Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Φερνάντο Πεσσόα: Ultimatum

Μια συλλογή δοκιμίων που κοινό τους θέμα έχουν την κριτική έως εχθρική στάση απέναντι στον φιλελευθερισμό, με ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις οι οποίες μπορούν να σε βάλουν σε σκέψεις.
Το δοκίμιο Ultimatum είναι σαφές πως γράφτηκε υπό την επίδραση του κινήματος του Φουτουρισμού, και μόνο ως πολεμική ιαχή δύναται να αξιολογηθεί. Διάχυτη είναι όμως η ιδέα μιας διαφορετικής Ευρώπης που δεν θα έχει σχέση με την αξιακά ισοπεδωμένη ήπειρο στην οποία δεσπόζουν κάθε είδους μετριότητες, πολιτικές και πνευματικές. Είναι έντονη η επίδραση του αριστοκρατικού πνεύματος του Νίτσε και η αντιδημοκρατική στάση, στην ουσία ο Πεσσόα ονειρεύεται μια κατάσταση επαναθεμελίωσης των αξιών η οποία έχει τα εξής γνωρίσματα: Ολοκληρωτική εξάλειψη της ιδέας της δημοκρατίας όπως προέκυψε από τη Γαλλική Επανάσταση, της ιδέας του ατομικού δικαιώματος του εκφράζεσθαι, της ιδέας της απόλυτης φιλοσοφικής αλήθειας. 
Οι ιδέες αυτές του Πεσσόα στη σημερινή εποχή ακούγονται παράταιρες. Μοιάζουν εκτός ιστορικού πλαισίου. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα υπάρξει η στιγμή που κάποτε, ενδεχομένως, να επιστρέψουν στην επικαιρότητα καθώς οι τωρινές προτάσεις εξαντλήσουν τη δυναμική τους ή αρχίζουν να φανερώνουν τις αδυναμίες τους. Σε λανθάνουσα μορφή υπάρχουν όμως, αναδυόμενες σε περιόδους κρίσεως: "το κοινωνικό βασικό ένστικτο είναι ο πατριωτισμός....η βάση της κοινής γνώμης είναι η εθνική παράδοση που δεν μπορεί να έχει άλλη γνώμη δημόσια από την παραδοσιακή". Ο Πεσσόα εμφανίζεται εχθρός της δημοκρατίας σε μια περίοδο (πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα) που η δημοκρατία στην Ευρώπη υποχωρούσε κάτω από τα αδιέξοδα της προ και μετα-πολεμικής περιόδου. Ο φιλελευθερισμός είχε αποτύχει: "Ο φιλελευθερισμός θέλει να καταλήξει στην εξάλειψη των προνομίων και των κοινωνικών διαφορών μεταξύ των ανθρώπων".
Φερνάντο Πεσσόα
Αλλά και η αντιπρόταση, η δικτατορία του προλεταριάτου είναι εξίσου αντιπαθητική καθώς "αποτελεί το τελευταίο προπύργιο της άγνοιας και της ηλιθιότητας".
Επηρεασμένος από την ιστορική κατάσταση της εποχής του, σ' αυτά τα δοκίμια ο Πεσσόα αποκαλύπτει έναν, θα λέγαμε με την τρέχουσα ορολογία, αντιδραστικό. Είναι βέβαια ο Αλβάρο ντε Κάμπος, ένα ετερώνυμο, που μιλά εξ ονόματός του, Πόση αξία τελικά μπορούν να έχουν σήμερα; Κρατάμε τον προβληματισμό του για μια Ευρώπη άξια της ιστορίας και του πολιτισμού της, για μια Ευρώπη στην οποία οι σημερινές πολιτικές μετριότητες θα είχαν, αν ζούσε ο Πεσσόα, τη χλεύη που τους αξίζει. "Η Ευρώπη απαιτεί τη Μεγάλη Ιδέα από την οποία θα εμφορούνται αυτοί οι Δυνατοί Άνθρωποι"- σαν μια ποιητική εικόνα την κρατάμε στη μνήμή μας, αλλά ο φιλόσοφος-βασιλιάς αναμένει ακόμα την ιστορική φάτνη που θα τον γεννήσει.

Στολισμός χριστουγεννιάτικου δέντρου

Εκτός από τα παραδοσιακά στολίδια, και άλλα στολίδια κάτω από το δέντρο. Ένα απόσπασμα από τη συλλογή αρχαίων συγγραφέων, Πλάτων, Παρμενίδης, Πλούταρχος κλπ. 
Ο συνδυασμός δύο παραδόσεων κατά τον στολισμό, ο προαιώνιος Λόγος.

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Βίτολντ Γκόμπροβιτς: Φερντυντούρκε

Μετάφραση: Τασία Χατζή
"Για να σουλουπωθώ και να εξηγηθώ όσο μπορώ, βάλθηκα να γράψω ένα βιβλίο", εξηγήθηκε καλά λοιπόν ο αφηγητής στο πρωτοποριακό και εμφανώς ασύμμετρο ως προς τη δομή του βιβλίο του Βίτολντ Γκόμπροβιτς. Αλλά αυτό δεν ήταν, δεν είναι και σήμερα, μια εύκολη υπόθεση. Ο λόγος είναι αφενός μια σειρά από κλίκες μεταξύ του λογοτεχνικό-εκδοτικού σιναφιού και αφετέρου από μια διάχυτη οσμή ημιμάθειας που διαβρώνει τα πάντα.
"Η παγκόσμια κουλτούρα έχει κυριευτεί από ένα κοπάδι γυναικούλες γατζωμένες στη λογοτεχνία, αξιοσημείωτα πληροφορημένες πάνω στις πνευματικές αξίες κι ενημερωμένων σχετικά με την αισθητική κατέχοντας συχνά έναν κάποιον αριθμό από ιδέες και θεωρίες". Ο συγγραφέας-αφηγητής σιχαίνεται αυτό το είδος των ημιδιανοουμένων που λιμνάζουν στην πνευματική ζωή και έχουν λόγο που μπορεί να επηρεάζει και να ρυθμίζει την κίνηση των ιδεών- το βιβλίο αν και δημοσιεύτηκε το 1937, σε μια Πολωνία που τα σύννεφα του πολέμου και της διάσπασης ήταν βαριά πάνω της, ο Γκόμπροβιτς καταπιάνεται με ευρύτερα θέματα που δεν έχουν σχέση με το ζήτημα εθνικής επιβίωσης που απασχολούσε τους συμπατριώτες του, αλλά με ζητήματα που φάνταζαν, την εποχή εκείνη, κάπως εξωτικά, όπως της ατομικότητας και της αυτονομίας. Πραγματικά, μια παράταιρη φωνή: "Και βέβαια, υπάρχει μια διαρκής βία στον κόσμο του πνεύματος. Δεν είμαστε αυτόνομοι, υπάρχουμε μόνο σε σχέση με τους άλλους, πρέπει να είμαστε όπως οι άλλοι μας βλέπουν, και το προσωπικό μου δράμα προερχόταν απ' το γεγονός ότι μ' ένα είδος νοσηρής ηδονής δεχόμουνα να εξαρτιέμαι από τ' αγόρια της άχαρης ηλικίας, απ' τους νέους και τις νέες και τις καλές θείες της κουλτούρας".
Βίτολντ Γκόμπροβιτς
Η καταδίκη του στείρου λογιοτατισμού και η αναζήτηση της αυτονομίας του πνεύματος χαρακτηρίζει το βιβλίο, καθώς και η ζωηρή κριτική, διανθισμένη με πικρόχολο χιούμορ, των παιδαγωγικών μεθόδων που κυριαρχούσαν την εποχή εκείνη. Είναι ένα ανάγνωσμα που ακόμα και σήμερα θα στεναχωρούσε κάποιους μεγαλόσχημους καθηγητάδες που αφήνουν αμόρφωτα τα παιδιά, στην ουσία αμόρφωτα: "Είναι βλάκες, ολότελα αβλαβείς, διδάσκουν μονάχα ο,τι είναι μέσα στο πρόγραμμα. Όντως δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν καμιά προσωπική ιδέα".
Οι επιθέσεις του συγγραφέα στο διανοουμενίστικο κατεστημένο της εποχής του δεν έχουν τελειωμό: "Οργανώνετε φιλολογικά βραδινά, κάνετε αμοιβαίες φιλοφρονήσεις, αποπειράστε να παρουσιάσετε στον άλλο όπως και στον ίδιο σαν τον εαυτό μια νέα μάσκα για να καλύψετε την ανικανότητά σας". Σίγουρα ο Γκόμπροβιτς δεν είχε κατά νου, αν τον ήξερε, τα ετερώνυμα του Πεσσόα, συγγραφικές μάσκες που εξυπηρετούν έναν καλλιτεχνικό σκοπό, αλλά τις μάσκες του τίποτα, σαν κι αυτές που ευδοκιμούν στα social media ακόμα και μεταξύ των λεγόμενων πνευματικών ανθρώπων, και τέτοιες μάσκες και διαμάχες μεταξύ μασκών έχουμε δει αρκετές το τελευταίο διάστημα. Ο λόγος κοφτερός, είναι ανελέητος και επίκαιρος: "Και δεν έχετε ούτε καν για παρηγοριά τη σκέψη πως αυτό που γράψατε και κατασκευάσατε έχει αξία στα δικά σας μάτια: ολ' αυτά , το επαναλαμβάνω είναι μόνο απομίμηση, δάνειο και αντανάκλαση μονάχα της ψευδαίσθησης πως κατέχουμε κιόλας μια βαρύτητα, μιαν αξία". Τούτη η καταδίκη της ετερονομίας και της κίβδηλης πνευματικής δημιουργίας χαρακτηρίζουν συνολικά το έργο του Γκόμπροβιτς και όχι μονάχα το "Φερντυντούρκε". Μια ιδιαίτερη φωνή στην οποία ανυπομονώ να δώσω μια ακόμα ευκαιρία (κυρίως να διαβάσω τα Ημερολόγια του), διότι πέρα από την διασκεδαστική από ένα σημείο και πέρα κριτική στην παρωχημένη παιδαγωγική και την ετερονομία του πνεύματος, η χαλαρή δομή του κειμένου και οι διηγήσεις που το συναπαρτίζουν μου άφησαν μια στυφή γεύση καθώς η αφήγηση παραήταν υπερβολική, όμως ο συγγραφέας είχε δώσει το στίγμα του μοναχικού επικριτή.

Χανς Φαλλάντα: Ο Σιδηρούς Γουσταύος. Το χρονικό μιας βερολινέζικης οικογένειας.

Το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης των Penguin
Ο Φαλλάντα δημοσίευσε το βιβλίο το 1938 έχοντας υπογράψει συμβόλαιο τον προηγούμενο χρόνο προκειμένου να γράψει την ιστορίας μιας γερμανικής οικογένειας από το 1914 ως το 1933. Ωστόσο το τέλος της ιστορίας δεν φθάνει ως την σημαδιακή ημερομηνία του 1933 αλλά ως το 1928, και το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παρέμβει ο Γιόζεφ Γκέμπελς και να απαιτήσει τη συνέχιση της ιστορίας ως τον εκλογικό θρίαμβο των Ναζί, και πράγματι ο συγγραφέας ο οποίος φοβόταν την ναζιστική μηχανή θανάτου υπέκυψε και ενσωμάτωσε  στο αρχικό του κείμενο προπαγανδιστικά στοιχεία υπέρ των Ναζί που και πάλι όμως δεν ικανοποίησαν την ηγετική ομάδα, κυρίως τον Άλφρεντ Ρόζεμπεργκ, ο οποίος ισχυρίστηκε πως ο Χανς Φαλλάντα δεν ήταν ο συγγραφέας εκείνος που μπορούσε να χρηματοδοτήσει το γερμανικό κράτος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο στη ναζιστική Γερμανία το 1938 να λάβει αρνητικές κριτικές και πολύ γρήγορα να αποσυρθεί από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Penguin σε μετάφραση Philip Owens (ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου το 1945 στην Αθήνα, υπηρετώντας την βρετανική αποστολή), βασίζεται σε μια παλιότερη αγγλική έκδοση του 1940 η οποία προσπάθησε να αποκαταστήσει το αρχικό κείμενο του Φαλλάντα δίχως τις μεταγενέστερες "ναζιστικές" τροποποιήσεις. Η σημερινή αγγλική έκδοση, θεωρούν οι εκδότες του βιβλίου, είναι πλέον η πιστότερη στο κείμενο που έγραψε αρχικά ο Φαλλάντα.
Χανς Φαλλάντα
Η ιστορία που διηγείται ο Φαλλάντα βασίζεται στο πραγματικό γεγονός που διαδραματίστηκε το 1928 όταν ο Γουσταύος Χάρτμαν, ένας ιδιοκτήτης ιππικής άμαξας, οδήγησε το μόνιππο του από το Βερολίνο στο Παρίσι. Τον ρόλο αυτό στο βιβλίο τον αναλαμβάνει ο Γουσταύος Χάκενταλ, ο αυτοαποκαλούμενος και "Σιδηρούς Γουσταύος" εξαιτίας της αλύγιστης προσωπικότητας του στα δύσκολα αλλά και στην ξεροκεφαλιά του θα έλεγε κανείς, όσο και σε μια άκαμπτη ηθική στάση που οδηγεί πολλά μέλη της οικογένειας του στην αποξένωση και στον ηθικό ξεπεσμό, Το πολυσέλιδο αυτό μυθιστόρημα σου κρατά το ενδιαφέρον ως την τελευταία σελίδα αν και θα ήταν ενδιαφέρον να μπορούσε ο Φαλλάντα να το προχωρούσε ως τη ναζιστική περίοδο δίχως να υπάρχει η λογοκρισία και ο έλεγχος των ναζί. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, αποκτούμε μια καθαρή εικόνα της κοινωνικής κατάστασης στη Γερμανία από το 1914, χρονιά του μεγάλου πατριωτικού, όπως πίστευαν, ξεσηκωμού, ως το άδοξο τέλος του 1918 (μια ήττα που δεν επήλθε στο στρατιωτικό πεδίο, όπως επιμένουν οι βασικοί πρωταγωνιστές του βιβλίου), τη μετέπειτα κοινωνική καταστροφή της ανεργίας, του υψηλού πληθωρισμού, της κοινωνικής κατάπτωσης που συνδυάστηκε με την αμήχανη και αδύναμη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στο πολιτικό επίπεδο και την άφρονα πολιτική των συμμάχων, ειδικά των Γάλλων, έναντι της ηττημένης Γερμανίας. Ο Φαλλάντα διηγείται λοιπόν το χρονικό του Γουσταύου Χάκενταλ και των πέντε παιδιών του, στο Βερολίνο του μεσοπολέμου, και την κοινωνική κρίση που θα αφήσει έντονα το αποτύπωμά της στην οικογένεια του. Τα πέντε αυτά παιδιά, ο Όττο, ο Έριχ, ο Χάιντς, η Εύα και η Σόφι δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν την αίσθηση της σκληρότητας, με την έννοια της άκαμπτης ηθικής στάσης, που ο πατέρας Γουσταύος, άσκησε πάνω τους. Απουσιάζει η έννοια και η προοπτική της συγχώρησης ή του ελέους. Αυτό φαίνεται πιο έντονα στην τραγική ιστορία της Εύας που οδηγείται στην πορνεία και στην εθελούσια εκμετάλλευσή της από τον προαγωγό της Ευγένιο Μπαστ. Ο Φαλλάντα βλέπει διάφορα επίπεδα στην ηθική κατάπτωση της Γερμανίας και αυτά αποτυπώνονται στις προσωπικές ιστορίες των παιδιών του Γουσταύου. Ο Χάιντς φερ' ειπείν είναι ο πιο τυχερός καθώς , ως ο νεαρότερος απ' όλους, καταφέρνει να φτιάξει μια υγιή οικογένεια που παρά τη φτώχεια και την ανέχεια που την διακρίνει κατορθώνει να διασώσει στοιχεία ηθικής αξιοπρέπειας και ακεραιότητας, και μάλιστα πολλές φορές εις βάρος της οικονομικής αντοχής της δικιάς του οικογένειας. Κατά πόσο η μορφή του πατέρα Γουσταύου ανταποκρινόταν σ΄έναν μέσο όρο πατριαρχικής μορφής την εποχή εκείνη στη Γερμανία δεν το γνωρίζουμε- και πάντως η μυθιστορηματική του απεικόνιση, μπορούμε να ισχυριστούμε, έχει αρχέγονα χαρακτηριστικά, αυτά του ανελεήμονα και του σκληρού αφέντη που μπορούμε να συναντήσουμε σε διαφορετικές κουλτούρες άλλων χρονικών περιόδων. Άλλωστε, όταν ο πρεσβύτερος υιός του ο Όττο μιλάει γι' αυτόν, αναφέρεται στην πραγματική εικόνα που σχημάτισε ως παιδί για τον πατέρα του: "Ο πατέρας μου; Όχι, είναι ο Σιδηρούς Γουσταύος όπως τον αποκαλούν, και είναι τόσο περήφανος γι' αυτό. Αλλά κανείς δεν θα έπρεπε να είναι περήφανος επειδή είναι από σίδηρο, διότι τότε δεν είσαι ούτε άνθρωπος, ούτε πατέρας".
Οι τελευταίες εικόνες του βιβλίου που περιγράφεται παραστατικά το απίστευτο για κείνη την εποχή ταξίδι με άμαξα από το Βερολίνο στο Παρίσι και επιστροφή ξανά πίσω θυμίζουν έντονα τις περιπετειώδεις περιγραφές ενός Ιουλίου Βερν, και είναι αυτές οι σελίδες που περισσότερο με ενθουσίασαν, γιατί όσο αντιπαθητική κι αν είναι η μορφή του πατέρα Γουσταύου, εντούτοις η ατίθαση τόλμη του και το αλύγιστο της θέλησής του που τον ωθούν να συμμετάσχει σε ηλικία 70 ετών σ' αυτήν την περιπέτεια προκαλούν και συγκίνηση και θαυμασμό, διότι "ότι κι αν είχε συμβεί στάθηκε αδύνατο να τον αλλάξει. Ήταν πραγματικά ένας Σιδηρούς Γουσταύος και δεν είχε λησμονήσει πως να ελπίζει". Παρά τα συντρίμμια που αφήνει γύρω του, παρά το τραγικό τέλος πολλών παιδιών του, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς αυτή την θέληση που τελικά λυγίζει τα σίδερα. Ίσως ένα πνευματικό πορτρέτο της Γερμανίας της ίδιας που παρά τις καταστροφές που επέφερε κατάφερε να διατηρεί αυτό το ανεξιχνίαστο σθένος να σηκώνεται και να συνεχίζει να μάχεται, έτσι όπως έκανε ο Γουσταύος. Αντιφατικό το μήνυμα του βιβλίου, αλλά όχι δίχως να μας βάζει σε σκέψεις. 

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Leo Perutz: Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας

Το βιβλίο από τις εκδόσεις Pushkin
Ονειρική ατμόσφαιρα τρόμου. Κάπως έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί το αίσθημα που βιώνει ο αναγνώστης όταν διαβάζει τις σελίδες του εμβληματικού αυτού μυθιστορήματος του Λέο Περούτζ. Νιώθεις μια υποβόσκουσα απειλή να διαχέεται παντού, μια απειλή δίχως όνομα. Και την απειλή αυτή ο βασικός πρωταγωνιστής, ο Βαρόνος φον Γιος προσπαθεί να την ξορκίσει μέσω της γραφής: "Ίσως απαλλάχτηκα εντελώς από τον εφιάλτη με τον καταγράψω σε χαρτί".
Οξυδερκής παρατήρηση περί ανθρώπινης φύσης: "Είμαστε όλα πλάσματα που απογοητεύσαμε το μεγάλο σχεδιασμό του Δημιουργού. Δίχως να το υποπτευτούμε, υφίσταται ένας τρομερός εχθρός μέσα μας. Κείται εκεί πέρα ακίνητος, κοιμώμενος, ωσάν νεκρός. Αλίμονο αν επιστρέψει στη ζωή". Ο Λάβκραφτ θα διάβαζε με μεγάλη ευχαρίστηση τις σελίδες αυτές που αναβιώνουν τον προαιώνιο μεταφυσικό τρόμο.
Το διήγημα του Περούτζ αφορά μια σειρά περίεργων δολοφονιών, με πρώτη αυτή του διάσημου ηθοποιού Όϊγκεν Μπίσοφ, ο οποίος, όταν τον αντίκρισαν νεκρό είχε τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Ποιός ευθύνεται για τον θάνατό του; Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας δεν είναι απλώς ένα όνομα, "δεν είναι ένα ζωντανό ανθρώπινο ον. Έχει πεθάνει εδώ και καιρό, αλλά ζει ακόμα και κρύβεται μέσα στο νου των ανθρώπων". Μερικές φορές ένα βιβλίο μπορεί ν' αλλάξει, προς το καλύτερο ή το χειρότερο, τη ζωή των ανθρώπων. Ο μεταφυσικός τρόμος που διαπνέει την ιστορία του Περούτζ και το ευφάνταστο τέλος της όπου σκιαγραφείται μια θεωρία περί καλλιτεχνικής δημιουργίας (η καταφυγή σε ουσίες προκειμένου να επιτευχθεί μια δημιουργία), καθώς και η ατμόσφαιρα της Κεντρικής Ευρώπης, όλα αυτά συνηγορούν για μια όμορφη αναγνωστική εμπειρία.
Leo Perutz
Όσοι αγαπήσαμε τον Λάβκραφτ και τον Πόε θα βρούμε αρκετά καλά σημεία να συμπαθήσουμε στον Περούτζ, μπορεί να μην φθάνει στον ύψιστο τρόμο του πρώτου ή στην αφηγηματική ευφυΐα του δεύτερου, αλλά η ιστορία του έχει μυστήριο και έναν ανεξιχνίαστο, υποδόριο τρόμο, και φυσικά έχει αναφορές στη δύναμη, ενίοτε σκοτεινή, που ένα βιβλίο μπορεί να κρύβει στις σελίδες του- αυτό μας αρκεί.  

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

Σκάρτη χώρα

Δεν είναι έκπληξη που ένα κόμμα-κράτος όπως η Νέα Δημοκρατία δεν μπόρεσε να διοργανώσει εσωκομματικές εκλογές που προϋποθέτουν κάποιου είδους οργάνωση. Η κρατικοποιημένη Νέα Δημοκρατία, που ουδεμία σχέση έχει είτε με τα φιλελεύθερα είτε με τα συντηρητικά κόμματα της Ευρώπης αλλά αποτελεί μηχανισμό νομής του κράτους, απέδειξε την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού στην ολότητά του, την έλλειψη διαχειριστικής επάρκειας. Δεν είναι περίεργο αυτό. Αυτό που χρεοκόπησε ήταν το κράτος και οι δομές του, και η Νέα Δημοκρατία ήταν μια απ' αυτές τις δομές που είχε την ευθύνη για πολλά χρόνια της λειτουργίας του.
Αλλά δεν είναι μόνο ο κρατικός τομέας που έχει πρόβλημα. Σε μια σκάρτη χώρα, η μια χρεοκοπία ακολουθεί την άλλη, σαν τα κομμάτια του ντόμινο που το ένα ρίχνει το άλλο ρυθμικά και αέναα. Η εταιρεία που συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία για να διοργανώσει τις εσωκομματικές εκλογές αποδείχτηκε εξίσου ανίκανη. Μια εταιρεία που από τη δουλειά που έκανε φαίνεται πως είναι μια κλασική περίπτωση αρπαχτής του ιδιωτικού τομέα που απομυζεί κρατικούς πόρους προκειμένου να προσφέρει δήθεν υπηρεσίες. Έχει φυσικά ευθύνες, τις μεγαλύτερες, η ομάδα εκείνη που διοργάνωσε την εκλογή προέδρου- αν έχει όμως κι άλλες ευθύνες πέρα από την ανικανότητα που την διέκρινε, δηλαδή αν το όλο σκηνικό ήταν στημένο για να ευνοηθεί ο σημερινός πρόεδρος, αυτό μικρή σημασία έχει. Στο σημερινό φιάσκο είχαμε την τέλεια σύμπραξη ανικανότητας και φαυλότητας: ένας χρεοκοπημένος δημόσιος τομέας με τον οποίο συνεργάστηκε ένας τυχάρπαστος ιδιωτικός τομέας. Η χρεοκοπία της χώρας δεν ήταν ποτέ τόσο εμφανής σε όλα τα επίπεδα διαχείρισης.
Δεν φταίνε οι Γερμανοί και γι' αυτό!

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Το περιεχόμενο του σακιδίου μου σήμερα

1. Ένα άρθρο από την Wikipedia με θέμα "Cuius regio, euis religio"
2. Μια πρόσκληση για επιτροπή στο ΙΚΑ
3. Ένα αντίγραφο εγγράφου του Υπουργείου Οικονομικών
4. Ένα γερμανικό βιβλίο με τίτλο Mein Onkel Franz
5. To απόσπασμα από το έργο του Θίοντορ Ντράιζερ "An American Tragedy" όπου ο Κλάιντ Γκρίφιθς χτυπά την πρώην αγαπημένη του Ρομπέρτα.
6. Μια γερμανική κριτική του τελευταίου βιβλίου του Richard Flanagan
7. Η νεκρολογία για τον Ρενέ Ζιράρ από τους New Yotk Times
8. Η λίστα των καλύτερων ροκ δίσκων όπως τους πρότεινε η Σώτη Τριανταφύλλου
9. Μια συνταγή μαγειρικής για κοτόπιτα
10. Ένας μαύρος σκούφος
11. Μια απόδειξη της Alpha Bank για συνδρομή στο περιοδικό "Σύναξη"
12. Ένα χαρτάκι με το όνομα του τελευταίου βιβλίου της Hanya Yanagihara
13. Ένα φιαλίδιο Ντεπόν
14. Πακέτα χαρτομάντηλα
15. Ένα γερμανο-ελληνικό λεξικό
16. Ένα μπλε στυλό
17. 2 ζάχαρες από το ΙΚΕΑ
18. Ένα σημείωμα με βιβλία αμερικάνων συγγραφέων
19. Ψώνια για το σούπερ μάρκετ
20. Ένα χαρτάκι με σκόρπια βιβλία

Αφού τα κατέγραψα όλα, τα έβαλα πάλι μέσα στο σακίδιο.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Νίκος Δήμου: Οι δρόμοι μου

Μετά το "Καταφύγιο ιδεών" του Χρ. Γιανναρά, είναι η αυτοβιογραφία που απόλαυσα περισσότερο, αν και μεταξύ των δύο υπάρχει μεγάλη διαφορά σε βιώματα, διότι η μεν του Γιανναρά είναι μια αυτοβιογραφία καταθλιπτική,  μέσα στους χώρους μιας στρατιωτικού τύπου παραεκκλησιαστικής (ή μήπως θρησκευτικής, απλά;) οργάνωσης ενώ αυτή του Δήμου σφύζει από ζωή, ερωτισμό και εναλλαγές σε συναισθήματα. Η αυτοβιογραφία του Γιανναρά είναι κυρίως επικεντρωμένη στην καταπίεση της σάρκας και την υπερτροφία του πνεύματος ενώ στο Δήμου πνεύμα και σάρκα υπάρχουν αρμονικά δίχως να ανταγωνίζεται το ένα το άλλο. Η διαφορά αυτή , τελικά, αναδεικνύει τους Δρόμους του Δήμου σε ένα κείμενο γοητευτικό και, παρά την γλυκιά πίκρα που βγάζει σε αρκετά σημεία, αφήνει τον αναγνώστη με την επιθυμία να επιστρέψει ξανά στα μονοπάτια της ζωής του Νίκου Δήμου.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε μικρές ενότητες- κεφάλαια που έχουν την χάρη πως μπορούν να διαβαστούν και αυτόνομα σαν αυτοτελή επεισόδια. Μέσα σ΄αυτό αποκαλύπτεται ολόκληρος ο Νίκος Δήμου, δίχως περιττές φράσεις, εκλογικεύσεις ή αποσιωπήσεις, περιγράφει την πορεία του ζωής του και την εξέλιξη του ως ανθρώπου, συγγραφέα, ανθρώπου της επικοινωνίας, εραστή της ζωής. Είναι όντως μια αυτοβιογραφία μυθιστόρημα που κερδίζει τον αναγνώστη και ανήκει σ' αυτή τη μικρή γκάμα των βιβλίων που δεν θέλεις να τα αφήσεις από το χέρι σου, γυρνάς τις σελίδες γρήγορα, βοηθά σ' αυτό τόσο ο λόγος του Δήμου, όσο και οι περιπέτειες της ζωής του σε καθέναν απ' αυτούς τους τέσσερις δρόμους. Θα υπάρξει και συνέχεια; Μακάρι! Ίσως όχι ένας ακόμη δρόμος, αλλά μια πλήρης ακόμη δημιουργική δεκαετία, σαν και την τελευταία του, για να έχει να διηγηθεί όμορφα πράγματα.
Το πρόβλημα με το Δήμου είναι και πρόβλημα γενικότερα της ελληνικής διανόησης η οποία ποτέ δεν καταδέχθηκε να τον αναγνωρίσει, αν όχι τον σημαντικότερο εν ζωή, πάντως ως ένα επίλεκτο μέλος της που έχει κατορθώσει να πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα των βιβλίων του. Ίσως να φταίει σ' αυτό η μοναχική πολυπραγμωσύνη του, όπως λέει ο ίδιος, καθώς ο Δήμου δεν υπήρξε ποτέ ο συγγραφέας ΤΟΥ μυθιστορήματος ή ΤΗΣ ποίησης ή κάποιου άλλου έργου αναφοράς. Η αρετή του Νίκου Δήμου ήταν η μικρή φόρμα, ο αφοριστικός αποφθεγματικός λόγος (είναι, για μένα, ο Έλληνας La Rochefoucauld), το δοκίμιο και η κριτική του ικανότητα όσον αφορά τη λογοτεχνία. Το πρόβλημα με το Δήμου είναι πως αυτά συνιστούν μονάχα ένα μέρος της ύπαρξής του, για κείνον το σημαντικότερο, αλλά ο όλος Δήμου υπάρχει αν στα βιβλία του προσθέσουμε και το διαφημιστικό του έργο που το άσκησε για βιοπορισμό, αλλά και σ' αυτό ακόμα, στα σλόγκαν και στο στήσιμο μιας διαφήμισης, φαίνεται το πνεύμα του ανθρώπου. Αν όμως ο Δήμου δεν αναγνωρίστηκε από τους ομότεχνους του (αλλά μόνο απ' αυτούς, και μόνο από τους εγχώριους), αναγνωρίστηκε και συζητήθηκε στο πολύ πιο απαιτητικό εξωτερικό όπου η περίφημη "Δυστυχία" μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και πουλήθηκε αρκετά, ενώ είναι από τους ανθρώπους εκείνους που ένα ξένο κανάλι θα δεχτεί να πάρει συνέντευξη για θέματα της ελληνικής επικαιρότητας, διότι έχει κάτι να πει το ενδιαφέρον. 
"Κατάλαβα μερικά πράγματα για τον εαυτό μου, γράφοντας αυτά τα κείμενα....έβγαλα σκονισμένους σκελετούς από τα ντουλάπια της μνήμης μου και τόλμησα να τους κοιτάξω καταπρόσωπο. Όλη αυτή η αναδρομή ήταν μια προσπάθεια να αποκαταστήσω τις σχέσεις μου με τον εαυτό μου". Αυτή η εξομολόγηση (όλο το βιβλίο είναι μια εξομολόγηση) θυμίζει, στην ειλικρίνεια του, τις αρχικές σελίδες των "Εξομολογήσεων" του Αυγουστίνου, μόνο που αντί για την αναζήτηση του Θεού ο Δήμου αναζητά τον εαυτό του. 
Πιστεύω πως ο Νίκος Δήμου είναι ο αιώνια νέος. Μπορεί να έφθασε τα 80, αλλά δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για τη ζωή και τα μυστικά της. Αυτός ο έρωτας για τη δημιουργία, αυτή η περιέργεια για κάθε νέο επίτευγμα, πνευματικό δηλαδή τεχνολογικό και τεχνολογικό δηλαδή πνευματικό, κατακλύζει την ύπαρξη του Δήμου ακόμη και σήμερα: "Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου διαφορετικά από αυτό που έγραψα τώρα: αιώνιος νέος. Νέος. Μπορεί κουρασμένος, απογοητευμένος, πεσμένος, καταθλιπτικός, παραιτημένος- αλλά νέος". To παιδί εκείνο που μεγάλωσε διαβάζοντας μετά μανίας Βερν και Ξενόπουλο, ξενιτεύτηκε για να σπουδάσει όχι για το "χαρτί" (πόσο πρωτοποριακή κι αυτή η κίνηση!) αλλά για να ωριμάσει και για να γίνει άνθρωπος  όπως το έγραψε σε ένα Γράμμα στον πατέρα (κάποιο άλλο γράμμα έρχεται στο νου μου, κάποια άλλη σχέση πατέρα-γιου που σημάδεψε την παγκόσμια λογοτεχνία), ερωτεύτηκε, απατήθηκε, πάλεψε και νικήθηκε, κάποια στιγμή τα εγκατέλειψε όλα (κίνηση ρίσκου) για να αναδείξει τη σκέψη του, δεν πήρε φράγκο από το δημόσιο κορβανά (υπόδειγμα ανεξάρτητου διανοούμενου), όλα αυτά είναι σταθμοί που αναλύονται επαρκώς στους "Δρόμους" και συνιστούν ένα μάθημα ζωής που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Πότε τελειώνει ο χρόνος μιας αυτοβιογραφίας; "Κανείς ποτέ δεν ολοκλήρωσε την αυτοβιογραφία του" γράφει ο Δήμου στον πρόλογο της "Οδού Παράσχου". Ορθόν, αλλά μετά την αυτοβιογραφία ακολουθεί η ερμηνεία, και αυτή έχει πολλά ψωμιά ακόμη.

Σχόλιο στον Ταρίκ Αλί

Η αμφισβήτηση της Δύσης μέσω της πρόκλησης ασύμμετρων ενεργειών (με τους δυτικούς όρους: τρομοκρατία) από το πολιτικό ισλάμ είναι σχετικά καινούργιο φαινόμενο, και πάντως εντελώς νεώτερο εν σχέσει με τις αντιθέσεις εντός του ισλαμικού κόσμου. Το Ισλαμικό Κράτος με την ίδια βαρβαρότητα που μάχεται την Δύση και τον τρόπο ζωής αυτής αντιμετωπίζει και τους σιίτες μουσουλμάνους. Η βασική διαμάχη που υποβόσκει είναι αυτή μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, και ενώ μέχρι πρότινος οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ως βασικό σύμμαχο τους μονάρχες της Σαουδικής Αραβίας, η προσέγγιση με το Ιράν, τον κατ' εξοχήν εκπρόσωπο του σιιτικού κόσμου, που αίφνης παρουσιάζεται πιο μετριοπαθές από τους επηρεασμένους από την σαλαφική ιδεολογία σουνίτες θα αλλάξει τα δεδομένα όχι μόνο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής αλλά συνολικά στην ισορροπία δυνάμεων με τη Δύση. Έχει λοιπόν δίκιο ο Ταρίκ Αλί που επισημαίνει πως οι Δυτικοί οφείλουν να διακόψουν την υποστήριξη τους προς το σαουδαραβικό καθεστώς (http://www.versobooks.com/blogs/2336-isis-in-paris-by-tariq-ali) ως πηγή του κακού στην περιοχή, η μόνη ορθή πρόταση στο άρθρο του. Η άποψη του όμως πως η Δύση δεν είναι ηθικά ανώτερη από τους τζιχαντιστές είναι όχι μόνο απαράδεκτη από άποψη κοινής λογικής αλλά αρμόζει μονάχα σε κάποιους εγχώριους σχολιογράφους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που επικαλούνται άθλια επιχειρήματα συμψηφισμού προκειμένου να δικαιολογήσουν τον αταβιστικό αντιδυτικισμό τους. Η Δύση ως τρόπος ζωής, σκέψη και πολιτισμός είναι ανώτερη από την σαλαφιστική βαρβαρότητα,  και  σε καθεστώς πολέμου οφείλει κανείς να επιλέξει θέσεις και στρατόπεδο, και πάντως όχι την συμψηφιστική και δήθεν εξισορροπιστική άποψη του Ταρίκ Αλί.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Μέριλιν Ρόμπινσον: Γκίλιαντ

Η Μέριλιν Ρόμπινσον διηγείται ένα γράμμα, αυτό που έκατσε και έγραψε ο πάστορας Τζων Έιμς σε μεγάλη ηλικία προς το γιο του, ένα γράμμα εξομολογητικό, βαθιά ανθρώπινο, ένα γράμμα αποκαλυπτικό για τη σχέση ενός ιερέα μιας μικρής κωμόπολης της πολιτείας της Αϊόβας, της Γκίλιαντ, με την ιστορία των προγόνων του, με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά τη διαποίμανση στην κωμόπολη αυτή, με τα υπαρξιακά ερωτήματα γύρω από τον Θεό και την Ιστορία. Ο τόνος της επιστολής είναι εξομολογητικός γιατί ο ιερέας Τζων Έιμς αποκαλύπτει και ανακαλύπτει συγχρόνως τον εαυτό του, αναρωτιέται διαρκώς για συγκεκριμένες καταστάσεις και προσπαθεί να ερμηνεύσει γεγονότα υπό το φως της πίστης του ή της αμφιβολίας του σ' αυτήν. Προερχόμενος από οικογένεια ιερέων που διακόνησαν στον άμβωνα προτεσταντικών εκκλησιών ήδη από την εποχή του αμερικάνικου εμφυλίου ως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 όπου τοποθετείται η επιστολή, ο Τζων Έιμς καταγράφει το χρονικό μιας οικογενειακής καθημερινότητας την οποία διακρίνει η άδολη πίστη στην αξία και την αλήθεια του Ευαγγελίου, αλλά και ενάντια σ' αυτή ορισμένες φορές, όπως όταν περιγράφει τα πιστεύω του αδελφού του Έντουαρντ ο οποίος σπουδάζοντας στη Γερμανία, μακριά δηλαδή από την απλότητα του πνεύματος μιας επαρχιακής αμερικάνικης πολιτείας, επιστρέφει πίσω ως άθεος. Η Μέριλιν Ρόμπινσον διηγείται δίχως φιλοσοφικές φιοριτούρες μια απλή και συγκινητική ιστορία γύρω από την πίστη και την ποιμαντική αξία αυτής. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το "Γκίλιαντ" μια μικρή κιρκεγκαρτιανή πραγματεία της ταπεινής επαρχιακής αμερικανικής κωμόπολης, ένα εξομολογητικό ποιμαντικό ημερολόγιο μιας άδολης ψυχής. Άδολης όχι με την έννοια πως ήξερε ή είχε απαντήσεις για όλα τα θέματα. Ο προβληματισμός και η αμφισημία, η αμφιβολία και η διερώτηση γύρω από τα κίνητρα ή τα αποτελέσματα μιας ποιμαντικής δράσης είναι ολοφάνερα στα γραπτά του ιερέα, αλλά πέρα από την αμφισβήτηση αυτή που γεννιέται από την ταπείνωση του ανθρώπινου πνεύματος ενώπιον του μεγαλείου της πίστης, υπάρχει η σταθερά εκείνη για την βεβαιότητα της αλήθειας του Ευαγγελίου που διατρέχει τη γραφή και τη σκέψη του ιερέα Τζων Έιμς. Διότι για κάθε πρόβλημα ή κάθε προβληματισμό ή αμφιβολία, η απάντηση θα βρεθεί σε κάποιο βιβλικό χωρίο που θα φωτίσει το θέμα και θα σκορπίσει την αμφιβολία ή την πλάνη. Θα φωτίσει και τις σκοτεινές πλευρές που περιγράφει ο Έιμς, κυρίως στη σχέση του με τους γείτονες του, τον επίσης ηλικιωμένο ιερέα Μπόουτον και τον υιό αυτού Τζων Μπόουτον, ο οποίος θα βρεθεί πατέρας ενός παιδιού εκτός γάμου με  μια έγχρωμη γυναίκα, και αυτή η ιστορία, η πιο συγκινητική του βιβλίου θα οδηγήσει τον Τζων Έιμς να παρατηρήσει στον δικό του γιο, αλλά δεν θα μπορούσε να το πράξει διαφορετικά αν δεν είχε χριστιανική αντίληψη, πως "είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο μπορεί να μην ακούσεις έναν καλό λόγο, αλλά δεν έχω άλλο τρόπο να σου φανερώσω την ομορφιά που κρύβει μέσα του".
Μέριλιν Ρόμπινσον
Το βιβλίο διαπνέεται από τη χαρά της χριστιανικής πίστης, όχι όπως την αντιλαμβάνονται πολλοί, ως ανέμελη ή δίχως ερωτήματα ή προβληματισμούς, ή πτώσεις και πολλές αμαρτίες. Τα έχει όλα αυτά φυσικά, όπως και τη διάσταση του ανθρώπινου χαρακτήρα του ιερέα και των παθών του. Ωστόσο,  η Ρόμπινσον έχει θέση- δια χειρός Τζων Έιμς επικαλείται τη φράση του Σάμουελ Κόλεριτζ πως ο χριστιανισμός είναι ζωή και όχι δόγμα, και αυτή τη ζωή μας χαρούμενης εσωτερικά ύπαρξης, χαρούμενης γιατί ερείδεται στην πίστη, ζωγράφισε η αμερικανίδα συγγραφέας που σίγουρα απευθύνεται σε ένα ειδικό αναγνωστικό κοινό, αλλά η απλή ομορφιά του βιβλίου ως αφήγησης ενδέχεται να συγκινήσει αναγνώστες που δεν διαπνέονται από την ίδια βεβαιότητα του Τζων Έιμς. Με την ίδια λογική που συγκινούν, ακόμη και σήμερα οι "Εξομολογήσεις" του Αυγουστίνου, αυτές οι ψυχές θα ευχαριστηθούν αυτή τη σύγχρονη προσέγγιση της Μέριλιν Ρόμπινσον στο "Γκίλιαντ" της πολιτείας της Αϊόβα. Άλλωστε, όπως αναφέρει κάπου ο Τζων Έιμς επικαλούμενος τον Αυγουστίνο, "ο Κύριος θα σκουπίσει τα διάκρυα από όλα τα πρόσωπα" καθώς βλέπει τον καθένα από μας ως μονάκριβο παιδί του. Ένα παιδαγωγικό βιβλίο το οποίο έχει εκδοθεί και στα ελληνικά από τις κορυφαίες εκδόσεις "Εν Πλω" που εκδίδουν βιβλία με θεολογικό και πνευματικό περιεχόμενο.
Η ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Θίοντορ Ντράιζερ: Μια Αμερικάνικη Τραγωδία

Τι ανείπωτη ευτυχία μετά από 20 και επιπλέον χρόνια να ξαναδιαβάζω ένα βιβλίο, και μάλιστα αυτό που θεωρείται το magnus opus, του Θίοντορ Ντράιζερ, μετά την "Αδελφή Κάρι" (που αν και μεταφρασμένη στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πλέον), τώρα ήλθε επιτέλους η σειρά της "Αμερικάνικης Τραγωδίας", αυτού του βιβλίου ποταμού των 900 σχεδόν σελίδων που εκδόθηκε το 1925 και αναμφισβήτητα έχει θέση στον κανόνα με τα μεγάλα αμερικάνικα μυθιστορήματα. Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο το 1951 και είχε τίτλο "Μια θέση στον ήλιο" (ορθή μεθερμηνεία του τίτλου του βιβλίου), σε σκηνοθεσία Τζωρτζ Στήβενς, και πρωταγωνιστές την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Μοντγκόμερυ Κλιφτ, μια ταινία που δεν ξεκινά από την αρχή του βιβλίου βέβαια, αλλά από τη στιγμή που ο βασικός ήρωας ξεκινά για τη μεγάλη του περιπέτεια στο εργοστάσιο του θείου του στη Νέα Υόρκη. Ο Ντράιζερ για να γράψει το βιβλίο που είναι πλούσιο σε συμβολισμούς, εμπνεύστηκε από αληθινά γεγονότα που συνέβησαν το 1906 στη Νέα Υόρκη με την καταδίκη του Τσέστερ Ζιλέτ ο οποίος δολοφόνησε δια πνιγμού την ερωμένη του Γκρέις Μπράουν σε μια λίμνη. Την ιστορία αυτή παίρνει ο Ντράιζερ και της δίνει οικουμενικές διαστάσεις, ένα αληθινό πεδίο προβληματισμού γύρω από τα όρια της υποκειμενικής και αντικειμενικής πραγματικότητας, της σχέσης της βούλησης και της συνείδησης, των πραγματικών γεγονότων και της ερμηνευτικής τους προσέγγισης. Το βιβλίο που το διάβαζα φανατικά για 10 μέρες, ξυπνώντας από τις 5 το πρωί, ακόμα και στη δουλειά σε μορφή pdf, ως αργά το βράδυ, εμπεριέχει αξέχαστες εικόνες που μένουν βαθιά στη μνήμη και έχει το χαρακτηριστικό των μεγάλων εκείνων βιβλίων που ακόμα και αν τα αφήσεις δεν σε αφήνουν αλλά στριφογυρίζουν διαρκώς μέσα στο μυαλό σου προκειμένου να αναρωτηθείς για τις δικές σου πράξεις αν βρισκόσουν στη θέση κάποιου από τους ήρωες του. Η "Αμερικάνικη Τραγωδία" είναι λοιπόν η τραγωδία του Κλάιντ Γκρίφιθς, ενός νέου που αναζητεί το αμερικάνικο όνειρο το οποίο ενσαρκώνεται στα εξής στοιχεία: πλούτος, όμορφη ζωή, όμορφες γυναίκες. Προερχόμενος από μια βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια, η οποία ζει κηρύττοντας τον λόγο του Θεού, στήνοντας αυτοσχέδιες τέντες σε διάφορες περιοχές προκειμένου να δημιουργεί τον χώρο μιας κινητής εκκλησίας, αισθάνεται πως είναι φτιαγμένος για μεγαλύτερα πράγματα, γι' αυτό και αυτονομείται νωρίς αναζητώντας την τύχη του σε διάφορα επαγγέλματα και κοινωνικούς κύκλους νέων της εποχής που θα του προσφέρουν έναν πιο ανέμελο τρόπο ζωής. Από νωρίς πάντως είχε αρχίσει να αναρωτιέται και να εξετάζει κριτικά την στάση των γονιών του, έχοντας την φυσική προδιάθεση που ενισχυόταν από τον πλούτο που έβλεπε σε κάποιες κοινωνικές τάξεις: "Ο Κλάιντ ήταν τόσο ματαιόδοξος και περήφανος όσο ήταν φτωχός".
Θίοντορ Ντράιζερ
Η ανεμελιά αυτή θα τον οδηγήσει σε μια κλασική περίπτωση βιβλικού άσωτου υιού, αρχίζοντας να συναναστρέφεται νέους που δεν είχαν κάποιο ηθικό έρεισμα με συνέπεια να γίνει μάρτυρας του θανάτου μιας νεαρής κοπέλας σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στο οποίο συμμετείχε έμμεσα και ο ίδιος. Το δυστύχημα αυτό ήταν αποτέλεσμα της αδιαφορίας των νέων αυτών φίλων του, αγοριών και κοριτσιών, προς την ανθρώπινη ζωή, διότι γι' αυτούς προείχε η διασκέδαση και μόνο. Φοβούμενος πως η τυχόν έρευνα γύρω από τις συνθήκες αυτού του δυστυχήματος θα του κόψει δια παντός τα φτερά της κοινωνικής ανόδου θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη αναζητώντας εργασία στο εργοστάσιο παραγωγής γιακάδων του πλούσιου θείου του. Εκεί θα πλεχτεί η ανείπωτη αμερικάνικη τραγωδία. Κινούμενος πλέον σε ένα πλούσιο περιβάλλον, αλλά εντελώς μόνος, θα αναζητήσει τον έρωτα και θα τον βρει πρώτα στο πρόσωπο της όμορφης αλλά φτωχής εργάτριας Ρομπέρτα Άλντεν, την οποία θα αφήσει έγκυο, και στη συνέχεια της πανέμορφης και πλούσιας Σάντρα Φίντσλει. Αισθανόμενος πως η παρουσία της Ρομπέρτα, η οποία μόλις μαθαίνει την εγκυμοσύνη της και φοβούμενη το κοινωνικό και ηθικό σκάνδαλο που θα ξεσπάσει πιέζει να παντρευτούνε, αποτελεί εμπόδιο στα σχέδια του για επισημοποίηση του παράλληλου δεσμού του με την Σάντρα, σχεδιάζει την δολοφονία της.
Από δω και πέρα, ο αναγνώστης ζει τον εφιάλτη της συνείδησης του Κλάιντ. Ο Ντράιζερ με μοναδική μαεστρία υφαίνει ένα ανεπανάληπτο θρίλερ αποχρώσεων, υπαινιγμών, μικροσκοπικών λεπτομερειών που καθιστούν κάθε σκέψη και πράξη του Κλάιντ επιρρεπή σε διπλή και τριπλή ερμηνεία και ανάγνωση. Τα όρια της ενοχής και της αθωότητας σε όλο το βιβλίο παραμένουν εμφατικά δυσδιάκριτα. Η υποκειμενική γωνία μετράει και μόνο. Ακόμα και στη σκέψη του Κλάιντ όλα παραμένουν στο μεταίχμιο του φωτός και του σκότους. Δολοφόνησε ή όχι τη Ρομπέρτα Άλντεν; Σε ποιά απόκοσμη απόχρωση του γκρι βρίσκεται η αλήθεια; Εν τέλει μόνο ο Θεός μπορεί να κρίνει ακριβοδίκαια, αλλά την κρίση Του δεν μπορούμε να την γνωρίσουμε σ' αυτόν τον κόσμο, είμαστε υπό το βασίλειο της αίρεσης, της πλάνης και της αμφιβολίας, των βαθύτερων ή επιπόλαιων πεποιθήσεων μας οι οποίες μεταβάλλονται με το παραμικρό φύσημα του αέρα σε αντίθετη κατεύθυνση. Ο Ντράιζερ δεν λυπάται τον αναγνώστη του και δεν του προσφέρει ετοιματζίδικες λύσεις. Όλα είναι ανοικτά σε κάθε είδους μεθερμηνεία. Σαφώς πάσχει με την οικογένεια της φτωχής Ρομπέρτα και αναζητά τη δικαιοσύνη, την επιβολή του νόμου, διότι διαφορετικά διασαλεύεται η ηθική και έννομη τάξη. Την ίδια στιγμή όμως γίνεται συνένοχος των σκέψεων του Κλάιντ, αυτό το διαρκές "και αν..." που συνεχώς φέρνει στο προσκήνιο ο Ντράιζερ σε κάθε ανάλυση των πράξεων και των κινήτρων του Κλάιντ, το οποίο θέλει να επισημάνει το αμφίσημο όχι μόνο των ενεργειών του αλλά και των ίδιων των σκέψεων του που ποτέ δεν είναι ξεκάθαρες και διαυγείς. Εκεί λοιπόν που πάει να ξεκαθαρίσει μια θέση, μπαίνει σαν δαίμονας αυτό το "και αν...", αυτή η αμφιβολία για το ποιά τελικά είναι τα κίνητρα και οι πράξεις που τα συνοδεύουν. Βέβαια, το δικαστήριο δίνει μια λύση, μόνο που αυτό είναι το επίγειο δικαστήριο που υπόκειται στα διαβλητά πάθη της ανθρώπινης φύσης και δεν είναι σε θέση, δεν έχει την αρμοδιότητα, να εκφέρει άλλη απάντηση. Αλλά ούτε ο αιδεσιμότατος Μακμίλαν, ο πνευματικός σύμβουλος του Κλάιντ στη θανατική πτέρυγα των φυλακών, είναι βέβαιος για την αθωότητα του τόσου αγαπητού σ' αυτόν θανατοποινίτη, και μπροστά στον Κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, σ' αυτόν που αποφασίζει για την απονομή ή όχι της χάριτος, μένει μονάχα στην πνευματική σφαίρα, λέγοντας πως δεν είναι σε θέση να εκφέρει άποψη για τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή αν ο Κλάιντ είναι αθώος ή ένοχος. 
Μεγαλεπήβολο σε σκοπιά, άφθονο σε συμβολισμούς, βιβλίο σταθμός στην αμερικάνικη και την παγκόσμια λογοτεχνία, η "Αμερικάνικη Τραγωδία" είναι ένα κείμενο μιας διαρκούς αναρώτησης γύρω από το ίδιο βασικό ερώτημα: πώς μπορεί κανείς να πει κάτι για την αλήθεια, αν μπορεί να πει εν τέλει κάτι. Το αμερικάνικο όνειρο και το κυνήγι αυτού, ο πλούτος, οι όμορφες γυναίκες, η ανέμελη ζωή, εξελίσσεται σε αμερικάνικη τραγωδία, μια ανθρώπινη τραγωδία όμως που δείχνει και τα όρια της καθώς μονάχα μέσω του ευαγγελίου, ίσως, μπορεί να δοθεί κάποια απάντηση. Ίσως σ' αυτό το σημείο να είναι και το μοναδικό σημείο αισιοδοξίας που μας χαρίζει ο Ντράιζερ, αλλά θα πρέπει να περιμένουμε ως το εντελώς τελευταίο κομμάτι του βιβλίου, ίσαμε την τελευταία σελίδα προκειμένου να δούμε μια αχτίδα φωτός που πηγάζει από την αλλαγή στάσης της μητέρας του Κλάιντ, μιας μορφής που συγκινεί με την απλότητα και την πίστη της. Ένα μεγάλο βιβλίο ακόμα και για τον 210ο αιώνα που δεν έχει χάσει τη λάμψη του.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

The End of the Tour: μια ταινία για τον David Foster Wallace

Ο James Ponsoldt δημιούργησε μια όμορφη και συγκινητική ταινία που βασίζεται πάνω στο βιβλίο του δημοσιογράφου του περιοδικού Rolling Stone David Lipsky, ο οποίος για ένα πενθήμερο έζησε δίπλα, και ακολούθησε σε κάθε του βήμα στην περιοδεία για την προώθηση του Infinite Jest, τον David Foster Wallace. Η ταινία επιτυγχάνει δύο πράγματα. Το πρώτο, για όσους σαν και μένα, δεν έχουν διαβάσει ακόμα Wallace, να τρέξουν και να το κάνουν. Όχι μόνο το ογκώδες και πιο φημισμένο Infinite Jest, αλλά το σύνολο του έργου του, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμίων και των κριτικών που έγραψε. Πέρα από τους διθυράμβους για το έργο του, τους οποίους ο ίδιος αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό και κάποια ντροπαλοσύνη, το σημαντικό είναι η προσωπικότητα αυτού του ιδιαίτερου και αρκετά μοναχικού ανθρώπου που αγωνίστηκε με τους δαίμονες του, και η μάχη αυτή, τουλάχιστον ένα ίχνος αυτής, μπορούμε να την βιώσουμε παρακολουθώντας την ταινία μέσα από την προσέγγιση του Lipsky. Ο Lipsky επιδιώκει, κατ' αρχήν, μια σκανδαλοθηρική προσέγγιση του θέματος "διάσημος συγγραφέας", αλλά όσο ζει μαζί με τον Wallace, τούτη η προκαθορισμένη ματιά και αντίληψη αρχίζει να ξεφτίζει. Ο Wallace αποδεικνύει πως δεν είναι ούτε ένας συνηθισμένος τύπος αλλά ούτε και κάτι που μοιάζει με απόκοσμο ον. Τα πάθη του είναι τόσο συνηθισμένα και κοινά με οποιοδήποτε έφηβο ή τριαντάρη που δεν θέλει να ωριμάσει που ξαφνιάζουν τον Lipsky. Ο Wallace είναι και παιχνιδιάρης και σκοτεινός, ντροπαλός και εγωμανής, ερμητικά κλειστός και εντελώς χύμα. Την ίδια στιγμή που θέτει υπαρξιακά ερωτήματα και αμφιβάλλει για την συγγραφική του υπόσταση ή αναρωτιέται για το εγώ του, καταναλώνει άφθονη τροφή υποκουλτούρας, junk food και b-movies με τη λαχτάρα ενός μικρού παιδιού που βρίσκει μπροστά του ένα καινούργιο παιχνίδι. Εκεί που ο Lipsky προσπαθεί να του εκμαιεύσει πληροφορίες για το χειρότερο πάθος του, είχε ακουστεί πως ήταν εξαρτημένος από την ηρωίνη στα φοιτητικά του χρόνια, ο Wallace τον απομαγεύει, και κοιτώντας στα μάτια  το εμφατικά διψασμένο κοινό για σκάνδαλα λέει με κάθε ειλικρίνεια πως το πραγματικό του πάθος είναι η τηλεόραση! Πόσο φρικτά αμερικανικό, και πόσο γνήσιο τελικά.  "Έζησα σε βιβλιοθήκες" λέει ο Wallace, αλλά ήταν άρρωστος, είχε κατάθλιψη, είχε διάφορους δαίμονες. Τους πάλεψε και μέσα από την πάλη αυτή προέκυψαν τα βιβλία του. Ο Lipsky στο τέλος της περιοδείας βγαίνει κι αυτός αλλαγμένος και , εν τέλει, κερδισμένος. Γνώρισε έναν καινούργιο φίλο, και αν κατάλαβε κάτι απ' αυτόν, σίγουρα η συγκίνηση των στιγμών που έζησε μαζί του, και η μαθητεία κοντά του, του πρόσφεραν μια γνώση της ζωής. Μια πολύ σημαντική ταινία με απολαυστικούς τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές ηθοποιούς, αλλά τον Jason Segel στο ρόλο του Wallace να είναι κάτι παραπάνω από πειστικός, να είναι εξαιρετικός.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο από το περιοδικό "Πανοπτικόν"

Συνεχίζεται η συνεισφορά του εκδότη Κώστα Δεσποινιάδη στον ελληνικό πολιτισμό με ένα αφιέρωμα (περιοδικό "Πανοπτικόν") στον πολύ σημαντικό εργάτη, ασκητή του πνεύματος Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο που, κάποιοι από μας, τον πρωτογνωρίσαμε ως τον βασικό μεταφραστή της σειράς βιβλίων της "Γνώσης", την "Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη" που διηύθυνε ο Παναγιώτης Κονδύλης. 
 Ένα σημαντικό, και συγκινητικό συνάμα, αφιέρωμα σε έναν άνθρωπο που πρόσφερε τροφή σε κάθε πεινασμένο για σκέψη.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Ίντιθ Γουόρτον: Τα χρόνια της αθωότητας

Στο μυθιστόρημα αυτό της Ίντιθ Γουόρτον κυριαρχεί η απόλυτη λεπτομέρεια: η λεπτομέρεια στην περιγραφή των συναισθημάτων και κάθε είδους απόχρωσης των κινήσεων της καρδιάς των βασικών πρωταγωνιστών, η λεπτομέρεια στην περιγραφή των αντικειμένων, ρούχων, επίπλων, σκηνικών, που κι αυτά ακόμη συμμετέχουν στην διάπλαση του χαρακτήρα των χαρακτήρων και που τόσο όμορφα και παραστατικά απέδωσε η μεταφράστρια Έφη Φρυδά.
Στο βιβλίο κυριαρχούν οι υπαινιγμοί. Είναι η εποχή των αρχών της δεκαετίας του 1920, στη Νέα Υόρκη, όπου οι ανώτερες τάξεις διαπνέονταν από τα ιδανικά της αριστοκρατικής νοοτροπίας της Αμερικής, ένα κύκλος ανθρώπων οι οποίοι ζούσαν "σε μια ατμόσφαιρα φτιαγμένη από αμυδρούς υπαινιγμούς και ανέκφραστες ευαισθησίες". Ένα τρίγωνο ερωτικό αναπτύσσεται σ' αυτόν τον κόσμο, αυτό μεταξύ του Νιούλαντ Άρτσερ και της επίσημης μνηστής του Μέι Ουέλαντ και της ξαδέλφης της και σε κατάσταση διάστασης με τον σύζυγο της Κόμησσας Ολένσκα, η οποία είναι και η αληθινή πρωταγωνίστρια του βιβλίου. Αυτή εκφράζει, με τη στάση της απέναντι στη ζωή, κάτι διαφορετικό, ίσως επαναστατικό για την εποχή των υπαινιγμών και των παγιωμένων καθώς πρέπει αντιλήψεων: "η περίπτωση της Κόμησσας Ολένσκα είχε αναστατώσει πολλές παγιωμένες πεποιθήσεις, τις είχε επικίνδυνα μετατοπίσει επικίνδυνα μες το νου του". Το σκάνδαλο της Έλεν Ολένσκα ήταν πως διεκδίκησε την ελευθερία της από το σύζυγο της, διεκδίκησε τη δυνατότητα να μην υποκρίνεται μέσα σε έναν γάμο που όσα προνόμια κοινωνικά και οικονομικά κι αν της πρόσφερε δεν την εξέφραζε πια, κι αυτό ήταν κάτι που η βαθιά συντηρητική εποχή της δεν μπορούσε να το ανεκτεί γι' αυτό και εκφράζεται όταν αναφέρεται σ' αυτήν με την φράση "η καημένη Κόμησσα Ολένσκα". Ο ατομικισμός της Ολένσκα, η διεκδίκηση του εαυτού, είναι εξεγερτική πράξη για την εποχή: "Της μόδας! Όλοι δίνετε τόση σημασία σ' αυτό; Γιατί να μη δημιουργεί ο καθένας τη δική του μόδα; Αλλά απ' ό,τι φαίνεται εγώ έζησα πολύ ανεξάρτητη". Έτσι λοιπόν από τη μεριά η Γουόρτον απεικονίζει τη νοοτροπία των χρόνων της αθωότητας, όπου οι άνθρωποι της κλειστής αριστοκρατικής κοινωνίας απέκρυβαν τα συναισθήματα και τις βαθύτερες σκέψεις και επιθυμίες τους, έναν κόσμο που εκφράζει η μνηστή του Νιούλαντ, η Μέι , μια αθωότητα "που σφραγίζει το νου ενάντια στη φαντασία και την καρδιά ενάντια στην εμπειρία". Σ' αυτούς τους δύο διαφορετικούς κόσμους, και στο μεταίχμιο αυτών, θα κινηθεί η ζωή και η επιθυμία του Νιούλαντ. Αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στην τακτοποιημένη ζωή που προσφέρει ο γάμος με τη Μέι, και την σφοδρή επιθυμία του για ένα βλέμμα, ένα φιλί, μια σχέση με την Κόμησσα των λογισμών του η οποία εκφράζει την διαφορά του πάθους έναντι της άνευρης λογικής.
Το βιβλίο δεν είναι ένα προχειρογραμμένο ρομάντζο, ούτε ένα αρχαϊκό άρλεκιν. Η ένταση των συναισθημάτων που αποπνέει θεμελιώνεται στη δεξιοτεχνία της Γουόρτον να μην δίνει εύκολες λύσεις στις επιθυμίες των ηρώων της, ούτε να ικανοποιεί την προσμονή των αναγνωστών της, τότε και σήμερα, οι δύο κρυφοί εραστές να ζήσουν μαζί ολοκληρώνοντας με ένα happy end την περιδίνηση τους από αγκαλιά σε αγκαλιά. Ο Νιούλαντ, που φαίνεται να ανακαλύπτει την αληθινή του φύση κοντά την Κόμησσα Ολένσκα, της προτείνει την οριστική ρήξη με το παρόν, αλλά αυτή η πρότασή του δεν είναι πειστική καθώς έχει κατά νου μάλλον έναν ιδεατό κόσμο παρά την σκληρή πραγματικότητα που έχει βιώσει η Κόμησσα που αν και εκ φύσεως επαναστάτρια, τον προσγειώνει στην πραγματικότητα: "δηλαδή, αυτό που σκέφτεσαι είναι να ζήσω μαζί σου ως ερωμένη σου....αφού δεν μπορώ να είμαι η σύζυγος σου;" Η Κόμησσα Ολένσκα που ήξερε ν' αγαπά αληθινά θα προσδιορίσει το "εμείς" της σχέσης της με τον Νιούλαντ στη γη και όχι στα σύννεφα, διατηρώντας στη μνήμη της την αγάπη της για κείνον με ένα διαφορετικό σχέδιο απ' αυτό που σκεφτόταν ο Νιούλαντ: "είμαστε κοντά ο ένας στον άλλο μόνο αν μείνουμε μακριά". Στο μεταίχμιο των δύο ζωών που είχε να επιλέξει ο Νιούλαντ, η Κόμησσα θα προτείνει και θα επιλέξει για κείνον τη μόνη αληθινή οδό που διατηρούσε την σκέψη της αγάπης ζωντανή. Ήταν ακόμη νωρίς να επιλεγεί, εκείνη την εποχή, σ' αυτήν την κοινωνία, κάτι διαφορετικό γιατί είχε φροντίσει αυτή η κοινωνία ν' αφαιρέσει το αίμα, όπως τόσο παραστατικά λέει ο Γουόρτον, από τη ζωή. Κι έτσι με τον χωρισμό σώθηκε η αγάπη αλλά διατηρήθηκε η τάξη. Είναι , όμως, αυτό κάτι αρνητικό; Αν η οπτική του αναγνώστη, της εποχής εκείνης που έγραφε ο Γουόρτον και του σύγχρονου, ορίζεται από την ταύτιση συναισθημάτων και πραγματικότητας τότε αναμφισβήτητα η κατάληξη είναι δυστυχής. Αν όμως κυριαρχεί η ασφάλεια της ηθικής διάστασης, τότε ο γάμος του Νιούλαντ και της Μέι έχει κι αυτός να πει πράγματα στον σύγχρονο αναγνώστη διότι την κρίσιμη στιγμή με τη στάση της η Μέι, αξιοπρεπής και συγκαταβατική, διασώζει την αιώνια προοπτική του Νιούλαντ. Δεν γνωρίζουμε αν είχε αυτό κατά νου η Γουόρτον, αλλά η αμφισημία ενός έργου τέχνης χαρακτηρίζει μονάχα τα μεγάλα έργα τέχνης.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Ρενέ Ζιράρ: Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν....

Αν αξίζει να μελετάται ένας θεολόγος, ο οποίος δεν προσμετράται σαν τέτοιος από το επίσημο σινάφι, είναι ο Ρενέ Ζιράρ στο έργο του οποίου οφείλουμε να επανερχόμαστε για να ανανεώνουμε και την πίστη αλλά και την γνωστική μας ικανότητα.
Η βάση της βίας, λέει ο Ζιράρ, είναι η μιμητική επιθυμία, και αυτήν προσπαθεί κατ' αρχήν να αντιμετωπίσουν οι απαγορεύσεις του Δεκαλόγου, θεμέλιο της ειρήνης μεταξύ των ανθρώπων: "Προκειμένου να διασφαλίσουμε την ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων, πρέπει να ορίσουμε το απαγορευμένο σε σχέση με αυτή την επισφαλή διαπίστωση: ο πλησίον αποτελεί το πρότυπο για τις επιθυμίες μας". Ο Ιησούς Χριστός αλλάζει την πορεία της μιμητικής επιθυμίας στρέφοντας την προς τον εαυτό του, προτείνοντας στους ανθρώπους τη μίμηση της δικιάς του επιθυμίας η οποία στρέφεται προς τον Πατέρα: "Επικεντρώνει λοιπόν όλες Του τις δυνάμεις στη μίμηση αυτού του Πατέρα. Καλώντας μας να Τον μιμηθούμε, μας καλεί να μιμηθούμε την ίδια Του τη μίμηση". Ο Ιησούς υπόκειται στη βία που γεννά η μιμητική επιθυμία. Η περίοδος των Παθών όπου ο όχλος ξεσηκώνεται εναντίον Του συνιστά έναν παροξυσμό, και αυτές οι μεταπτώσεις του όχλου από το Ωσαννά στο Άρον , Άρον Σταύρωσον Αυτόν "είναι λίαν χαρακτηριστικό γνώρισμα του μιμητικού πλήθους".
Κατ' εξοχήν αρνητικός μιμητής του Χριστού είναι ο Σατανάς, ο αφανής πρωταγωνιστής της ανθρώπινης ιστορίας, ένα παράσιτο που αποστολή του έχει να διαστρέψει την αλήθεια και να σπείρει τη βία. Πώς; Μέσω της συγκρουσιακής μιμητικής επιθυμίας. Λέει ο Ζιράρ: "Ο Σατανάς είναι μιμητής, επαναλαμβάνω, με την ανταγωνιστική σημασία της λέξης. Ο Σατανάς είναι το σημάδι του Θεού". 
Εν αρχή ήταν η θυσία και ένας φόνος. Ιδρυτική συνθήκη των κοινωνιών και του πολιτισμού υπήρξε ένας φόνος, γράφει ο Ζιράρ, αναζητώντας τις απαρχές του πολιτισμού και τη γένεση του στην ύπαρξη ενός φόνου, του Άβελ από τον Κάιν, αλλά και δια αυτού στην θεσμοθέτηση του νόμου προκειμένου να μην διαιωνιστεί η ατέρμονη σειρά των φόνων. Το σημάδι του Κάιν που τοποθετεί ο Θεός μετά την αδελφοκτονία επί του μετώπου του είναι "το σημάδι του φονέα που προστατεύεται από τον Θεό" (Γουίλλιαμ Τζέημς). Απ' αυτήν την οπτική μπορεί να γίνουν σημαντικές παρατηρήσεις για το αδιέξοδο της θανατικής καταδίκης που επιβάλλουν ακόμη πολλά κράτη (και ανάμεσα σ' αυτά το πιο προηγμένο, η Αμερική) καθώς διαστρέφουν το σωφρονιστικό περιεχόμενο του νόμου υποκύπτοντας έτσι σε σατανικές επιδιώξεις, γιατί μονάχα ο Σατανάς θα επιθυμούσε την θανατική καταδίκη των αδικοπραγούντων. Ο Ζιράρ είναι κατηγορηματικός: "Ο φόνος και η απαρχή είναι αδιαχώριστα. Εάν ο διάβολος είναι απ' αρχής ανθρωποκτόνος, τούτο σημαίνει πως θα εξακολουθήσει να είναι εις το διηνεκές". Τα Πάθη του Χριστού, ο Σταυρός και κυρίως η Ανάστασή Του φέρνουν στο φως "τα κεκρυμμένα από καταβολής", δηλαδή την αλήθεια του θυματοποιητικού μηχανισμού και τη λογική του "πολλοί εναντίον ενός" που συνιστούσε την δια της βίας δημιουργία πολιτισμού. Αυτός ο πολιτισμός όμως είναι καταστροφικός ακριβώς γιατί στηρίζεται στη βία και στην παραγωγή, διαχρονικά, θυμάτων.Τούτη την αποστολή εξυπηρετούν τα Ευαγγέλια τα οποία "φανερώνουν όσα χρειάζονται να ξέρουν οι άνθρωποι ώστε να κατανοήσουν το μερίδιο ευθύνης τους σε όλες τις βαναυσότητες της ανθρώπινης ιστορίας και σε όλες τις κίβδηλες θρησκείες". Ο Χριστός με την σταυρική Του θυσία και την Ανάσταση Του ξεγέλασε τις μεθοδείες του Σατανά ο οποίος πίστευε πως συνέχιζε τη διαδικασία δημιουργίας θυμάτων. Ο Ζιράρ ως θεολόγος αναγνωρίζει σ' αυτό το σημείο την συμβολή των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας λέγοντας πως "στο Σταυρό ο Σατανάς είναι ο δολοπλόκος που πιάνεται στο δόκανο της ίδιας του της δολοπλοκίας".
Ο λόγος του Ζιράρ είναι πάντα επίκαιρος, ιδιαίτερα με τα όσα αναφέρει στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο "Η σύγχρονη μέριμνα για τα θύματα". Ο Ζιράρ δεν αποφεύγει να χρησιμοποιεί την έννοια του "αποδιοπομπαίου τράγου", μια καθαρά βιβλική έννοια,  προκειμένου να δηλώσει τη βία που ασκείται σε συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες από εκείνους "που πασχίζουν να αμπαρωθούν πίσω από μια κοινή ταυτότητα, τοπική, εθνική, ιδεολογική, φυλετική, θρησκευτική". Η έξαρση μισαλλοδοξίας που επικρατεί σήμερα στην Ευρώπη εις βάρος των μεταναστών και των προσφύγων, η άνοδος ξενοφοβικών κινημάτων, ακροδεξιών σχηματισμών ή δήθεν πατριωτικών ενώσεων σαν το PEGIDA στη Γερμανία συνιστούν όψεις της σατανικής εμμονής στη βία και στην δημιουργία νέων θυμάτων που η θυσία των οποίων θα κατευνάσει την ανήσυχη κοινότητα που αισθάνεται την αδιόρατη απειλή. Οι φωνές λοιπόν όσων ομνύουν υπέρ του ευρωπαϊκού πολιτισμού, των αξιών του και της θρησκευτικής του συνοχής ( χριστιανικής; από πότε όμως, όταν έχουν ήδη παραδοθεί στην αμετροέπεια της άρνησης και της απεμπόλησης της ηθικής του διάστασης;) μπροστά στο κύμα των προσφύγων που κατακλύζουν τις πόλεις τους δεν είναι ειλικρινείς καθώς επιδοκιμάζουν αυτό που ο Σταυρός και η Ανάσταση του Χριστού κατήργησαν, δηλαδή τη μιμητική βία. Οι φωνές κατά των μεταναστών και προσφύγων και οι λαοπλάνοι πολιτικοί που τις σιγοντάρουν είναι θιασώτες όχι μιας χριστιανικής Ευρώπης αλλά μιας νεοπαγανιστικής δοξασίας και υπερβολής- είναι οι ίδιοι που υποστήριζαν νομοθετικά μια σειρά μέτρων θεμελιακών του νεοπαγανισμού όπως "εκτρώσεις, ευθανασία, σεξουαλική εξομοίωση, κλοουνίστικα νούμερα". Η υπεράσπιση των θυμάτων που συνεχίζει να γεννά ο σύγχρονος προηγμένος πολιτισμός δεν μπορεί να γίνει με την κατ' όνομα μόνο επίκληση χριστιανικών αρχών, αλλά με την εφαρμογή τους: "η πλέον δραστική μεταρρυθμιστική δύναμη δεν είναι η επαναστατική βία αλλά η σύγχρονη μέριμνα για τα θύματα". Οι Εκκλησίες οφείλουν να λάβουν σοβαρά υπόψη την αποστολή τους.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Τσέσλαβ Μίλος: Το αιχμάλωτο πνεύμα

Αγαπημένη κατηγορία βιβλίων όλα τα αντικομμουνιστικά, αντισταλινικά συγγράμματα, όλα αυτά που ξεμπροστιάζουν, ξεσκεπάζουν και αποκαλύπτουν τη θηριωδία του σοβιετικού μοντέλου εξουσίας, γραμμένα ιδίως από αυτόπτες μάρτυρες που είδαν, έπαθαν, και γι' αυτό και μαρτυρούν. Τουλάχιστον αυτοί που πρόλαβαν και έγραψαν όσα έζησαν, γιατί εκατομμύρια άλλοι ενώ θα μπορούσαν να γράψουν και να μιλήσουν δεν τα κατάφεραν, καθώς θυσία έγιναν στο βωμό της κομμουνιστικής ουτοπίας. Γι' αυτό και αυτά τα βιβλία, σαν του Μίλος, του Σολτζενίτσιν, του Σαλάμοφ, του Καίστλερ και τόσων άλλων λειτουργούν σαν μνημόσυνα των αθώων θυμάτων του λενινισμού-σταλινισμού.
Από την εισαγωγή του βιβλίου του, ο Μίλος θέτει το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κυκλοφόρησε στην δυτική Ευρώπη: "Το βιβλίο αυτό γράφτηκε στο Παρίσι το 1951-52, την εποχή όπου η πλειονότητα των Γάλλων διανοουμένων ένιωθαν απέχθεια για την εξάρτηση της χώρας τους από την αμερικάνικη βοήθεια και εναπόθεταν τις ελπίδες τους στον καινούργιο κόσμο στην Ανατολή, τον οποίο κυβερνούσε ένας ηγέτης ασύγκριτης σοφίας και αρετής- ο Στάλιν". Αυτό είναι το πλαίσιο, και όλοι φανταζόμαστε ποια θα υπήρξε η υποδοχή του βιβλίου από αυτή την λαίλαπα της πνευματικής ζωής και σκέψης που συνιστούσε τότε, και ορισμένες φορές και σήμερα, η γαλλική ιντελλιγκέντσια, δηλαδή τύποι σαν τον Σαρτρ, τον Αραγκόν και άλλων  δήθεν στοχαστών. Απ' αυτή την χορεία αγυρτών ο Μίλος ξεχωρίζει τον Αλμπέρ Καμύ ο οποίος διέκρινε από νωρίς τη φύση των ολοκληρωτικών καθεστώτων και μάλιστα είχε κάνει μνεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως θεμέλιου λίθου του σταλινικού καθεστώτος, αλλά όπως λέει ο Μίλος όλοι αυτοί εξοστρακίστηκαν από τους συναδέλφους τους για την τόλμη που είχαν να μιλήσουν κατά του κόκκινου τρόμου.
Το αιχμάλωτο πνεύμα είναι το ανθρώπινο πνεύμα τον καιρό του σταλινισμού. Ο Μίλος περιγράφει διάφορους τύπους ανθρώπων που δραστηριοποιήθηκαν την εποχή του Στάλιν στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης όπου κυριαρχούσε η μονολιθική σκέψη, ανθρώπους οι οποίοι , όπως αναφέρει, "υπήρξαν θύματα μιας ιστορικής κατάστασης". Παρατηρήσεις που σήμερα φαίνονται κοινότυπες, την εποχή που γράφτηκαν ακούγονταν παράταιρες: "Το μοναδικό σύστημα σκέψης στο οποίο έχει πρόσβαση ο άνθρωπος της ανατολικής Ευρώπης είναι ο διαλεκτικός υλισμός.....Η προπαγάνδα την οποία υφίσταται, επιδιώκει με κάθε τρόπο να αποδείξει πως ο Ναζισμός και ο Αμερικανισμός είναι ταυτόσημα με την έννοια πως είναι προϊόντα των ίδιων οικονομικών συνθηκών". Εξισώνει ο Μίλος Ναζισμό και Κομμουνισμό στο πεδίο του ποινικού δικαίου κάθε στρατοπέδου, με την έννοια πως εξαλείφουν τα σύνορα ανάμεσα στις ποινικές και τις μη ποινικές πράξεις- μ' αυτή την έννοια κάθε αντίθετη άποψη ενάντια στη φύση των καθεστώτων αυτών τιμωρούνταν με τις βαρύτερες ποινές, σαν να είχε υποπέσει ο θύτης σε κοινό έγκλημα. Ο Μίλος περιγράφει την διαστροφή της σκέψης στα σταλινικά καθεστώτα που προέκυψε από τον βιασμό που υπέστη από την αντιστροφή των όρων με τους οποίους ερμηνεύεται η πραγματικότητα. Χρησιμοποιεί όρους παρμένους από την θεολογία για να εξηγήσει τον φανατισμό των υπέρμαχων τούτης της κοσμοθεωρίας: "το γενικό ηθικό ιδεώδες της Νέας Πίστης είναι πουριτανικό". Οχυρωμένοι πίσω από τα δόγματα πίστης τους, οι νέοι πιστοί των καθεστώτων μιλούν με μια γλώσσα που είναι μεν ξύλινη αλλά ταυτόχρονα τελετουργική: "Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι είπε κάποιος αλλά τι ήθελε να πει". Ο Μίλος ως Πολωνός απεχθάνεται τους Ρώσους και την ρωσική νοοτροπία που την χαρακτηρίζει οπισθοδρομική και προμοντέρνα, θρηνώντας για την επιβολή της σε χώρες με προηγμένη κουλτούρα σαν την πολωνική: "Ο ρωσικού τύπου διαλεκτικός υλισμός δεν είναι τίποτε άλλο από εκχυδαϊσμένη στο τετράγωνο επιστήμη του 19ου αιώνα". Η ανατολικού τύπου δεσποτεία που επιβλήθηκε στη χώρα του Μίλος και στις υπόλοιπες χώρες της ανατολικής Ευρώπης απεικονίζεται με θεολογικούς όρους ως μια καινούργια Πίστη: "Με τον δικό του τρόπο, το Κόμμα είναι επίσης μια εκκλησία. Η επί γης δικτατορία του και ο μετασχηματισμός του ανθρώπινου είδους εκ μέρους του εξαρτάται από την επιτυχία με την οποία θα διοχετεύσει τις ανορθολογικές ανθρώπινες ορμές προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς". Μ' αυτή την έννοια η σταλινική ιδεολογία επιδίωκε μια πνευματική μεταμόρφωση του ανθρώπου, μια αλλαγή όχι μονάχα της κοινωνίας αλλά και της φύσης του ανθρώπου.Αυτό όμως μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα με την βοήθεια του τρόμου και του φόβου: "Όταν κανείς αντιληφθεί το ζήτημα σε λογική βάση, είναι ολοφάνερο πως ο πνευματικός τρόπος αποτελεί ΄μια αρχή του Λενινισμού-Σταλινισμού την οποία δεν μπορεί ποτέ να εγκαταλείψει, ακόμη κι αν θριάμβευε σε πλανητικό επίπεδο".
Βιβλία σαν κι αυτά του Μίλος θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα. Οποιοσδήποτε παρατηρεί ολοκληρωτικές συμπεριφορές σε φίλους ή γνωστούς, είναι πρέπον να τους χορηγεί πνευματική τροφή, σαν κι αυτή του Μίλος ή άλλων παρόμοιων συγγραφέων, εν είδει πνευματικών φαρμάκων προκειμένου να αποτινάξουν από πάνω τους κάθε ψήγμα ουτοπικής σκόνης. Ας μην μας προβληματίζει ο αντιρωσικός τόνος της σκέψης του Μίλος. Ιδιαίτερα σήμερα που πολλοί θεωρούν μεγάλο ηγέτη τον Πούτιν, ας έχουν υπόψη πως η νοοτροπία του αιχμάλωτου πνεύματος δεν έφυγε ποτέ από την ρωσική ψυχή, αλλά διαποτίζει ίσαμε σήμερα την ρωσική αντίληψη του κόσμου που δεν έχει κοινό έδαφος με την δυτική σκέψη- ήδη στην εποχή του ο Τολστόι, όπως παρατηρεί ο Μίλος, εκφραζόταν αρνητικά, δηλαδή πουριτανικά, για το δυτικό πνεύμα που δημιούργησε έργα όπως του Σαίξπηρ ή του γαλλικού ρεύματος του ιμπρεσσιονισμού. Είναι πάντα επίκαιρη η εγρήγορση έναντι των διαδικασιών εκείνων που δημιουργούν την αιχμάλωτη σκέψη.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Ρούτα Σεπέτις: Ανάμεσα σε αποχρώσεις του γκρι

Το βιβλίο της λιθουανικής καταγωγής Ρούτα Σεπέτις μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις "Ψυχογιός" με τίτλο "Παγωμένες Σκιές". Προτιμώ να διατηρήσω τον πρωτότυπο τίτλο, αν και μπορεί να θυμίζει τις διαβόητες 50 αποχρώσεις του γκρι, είναι όμως πιο πιστό στον αυθεντικό τίτλο, ίσως και στο περιεχόμενο. Πρόκειται για εφηβική λογοτεχνία, είναι γραμμένο μέσα από την μαρτυρία μιας 16χρονης κοπέλας, της Λίνα Βίλκας, η οποία εκτοπίζεται από τη χώρα της, τη Λιθουανία, μαζί με τον αδελφό και την μητέρα της προς την παγωμένη Σιβηρία, αυτή και άλλοι ομοεθνείς της, κατά την σταλινική κατάκτηση της Λιθουανίας και των άλλων χωρών της Βαλτικής το 1940, ύστερα από το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Τον επόμενο χρόνο όμως οι Βαλτικές δημοκρατίες άλλαξαν δυνάστη καθώς εισέβαλαν οι ορδές του Χίτλερ, για να αποτελέσουν τελικά τμήμα της ΕΣΣΔ ύστερα από την ήττα των Ναζί, ως το 1991 που απέκτησαν ξανά την ανεξαρτησία τους. Επομένως, αυτό που χαρακτηρίζει τη νοοτροπία των Λιθουανών και των υπόλοιπων πολιτών στη Βαλτική είναι ο αντιρωσισμός, ενώ θεωρούν τους ναζιστές περίπου ως ελευθερωτές τους από την σλαβική δεσποτεία των Ρώσων. Το αντιρωσικό, αντισταλινικό κλίμα είναι έντονο στο πρώτο βιβλίο που έγραψε η Ρούτα Σεπέτις, ένα βιβλίο που έλαβε βραβεία και θετικές κριτικές κυρίως από τον αμερικάνικο τύπο. Αυτό είναι ερμηνεύσιμο, και όχι δυσάρεστο για μένα, λατρεύω να διαβάζω αντισταλινική, αντικομμουνιστική φιλολογία, είτε πρόκειται για εφηβική λογοτεχνία, είτε για υψηλού επιπέδου γραφή όπως οι σπαρακτικές αναμνήσεις του Βαρλάμ Σαλάμοφ. Στο βιβλίο της Σεπέτις
Ρούτα Σεπέτις
κυριαρχεί η απόγνωση του ξεριζωμού, της αδικίας, αλλά και της ελπίδας. Μέσα στα κάτεργα της Σιβηρίας οι ανθρώπινες σχέσεις δεν ισοπεδώνονται τελείως, είτε μεταξύ των συγκρατούμενων, είτε μεταξύ των δεσμοφυλάκων της μυστικής σοβιετικής αστυνομίας και των φυλακισμένων. Αυτές είναι οι αληθινές αποχρώσεις του γκρι, όπου διασώζεται σε στιγμές ακραίας απελπισίας κάποια ελπίδα, ένα φως που αχνοφέγγει. Για να αντιμετωπίσει την απειλή του θανάτου και την αδικία που υφίσταται από μια τρομερή εξουσία, η 16χρόνη ηρωίδα θα καταφύγει στην τέχνη, είναι ταλαντούχος ζωγράφος, σκιτσάρει με κίνδυνο της ζωής της διάφορες εικόνες που την εμπνέουν και, στις απέραντες στιγμές της μοναξιάς της διαβάζει ένα μυθιστόρημα, μεταφρασμένο στα ρωσικά, μια γλώσσα που δεν γνωρίζει καλά, του Ντίκενς. Είναι διδακτικό το μυθιστόρημα της Σεπέτις και σίγουρα μιλά στις καρδιές των κατοίκων των Βαλτικών χωρών που έζησαν την εθνική κάθαρση που επιχείρησε ο Στάλιν. Αλλά όπως γράφει η Σεπέτις στο υστερόγραφο του βιβλίου: "Το 1991, ύστερα από 50 χρόνια βάρβαρης κατάκτησης, οι τρεις Βαλτικές χώρες ξανακέρδισα την ανεξαρτησία τους, ειρηνικά και με αξιοπρέπεια. Επέλεξαν την ελπίδα αντί του μίσους και έδειξαν στον κόσμο πως ακόμα και κατά τη διάρκεια της πιο σκοτεινής νύχτας, υπάρχει φως. Παρακαλώ ερευνήστε αυτά που γράφω. Πείτε τα στους ανθρώπους. Αυτά τα τρία μικροσκοπικά έθνη μας δίδαξαν πως η αγάπη είναι ο πιο ισχυρός στρατός. Είτε πρόκειται για την αγάπη προς τον φίλο, την αγάπη προς τη πατρίδα, την αγάπη προς τον Θεό, ή ακόμα την αγάπη προς τον εχθρό- η αγάπη μας αποκαλύπτει την αληθινά θαυμαστή φύση του ανθρώπινου πνεύματος". Τούτη την αγάπη την συναντά η Λίνα Βίλκας στο μυθιστόρημα της Ρούτα Σεπέτις ακόμα και εκεί που δεν την αναμένει. Μια γραφή που δεν διεκδικεί λογοτεχνικές αξιώσεις, δεν παύει όμως να συγκινεί ακριβώς γιατί είναι διδακτική.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Αγκάθα Κρίστι: Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές

Όσες φορές και να διαβαστεί το έπος της Αγκάθα Κρίστι 'Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές" δεν είναι αρκετές για να το απολαύσει κανείς. Έχει γίνει ταινία, παιχνίδι adventure στον υπολογιστή, το πιο διάσημο, ίσως, αστυνομικό παζλ με ήρωα τον Ηρακλή Πουαρό, αλλά το απολαμβάνει κανείς μόνο στην έντυπη μορφή του. Το ξαναδιάβασα μέσα σε δύο μέρες για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια, τούτη τη φορά στο πρωτότυπο, μιας και η ελληνική μετάφραση έχει χαθεί, αλλά όταν το είχα πρωτοδιαβάσει, μαθητής γυμνασίου ήμουν, πόσο εντύπωση μου είχε κάνει το απίστευτο τέλος του καθώς ανατράπηκαν όλες οι εικασίες για το ποιός μπορούσε να είναι ο δολοφόνος του Ράτσετ. Ένα τέτοιο τέλος που νομίζω δεν έχει δώσει σε άλλο έργο της η Κρίστι.
Η ιστορία βασίζεται σε ένα αληθινό έγκλημα που είχε γίνει το 1932 στην Αμερική, ενώ και η Κρίστι είχε εμπειρία ταξιδιού με τον Όριεντ Εξπρές το φθινόπωρο του 1928. Μέσα στον κλειστό χώρο του τρένου, φέρνει η Κρίστι το 1934, ανθρώπους πολλών εθνικοτήτων συγκεντρωμένους μαζί, μια ιδιάζουσα συνάθροιση νοοτροπιών και παραδόσεων, προκειμένου στο τέλος να αποδοθεί δικαιοσύνη σε ένα φρικτό έγκλημα που η τυπική δικαιοσύνη απέτυχε να απονείμει. Ο Πουαρό σκέφτεται και λύνει το μυστήριο παρουσιάζοντας στο τέλος δύο εκδοχές, μια που θα παρουσιαστεί στις επίσημες αρχές της Γιουγκοσλαβίας (και εδώ είναι φανερή η βαθιά απέχθεια της Κρίστι προς τη νοοτροπία των βαλκανικών λαών, όπως φαίνεται από πολλές αιχμές στο βιβλίο), και η πραγματική εκδοχή που θα μείνει μεταξύ του Πουαρό και των υπολοίπων γιατί πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη. 
Ο Πουαρό δεν είναι μονάχα αυτός που σκέφτεται βαθιά και λύνει τα εγκληματικά παζλ, αλλά και προσφέρει άφθονο χιούμορ, όπως αυτή η ατάκα του την οποία σημείωσα για μελλοντική χρήση: "Μου αρέσει να βλέπω έναν οργισμένο Άγγλο. Είναι πολύ διασκεδαστικοί. Όσο περισσότερο εκφράζονται με συναίσθημα, τόσο λιγότερο έχουν έλεγχο της γλώσσας". 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Γκράχαμ Γκρην: Μπράιτον Ροκ

Η αγγλική έκδοση Penguin του 2004 
"Ο Χέϊλ γνώριζε, τρεις ώρες προτού φθάσει στο Μπράϊτον, ότι σχεδίαζαν να τον δολοφονήσουν". Έτσι ξεκινά, και σε βάζει αμέσως στο κλίμα νουάρ, ο Γκράχαμ Γκρην το δημοσιευμένο το 1938 μυθιστόρημα του "Μπράϊτον Ροκ", ένας τίτλος που πήρε το όνομα του από ένα είδος ζαχαρωτού που πρόσφεραν την εποχή εκείνη στην πόλη του Μπράϊτον. 
Το μυθιστόρημα έχει βασικούς πρωταγωνιστές τον νεαρό, εντελώς προβληματικό χαρακτήρα του Πίνκι, ο οποίος όνειρό του έχει να ηγηθεί συμμορίας εκβιαστών στο Μπράϊτον και να πάρει τα ηνία του τοπικού εγκλήματος από τον Κολεόνι, παλιό μούτρο στην πιάτσα, και δύο γυναίκες που σχετίζονται μαζί του με διαφορετικούς τρόπους, την Άϊντα Άρνολντ και την αγαθή Ρόουζ. Ο Γκρην σκιαγραφεί την σκοτεινή ψυχή του Πίνκι καθώς αυτός αισθάνεται να τον καταδιώκει η προδοσία στενών του συνεργατών , όπως ο Χέιλ, και αργότερα ο Σπάϊσερ, τους οποίους και δολοφονεί. Η ψυχοπαθολογία του νεαρού Πίνκι περιγράφεται, ως συνήθως σε έργα του Γκρην, με υπαρξιακούς όρους: "Αυτή ήταν η δύναμη του. Δεν μπορούσε να δει μέσω των οφθαλμών άλλων ανθρώπων, ή να  συναισθανθεί το κουράγιο τους". Η ψυχρότητα που αποπνέει, αν και μόλις 17 ετών, παγώνει το αίμα όσων βρίσκονται δίπλα του.Ήθελε να γίνει κάποιος σημαντικός, να τον σέβονται και να τον φοβούνται στον χώρο που διάλεξε να κινείται, να γίνει σεβαστός από τους μεγαλύτερους του κακοποιούς: "έπρεπε να αποδείξει σε κάποιον ότι ήταν- ένας άνδρας".
Σ' αυτό το αρνητικό κλίμα της παράνοιας και της καχυποψίας, όμως, υπάρχει ένα φως. Η επίσης ανήλικη, αλλά με στοχαστική διάθεση Ρόουζ, θα γίνει η φιλενάδα του Πίνκι και αργότερα η επίσημη μνηστή του, θα τον παντρευτεί με πολιτικό γάμο, αλλά ο γάμος αυτός από την πλευρά του Πίνκι αποτελεί ένα ακόμα σχέδιο του για να κλείσει το στόμα της Ρόουζ την οποία υποπτεύεται ότι καθώς γνωρίζει πως έχει βάψει τα χέρια του στο αίμα θα τον καρφώσει στην αστυνομία. Την παντρεύεται για να τις κλείσει κι αυτής το στόμα, πείθοντάς την σε μια δραματική σκηνή ν' αυτοκτονήσει. 
Grahan Greene
Αν έμενε σ΄αυτό το επίπεδο το μυθιστόρημα θα ήταν μια σπουδή πάνω στην εγκληματικότητα ανηλίκων στη Βρετανία. Αλλά ο Γκράχαμ Γκρην είναι μεταφυσικός συγγραφέας, δεν κατανοεί την σφαίρα του Πονηρού παρά μονάχα με θεολογικούς όρους, γι' αυτό και η ερμηνεία των κινήτρων των ηρώων του, ή ακόμα και η δική του ματιά στις πράξεις τους, επηρεάζεται από την προβληματική της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέλη της οποίας είναι ο Πίνκι και η Ρόουζ. Ίσως γι' αυτό, ακόμα και εκεί στο βαθύτερο σκοτάδι που βρίσκονται οι ψυχές των ηρώων του να αναδεικνύεται η παράλογη υποψία της Χάριτος, πως δηλαδή υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα, την οποία δραματοποιεί η αντίθεση ανάμεσα στην προσωπικότητα της Άιντα Άρνολντ που προσπαθεί να σώσει την Ρόουζ από τον χαμό μιας ολέθριας σχέσης με τον Πίνκυ και της ίδιας της Ρόουζ η οποία προβάλλει το παράλογο της αγάπης. Η Άιντα με την αυθεντία που θα μπορούσε να προβάλλει κάποιος που δεν γνωρίζει άλλες αποχρώσεις εκτός του άσπρου και του μαύρου, δηλώνει απερίφραστα πως "γνώριζε τι ήταν σωστό και τι ήταν λάθος", και αναλαμβάνει έργο κοσμικού ιεραποστόλου προκειμένου να σώσει το απολωλός. Αλλά δεν βρίσκεται υπό την ηγεμονία της Χάριτος. Τούτη, κι εδώ είναι το χριστιανικό παράδοξο, βρίσκεται στην Ρόουζ: "ήταν δύο ρωμαιοκαθολικοί μαζί στον γκρίζο δρόμο. Καταλάβαινε ο ένας τον άλλο". Το παράδοξο σώζει καθώς έχουν εγκαταλειφθεί οι βεβαιότητες. Το φινάλε του βιβλίου θα μπορούσε να είναι ένα θεολογικό δοκίμιο περί σωτηρίας και χάριτος. Στον κόσμο της απόγνωσης και της μοναξιάς που δημιούργησε ο Γκράχαμ Γκρην στο "Μπράϊτον Ροκ", υπάρχουν στιγμές σαν ρωγμές όπου αναφαίνεται μια κάποια διαφορετική ελπίδα, όχι της δικαιοσύνης που επιθυμούσε η Αϊντα, αλλά αυτή της υπερβάλλουσας αγάπης. Παράξενο μήνυμα για όσους δεν συμμερίζονται την ίδια πίστη με τον Γκράχαμ Γκρην.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Γουίλκι Κόλλινς: Man and Wife

Ο Κόλλινς ξεκίνησε να γράφει το "Ανδρόγυνο" το 1870, όπως πάντα σε συνέχειες προκειμένου να δημοσιευτεί σε φύλλα εφημερίδας. Το ερώτημα που απασχολεί τους μελετητές του έργου του είναι κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ένα έργο που εντάσσεται στα αριστουργήματα της πρώτης συγγραφικής του περιόδου, όπως είναι η "Φεγγαρόπετρα"  ή "Η Γυναίκα με τα Άσπρα", ή μήπως πρέπει να ενταχθεί στην ύστερη περίοδο της συγγραφικής δουλειάς του όπου συμπεριλαμβάνονται έργα όχι τόσο επιτυχημένα από καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας. Τέτοιες κατηγοριοποιήσεις όμως δεν ικανοποιούν παρά μονάχα το σχολαστικό πνεύμα ενός οκνηρού μελετητή ή επιφανειακού αναγνώστη που αναζητά ετικέτες τις οποίες επικολλά για να διευκολύνει την προσπάθεια κατανόησης του, αλλά έτσι χάνεται η αυθύπαρκτη παρουσία του έργου και η δυνατότητα αυτόνομης τοποθέτησης μας έναντι του περιεχομένου και της δομής του.

Ο Κόλλινς εδώ πραγματεύεται ένα εντελώς ιδιαίτερο θέμα που φαίνεται απασχολούσε στην εποχή του την επικαιρότητα. Πώς ορίζεται η νομιμότητα ενός γάμου, πότε ένα ζευγάρι θεωρείται σύμφωνα με το νόμο και τα ισχύοντα έθιμα στη Σκωτία και την Αγγλία θεωρείται παντρεμένο; Ο Κόλλινς στη βάση αυτού του προβληματισμού χτίζει ένα μυθιστόρημα με αρκετά μελοδραματικά στοιχεία, με μακροσκελείς διαλόγους, και αναλυτικές περιγραφές όπως συνηθιζόταν στη λογοτεχνία της βικτωριανής περιόδου, αλλά και με στοιχεία μυστηρίου, σασπένς και αβυσσαλέα πάθη. Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα στοιχεία, έτσι κι αλλιώς έντονα σε όλα τα βιβλία του Κόλλινς. Υπάρχει και κριτική διάθεση απέναντι στα ήθη της εποχής του και ιδιαίτερα σ' αυτό το απίθανο και παρανοϊκό πλέγμα που διέπει τις νομικές σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους καθορίζοντας την έννοια του γάμου με βάση την απλή και μόνο συγκατάθεση, ή δημόσια κοινοποίηση παρουσία μαρτύρων της δήλωσης πως ένας άνδρας και μια γυναίκα είναι παντρεμένοι. Αυτό, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σκωτίας, μπορούσε να γεννήσει πλήθος παρεξηγήσεων και άκυρων γαμήλιων ενώσεων ή ακόμα και γάμους υποτίθεται νόμιμους και έγκυρους αλλά δίχως την ουσιαστική επιθυμία ή συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων ανδρών και γυναικών. Ιδιαίτερα επιβαρυντική σ' αυτήν την περίπτωση ήταν η θέση των γυναικών που βρίσκονταν παγιδευμένες σε γάμους που δεν ήθελαν και δεν συναινούσαν. Ο Κόλλινς είναι επικριτικός σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος γι' αυτό το ζήτημα. 'Ετσι λοιπόν στο βιβλίο έχουμε τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, την αγνή, ευγενική και αξιαγάπητη Άννα Σιλβέστερ η οποία θεωρείται νυμφευμένη με βάση αυτούς τους παρανοϊκούς νομοθετικούς κανόνες με τον αδίστακτο Τζέφρυ Ντελαμάιν ο οποίος τη μισεί αφάνταστα και μηχανεύεται τρόπους για να την εξοντώσει. Η απεικόνιση των γυναικείων μορφών σ' αυτό, όπως και σε κάθε άλλο έργο του Κόλλινς είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη, καθώς περιγράφει τόσο πειστικά όλη την κλίμακα των γυναικείων συναισθημάτων και των μυστικών προδιαθέσεων της γυναικείας καρδιάς, και ενώ γράφει λίγο μετά το μέσο του 19ου αιώνα, η ψυχολογία των γυναικείων μορφών του μπορεί να γίνει αποδεκτή και σήμερα ως έγκυρη και πραγματική. Αλλά πέρα από τα θέματα του γάμου και των σχέσεων, το βιβλίο είναι εντυπωσιακά σύγχρονο όσον αφορά την κριτική που επιχειρεί ο Κόλλινς στο αθλητικό φαινόμενο, την μανία με τον πρωταθλητισμό και την προπόνηση πέρα από τα φυσικά όρια προκειμένου να επιτευχθεί μια μεγάλη επίδοση. Πόσο απόκοσμη θα έμοιαζε η κριτική αυτή ειδικά στην Αγγλία με το καταγεγραμμένο πάθος των Άγγλων για τα σπορ και την αθλητική ρώμη! Όμως και σήμερα ακόμη, όπου σε πλανητικό επίπεδο δεσπόζει η λατρεία της μεγάλης επίδοσης και των υπερανθρώπινων προσπαθειών για υπέρβαση των δυνατοτήτων του σώματος, η κριτική του Κόλλινς αποκτά προφητική διάσταση και αξία. Χρησιμοποιώντας τον χαρακτήρα του Σερ Πάτρικ Λάντι, αυτού του ευγενούς και καλλιεργημένου με την κλασική έννοια ανθρώπου, ο Κόλλινς προβαίνει σε μια δριμεία κριτική των υπερβολών γύρω από τον αθλητισμό και τις επιδόσεις, για να χτυπήσει την αρρενωπή μορφή του Τζέφρυ Ντελαμάιν που επιδίδεται σ' αυτές τις δραστηριότητες και προσελκύει πλήθος θαυμαστριών που λατρεύουν τους μυς και τις γραμμώσεις του σώματος του. Λέει ο Σερ Πάτρικ: "Η κοινή γνώμη στην Αγγλία, έχω την εντύπωση, δεν θεωρεί μονάχα την καλλιέργεια των μυών να έχει ίση σημασία με την καλλιέργεια του πνεύματος, αλλά να διευρύνει στην πράξη, ίσως και στην θεωρία, την ανόητη και επικίνδυνη άποψη της προπόνησης του σώματος στην πρώτη θέση από απόψεως σημασίας , και την πνευματική εκγύμναση στην δεύτερη...... Πού είναι η επιρροή αυτού του σύγχρονου ξεσπάσματος αρρενωπού ενθουσιασμού στα σημαντικά ζητήματα της ζωής;".
Wilkie Collins
Ο Σερ Πάτρικ σ' αυτό στο σημείο αγγίζει τις καρδιές μας. Εμείς που θεωρούμε την εμμονή με τα σπορ, όπως και ο Σερ Πάτρικ, εκδήλωση βαρβαρότητας όταν η ενασχόληση μ' αυτά φθάνει σ' αυτό το ακρότατο όριο, εκδήλωση βαρβατίλας και έκκριση άχρηστης τεστοστερόνης, αισθανθήκαμε πως άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μέσα μας καθώς διατύπωνε ήδη από τόσο παλιά και δίχως να έχουν ακόμα εκδηλωθεί όλα τα σύγχρονα φαινόμενα απαξίωσης του αθλητικού φαινομένου (χουλιγκανισμός, ντόπινγκ, κίτρινος αθλητικός τύπος κλπ), την πιο ουσιαστική κριτική: "Όταν η αντίληψη του κοινού εκθειάζει άμεσα την σωματική εκγύμναση πάνω από τα βιβλία, τότε ισχυρίζομαι πως η αίσθηση του κοινού βρίσκεται σε ένα επικίνδυνο άκρο". Ή ακόμα: "Μπορούν αυτές οι φυσικές επιτεύξεις (η δεξιότητα στην κωπηλασία, η ταχύτητα στο τρέξιμο κλπ), να τον βοηθήσουν έτσι ώστε να κερδίσει μια ανόθευτη ηθική νίκη επί του ατομικού εγωισμού και της σκληροκαρδίας του; Δεν μπορούν καν να τον βοηθήσουν να δει πως αυτός είναι εγωισμός και πως αυτή είναι σκληροκαρδία". Και μόνο αυτές οι σελίδες, αυτή η διεξοδική και προφητική φυσικά κριτική του Σερ Πάτρικ Λάντι με αφορμή τον αρρενωπό, αλλά αδίστακτο Τζέφρι Ντελαμάιν, αρκεί για να θυμόμαστε το "Ανδρόγυνο" του Γουίλκι Κόλλινς ως ένα σημαντικό λογοτεχνικό επίτευγμα με ηθικές αναφορές και σωστά πρότυπα.