεν έφτιαχνε ούτε βούτυρο, ούτε υποδήματα, ούτε ποίηση, αλλά ήταν επιδέξιος στην πώληση σπιτιών σε μεγαλύτερη τιμή απ' αυτή που μπορούσε ο κόσμος να διαθέσει προς αγορά".

Ο μεσίτης Μπάμπιτ είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και μαζί μ΄αυτόν μια ολόκληρη κοινωνική τάξη και μια νοοτροπία της αμερικανικής ζωής στις αρχές του 20ου αιώνα, και όπως κάθε μεγάλος συγγραφέας, έτσι και ο Λιούις μας βοηθά ν' ανιχνεύσουμε την συμπεριφορά και την λογική του λευκού αμερικάνου μικροαστού, ο οποίος ενδέχεται σήμερα, ο διάδοχος του Μπάμπιτ, να είναι και ψηφοφόρος του Ντόναλντ Τραμπ.
Η ζωή του Μπάμπιτ είναι η εργασία του και η ηθική που αυτή συνεπάγεται είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Είναι ο Μπάμπιτ, στην συντηρητική πόλη Ζενίθ όπου ζει και εργάζεται, ένα πρότυπο, ή θέλει ν' αποτελεί ένα πρότυπο για την οικογένεια του και τον κοινωνικό και επαγγελματικό περίγυρο που αποτελείται από επιτυχημένους ανθρώπους. Ο Λιούις περιγράφοντάς τον φέρνει στα μάτια μας όχι απλά έναν ιδιαίτερο τύπο, αλλά έναν αμερικάνικο ιδεότυπο: "Ήταν, μέχρι τα μπούνια, ο τέλειος προϊστάμενος γραφείου, ένας καλοζωισμένος άνδρας με το αρμόζον μαλακό καφετί καπέλο και τα άνευ σκελετού γυαλιά, καπνίζοντας ένα μακρύ πούρο και οδηγώντας ένα καλό όχημα κατά μήκος ενός ημι-προαστιακού άλσους".

Ο Μπάμπιτ έχει ένα σκοπό, να κερδίζει χρήματα. Για τον σκοπό αυτό οργανώνεται στο Εμπορικό Επιμελητήριο της πόλης του προκειμένου να αντιμερωπίσει τον ριζοσπαστικό συνδικαλισμό των εργαζομένων που προκαλεί αταξία. Ο Μπάμπιτ είναι ηθικό πρότυπο, διέπεται από τις αξίες της εργατικότητας, της εγκράτειας (αποχή από το αλκοόλ- όσο μπορεί τουλάχιστον!), της πληρωμής των χρεών του και της συνεισφοράς προς την εκκλησία.
Σίνκλαιρ Λιούις
Είναι όμως ευτυχισμένος; Το αμερικάνικο όνειρο του Μπάμπιτ αρχίζει να ξεθωριάζει όταν πηγαίνει μια εκδρομή στο Μαίην με τον κολλητό του φίλο Πωλ, κι εκεί ατενίζοντας την ομορφιά της φύσης, μακριά μάλιστα από τις ανάγκες της οικογένειά του, αρχίζει να καταλαβαίνει πως η ελευθερία έχει πολλές όψεις. Τούτη η ελευθερία για τον Μπάμπιτ είναι η σύναψη ενός εξωσυζυγικού δεσμού καθώς και η υιοθέτηση μιας ριζοσπαστικής και φιλελεύθερης ιδεολογίας που έρχεται σε αντίθεση με τον συντηρητισμό που βίωνε ως τότε, αλλά και πάλι παρά την περιπλάνησή του αυτή, θα καταλήξει στην συζυγική οικία αντιλαμβανόμενος πως η προσωπική του ελευθερία όταν συγκρούεται με την συμβατική ζωή του ως οικογενειάρχη, ανθρώπου εργατικών αρετών και μιας συντηρητικής ωφελιμιστικής θεώρησης, μόνο τραγωδία μπορεί να επιφέρει.

Ο Μπάμπιτ εγκαταλείποντας τον ριζοσπαστισμό του θα γίνει μέλος της Ένωσης των Καλών Πολιτών, μια συλλογική έκφραση του αμερικάνικου ηθικού κώδικα της μεσαίας τάξης. Λέει τόσο χαρακτηριστικά ο Λιούις: "Όλοι τους συμφωνούσαν πως οι εργατικές τάξεις πρέπει να παραμείνουν στη θέση τους, και όλοι τους αντιλαμβάνονταν πως η Αμερικάνικη Δημοκρατία δεν εξυπονοούσε οποιαδήποτε ισότητα πλούτου, αλλά επιζητούσε την απόλυτη ενότητα σκέψης, αμφίεσης, ζωγραφικής, ηθών και λεξιλογίου". Παρά την υποταγή του Μπάμπιτ, στο τέλος του βιβλίου μια αχτίδα φωτός, μια έκλαμψη του παλιού ριζοσπαστιμού του φαίνεται στον τρόπο που καθοδηγεί τον γιό του Τεντ να είναι ο εαυτός του και όχι ένας κομφορμιστής που θα υποκύπτει στις απαιτήσεις των άλλων.

Ο Μπάμπιτ του Σίνκλαιρ Λιούις αντιμετώπισε δριμεία κριτική καθώς πολλοί ήσαν αυτοί που δεν αναγνώρισαν τον Μπάμπιτ ως ένα καθολικό αμερικάνικο πρότυπο μεσοσαστού. Σήμερα όμως μπροούμε ν' αναγνωρίσουμε στο πρόσωπό του τον βασικό στυλοβάτη των αξιών του λευκού αμερικάνου ανθρώπου της μεσαίας τάξης που αγωνίζεται να πετύχει επαγγελματικά και να είναι πιστός στην αρχή της οικογένειας και της συζυγικής πίστης, αλλά αποτυγχάνει όταν ο κομφορισμός γίνεται τρόπος ζωής. Μια σπίθα αρκεί για την έκρηξη. Μπορεί να ειπωθεί πως είναι ο Μπάμπιτ ένα Bildungsroman του επαγγελματία αμερικάνου πολίτη, κάπως ανολοκλήρωτο όμως μιας διαρκεί πολύ λίγο η μαθητεία του σε αντικομφορμιστικές αξίες- ο πωλητής Μπάμπιτ επιστρέφει σ' αυτό που ήξερε καλά:

"Τότε πηγαίνει ευτυχισμένος για ύπνο, με τη συνείδηση του καθαρή, έχοντας συνεισφέρει τον οβολό του για την ευημερία της πόλης και για τον προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό". 

Ο Μπάμπιτ, ένας καθημερινός τραγικός ήρωας της αμερικάνικης μεσαίας πόλης, ένας εν δυνάμει ψηφοφόρος του Τραμπ.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Ιερομόναχος Γρηγόριος: Η Θεία Ευχαριστία και η Θεία Κοινωνία

Έκδοση Δόμος, 2001
Επίκεντρο της ζωής του Χριστιανού είναι η μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας και ειδικότερα στο μυστήριο των μυστηρίων, τη Θεία Ευχαριστία. Ο σκοπός της ύπαρξης της εν Χριστώ ζωής είναι η όσο το δυνατό συχνότερη Θεία Κοινωνία η οποία όμως προϋποθέτει κάποιες αξιώσεις πνευματικότητας, προσοχής και εγρήγορσης εκ μέρους του πιστού.

Ο αγιορείτης Ιερομόναχος Γρηγόριος του Κουτλουμουσιανού Κελλίου του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου μας έχει δώσει εξαιρετικά συγγράμματα πνευματικής καλαισθησίας που αναδεικνύουν διάφορες όψεις της χριστιανικής πίστης. Το συγκεκριμένο περιγράφει, όσο είναι δυνατό αυτό, τους αναβαθμούς της Θείας Λειτουργίας η οποία κορυφώνεται στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και τη συνακόλουθη άξια συμμετοχή των πιστών σ' αυτό. 

Κατάφορτο από βιβλικές παραπομπές και πατερικές αναφορές, το βιβλίο του Ιερομονάχου Γρηγορίου αποτελεί μια ουσιαστική βάση για στοχασμό και εσωτερική ανακεφαλαίωση από την πλευρά του πιστού για τον σκοπό της ύπαρξης του, είναι μια υπενθύμιση του ρεαλιστικού χαρακτήρα της χριστιανικής ζωής η οποία συνίσταται στην βρώση του σώματος του Χριστού και στην πόση του  αίματός του- τίποτα λιγότερο απ' αυτό. Η άξια συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία πρέπει να συνιστά τη μόνη μέριμνα του χριστιανού. Επίσης πολύ σημαντική είναι η συνεισφορά του βιβλίου στο ότι διαλύει πλάνες, δυστυχώς επικρατούσες ακόμη ανάμεσα σε κύκλους πιστών, όπως λ.χ. η εθιμοτυπική και σπάνια προσέλευση στο Άγιο Ποτήριο. Λέει συγκεκριμένα κάπου: "Ο ιερός Χρυσόστομος καταδικάζει με τα αυστηρότερα λόγια μια συνήθεια την οποία έχουν ακόμη και σήμερα οι χριστιανοί: Να κοινωνούν μόνον στις μεγάλες εορτές, ανεξάρτητα από το εάν είναι προετοιμασμένοι ή όχι για τη θεία Κοινωνία.  Οι χριστιανοί αυτοί νομίζουν ότι αν κοινωνήσουν μόνο μία φορά το χρόνο χωρίς εξομολόγηση και πραγματική μετάνοια για τις αμαρτίες τους δεν καταδικάζονται γι' αυτό". 

Είναι επιτακτική, λοιπόν, η συχνή μετοχή στο μυστήριο, με τις προϋποθέσεις που κανόνισαν οι άγιοι Πατέρες οι οποίοι παρέχουν τον ασφαλή οδηγό για τη βίωση της χριστιανικής ζωής στην πληρότητά της. Με το βιβλίο αυτό ξεκαθαρίζονται πολλά μυθεύματα γύρω από το τόσο σημαντικό αυτό θέμα γιατί περιέχει την θεολογία της Εκκλησίας, την απλανή διδασκαλία που καθοδηγεί σωστά τους πιστούς. Όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή η προσπάθεια αξίζει να το προσπαθήσει κανείς, να αξιωθεί δηλαδή κάποτε να κοινωνήσει αξίως των αχράντων μυστηρίων.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Ονορέ ντε Μπαλζάκ: Σαραζίν

Εκδόσεις Στερέωμα, Μετάφραση Κώστας Κατσουλάρης
Η νέα έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Στερέωμα της μικρής αυτής νουβέλας του Μπαλζάκ αξίζει να διαβαστεί γιατί πέρα από την ικανοποιητική απόδοση στα ελληνικά προσφέρει και ένα καλοδουλεμένο επίμετρο του μεταφραστή Κ.Κατσουλάρη το οποίο επεξηγεί στον αναγνώστη διάφορες ερμηνευτικές προσεγγίσεις της εμβληματικής ιστορίας του Μπαλζάκ.

Η κριτική και η ερμηνεία ενός έργου δεν σταματά ποτέ παρά μόνο αν σταματήσει να διαβάζεται. Ο Σαραζίν, ένας γλύπτης, ερωτεύεται μια τραγουδίστρια της όπερας, τη Ζαμπινέλα, αλλά τα φαινόμενα δεν είναι η πραγματικότητα. Ο Σαραζίν ξεγελιέται από το φαινόμενο διότι στο νου του έχει σχηματίσει μια ιδέα περί ιδανικής ομορφιάς την οποία "είχε ως τότε αναζητήσει εδώ κι εκεί στη φύση", αλλά την ανακαλύπτει στην ομορφιά της Ζαμπινέλα.

Πρώτο πράγμα που μας στενοχωρεί στην νουβέλα είναι ο αδάμαστος πλατωνισμός του Σαραζίν, όταν ανακαλύπτει την αλήθεια πίσω από την αληθινή φύση της Ζαμπινέλα: "Κάθε φορά που θα βλέπω μια πραγματική γυναίκα θα σκέφτομαι συνέχεια αυτήν, μια φανταστική.....στο μυαλό μου θα έχω πάντοτε μια ουράνια άρπυια που θα έρχεται και θα χώνει τα νύχια της σε όλα τα αντρικά μου συναισθήματα και θα σημαδεύει όλες τις άλλες γυναίκες με μια σφραγίδα ατέλειας".

Ο πλατωνισμός είναι αυτός που δεν αφήνει τον Σαραζίν να χαρεί την πραγματικότητα της Ζαμπινέλα πέρα από την φαινομενική εξαπάτηση του φύλου της. Εκείνη, όντας πιο προσγειωμένη στην πραγματικότητα και παρά την εθελούσια συμμετοχή της στην εξαπάτηση, είναι πιο επιφυλακτική απέναντι στα αισθήματα του Σαραζίν. Αναζητώντας με πάθος το απόλυτο, ο Σαραζίν θα οδηγηθεί στην καταστροφή διότι, πέρα από την.  πληγή στα αισθήματα του, η αλήθεια που αποκαλύπτεται επιφέρει την αμφισβήτηση και της καλλιτεχνικής του υπόστασης, κλονίζει την Ιδέα μέσα του και γι' αυτό αγανακτεί μόλις μαθαίνει την αλήθεια: "Πιστεύεις ότι μπορείς να κοροϊδέψεις το μάτι του καλλιτέχνη;"

Μία από τις αναφορές στο επίμετρο της έκδοσης, αλλά δυστυχώς δεν αναλύεται περισσότερο, λέει πως "δεν είναι λίγες τα τελευταία χρόνια οι αναλύσεις που "διαβάζουν" τον Σαραζίν μέσα από μια γκέι προοπτική"- νομίζω όμως πως η απογοήτευση του Σαραζίν για το πραγματικό φύλο της Ζαμπινέλα αποτελεί κριτική για την απώλεια της ενότητας που θα προσέφερε η σχέση άνδρα-γυναίκας αν καρποφορούσε η σχέση. Στα πλαίσια της αποδοχής της διαφορετικότητας είναι δυνατή και η αντίθετη ανάγνωση, ειδικά σήμερα όπου η γκέι ατζέντα αναδεικνύεται σε ναυαρχίδα κάθε μετανεωτερικής φιλολογίας. Είναι όμως εγγενής ιδιότητα ενός αριστουργηματικού έργου να προσφέρει πολλαπλές ερμηνείες ή να γεννά επιθυμίες για διαφορετικές και αντιφατικές προσεγγίσεις.



 

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος: Φθινόπωρο

Το 1917 κυκλοφόρησε το Φθινόπωρο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου και γι' αυτό το βιβλίο ο χρόνος έχει αφήσει πάνω του τα σημάδια του, αν και η αναγνωστική εμπειρία που σου προσφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο σ' αφήνει με την επιθυμία να διαβάσεις ακόμα περισσότερα πράγματα απ' αυτόν τον συγγραφέα για να τον γνωρίσεις καλύτερα.

Το εντυπωσιακό στοιχείο σ' αυτήν την έκδοση δεν είναι το κείμενο του Χατζόπουλου αυτό καθ' αυτό, αλλά το εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης της "Σύγχρονης Εποχής" (2013) απ' όπου και διάβασα το βιβλίο.  Λέει κάπου ο συγγραφέας του εν λόγω σημειώματος, απηχώντας φυσικά την εκδοτική ιδεολογία της "Σύγχρονης Εποχής":

"Είναι αλήθεια ότι το Φθινόπωρο αποτελεί σημαντικό επίτευγμα της ελληνικής πεζογραφίας. Είναι όμως το ίδιο φανερή κι η ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα του. Πίσω από τη "μαγεία", τη "γοητεία", τη μελαγχολία", την "ποίηση", και τη δήθεν "αδυναμία να κατανοηθεί με τη λογική", το Φθινόπωρο ενσαρκώνει την γκρίζα πραγματικότητα, την άνανθη, την άσκοπη, τη θρυμματισμένη ψυχική κατάσταση, την άδικη και παράλογη διάρθρωση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας".

Κ. Χατζόπουλος
Είναι εντυπωσιακό πόσο παραμορφωτικά μπορεί να διαβαστεί ένα κείμενο και ν' αποδοθούν προθέσεις σ΄έναν συγγραφέα ο οποίος, σύμφωνα με την ανάλυση του εκδότικού οίκου "Σύγχρονη Εποχή" υπήρξε οπαδός του σοσιαλισμού και βοήθησε στη διάδοση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας στην χώρα του. Από το κείμενο, ωστόσο, του Φθινοπώρου δεν συνάγεται από πουθενά ότι ο συγγραφέας καταφέρεται εναντίον της "παράλογης διάρθρωσης της εκμεταλλευτικής κοινωνίας". Ίσως να ήθελε να γράψει ένα ρομαντικό αφήγημα, χρησιμοποιώντας το υπερβατικό στοιχείο της φύσης και των υπαινικτικών εκφράσεων των χαρακτήρων του προκειμένου να προσδώσει μια καταθλιπτική και ατελέσφορη ερωτική ιστορία, αυτή του Στέφανου και της Μαρίκας,  μέσα σ' ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου κυριαρχούσε η χαμηλών τόνων εχθρότητα. Αυτό είναι το επίτευγμα του Χατζόπουλου και όχι η καταδίκη των εκμεταλλευτικών μορφών της κοινωνίας όπου ζούσε. 

Στο μυθιστόρημα αυτό δεν υπάρχουν ούτε όμορφες στιγμές, ούτε όμορφες εικόνες αλλά η επικράτηση ενός ανολοκλήρωτου πνεύματος, ανολοκλήρωτων συναισθημάτων και μιας υπόκωφης καχυποψίας από τη μεριά των συγγενών οι οποίοι, κατά την γνώμη μου, συνιστούν και τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες λόγω των υπαινικτικών βλεμμάτων και της εξ απαλών ονύχων εκδηλώμενης κακίας.  Είναι ένα ανάγνωσμα που σου αφήνει μια στυφή γεύση, η έλλειψη πλοκής δεν μπορεί να αντικατασταθεί μόνο από την περιγραφή ωραίων ψυχικών ή φυσικών εικόνων- η ακινησία και η μουντάδα του φθινοπώρου ως εποχής, το μεταβατικό στάδιο που αυτό σημαίνει, εκδηλώνεται σε κάθε σελίδα του Χατζόπουλου δημιουργώντας ανάλογα αποπνικτικά αισθήματα και στον αναγνώστη.



 

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Ουμπέρτο Έκο: Η Μυστηριώδης Φλόγα της Βασίλισσας Λοάνα

Ο Γιάμπο χάνει τη μνήμη του αλλά αυτό είναι το λιγότερο κακό που παθαίνει διότι έτσι του συμβαίνει κάτι εντελώς αναπάντεχο, σαν ένα δώρο της τύχης που δεν το περίμενε κανείς: ανακαλύπτει τη ζωή σαν λογοτεχνία, και τη λογοτεχνία σαν ζωή. 

Αρχίζει να θυμάται τα ουσιώδη. Τελείως διαφορετικά απ' αυτά που θα νόμιζε κάποιος: "Φτάνει, φτάνει. Δείχνετε να θυμάστε όλα όσα μαθαίνει κανείς διαβάζοντας ή ακούγοντάς τα, αλλά όχι εκείνα που έχουν σχέση με τις άμεσες εμπειρίες σας. Ξέρετε ότι ο Ναπολέων ηττήθηκε στο Βατερλό, αλλά προσπαθήστε να μου πείτε αν θυμάστε τη μητέρα σας".  Έτσι λοιπόν ο Γιάμπο βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να πάψει να θυμάται γεγονότα που αφορούν την επιφάνεια της ζωής του, και ν' αρχίσει την περιδίνηση του στον κόσμο των εντυπώσεων της παιδικής ηλικίας του όπου κυριαρχούν τίτλοι βιβλίων, κόμικς, ηπερήρωες, ένας παράλληλος κόσμος φαντασίας.

"Αυτά όλα τα πράγματα τα συγκεντρώνει η μνήμη μέσα στην τεράστια σπηλιά της, στις μυστικές και άφατες πτυχές της, στο τεράστιο ανάκτορο της μνήμης μου έχω μαζί τον ουρανό, τη γη και τη θάλασσα, εκεί συναντώ και τον ίδιο μου τον εαυτό" (σ. 51)

Ο Έκο μας μεταφέρει, εμάς μαζί με τον Γιάμπο, στα φαντάσματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας όπου τα γεγονότα αξιολογούνται υπό το φως της επιθυμίας να ξαναζήσουμε την εποχή εκείνη ως διαδοχική σειρά εικόνων, λέξεων και ιστοριών. Ο Γιάμπο, βέβαια, είναι τυχερός που έχει φυλάξει τα αντικείμενα της παιδικής του ηλικίας σε κάποια σοφίτα, σε κάποια παλιά κιβώτια κι έτσι τα ανακαλεί και πάλι, ο θησαυρός έρχεται στο φως. Ο σκοπός του αναφέρεται λίγο παρακάτω: "Ήταν η επινόηση, η εικασία που έστησα στα εξήντα μου γύρω από τα όσα θα μπορούσα να είχα σκεφθεί στα δέκα μου. Ελάχιστο αν ήθελα να πω "ξέρω ότι έτσι έγιναν τα πράγματα" , αλλά αρκετό για να συνοψίσω, σε φύλλα παπύρου, αυτό που πιθανόν ένιωσα τότε".

Αν δεν σ' αρέσουν τα βιβλία, αν δεν έχεις ζήσει, στο μέτρο που σ' αναλογεί, παρόμοια παιδική και εφηβική ζωή σαν κι αυτή του Έκο, βουτηγμένος σε κάθε είδους έντυπο που έπεφτε στα χέρια σου, αν δεν είχες τη μανία της συλλογής βιβλίων, κόμικς, περιοδικών, αυτό το βιβλίο του Έκο δεν θα σου πει πολλά πράγματα γιατί είναι ένα βιβλίο που ενώ η λογοτεχνική του αξία όσον αφορά την πλοκή είναι πολύ φτωχή, εντούτοις καταφέρνει να σου δημιουργεί άπειρα συναισθήματα νοσταλγίας, αλλά και να σου δίνει αξία σ' αυτό που έμαθες να κάνεις ίσαμε σήμερα, δηλαδή:

"Να κάνω τη βιβλιομανία του τον δικό μου ασυνήθιστο τρόπο διαφυγής από τον κόσμο".  

Πόση χαρά αισθάνομαι όταν πηγαίνω στο σπίτι ενός φίλου μου, όταν βλέπω στη βιβλιοθήκη και και σε άλλα πονηρά μέρη όπως ανάμεσα στα συρτάρια και τη βάση ενός κομοδίνου, διάφορα βιβλία και αντικείμενα που τα είχα κι εγώ στην παιδική μου ηλικία αλλά εκείνος, πιο σοφός από μένα, τα διατήρησε, ίσως γιατί δεν ήθελε ποτέ να χάσει την εγγύτητα της σχέσης με την παιδική του ηλικία. Αλλά αν και τα έχασα από μπροστά μου, ξέρω ότι υπάρχουν κάπου και μπορώ να τα δω, το έλεος τους με καταδιώκει, ή όπως θα έλεγε πιο φιλοσοφημένα ο Έκο: "ζω σε μια ξεφτισμένη οντολογία. Έχω την ηγεμονική εξουσία να δημιουργώ τους δικούς μου θεούς και τις δικές μου Μητέρες" . (σ. 494)

Πραγματικά, μακαρία οδός.  

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Φλάννερυ Ο' Κόννορ: Ημερολόγιο Προσευχής

Εκδόσεις Αντίποδες-Μετάφραση Γ. Παλαβός
Η Φλάννερυ Ο' Κόννορ ήταν πιστή Ρωμαιοκαθολική που ζούσε στον προτεσταντικό Νότο των Ηνωμένων Πολιτειών, και αυτό το στοιχείο από μόνο του δημιουργεί περιέργεια και μεγάλο ενδιαφέρον γι' αυτή την εντελώς ιδιαίτερη λογοτεχνική γραφή. 

Το "Ημερολόγιο Προσευχής" κανονικά δεν θα έπρεπε να εκδοθεί. Ήταν οι προσωπικές στιγμές της Ο' Κόννορ, το γράψιμο ως μια μορφή προσευχής που έλεγε ο "δικός της Κάφκα", αλλά και μια πραγματική προσευχή καθ' αυτή την οποία απευθύνει στον χριστιανικό Θεό. Η παραβίαση της ιδιωτικότητας, ωστόσο, επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στην αίσθηση περί δημιουργίας που είχε αναπτύξει η Ο' Κόννορ, αν και από τα λόγια αυτά μπορεί να συναχθεί μια θεολογία η οποία ριζώνει στην εκκλησιαστική παράδοση, όχι μονάχα αυτή στην οποία ανήκει η συγγραφέας.

Η προσευχή της Ο' Κόννορ είναι μια ασκητική προσέγγιση του κόσμου: "Κύριε, Σε παρακαλώ, χάρισε μου τη διαύγεια. Σε παρακαλώ, καθάρισε το μυαλό μου". Στην ορθόδοξη Θεία Λειτουργία λέγεται μεταξύ άλλων το παρακάτω απόσπασμα ευχής: 
"Και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς". Η όλη προσπάθεια της αμερικανίδος συγγραφέως μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας νηπτικής προσπάθειας. 

"Δεν θέλω να πιστεύω στην Κόλαση αλλά στον Παράδεισο". Όσοι έχουν διαβάσει τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο, αλλά και άλλους Πατέρες θα ενθυμούνται τους τρόπους γνώσης του Θεού. Η Ο' Κόννορ αναζητά την τέλεια γνώση Αυτού, να τον αγαπά ενθυμούμενη όχι την καταδίκη της κόλασης, όχι να εκτελεί τις εντολές Του από τον φόβο της κολάσεως, αλλά να αγαπά τον Θεό ως χορηγό του Είναι. Η Ο' Κόννορ είναι φύση δοξολογική. Λέει κάπου αλλού: "Δεν θέλω το ημερολόγιο να είναι άσκηση στη μεταφυσική αλλά ένας ύμνος στον Θεό". Τί μέσα διαθέτει γι' αυτό; Μόνο το γράψιμο, στο μοναχικό της δωμάτιο στοχάζεται δια του νου, αλλά προσπαθεί να ενώσει τη καρδιά με το νου. 

Όπου κι αν κοιτάξουμε στο μικρό προσευχητάρι που συγγράφει η Φλάννερυ Ο' Κόννορ θα δούμε απόηχο προσευχών και εκκλήσεων τις οποίες θα συνυπέγραφαν άγιοι και ασκητές της Εκκλησίας. Κάποιες στιγμές μας συγκινεί ιδιαίτερα, όταν αναφέρεται με τρυφερά λόγια στον Κάφκα, ένα αδελφό πνεύμα: "Σε παρακαλώ Κύριε, δώσε μου την απαραίτητη Χάρη, και Σε παρακαλώ, ας μην είναι τόσο δύσκολο να τη λάβω, όσο ήταν για τον Κάφκα". Το Πνεύμα όπου θέλει πνει.

"Σε παρακαλώ, βοήθησε με να καταλάβω έμπρακτα, πόσο ποταπά φέρομαι". Ο 50ος Ψαλμός της μετανοίας, "ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διαπαντός", βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στη σκέψη της Ο' Κόννορ. 

Γράφοντας το παρακάτω κείμενο, εύκολα μας έρχεται στο νου η παραβολή των ταλάντων: η Ο' Κόννορ παρακαλεί τον Θεό να γίνει σπουδαία συγγραφέας- μια προσευχή που τελικά εισακούστηκε. Με δόση ταπεινοφροσύνης προσπαθεί να απεκδυθεί κάθε δική της συμβολή σ' αυτό, αφήνοντας τον Θεό ελεύθερο να δράσει. Πώς; Θυμίζοντας μας το ρηθέν από τους Πατέρες, "το γαρ απρόσληπτον και αθεράπευτον". Να αφιερώσει την συγγραφική της δεινότητα στον Κύριο, αναγνωρίζοντας πως Αυτός είναι η αιτία του ταλάντου της: "Αν ποτέ καταφέρω να γίνω σπουδαία συγγραφέας, αυτό δεν θα συμβεί γιατί θα είμαι όντως σπουδαία, αλλά γιατί ο Θεός με ελέησε να υπογράψω ορισμένα απ' όσα γενναιόδωρα έγραψε για λογαριασμό μου".

Κάποιος αδαής θα πιστέψει, ίσως, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με περίπτωση θρησκοληψίας. Στην εκκλησιαστική γλώσσα όμως το λέμε "ευχαριστία". Αυτό που λαμβάνει, αυτό και προσφέρει ξανά πίσω στον Θεό ως ευχαριστία, την τέχνη της.

Διαβάζοντας το "Ημερολόγιο Προσευχής" η σπουδαία Μέριλυν Ρόμπινσον μας προσφέρει μια σημαντική επισήμανση: "Η θρησκευτικής της ειλικρίνεια είναι πέρα από κάθε αμφιβολία, αλλά οι μορφές έκφρασής της εγείρουν πολλά ερωτήματα. Αυτό δεν αποτελεί κριτική. Είναι το αξιοσέβαστο έργο κάθε συγγραφέα ο οποίος ασχολείται με μεγάλα θέματα να προκαλεί. Και είναι η προσπάθεια για το καλό γράψιμο που αφήνει την μυθοπλασία να ανακαλύψει τον εαυτό της, οσοδήποτε και αν ξαφνιάζει, όπως άλλωστε το κάνει, τις προθέσεις του συγγραφέα". (άρθρο στους New York Times, 2013). Καταλήγει δε η Ρόμπινσον, πως το Ημερολόγιο αυτό φέρνει τον αναγνώστη ένα βήμα εγγύτερα προς ένα ευαίσθητο και αξιοσημείωτα φρέσκο πνεύμα.

Αν οι παλαιοί είχαν τις "Εξομολογήσεις" του Ιερού Αυγουστίνου για να εμπνέονται, οι σύγχρονοι ας ενσκήψουν στα όσα γράφει η Φλάννερυ Ο' Κόννορ με κάθε ειλικρίνεια ως θυμίαμα προσευχής.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Ίντιθ Γουόρτον: Ήθαν Φρομ

Μια κακή συζυγική σχέση μπορεί να οδηγήσει σε διάφορα ενδεχόμενα. Είτε στον ξυλοδαρμό, όπως ισχυρίζεται σήμερα η Άμπερ Χερντ κατηγορώντας τον Τζόνυ Ντεπ, είτε στο διαζύγιο, είτε στην παράλληλη σχέση, όπως είδαμε στην Άννα Καρένινα, στην Μαντάμ Μποβαρύ. Γίνεται δηλαδή η κακή συζυγική σχέση καλή λογοτεχνία! 

H Ίντιθ Γουόρτον γράφει μια νουβέλα το 1911 που καταγράφει, όπως λένε οι ειδήμονες, την προσωπική της δραματική κατάσταση με τον σύζυγο της Έντουαρντ Γουόρτον, έναν άνδρα με ψυχολογικά προβλήματα, ασταθή, εντελώς ασύμβατο με τη δική της καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία που την καταπίεζε, και τον αμερικάνο δημοσιογράφο Μόρτον Φούλερτον με τον οποίο θα αναπτύξει μια σύντομη μεν αλλά έντονη εξωσυζυγική σχέση. 

Το θέμα επομένως που αναπτύσσει στο 'Ήθαν Φρομ" είναι χιλιοειπωμένο, μια καταπιεστική γυναίκα Ζήνα, ο σύζυγος της Ήθαν Φρομ, και μια ξαδέλφη της πρώτης η Μάτι Σίλβερ με την οποία ο Ήθαν Φρομ θα γνωρίσει τον ρομαντικό έρωτα και τα συναισθήματα εκείνα που του στέρησε η νόμιμη σύζυγος του, ολ' αυτά διαδραματιζόμενα σ' ένα χωριό της Νέας Αγγλίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Τί καινούργιο φέρνει αυτή η ιστορία που την έχουμε διαβάσει τόσες φορές;

Edith Wharton
Κατ' αρχάς είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως μια γυναίκα συγγραφέας ως κεντρικό πρωταγωνιστή ενός συζυγικού δράματος έχει τον άνδρα σύζυγο. Την εξιστόρηση του δράματος που αναπτύσσεται η Γουόρτον την αφηγείται μέσα από τα μάτια ενός τρίτου προσώπου που γνωρίζει από κοντά την απόμακρη και μελαγχολική προσωπικότητα του Ήθαν Φρομ, και όλα αυτά σε ένα σκηνικό με πολλά χιόνια, δύσβατα μονοπάτια και μουντό ουρανό. Η Γουόρτον περιγράφει την ψυχική κατάσταση του Ήθαν Φρομ αντλώντας έμπνευση από το σκοτεινό περιβάλλον του χωριού: 

"Φαινόταν πως ήταν τμήμα ενός βωβού μελαγχολικού σκηνικού, μια ενσάρκωση των παγωμένων δεινών του, με όλα όσα ήσαν θερμά και αισθαντικά σ' αυτόν να βρίσκονται αλυσοδεμένα κάτω από την επιφάνεια. Πίστευα μονάχα πως ζούσε στο βάθος μιας ηθικής απομόνωσης πολύ απόμακρης για ευκαιριακή προσέγγιση, και είχα την αίσθηση πως η μοναξιά του δεν ήταν το αποτέλεσμα της προσωπικής του κατάστασης, τραγικής καθώς μάντευα πως ήταν, αλλά είχε μέσα της, όπως υπαινίχθηκε ο Χάρμον Γκάου, το βαθύ συσσωρευμένο ψύχος πολλών χειμώνων του Στάρκφηλντ".

Η ερωτική σχέση του Ήθαν με τη Μάτι είναι τρυφερή, ρομαντική, απόλυτα αξιοπρεπής στην περιγραφή της από την Γουόρτον. Σχεδόν υπαινικτική. Αλλά η κορύφωση της τραγωδίας αφήνει και στην Ζήνα να παίξει έναν ρόλο που την αποκαθιστά στα μάτια των αναγνωστών, όταν η αρχική της άποψη να απομακρύνει την φτωχή Μάτι από την οικία της κυρίως για οικονομικούς λόγους, μη λαμβάνοντας υπόψη την εξίσου δυσχερή κοινωνική και οικονομική σχέση της ξαδέλφης της, αναθεωρείται όταν τα αρχικά σχέδια ανατρέπονται.

Δεν χρειάζεται να είσαι πεθαμένος για να είσαι νεκρός. Μαθαίνοντας το μυστικό του Ήθαν Φρομ, η Ίντιθ Γουόρτον μας προσφέρει ένα μικρό αριστούργημα ερωτικής λογοτεχνίας στο οποίο δεν υπάρχει happy end αλλά ένας διαρκής σταυρός και μια ζωή πληγωμένων αισθημάτων και προσδοκιών. Μια διαρκή υπενθύμιση πως αυτό που σώζει, σ' αυτές τις περιπτώσεις, είναι η καταγραφή σε λογοτεχνική μορφή αυτών των εικόνων και η διάσωσή τους στην αιωνιότητα.

Άρθουρ Κλαρκ: Οι Επικυρίαρχοι

Η αξιόλογη επιστημονική φαντασία, αυτή δηλαδή που έχει να κομίσει ένα νόημα, είναι κατά βάθος πολιτική φαντασία. Οι μεγάλοι τεχνίτες του είδους έγραφαν, στην ουσία, πολιτικό μυθιστόρημα μεταχειριζόμενοι τα συστατικά της επιστημονικής φαντασίας. 
Το βιβλίο του Άρθουρ Κλαρκ κυκλοφόρησε το 1953 με τον τίτλο Childhood' s End , και ήταν ένα μανιφέστο αισιοδοξίας πως το τέλος της "παιδικής ηλικίας" της ανθρωπότητας θα σηματοδοτούσε την αρχή της παγκόσμιας διακυβέρνησης. 

Η γη βρίσκεται υπό την εποπτεία των Επικυρίαρχων, όντων που ήρθαν από το εξωγήινο κόσμο για να επιβάλλουν την τάξη και τη λογική στις υποθέσεις της ανθρωπότητας. Θεμελιώδη ερωτήματα προκύπτουν κατά την διακυβέρνηση αυτή: "Δεν μας κάνει καμιά ευχαρίστηση να καταστρέψουμε την πίστη των ανθρώπων, αλλά δεν είναι δυνατόν όλες οι θρησκείες να είναι σωστές- και το ξέρουν. Αργά ή γρήγορα ο άνθρωπος θα μάθει την αλήθεια". To 1971 θα ακουστούν οι στίχοι από το Imagine του John Lennon,  εκφράζοντας παρόμοιο πόθο μ' αυτόν του Κλαρκ, έστω σε επίπεδο ευχών και προθέσεων.

Οι Επικυρίαρχοι που εξουσιάζουν τη γη δεν είναι σαν τους αυταρχικούς ηγέτες που γνώρισε ο κόσμος. Προσπάθησαν να εργάζονται μένοντας όμως και στο περιθώριο, διαφυλάσσοντας την αποστολή τους από την περιέργεια των ανθρώπων, "η σκιά τους ήταν παντού, αλλά δεν ήταν καθόλου ενοχλητική".  O Άρθουρ Κλαρκ έχοντας ζήσει τον ταραγμένο 20ο αιώνα με τις αντιμαχόμενες φονικές ιδεολογίες, οραματίζεται την υπέρβαση τους μέσω της Παγκόσμιας Διακυβέρνησης. Προτείνει λοιπόν το όραμα του μέσω των Επικυρίαρχων: "Η ίδρυση του Παγκόσμιου Κράτους είναι, φυσικά, το πρώτο μόνο βήμα". Μιλώντας με μια γλώσσα που ανακαλεί στη μνήμη  μας σελίδες από την πολιτική φιλοσοφία των αρχαίων ελλήνων , "όλα τα πολιτικά προβλήματα μπορούν να λυθούν με την ορθή χρήση της δυνάμεως". Και στη συνέχει μας προσφέρει απλόχερο το πολιτικό του όραμα περιγράφοντας τον "Χρυσό Αιώνα": "Το έγκλημα είχε στην ουσία εξαφανιστεί....Στις πρώτες μέρες της διακυβερνήσεώς τους, είχαν επέμβει υπέρ του νόμου και της τάξεως με τόση αποτελεσματικότητα που το μάθημα δεν ξεχάστηκε ποτέ". Επίσης, και αυτό είναι χαρακτηριστικό αντιστροφής της ηθικής της εργασίας που κυριάρχησε στον Δυτικό Κόσμο από την εποχή της Μεταρρύθμισης, μας λέει πως "ο Δυτικός κόσμος ξέμαθε- αυτό που ο υπόλοιπος κόσμος δεν είχε ξεχάσει ποτέ- ότι το να είσαι αργόσχολος δεν είναι αμαρτία, αρκεί να μην εκφυλισθεί σε αμαρτία". Ο πουριτανισμός χτυπιέται αλύπητα ως υποκριτικός και διαστροφικός. Η κοσμική εποχή που οραματίζεται δεν είναι βέβαια μια αντιθρησκευτική εποχή, αλλά μια εποχή ανεκτικότητας- "το μόνο που έλεγε ο Καρέλλεν ήταν ότι το τι πιστεύει ένας άνθρωπος είναι δική του υπόθεση, εφόσον δεν εμποδίζει την ελευθερία των άλλων". Είναι αδύνατο η αρχή αυτή σήμερα να εφαρμοστεί στον ισλαμικό κόσμο, ο Κλαρκ ήταν τέκνο της Διαφωτίσεως και όχι του σκοταδισμού.

Ο Επικυρίαρχος Καρέλλεν προς το τέλος του κειμένου αποκαλύπτει στους εκπροσώπους της γης το μυστικό της αποστολής τους. Διαβάζοντας το κείμενο αυτό, μας έρχονται μνήμες από ανάλογα κείμενα του Πλάτωνα και των μεγάλων παιδαγωγών της ανθρωπότητας. Το μάθημα που δίνει ο Καρέλλεν στον κόσμο είναι μάθημα ταπείνωσης. Πέρα από την ισχύ τους, υπάρχει και άλλος Υπερνούς που κατευθύνει τα διαβήματά τους. Οι Επικυρίαρχοι υπήρξαν όργανα μιας ακόμη ανώτερης δύναμης, ήταν ένα σκαλοπάτι μιας  ιεραρχίας: "όπως εμείς είμαστε ανώτεροί σας, έτσι υπάρχει και κάτι πιο πάνω από εμάς, που μας χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς". Οι φθοροποιές δυνάμεις που αντιμάχονται την εξέλιξη στον κόσμο προς την αγαθότητα, παρακινούν τους Επικυρίαρχους να δράσουν και να προστατέψουν τα όσα πέτυχαν. Ο τρόπος για να γίνει αυτό είναι ένα ξεχωριστό υπόλοιπο ανθρώπων, παιδιών, να απομακρυνθεί από τη γη.

Άρθρουρ Κλαρκ
Αν η Επιστημονική Φαντασία μείνει μονάχα στα όρια μιας εξωγήινης περιπέτειας, τότε θα πρόκειται για ένα παρακλάδι της σοβαρής λογοτεχνίας που δεν θα του έδινε κανείς σημασία πέρα από το πρώτο βιαστικό διάβασμα. Με τον Άρθουρ Κλαρκ και τους άλλους μέγιστους του είδους (Ασίμοφ, Χάϊνλάιν, Λε Γκεν), η ΕΦ μετακομίζει στα σύνορα της ποίησης, της πολιτικής φιλοσοφίας και της ηθικής αναζήτησης. Διαβάζοντας το βιβλίο του Κλαρκ σήμερα, τα ερωτήματα που θέτει περί της Παγκόσμιας Διακυβέρνησης θεωρώ ότι παραμένουν επίκαιρα ειδικά σε περιόδους όξυνσης των εθνικισμών και της περιχαράκωσης των κρατικών συνόρων. Ο Επικυρίαρχος είναι αυτός που θέτει τάξη στο χάος. Η ουτοπία του Κλαρκ, ωστόσο, μας οδηγεί σε πλατωνικές αρχές. Αυτός είναι ένας σκόπελος που πρέπει να προσέξουμε, αν και η αναζήτηση της ορθής διακυβέρνησης δεν μπορεί να αποφύγει τα πλατωνικά ερωτήματα και τις απαντήσεις.


 

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Π.Δέλτα: Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου

Αναζητώντας βιβλία γραμμένα στην ελληνική γλώσσα που να έχουν ένα ηθικό υπόβαθρο και νόημα, δεν μπορεί παρά να σκοντάψεις στο όνομα της Π. Δέλτα. Ο παλαιοβιβλιοπώλης της πόλης, ευτυχώς, έχει τέτοιου είδους βιβλία σε καλές τιμές, κι έτσι συνδυάζω την παλαιότητα ενός αντίτυπου με το αιώνιο περιεχόμενο του. 

Συνήθως Π. Δέλτα διαβάζουν σήμερα εκείνοι οι συνεπείς αναγνώστες που δεν την είχαν διαβάσει στο παρελθόν, συστηματικά, όσο ήταν παιδιά ή έφηβοι, αλλά για κάποιο λόγο την αμέλησαν, είτε παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν διαβάσει στο παρελθόν Π. Δέλτα και οι μνήμες δεν έσβησαν ποτέ, γι' αυτό στα σίγουρα θα προτείνουν ένα καλό βιβλίο στα παιδιά τους μόλις φθάσουν σε ώριμη αναγνωστική ηλικία- η οποία, φυσικά, διαφέρει από παιδί σε παιδί.

Αλλά η Π. Δέλτα είναι λάθος να την θεωρούμε ως παιδική συγγραφέα. Είναι μια πολύ σοβαρή συγγραφέας που απευθύνεται σε όλους διότι στα βιβλία της αυτό το στοιχείο που φωτίζει το νου του αναγνώστη είναι το ηθικό θεμέλιο των ιστοριών και των περιπετειεών της. "Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου" που διαβάζεται απνευστί, έχει όλα τα στοιχεία, ανάλογα με την ηλικία που θα διαβαστεί, να διαμορφώσει ηθικές προσωπικότητες: αν κάποιος είναι νέος και δεκτικός στα μηνύματα του κειμένου, ίσως αναζητήσει περαιτέρω αναφορές και ερεθίσματα γύρω από όσα διαβάσει εδώ, δηλαδή θα αναζητήσει να μάθει έτι περαιτέρω για την βυζαντινή ιστορία, για την ιστορία της εκκλησίας, για τους εθνικούς αγώνες. Αν είναι μεγαλύτερος στην ηλικία θα καταλάβει πόσο ο σύγχρονος εθνικισμός διαστρέφει το νόημα της αγνής φιλοπατρίας, αντιστρέφοντας την ιεραρχία των όρων "εθνικό" και "αληθινό". Ο σύγχρονος εθνικιστής δεν θα νιώσει άνετα με ένα βιβλίο της Π. Δέλτα, γιατί εδώ η ιστορία δεν γράφεται με το μίσος για τους άλλους αλλά μονάχα με την αγάπη προς το ιδεατό μέγεθος της πατρίδας- ή της αντίληψης για το τι εστί πατρίδα που έχει η Π. Δέλτα.

Οι Βούλγαροι, αυτός ο εχθρός του έθνους των Ελλήνων, παρουσιάζεται με τις ίδιες αρετές και τα ελαττώματα που έχουν οι Βυζαντινοί. Ο Σαμουήλ είναι άξιος αντίπαλος του Βασιλείου. Τα πρωτοπαλίκαρα του βουλγαρικού στρατού είναι εξίσου πολυμήχανα και αιμοβόρα, όταν χρειάζεται, με τους αντίστοιχους Βυζαντινούς. Μοιράζονται την ίδια ορθόδοξη πίστη, προσκυνούν με την ίδια ζέση τις εκκλησιαστικές εικόνες, είναι κι αυτοί άξιοι πατριώτες για το δικό τους το σκοπό. Αυτό που δεν ανέχεται η Δέλτα και στηλιτεύει είναι η ανανδρεία και η υπέρμετρη σκληρότητα όταν υπάρχει η δυνατότητα του ελέους, αυτό είναι το ηθικό της μήνυμα. Με τα λόγια που βάζει στο στόμα του Βασιλείου μιλώντας για έναν αντίπαλο Βούλγαρο: "Λύσετέ τον και φερθείτε του σαν βολιάς που είναι. Πολέμησε παλικαρίσια και νικήθηκε. Τιμή σε τέτοιους νικημένους. Τον Ιβάτζη όμως.....". 

Η ηθική ανωτερότητα των Βυζαντινών και των χαρακτήρων του βιβλίου φαίνεται στην σκιαγράφηση του Μιχαήλ και του Κωνσταντίνου ως προσώπων αφοσιωμένων σε ανώτερα ιδανικά: της πατρίδας, της φιλίας, της ανυπόκριτης αγάπης. Η σχέση αυτή δεν διαλύεται όταν η Αλεξία γίνεται το μήλον της έριδος, αλλά δείχνει το μέγεθος της φιλίας, η οποία δεν έχει όρια, όταν ο ένας επιζητεί την υποχώρηση για χάρη του άλλου.  Ένα μυθιστόρημα που έχει αντέξει την δοκιμασία του χρόνου.

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Ζαχαρία Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά

"Όταν δεν ήταν βαρυχειμωνιά, είχαν για σχολείο πότε ένα πεύκο, πότε ένα πλάτανο. Έπαιρναν τα βιβλία τους και διάβαζαν μαζί του απάνω στους λόφους, στον ήλιο και στον αέρα".


Κάνοντας μια βόλτα στο παλαιοβιβλιοπωλείο της πόλης βρήκα μια παλιά έκδοση των θρυλικών Ψηλών Βουνών του Ζαχ. Παπαντωνίου. Το αντίτυπο ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση, δεν είχε όμως χρονολογία έκδοσης, προερχόταν όμως από τα Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια Θεσσαλονίκης "Ο Κοραής" όπως φαίνεται από τις διάσπαρτες σφραγίδες αυτού του ιδρύματος που υπάρχουν σε αρκετές σελίδες του βιβλίου. Ένα σχολείο που μάλλον δεν υφίσταται σήμερα. Το βιβλίο είναι και ντυμένο κι έτσι προστατεύτηκε από τη φθορά του χρόνου. Σημειώσεις εντός του δεν υπήρχαν , δείχνει όμως πως έχει πολυδιαβαστεί από μαθητές εκείνης της εποχής. 

Το βιβλίο διαβάζεται και σήμερα, όμως, σύμφωνα με τα προγράμματα φιλαναγνωσίας. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πραγματοποίησε με τη συγγραφή του μια πολιτιστική επανάσταση στα σχολικά ήθη των αρχών του 20ου αιώνα, το βιβλίο αγαπήθηκε από πολλούς αλλά και διώχθηκε λόγω της χρήσης της δημοτικής γλώσσας. Αν όμως η διαχρονική αξία του έχει οριστικά επιβληθεί, η μη υποχρεωτική του χρήση για τις ανάγκες του σύγχρονου εκπαιδευτικού προγράμματος της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στερεί από τα παιδιά του σήμερα ένα ηθικό πρότυπο, έναν οδηγό επιβίωσης, όπως ήταν τα "Ψηλά Βουνά", το οποίο θα τα εισάγει στην αξία της φιλίας, της συνεργασίας, της ομαδικότητας, αλλά και της ατομικής ευθύνης, στην αναγνώριση της γνώσης ως ύψιστης αρετής αλλά, και αυτό είναι το εντελώς σύγχρονο που κομίζει το βιβλίο, της οικολογικής συνείδησης.  

Είναι όντως επίκαιρα τα μηνύματα του βιβλίου, παρά τις δεκαετίες που πέρασαν και την μεταβολή των κοινωνικών συνθηκών, η ανάγνωσή του μπορεί να ξυπνήσει τις κοιμισμένες συνειδήσεις διότι προσφέρει ηθική γνώση και αρετές τις οποίες τις δίδει με απλή καθάρια γλώσσα που στέκεται και σήμερα ως λογοτεχνία αξιώσεων.  Είναι διαφορετικό, ωστόσο, το κοσμοείδωλο της σύγχρονης εποχής, αλλά έστω και ως υπενθύμιση πως υπάρχει ένας άλλος κόσμος ικανός να μεταμορφώσει το ανθρώπινο πνεύμα, δεν αποτελεί χαμένος χρόνος το διάβασμα του βιβλίου. 

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος: Η κερένια κούκλα & Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ

Εκδόσεις Γρηγόρη
Εκδόσεις Πελεκάνος
Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867-1911) είναι μία αρκετά περίεργη μορφή καθώς είναι ένας από τους ελάχιστους γνωστούς Έλληνες που ασπάστηκε τον Ρωμαιοκαθολικισμό. 

Η παραμονή του, με κίνητρο τις σπουδές του και αργότερα με τη γνωριμία του με την αυτοκράτειρα Σίσσυ στην Αυστρία ίσως έπαιξαν κάποιο ρόλο, πάντως η Ορθοδοξία φαίνεται δεν είχε ριζώσει καθόλου εντός του και μόλις βρέθηκε σε ένα ανώτερο αστικό και πνευματικό περιβάλλον (αν και προερχόταν από αστική οικογένεια των Αθηνών) εγκατέλειψε την πατρώα πίστη. 

Κ. Χρηστομάνος
Τα δύο βιβλία του είναι διαφορετικά ως προς το στυλ και τη γραφή. Το "Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ" περιγράφει τη ζωή και τη μαθητεία του Χρηστομάνου δίπλα στην θρυλική βασίλισσα της Αυστροουγγαρίας Σίσσυ όπου της μάθαινε ελληνικά.  Ο Χρηστομάνος δίνει μια συγκινητική περιγραφή της απλής ζωής του στην Βιέννη προτού ενταχθεί στη σφαίρα γοητείας της Ελισάβετ: "Ζούσαμε απλά και ήσυχα, γυρίζοντας σπίτι προτού κλείσουν την εξώπορτα για να βυθιστούμε στα βιβλία μας". Ο σύγχρονος Έλληνας φοιτητής που τυχόν διαβάσει αυτή την φράση θα έπρεπε να συλλογιστεί για το κατάντημά του, αλλά αν δεν το κάνει θά'χει πολλές ευκαιρίες στη ζωή του για να μετανιώσει και να ανανήψει. 

Ο Χρηστομάνος δέχεται την πρόσκληση της βασίλισσας Ελισάβετ η οποία επιθυμεί στον ελεύθερο χρόνο της να μάθει την ελληνική γλώσσα. Ο ελεύθερος χρόνος της Σίσσυ περιλάμβανε ένα καθημερινό, τουλάχιστον, δίωρο, περιποίησης της ατελείωτης κόμης της. Η Σίσσυ σίγουρα θα είχε ως πρότυπο την Ραπουνζέλ! Σ' αυτό το δίωρο αλλά και όποτε ήταν δυνατό, ο Χρηστομάνος όχι μόνο δίδασκε ελληνικά αλλά ήταν υποχρεωμένος ν' ακούει με μεγάλη προσοχή που έφθανε στα όρια της προσωπικής λατρείας προς το πρόσωπό της όλη την αμπελοφιλοσοφία της αυτοκράτειρας η οποία με φιλοσοφικό περισπούδαστο ύφος έκαμε παρατηρήσεις για τη ζωή , τον άνθρωπο και τον κόσμο οι οποίες σήμερα δεν ενδιαφέρουν κανέναν, αλλά για τον Χρηστομάνο ήταν ικανές να τον γοητεύσουν φθάνοντας ως την ανυπόφορη εξιδανικευμένη λατρεία του προσώπου της.  

Η Ελισάβετ
Η μυστηριακή γοητεία που ασκεί στον άτυχο Έλληνα η Σίσσυ φαντάζει στα δικά μας σύγχρονα μάτια κωμική, αλλά έχει την ιστορική αξία της καθώς εδώ πέρα μιλάμε για την κακοποίηση του πλατωνισμού: "Τα χέρια της είναι λιγνόχυτα, εύθραυστα και ξεψυχούνε στα κρίνα των δακτύλων της. Μοιάζουν άνθη που κρυώνουν. Κάτι μυστηριώδικο έχουν επάνω τους. Όταν κρατούν κανένα πράγμα το σφίγγουν τόσο πολύ που θάλεγε κανείς ότι είναι κρυφά συνδεδεμένα , σχεδόν μετουσιωμένα μαζί του". Όπου και να κοιτάξεις στο βιβλίο  θα βρεις τέτοιες προτάσεις ή ακόμα ιδανικότερες, σαν κι αυτή: "διάλυσε την εξωτερική και σωματένια της μορφή σε καθάριες γραμμές ωριοσύνης χύνοντας το κορμί της επάνω στα περιγράμματα των βουνών, παραδίνοντας το νου της στη θάλασσα, βυθίζοντας την ψυχή της στη γαλήνη των λαγκαδιών που τα γλυκοσκεπάζει η νύχτα". Ο Χρηστομάνος όταν δεν αναλίσκεται σε τέτοιες απείρου ιδεαλιστικού κάλλους περιγραφές και θαυμασμού προς την εργοδότρια του, καταγράφει τις απόψεις της Ελισάβετ οι οποίες συναγωνίζονται σε κούφιο ιδεαλισμό τις δικές του. Να μία: "Η τέχνη δεν είναι παρά η δημιουργία του πόθου μας, του πόθου για μιας ύπαρξην υπέρτατη όπως έπρεπε να μας ήτον η ίδια η ζωή. Γεννιέται από τη νοσταλγία για τη μοναδική πατρίδα και μαντεύει τις γραμμές και τις μορφές της".

Αν κανείς διάβαζε πρώτα την "Ελισάβετ" νομίζω πως πολύ δύσκολα θα καταδεχόταν να ξεκινήσει την "Κερένια Κούκλα". Αλλά ο θεός της ανάγνωσης με προφύλαξε, κι έτσι είχα διαβάσει πρώτα την "Κερένια Κούκλα" προτού αποφασίσω να διαβάσω και την "Ελισάβετ" ώστε να έχω μια ολοκληρωμένη άποψη για τον Χρηστομάνο- μόνο έτσι δικαιολογείται η ανάγνωση του ευαγγελίου του ιδεαλισμού που είναι το "Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ".

"Λίγο πριν φθάσουνε στην πόρτα τους, καθώς ήτανε βουτηγμένοι στο σκοτάδι και στη βουνήσια μοναξιά, ο Νίκος έξαφνα γύρισε, έπιασε τη Λιόλια απ' το κεφάλι και τη φίλησε...".

Η "Κερένια Κούκλα" , αντίθετα, είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται και σήμερα και προκαλεί απορίες πως είναι δυνατό ο ίδιος συγγραφέας να έγραψε και την Ελισάβετ, διότι εδώ ο ρεαλισμός, το δράμα και ένας κάποιος ελάχιστα κεκρυμμένος αισθησιασμός διαπνέει το έργο που αντέχει στο χαρακτηρισμό του ως ρεαλιστικού μυθιστορήματος.  Εδώ κυριαρχεί  το γήινο πάθος που ενσαρκώνεται ανάμεσα στον Νίκο, ο οποίος είναι παντρεμένος με την κατάκοιτη εγκυμονούσα γυναίκα του Βεργινία, και της μικρής Λιόλιας η οποία θα εργαστεί ως οικιακή βοηθός στο σπιτικό τους. 

Ένας σφοδρός έρωτας θα αναπτυχθεί και ένα μεγάλο δράμα θα παιχτεί ανάμεσα σ' αυτό το τρίο όπου θα λάβει μεταφυσικές διαστάσεις, αλλά όχι του σαθρού ιδεαλισμού που διαβάσαμε στην "Ελισάβετ" αλλά βγαλμένο μέσα από τις λαϊκές προλήψεις και την παραδοχή πως υπάρχει ένας ηθικός νόμος στον οποίο οι άνθρωποι εκείνης της εποχής πίστευαν. Όπως σωστά σημειώνει στο εισαγωγικό σημείωμα των εκδόσεων Γρηγόρη η Γλυκερία Πρωτόπαπα-Μπουμπουλίδου "ο κόσμος μέσα στον οποίο κινούνται με πολλή φυσικότητα οι ταπεινοί άνθρωποι του μυθιστορήματος είναι συγχρόνως αληθινός και φανταστικός, πεζός και ποιητικός, ρεαλιστικός και ιδεαλιστικός". Όλα αυτά ο Χρηστομάνος τα βρήκε σε μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας και όχι στα παλάτια της ξεπεσμένης αριστοκρατίας της Βιέννης, είναι αληθινά εντυπωσιακή η αντίθεση ανάμεσα στα δύο αφηγήματα του ίδιου συγγραφέα- από τη μια έχουμε τη ζωή όπως περιγράφεται μέσα από το ερωτικό πάθος, την διαβολή, την γκάμα όλων των ανθρώπινων συναισθημάτων, και από την άλλη την ακινησία των ιδεών, των ωραίων πλην όμως αδειανών από ζωή εκφράσεων. Πόσες φορές ο Χρηστομάνος στην "Κερένια Κούκλα" μιλά για το στήθος της Λιόλιας, πόσες φορές το φέρνει ως εικόνα μπροστά μας στις διάφορες εναλλαγές των συναισθημάτων ή των σκέψεων της! Και πόσες φορές έχουμε μπροστά μας την ιδέα της Σίσσυ, την οποία και λησμονούμε τόσο γρήγορα με το κλείσιμο του βιβλίου της. 

Ο Χρηστομάνος κατόρθωσε να γράψει δύο βιβλία με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά μετακξύ τους. Για κάποιον λόγο, η αυστριακή αυλή αποκήρυξε το έργο του για την "Ελισάβετ", δεν της άρεσε ο ακραιφνής ιδεαλισμός του που έφθανε στα όρια της χαμέρπειας και αμαύρωνε τη μνήμη της φονευθείσης αυτοκράτειρας ή μήπως η φαντασία του Χρηστομάνου ήταν αυτή που επισκίαζε την αληθινή εικόνα της Σίσσυ;

 Ότι κι αν ήταν, η "Κερένια Κούκλα" διασώζει τη μνήμη του Χρηστομάνου στην αιωνιότητα καθώς μας έδωσε ένα μικρό διαμαντάκι ηθογραφίας, ερωτισμού και ρεαλιστικού είδους γραφής στο οποίο οι γυναικείες μορφές της Λιόλιας και της Βεργινίας μας επαναφέρουν στο έδαφος που ελέγχουν τα αρχέγονα συναίσθηματα, έδαφος οικείο και σήμερα.

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

π.Νικόλαος Λουδοβίκος: Η ιστορία της αγάπης του Θεού

Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος είναι ένας από τους ελάχιστους ιερείς-θεολόγους-συγγραφείς που αξίζει να τον παίρνει κανείς στα σοβαρά, ν' ασχολείται με όσα γράφει και λέει και να τον μελετά με προσοχή. 

Είναι φαινόμενο σπάνιο μέσα στον εθνικιστικό χώρο της ορθόδοξης εκκλησίας, είναι από τους λίγους που γνωρίζουν την δυτική θεολογία και φιλοσοφία και αυτό του επιτρέπει να μιλά με κάποιο κύρος και εγκυρότητα για τις διαφορετικές προϋποθέσεις γνώσης του Θεού σε Δύση και Ανατολή- δεν έχει την οίηση του Ράμφου, τον οποίο δικαιολογημένα περνά γεννεές δεκατέσσερις κάθε φορά που σχολιάζει μιαν αντιεπιστημονικά διατυπωμένη άποψή του, αλλά είναι πραγματικός γνώστης των πηγών, θύραθεν και εκκλησιαστικών, και μπορεί να έλθει σε γόνιμο διάλογο με την σύγχρονη δυτική σκέψη διχως να εκστασιάζεται από τα διανοητικά επιτεύγματά της αλλά με διαυγή τρόπο να επισημαίνει τον διαφορετικό τρόπο που αντιλήφθηκαν την παρουσία του Θεού οι άγιοι θεόπτες της ορθόδοξης καθολικής εκκλησίας.

Το βιβλίο του που εκδίδει η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου συνιστά μια συλλογή από ομιλίες του π. Νικολάου τις οποίες ακολουθεί μια σειρά ερωτοαποκρίσεων μεταξύ αυτού και των ακροατών του που φωτίζουν κάποιες από τις σκέψεις του ομιλητή. Οι ομιλίες αυτές βασίζονται στην ανάλυση ενός χωρίου από την Καινή Διαθήκη και ως χαρακτηριστικό τους έχουν την ανάδειξη της ιστορικής διάστασης της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο και τον κόσμο. Ο λόγος του π. Νικολάου είναι υπαρξιακός, αντλεί από την παράδοση των αγίων Πατέρων τους οποίους δεν χρησιμοποιεί εν είδει καταλόγου ρηθέντων αλλά δημιουργικά τους εντάσσει σ' έναν διάλογο με την τωρινή κατάσταση των χριστιανών πιστών και με την φιλοσοφία, αρχαία και σύγχρονη. 

Οι παρατηρήσεις του π. Νικολάου ξαφνιάζουν γιατί δεν είναι ηθικολογικές, αλλά εμποτισμένες και από την εμπειρία του ως πνευματικού, στοχαστή, και ανθρώπου που ήλθε σε επαφή με σύγχρονες άγιες μορφές της ορθόδοξης εκκλησίας. Τα όσα λέει σε αγγίζουν προσωπικά γιατία αυτά που λέει δεν έχουν αφηρημένο περιεχόμενο αλλά μεταμορφωτική διάσταση, ενθουσιάζουν τον πιστό που αναθερμαίνεται η πίστη του και, σε κάποιες στιγμές, τον οδηγούν στο χώρο της μετανοίας. Το ουσιαστικό για μας πάντως είναι πως ο π. Νικόλαος λόγω των γνώσεων του μπορεί να μιλήσει και στην καρδιά ενός σύγχρονου πιστού που δεν αγνοεί (γιατί αυτό θα ήταν αμαρτία) τον σύγχρονο στοχασμό αλλά με κριτική διάθεση είναι σε θέση να συνομιλήσει μαζί του και να αντλήσει στοιχεία που θα στηρίξουν τις απόψεις του. Ο π. Νικόλαος γνωρίζει τον τρόπο των μεγάλων διδασκάλων της πίστης και τοποθετείται ανάλογα: "Ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν κάνει θεολογία ακαδημαϊκά, αν αποφασίσει να μπει και στον υπαρξιακό χώρο, αυτό που του γεννιέται ως θεολογία ξαφνικά στο νου του είναι πολύ διαφορετικό απ' αυτό που νόμιζε". (σ. 341).


Το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς....ως τώρα.

Η μετάφραση του "Ταξιδιώτη του Αιώνα" του Αντρές Νέουμαν από τον Αχιλλέα Κυριακίδη και η έκδοση του βιβλίου του πολύ σημαντικού αυτού αργεντίνου συγγραφέα, τον οποίο έχει υμνήσει ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, από τις εκδόσεις Opera, είναι το αναμφισβήτητο εκδοτικό γεγονός της χρονιάς ίσαμε τώρα. 
Πρόκειται για ένα βιβλίο που όσοι αγαπούν τα βιβλία, τη λογοτεχνία, την γλώσσα, την ποίηση, την φιλοσοφία θα τα βρουν όλα εκεί μέσα. Πραγματική ιδιοφυία ο Νέουμαν προσφέρει στον τυχερό αναγνώστη μια πνευματική πρόκληση. Μια πολύ σημαντική εκδοτική στιγμή.

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Πικρές αλήθειες από τον Άντονυ Τρόλλοπ

"Μισούσα το γραφείο. Μισούσα την δουλειά μου....η μόνη σταδιοδρομία στη ζωή μου που ήταν μέσα στις δυνατότητες μου, ήταν αυτή του συγγραφέα". 
(Από την "Αυτοβιογραφία").

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Έντμουντ Γκος: Πατέρας και Γιος

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Μετάφραση: Π. Σουλτάνης)
Ο Έντμουντ Γκος (1849-1928) είναι κυρίως γνωστός για το αυτοβιογραφικό κείμενο που έγραψε περιγράφοντας τη σχέση του με τον πατέρα του Φίλιπ Χένρυ Γκος. Όπως λέει και ο υπότιτλος είναι σπουδή πάνω σε δύο ιδιοσυγκρασίες- από τη μια ο εξαιρετικός επιστήμονας Πατέρας ο οποίος όμως είχε μια στενή και εν πολλοίς ιδιάζουσα αντίληψη περί θρησκείας, καθώς ανήκε στον κύκλο των Αδελφών του Πλύμουθ, ένα αιρετικό ρεύμα στους κόλπους της προτεσταντισμού, και από την άλλη ο Γιος που μεγαλώνει μέσα σ' αυτόν τον χώρο της θρησκευτικής απομόνωσης, αλλά δεν πείθεται, και μια σειρά γεγονότων τελικά συμβάλλουν στην διάσωσή του από την ολοκληρωτική βύθιση σ' αυτόν τον κόσμο.

Δεν ήταν όμως μόνο ο Πατέρας, αλλά και η Μητέρα του Γκος που είχε παρόμοιες τάσεις, αν όχι πιο αυστηρές ακόμη και επιθυμούσε την αυστηρή πουριτανική ανατροφή του νεαρού Έντουαρντ. Ήταν και οι δύο γονείς, λοιπόν, ολότελα θρησκευτικές προσωπικότητες, που χαρακτηρίζονταν από την εμμονή και τον φανατισμό κάποιου που ανήκει σε μια κλειστή σέκτα: "Απόλυτα πεπεισμένοι για τη γνησιότητα της σχέσης τους με τον Θεό, δεν ζητούσαν καμιά άλλη καθοδήγηση. Δεν αναγνώριζαν κανέναν άνθρωπο ως πνευματική αυθεντία, δεν δέχονταν ως οδηγό τους κανέναν ιερέα ή ποιμένα, δεν τους απασχολούσε καμία από τις τρέχουσες θρησκευτικές απόψεις. Ζούσαν σ΄ένα διανοητικό κελί που το όριζαν ολόγυρα οι τοίχοι του δικούς τους σπιτιού....".

Κυριαρχεί λοιπόν στη ζωή του μικτού Γκος η θρησκεία και η Βίβλος, και μάλιστα η κατά γράμμα ερμηνεία αυτής σύμφωνα με την διδαχή των Αδελφών του Πλύμουθ, η απουσία λατρευτικής ζωής έτσι όπως την βίωνε η επίσημη αγγλικανική εκκλησία. Ο σκοπός των δύο γονιών ήταν η διαμόρφωση μιας τέλειας θρησκευτικής προσωπικότητας: "μου μιλούσαν μόνο για ιεραπόστολους, ποτέ για πειρατές". Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβάλλον υπήρχε, όπως ήταν αναμενόμενο, ασφυκτικός έλεγχος στα διαβάσματα του νεαρού Γκος- δεν είναι τυχαίο πως δεν γνώρισε παρά σε μεγάλη σχετική ηλικία τα αριστουργήματα της κλασικής αγγλικής λογοτεχνίας. Τηρουμένων των αναλογιών, η θρησκευτική εμπειρία του Γκος θυμίζει τα όσα περιέγραψε ο Χρήστος Γιανναράς στο "Καταφύγιο Ιδεών", αν και τον ρόλο του Πατέρα στη δική του περίπτωση τον έπαιζε η οργάνωση "Ζωή". Πάντως οι τεχνικές και οι μέθοδοι ήσαν οι ίδιες. 

Edmund Gosse
Ο Γκος έζησε τηνν παιδική και την πρώτη εφηβική ηλικία του στον απομονωμένο κόσμο της θρησκευτικής αίρεσης των Αδελφών του Πλύμουθ. Ακόμα και μετά τον θάνατο της μητέρας του όπου το κύριο βάρος, πλέον, της ανατροφής του το είχε ο Πατέρας, συνεχίστηκε αυτή η ιδιάζουσα μορφή πνευματικής ανάπτυξης: "με έτρεφε με θεολογικό κρέας που εγώ ήταν αδύνατο να χωνέψω".

H επανάσταση του Γιού υπήρξε σταδιακή, οφειλόμενη τόσο στην ιδιαίτερη κράση της ψυχής του, όσο και σε διάφορα σκόρπια ερεθίσματα από τον χώρο του διαβάσματος και του βιβλίου που άνοιξαν απρόοπτες ρωγμές στον γρανιτένιο κόσμο που έχτιζε δίπλα του ο Πατέρας. Παρά την εμμονή του Πατέρα, και την καλοπροαίρετη διάθεση του Γιού να τον σεβαστεί και τον ακούσει, η ιδιαίτερη φύση του θα του μιλήσει με την δική της φωνή: "Όσο δεχόμουν πίεση από το περιβάλλον μου παραιτούμουν από οτιδήποτε άλλο, από τις σκέψεις μου, τα λόγια μου, τις προσδοκίες μου, τις βεβαιότητεςμου, υπήρχε όμως κάτι από το οποίο δε παραιτούμουν ποτέ, τον εσώτερο και επίμονο εαυτό μου". Η υποκειμενική ερμηνεία της Βίβλου, η μοναδική αυτή αίσθηση πως υπάρχεις μόνο εσύ και το γραπτό κείμενο της θεόπνευσης γραφής και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ανάγκη μεσολαβητών, όρισε ,αλλά για άλλους σκοπούς, την αίσθηση της ατομικότητας του Έντουντ Γκος. Κάπως έτσι θα προκύψουν και τα ατομικά διαβάσματα, εκείνα που ξέφευγαν από την θρησκευτική εκπαίδευση, που άνοιξαν το νου και τους πνευματικούς ορίζοντες του νεαρού Γκος, αλλά και το γεγονός της ύπαρξης μιας μητριάς στο σπίτι που δεν είχε τόσο αυστηρές αρχές όσες η μητέρα του.

Το βιβλίο είναι σπαρακτικό δίχως να φθάνει σε μελοδραματικές εξάρσεις, είναι σπαρακτικό λόγω της ειλικρίνειας του συγγραφέα και της ψύχραιμης αποτίμησης της σχέσης με τον Πατέρα του, για τον οποίο πέρα από την κριτική που τον ασκεί δείχνει και τον απερίγραπτο σεβασμό προς το πρόσωπο του. Το βιβλίο όμως μπορεί να διαβαστεί και ως κριτική ενός θρησκευτικού φαινομένου, μιας τελείως υποκειμενικής προσέγγισης του μυστηρίου του Θεού η οποία βασίζεται στο θεμελιώδες αξίωμα πως η Βίβλος είναι η πηγή κάθε αυθεντίας και αλήθειας, την οποία όμως δεν χρειάζεται κάποιος άλλος έξω από τον εαυτό σου για να την κατανοήσεις. Αυτή η λατρεία του γραπτού κειμένου, με κάποιο τρόπο, οδήγησε τον Έντμουντ Γκος στην ανακάλυψη και άλλων βιβλίων, όχι μόνο θρησκευτικών, που έμελλε να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του. Αν έγινε κάποιο όνομα στο χώρο των αγγλικών γραμμάτων το χρωστά ο Γκος και στην εμμονή του Πατέρα στην θρησκευτική παιδεία του Γιού του μέσω της λατρείας της ανάγνωσης της Αγίας Γραφής.

Ο Πατέρας Γκος
Ο Έντμουντ μιλά σκληρά για την άκαμπτη ευσέβεια του Πατέρα του, αυτή που ορθωνόταν σαν εμπόδιο ανάμεσα στις απαιτήσεις της παιδικής του ψυχής και στην αγάπη του Πατέρα του γι' αυτόν. Διαβάζοντας το βιβλίο δεν αποκόμισα την αίσθηση πως ο Πατέρας δεν νοιαζόταν γι' αυτόν ή πως ήταν απόμακρος- στην ουσία, πρόκειται για την σχέση δύο διαφορετικών ιδιοσυγκρασιών. Σαν τον άσωτο υιό της ευαγγελικής παραβολής, ο Πατέρας δίνει τα πάντα στον υιό και εκείνος φεύγει μακριά του. Στην ευαγγελική διήγηση ο υιός θα επιστρέψει πάλι κοντά του αφού δοκίμασε τον εμπειρικό κόσμο και του φάνηκε άσχημος και αισχρός συγκρινόμενος με την οικία του πατέρα του. Στην περίπτωση του Γκος, αυτός δεν θα επιστρέψει πίσω, ο εμπειρικός κόσμος του φάνηκε πολύ πιο όμορφος από τον κόσμο που είχε χτίσει ο Πατέρας του. Και οι δύο γιοί ασκούν το δικαίωμα στην ατομικότητα- αλλά το γεγονός πως ο Έντμουντ βρήκε τον έξω κόσμο πιο θελκτικό γι' αυτόν και δεν επιθύμησε την επιστροφή στον Πατέρα σημαίνει πως αυτός δεν είχε ποτέ μπορέσει να καταλάβει τον Γιο του, ή μάλλον να τον προσεγγίσει ερχόμενος στο δικό του επίπεδο. Όπως λέει κάπου ο Έντμουντ, και νομίζω αυτό δίνει το κλειδί για την κατανόηση της σχέσης τους, "ο Πατέρας μου, χωρίς να το συνειδητοποιεί, μιλούσε στο δικό του επίπεδο, όχι στο δικό μου....επιδίωξε να χτίσει επιστεγάσματα και επάλξεις χωρίς να προνοήσει να θέσει θεμέλια κάτω από αυτά".