Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

George Gissing: Οι Κονδυλοφόροι (New Grub Street)

Σε κάθε λίστα με τα καλύτερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί στην αγγλική γλώσσα, το New Grub Street του George Gissing συμπεριλαμβάνεται σ' αυτές, δείγμα της αξίας του και της διαχρονικότητάς του. Δυστυχώς δεν είχα τη δυνατότητα να το απολαύσω στο πρωτότυπο, αλλά η μετάφραση του Βασίλη Καλλιπολίτη ήταν εξαιρετική και γλαφυρή, οπότε όσα χάθηκαν στην απόλαυση του πρωτοτύπου κερδήθηκαν από την ανάγνωση της μετάφρασης. Όπως αναφέρει μάλιστα στο εισαγωγικό του σημείωμα, η ελληνική απόδοση του τίτλου οφείλεται στον Κώστα Σιμόπουλο, επιτυχημένη, και μέσα στο πνεύμα του βιβλίου καθώς ο αγγλικός τίτλος αν έμενε ως είχε δεν θα έλεγε και πολλά πράγματα στο κοινό, καθώς η οδός Grub ήταν ο δρόμος στο Λονδίνο που κατοικούσαν, τον 18ο αιώνα, εξαθλιωμένοι γραφιάδες που έβγαζαν τα προς το ζην εξαιρετικά δύσκολα. 
Το μυθιστόρημα διαβάζεται άνετα και στις μέρες μας γιατί το θέμα του είναι εξαιρετικά επίκαιρο, ο τρόπος της καλλιτεχνικής δημιουργίας και ο ρόλος του χρήματος σ' αυτήν. Δύο ανθρώπους του πνεύματος μας απεικονίζει σε όλες τις αντιθέσεις και την κοσμοθεωρία τους ο Γκίσσιγκ, τον Τζάσπερ Μίλβεν και τον Έντουιν Ρίρντον, και κοντά σ' αυτούς μια γυναίκα που επηρεάζει και διαμορφώνει την μοίρα τους, την Έμι Γιουλ. Ο Τζάσπερ είναι ο άνθρωπος που βάζει το χρήμα πάνω από την τέχνη, είναι ο άνθρωπος της εποχής μας, αυτός που θεωρεί την λογοτεχνία ως επάγγελμα και μάλιστα επικερδές.
George Gissing
Για να πετύχει επαγγελματικά σ' αυτόν τον χώρο, δεν χρειάζεται κανενός είδους ιδεαλισμός αλλά μονάχα η παραδοχή πως το χρήμα είναι το βασικό κίνητρο και ο σκοπός που κάποιος γράφει, και ειδικά στο ευρύ κοινό που αρέσκεται να τρέφεται από σκουπίδια. Θα έλεγε κανείς πως η σύγχρονη γυναικεία αισθηματική ροζ λογοτεχνία τύπου Μαντά και Δημουλίδου έχει ως πρότυπο τις απόψεις του Τζάσπερ Μίλβεν. Οι απόψεις του ταιριάζουν μ' αυτό το είδος της γραφής: "Να προσφέρουμε στη μάζα το φαγητό που της αρέσει..... Για να ευχαριστήσεις τους άξεστους πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να ενσαρκώνεις το πνεύμα της κακογουστιάς". Ο Τζάσπερ είναι λοιπόν ο άνθρωπος της εποχής, της φρικτής παραλογοτεχνίας που πλουτίζει τους εμπνευστές της (ένα άλλο διεθνές παράδειγμα ο Νταν Μπράουν, ή ακόμα και η δημιουργός του Χάρυ Πόττερ) προσφέροντάς τους σκουπίδια. Η αντίθεση στον Τζάσπερ είναι ο Ρίρντον και το alter ego του, ο Χάρολντ Μπίφεν, δύο ταπεινοί γραφιάδες που ενώ θέλουν να δημιουργήσουν σπουδαίο έργο, δεν αντέχουν την πίεση της εμπορικής επιτυχίας και της παραγωγής συγκεκριμένης ποσότητας σελίδων, αφού αυτό επιδιώκει η εμπορική διάσταση της λογοτεχνίας. Μάλιστα η Έμι, η σύζυγος του Ρίρντον που θα τον οδηγήσει έμμεσα στο χαμό του είναι κατηγορηματική και κυνική συγχρόνως: "Είσαι υποχρεωμένος να γράψεις για την αγορά", του λέει, και πόσο δραματικές είναι εκείνες οι σελίδες του βιβλίου όπου ο Ρίρντον μη αντέχοντας την πίεση της αναγγέλλει πως θα αφήσει τον χώρο αυτό για να γίνει απλός υπάλληλος, μεροκαματιάρης, πόσο ψυχρά τον αντιμετωπίζει τότε η Έμι. O Γκίσσιγκ προβαίνει μέσω των χαρακτήρων του σε κοινωνιολογικές παρατηρήσεις που δεν έχουν χάσει την αξία τους: "η κατάρα της φτώχειας είναι για τον σύγχρονο άνθρωπο ο,τι ήταν για τον αρχαίο η δουλεία", θυμίζοντας σ' αυτό το σημείο τις φιλοσοφικές αναφορές περί χρήματος που έκαμε ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844. Ο Ρίρντον και ο Μπίφεν θα οδηγηθούν σ' έναν λυρικό χαμό, αλλά ο αναγνώστης αυτούς θα συμπαθήσει και θα ταυτιστεί μαζί τους. Παρά το κυνικό τέλος του βιβλίου και τον θρίαμβο της λογικής του χρήματος και των υπολογισμένων συναισθημάτων που ενσαρκώνουν ο Τζάσπερ και η Έμι ("ποτέ δεν συνάντησα γυναίκα τόσο κατάλληλη να με βοηθήσει στην καριέρα μου" λέει ο Τζάσπερ), η καρδιά του αναγνώστη βρίσκεται μαζί μ' αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους των γραμμάτων που προσπάθησαν να δικαιώσουν έναν ιδεαλισμό που από τα πράγματα και την εποχή ήταν καταδικασμένος: "η τέχνη της ζωής είναι η τέχνη του συμβιβασμού", λέει ο Ρίρντον, αλλά αυτή η διαπίστωση δεν αφορούσε τους ίδιους ως μη πρακτικά πνεύματα που ήσαν. Ο Ρίρντον πεθαίνοντας αναφωνεί πως "δεν θα πάω μαζί σας στην Ελλάδα", θεωρώντας το ταξίδι στην Ελλάδα σαν ένα προσκύνημα στην καρδιά, στον τόπο του καθαρού καλλιτεχνικού θεάματος. Αυτό δεν θα γίνει βέβαια από τον Ρίρντον, αλλά από τον Γκίσσιγκ με το New Grub Street, και την αναγνωστική χαρά που πρόσφερε ως γνήσιος καλλιτέχνης.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Αυτόχειρες



Διαβάζοντας τους "Κονδυλοφόρους" (New Grub Street) του Τζωρτζ Γκίσσιγκ έπεσα πάνω σε μια ενδιαφέρουσα φράση την οποία αμέσως, στο νου μου, ταύτισα με την αυτοκτονία του Νίκου Πουλαντζά. Οι γενικεύσεις δεν είναι σωστές, αλλά η περίπτωση του μου ήρθε πρώτη στη μνήμη. Έγραφε ο Γκίσσιγκ: "Ο διανοούμενος που αυτοκτονεί οδηγείται συχνά στην απόφαση από τη βεβαιότητα του ότι είναι ασήμαντος. Ο οίκτος για τον εαυτό του έρχεται να γίνει ένα με μια αυτοπεριφρόνηση, και η ταπεινωμένη ψυχή του δεν ανέχεται άλλο την ύπαρξη".
Την ίδια μέρα που ολοκλήρωνα την ανάγνωση του βιβλίου του Γκίσσιγκ, έπεσα τυχαία πάνω σε μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Lifo, http://www.lifo.gr/team/almanak#60013 του Michael Lowy, όπου απαντώντας στο ερώτημα για την πράξη της αυτοκτονίας του Πουλαντζά στο Παρίσι λέει: " μεγάλος φίλος του Νίκου, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, που είναι και δικός μου φίλος, ήταν μαζί του όταν προέβη στην πράξη του. Διηγείται πως ο Νίκος άρχισε να πετάει τα βιβλία του από το παράθυρο, λέγοντας πως ό, τι είχε γράψει δεν άξιζε τίποτα, ότι είχε αποτύχει στην θεωρητική του αναζήτηση, και μετά απ' αυτό πήδηξε από το παράθυρο. Υπάρχει επομένως σίγουρα μια αίσθηση προσωπικής αποτυχίας. Αλλά κανείς ποτέ δεν θα μάθει, είναι μία ανεξήγητη τραγωδία...".
Ένα τυχαίο γεγονός, μια αναφορά περί αυτοκτονίας των διανοουμένων στο βιβλίο που διάβαζα συνδέθηκε άμεσα και ανεξήγητα στο νου μου με την τραγική περίπτωση του Νίκου Πουλαντζά και αμέσως , διαβάζοντας την ερμηνεία του Lowy, κατέληξα στο συμπέρασμα πως κανείς δεν πρέπει να παίρνει στα σοβαρά τις ιδέες που γεννά το μυαλό, καμιά θεωρία, καμιά κοσμοθεωρία, αλλά σαν παρατηρητής απλώς να καταγράφει αυτό που συμβαίνει. Και τότε η εξήγηση θα του δοθεί.
 

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Κροπότκιν για αρχάριους.

Η "βουλεύτρια" (και ίσως θαυμάστρια του αναρχισμού;) κα Ραχήλ Μακρή ανήρτησε την εξής αναφορά του πρίγκιπα Πιοτρ Κροπότκιν στο Facebook:
"Και αν η αστική κοινωνία παρακμάζει, αν εισήλθαμε σ’ ένα αδιέξοδο απ’ το οποίο δεν μπορούμε να βγούμε δίχως να επιτεθούμε στους παλιούς θεσμούς με φωτιά και τσεκούρι, αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή δώσαμε τόσο μεγάλη σημασία στον υπολογισμό. Επειδή συνηθίσαμε να δίνουμε μόνο για να πάρουμε. Επειδή βάλαμε ως στόχο μας να μετατρέψουμε την κοινωνία σε εμπορική επιχείρηση βασισμένη στη χρέωση και την πίστωση (από:Το σύστημα της μισθωτής εργασίας)".
Δεν θα μπορούσε πάντως να αναρτηθεί για την περίπτωση της  μια άλλη αναφορά του Πιοτρ Κροπότκιν, από το μεγαλειώδες "Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη" : "Όταν κάποιος έχει ταλέντο, τότε τα πάντα συμβάλλουν στην εξέλιξή του".

Συριζληνικά

"Οι βουλευτές και οι βουλεύτριες που υπογράφουμε το κείμενο αυτό...." (Αρχή κειμένου 17 συριζαίων βουλευτών).
Ίσως στα επόμενα κείμενα να διαβάζουμε κάπως έτσι: Οι υπουργοί και οι υπούργιες, Η Πρωθυπούργια (αν τύχει....), αλλά πως δεν σκέφθηκαν το απλούστατο όταν την προσφωνούν:  Η Προεδράρα της Βουλής;

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Μαρκ Λίλλα: Ο Θνησιγενής Θεός. Θρησκεία, Πολιτική και η Νεότερη Δύση

Τροφή για σκέψη είναι το βιβλίο του καθηγητή ανθρωπιστικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια Μαρκ Λίλλα. Στην ουσία πρόκειται για μια μελέτη των σχέσεων θρησκείας και πολιτικής, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στους Νεότερους Χρόνους στη Δύση, αλλά κάνοντας αναφορές και στο κλασικό παρελθόν της Δυτικής Ευρώπης, προτού αυτονομηθεί η πολιτική φιλοσοφία από την θεολογία. Ο Λίλλα περιγράφει την διαπλοκή των δύο κυρίαρχων κοσμοθεωριών που διαμόρφωσαν την πολιτική παράδοση της Δύσης και το πως, κυρίως χάρη στον Χομπς, έγινε εφικτός ο Μεγάλος Διαχωρισμός της πολιτικής από την θεολογία, πως έπαψε να είναι κυρίαρχη η πολιτική θεολογία για να αναπτυχθεί πολιτική φιλοσοφία και επιστήμη. Αναγνωρίζει ο Λίλλα στον Αυγουστίνο την πρώτη μεγάλη θεολογικό-πολιτική σύνθεση της δυτικής σκέψης στο έργο του "Η Πολιτεία του Θεού". Ο Αυγουστίνος είναι αυτός που δίδει τον τόνο στην χριστιανική πολιτική θεολογία, αλλά είναι με την στέψη του Καρλομάγνου από τον Πάπα που συμβαίνει αυτό που χαρακτηρίζει ο Λίλλα ως "σύγχυση των συμβόλων" εξουσίας, της πολιτικής και της πνευματικής στη Δύση. Τα χρόνια αυτά (11ος και 12ος αιώνας) είναι άλλωστε κυρίαρχη στη Δύση η "περί περιβολής έριδα" , για το αν ο Πάπας θα κατέχει εκτός από το πνευματικό ξίφος και το πολιτικό, ή αν το δεύτερο δικαιωματικά ανήκει στον μονάρχη και στους αυτοκράτορες. Το πρόβλημα για τον Λίλλα σ' αυτήν την περίοδο εντοπίζεται στις εξουσιαστικές διεκδικήσεις της θεολογικής εκκλησιαστικής σκέψης που διεκδικεί και κερδίζει ρόλο στην διαμόρφωση της πολιτικής. Το σημείο καμπής εντοπίζεται στους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου αιώνα όπου οι χριστιανοί καταδίωκαν και φόνευαν τους χριστιανούς λόγω διαφορετικών δογματικών πεποιθήσεων: "αυτό που διέρρηξε την ενότητα της χριστιανικής πολιτικής ήταν η θεολογική αυτοσυνείδηση και ένταση των συγκρούσεων, οι οποίες πυροδότησαν νέες συγκρούσεις που ρίζωναν στις βαθύτερες αμφίσημες όψεις της χριστιανικής αποκάλυψης". Η χριστιανική βία αυτόν των αιώνα τροφοδοτούσε τον φανατισμό και το αντίθετο. Τότε ήταν που συνέβη αυτό που περιγράφει ο Λίλλα ως ο Μεγάλος Διαχωρισμός της πολιτικής φιλοσοφίας από την κοσμολογία και την θεολογία. Τα ονόματα που έρχονται στο προσκήνιο είναι αυτά του Χιούμ, του Λοκ και, κυρίως, του Χομπς, που εισάγει μια νέα ανθρωπολογία, ανατρέποντας την ίσαμε τότε θεώρηση της προτεραιότητας του Θεού έναντι της φύσης του ανθρώπου θεωρώντας πως "ο φόβος, η άγνοια και η επιθυμία αποτελούν τα βασικά κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς", στερώντας έτσι τον άνθρωπο από το μεταφυσικό του βάθρο. Ο Λίλλα θεωρεί πως οι βασικοί πολιτικοί θεσμοί της Δύσης θεμελιώνονται σ' αυτόν τον πνευματικό διαχωρισμό που επιτέλεσαν τα μεγάλα ονόματα της αγγλικής πολιτικής φιλοσοφίας. Στην ηπειρωτική Ευρώπη όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά, κυρίως χάρη στον μετριασμό της ρήξης που ήρθε από την Αγγλία, με προεξάρχοντες τον Ρουσσώ και τον Καντ οι οποίοι είδαν με περισσότερο καλοσύνη την ανθρώπινη φύση, αναδεικνύοντας τον ηθικό και παιδευτικό ρόλο της θρησκείας και την Εκκλησία ως την ηθική πολιτική δύναμη του σύγχρονου κόσμου, και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Λίλλα "έναν αιώνα μετά τον Χομπς, ο Καντ βρήκε τρόπο να επαναφέρει την θεολογία στο επίκεντρο του πολιτικού στοχασμού", ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τον Χέγκελ ο οποίος μεταφέρει την ιδέα της χριστιανικής συμφιλίωσης από τα έσχατα στο παρόν. Αλλά πλέον είναι μια πολιτική θεολογία που δεν αμφισβητεί τον νέο κυρίαρχο, το Κράτος, καθώς το κυρίαρχο δόγμα της βόρειας Ευρώπης , ο Προτεσταντισμός, επιταχύνει την σταθεροποίηση των θεσμών του σύγχρονου κράτους εφόσον ο άνθρωπος ως πιστός χριστιανός θεωρείται πως μπορεί να πετύχει αδιαμεσολάβητα την ηθική τελείωση και να γνωρίζει μέσω των θείων γραφών τον Λόγο του θεού που ομιλεί κυρίως στην καρδιά του. Εδώ οι δρόμοι της αγγλο-αμερικανικής παράδοσης και της ηπειρωτικής Ευρώπης (κυρίως της Γερμανίας) διαχωρίζονται, και όσο και αν δεν το ομολογεί ο Λίλλα μπορούμε να μιλάμε για έναν δεύτερο Μεγάλο Διαχωρισμό, ο οποίος βρίσκει πνευματική έκφραση στην ανάπτυξη της φιλελεύθερης θεολογίας, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Σλάϊερμάχερ, (αυτός είναι  ο Θνησιγενής Θεός), μιας "νέας ερμηνείας της σχέσης θρησκείας και πολιτικής που δεν ήταν φιλελεύθερη με την αγγλο-αμερικανική έννοια". Κατά της φιλελεύθερης θεολογίας στη Γερμανία, και του ανθρωπισμού που αυτή εισήγαγε, ήταν ο Καρλ Μπαρτ όπου με το θεμελιώδες έργο του "Η Επιστολή προς Ρωμαίους" κυριάρχησε στην εποχή του μεσοπολέμου στη Γερμανία, θεωρώντας την φιλελεύθερη θεολογία υπεύθυνη για το χάος, την ανορθολογικότητα και την διαφθορά των ηθών στην εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Λίλλα, ο Μπαρτ δεν κατόρθωσε  να διακρίνει την σύνδεση ανάμεσα στην ρητορική του θεολογικού μεσσανισμού και της αποκαλυπτικής ρητορείας  στην πολιτική σφαίρα που είχε ήδη αγκαλιάσει την γερμανική κοινωνία. Η οξύτατη παρατήρηση του Λίλλα πως η εσχατολογική γλώσσα γεννά και τρέφει την εσχατολογική πολιτική, με αναφορά στην πνευματική εξέλιξη της Γερμανίας και συνακόλουθα την έλευση του Γ΄ Ράϊχ, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου σε κάθε παρόμοια προσπάθεια να διαμορφωθεί η πολιτική εξέλιξη υπό το πρίσμα μυθοπλασιών, εθνικών ή θρησκευτικών. Την ίδια τάση πολιτικού μεσσιανισμού που υποκρύπτει θεολογικές αναφορές διακρίνει ο Λίλλα και στο έργο του Ερνστ Μπλοχ που είναι προσανατολισμένο προς την θεοποίηση του μπολσεβικισμού.
Mark Lilla
Είναι ξεκάθαρη η προτίμηση του Λίλλα στην αγγλο-αμερικανική παράδοση του Μεγάλου Διαχωρισμού που βρήκε τη νεότερη έκφραση της στα κείμενα των ιδρυτών πατέρων της αμερικανικής δημοκρατίας και που αποτυπώθηκαν στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Θεωρεί την πολιτική θεολογία ως την αρχέγονη μορφή της πολιτικής σκέψης η οποία παραμένει μια ζώσα εναλλακτική ακόμα και σήμερα, ακόμα και στις ΗΠΑ όπου η μεσσιανική ρητορική, κυρίως σε κύκλους της θρησκευτικής Δεξιάς μπορεί να είναι και η δεσπόζουσα πολιτική έκφραση. Ωστόσο η ιδιαιτερότητα των ΗΠΑ εξακολουθεί: "οι Αμερικανοί αποδέχονται την αρχή, που προέρχεται από την επίθεση του Χομπς στην πολιτική θεολογία, πως είναι η συναίνεση του "Εμείς, ο Λαός" που μονάχα αυτή καθιστά νομιμοποιημένο το Σύνταγμα". Δεν φοβάται τους αυτόκλητους προφήτες ο Λίλλα, καθώς επιστρέφουν στις εκκλησίες τους μόλις ρίξουν οι ψηφοφόροι την ψήφο τους στις εκλογές. Το γεγονός πάντως πως πολλοί Αμερικανοί δείχνουν να ανησυχούν για την επιστροφή της θρησκείας είναι για τον Λίλλα καλό σημάδι. Ο Μεγάλος Διαχωρισμός θεολογίας και πολιτικής υπήρξε αποτέλεσμα της έλλειψης συναίνεσης στον χριστιανικό κόσμο της Δύσης για τα όρια του θεϊκού νόμου, και αυτό σήμαινε την έναρξη μιας πνευματικής διαδικασία αναζήτησης εναλλακτικών σε κάθε μορφής πολιτικής θεολογίας. Το αποτέλεσμα δείχνει πως αυτός ο δρόμος που ακολούθησαν οι λαοί της Δύσης ήταν πετυχημένος ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά. Η πρόκληση που δέχεται σήμερα από το προ-νεωτερικό Ισλάμ και η απάντηση που θα δώσει η Δύση στην απειλή του φασιστικού ισλαμοφονταμενταλισμού θα καθορίσει το αν η ευημερία της θα συνεχιστεί. Ο Λίλλα πιστεύει πως δεν είναι δυνατή μια ξαφνική αποδοχή του Μεγάλου Διαχωρισμού από τον ισλαμικό κόσμο, το μόνο που μένει στη Δύση, αναφέρει, είναι να καλωσορίσει κάποιον μετριοπαθή μετασχηματισμό της ισλαμικής πολιτικής θεολογίας, θεωρώντας πάντως πως εναπόκειται σ' αυτές τις παραδόσεις να σκύψουν εντός τους και να βρουν τον τρόπο για μια συνετή πολιτική τάξη. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να προβλεφθεί για το εγγύς μέλλον. 

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο θάνατος του Μαθουσάλα

Το πρώτο και μοναδικό Νόμπελ Λογοτεχνίας σε γλώσσα γίντις είναι αυτό που πήρε το 1978 ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, και ίσως να μην υπάρξει δεύτερο. Η σειρά των διηγημάτων στο βιβλίο «Ο θάνατος του Μαθουσάλα» πραγματεύονται αρχέγονα θέματα της ανθρώπινης φύσης, όπως ο έρωτας και τα δαιμόνια του, η ζήλεια, η απιστία, η συκοφαντία, η προδοσία. Τα διηγήματα του Σίνγκερ έχουν μεταφυσικά θεμέλια, σε καθένα απ’ αυτά πέρα από τους βασικούς χαρακτήρες, πρωταγωνιστεί η εβραϊκή μεταφυσική και θεολογία, η Τορά και το Ταλμούδ, ο θρησκευτικός νόμος του Ιουδαϊσμού που χρησιμεύει εδώ ως το κλειδί για την ερμηνεία των πράξεων και των συμπεριφορών. Ο έρωτας και τα πάθη του στα διηγήματα του Σίνγκερ είναι κυρίως καταστροφική δύναμη: στο «Ταφή στη Θάλασσα» το συμπέρασμα είναι πως ο άνδρας δεν μπορεί, τελικά, να γνωρίζει αν αυτός είναι ο πατέρας του τέκνου του, στον «Ερημίτη» ο άνδρας συλλογίζεται για τη φύση της γυναίκας μετά μια πράξη απιστίας που έκανε αυτή μαζί του λέγοντας «αν μια τέτοια σύζυγος, παντρεμένη με λόγιο άνδρα, είναι ικανή να τον προδώσει ελαφρά τη καρδία, τότε ποιος άνδρας μπορεί να είναι σίγουρος για τη γυναίκα του;», και σαν συνέπεια αυτού του συλλογισμού, απογοητευμένος από την ανθρώπινη φύση, περιπλανώμενος και ακούγοντας τέτοιες ιστορίες απιστίας, αποφασίζει να εγκαταλείψει την κοινωνία των ανθρώπων και να ζήσει ως ερημίτης. Στον «Μεταμφιεσμένο», ένα ιδιαίτερα προχωρημένο διήγημα, ο άνδρας εγκαταλείπει τη γυναίκα του για να πάει να ζήσει μεταμφιεσμένος ως γυναίκα κάποιου άλλου άνδρα, και η πρώην γυναίκα του αφού τον ανακαλύψει σε κάποιο μακρινό μέρος, εντούτοις δεν αποκαλύπτει δημόσια το μυστικό αλλά το παίρνει μαζί της στον άλλο κόσμο, τον «κόσμο της αλήθειας» όπως λέει, απογοητευμένη κι αυτή από την εγκόσμια πραγματικότητα.

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ
Ο κόσμος του Σίνγκερ, έτσι όπως αποτυπώνεται σ’ αυτή τη σειρά των διηγημάτων είναι ένας κόσμος αμφίσημος, ικανός για το καλό (σπανιότερα) και για το πιο συχνό κακό. Δεν είναι όμως δυνατή, εδώ στο παρόν, η απόδοση δικαιοσύνης, οι κοσμικές δυνάμεις που μάχονται την επικράτηση του καλού είναι πανίσχυρες και στην ουσία διαφεντεύουν τον κόσμο. Μ΄αυτήν την έννοια η οπτική του Σίνγκερ διαποτίζεται από απαισιοδοξία και βαθύ σκεπτικισμό. Όπως λέει ο αφηγητής στο διήγημα «Ο κατήγορος και ο κατηγορούμενος», «για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: εδώ στη γη η αλήθεια και η δικαιοσύνη είναι αιωνίως και τελείως υπεράνω των δυνατοτήτων μας». Τούτη η απαισιοδοξία φθάνει σε απίστευτα ύψη, όταν παραδέχεται ο Σίνγκερ πως η διφυής φύση του ναζί εγκληματία, το πρωί να σφάζει νήπια εβραίων και το βράδυ να γράφει ποιήματα δεν είναι αντιφατική, εντάσσεται αντίθετα στο απρόβλεπτο και τον αμφίσημο χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης- το κακό αυτό δημιούργημα που έπλασε ο Θεός, σύμφωνα με την αφήγηση της «Γενέσεως» , και που επαναλαμβάνει στο ομώνυμο διήγημα του βιβλίου του ο Σίνγκερ, ο οποίος θα χρησιμοποιούσε τον κατακλυσμό για τον καταστρέψει, καθώς όπως λέει με το στόμα του Μαθουσάλα «Ο Θεός πήρε επικίνδυνο ρίσκο πλάθοντας τον άνθρωπο και δίνοντας του κυριαρχία πάνω σ’ όλα τα πλάσματα της γης».
Το Ταλμούδ
Βέβαια, ο Σίνγκερ ως Εβραίος συγγραφέας δεν μπορεί να δει τον κόσμο της χάριτος που ανέτειλε στον κόσμο με την γέννηση του Χριστού, είναι εγκλωβισμένος στην μη χριστοκεντρική ανάγνωση του Νόμου, στην εμμονή στο Νόμο, γι’ αυτό και οι ήρωες του δεν έχουν ελπίδα διαφυγής, «σέρνονται στην επιφάνεια της γης», αιχμάλωτοι όχι μονάχα της φυσικής φθοράς αλλά και του παράλογου που διαφεύγει της ερμηνείας του Νόμου. Δέσμιος πρωταρχικών δυνάμεων που βρίσκονται εκτός ελέγχου του, ο άνθρωπος του Σίνγκερ μονολογεί πως «ολόκληρη η έννοια της ελεύθερης βούλησης, της ελεύθερης επιλογής, και όλων των άλλων εκφράσεων περί ανθρώπινης ελευθερίας είναι σκέτες ανοησίες».  Η παντοδυναμία του κοσμικού κακού, που φανερώνεται από μια μορφή συζυγικής απιστίας έως την εξολόθρευση εκατομμυρίων εβραίων από τους ναζί, είναι μεν υπαρκτή ως πραγματικότητα αλλά ιστορικά έπαψε να αποτελεί τον τελικό λόγο στην ιστορία έπειτα από την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, όμως η πίστη σ’ αυτό το γεγονός και η αποδοχή των συνεπειών του, διαφεύγουν από τον κλειστό κόσμο μες τον οποίο στήνει ο Σίνγκερ τους πρωταγωνιστές των δραμάτων του- μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται άδικος μαζί τους, αλλά προσφέρει στους αναγνώστες την απόλαυση να σκεφθούν τα όσα περιγράφει διότι, σε όποια παράδοση κι αν ανήκει τελικά ένας συγγραφέας, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με τη ρήση στο διήγημα «Το μάτι της πύλης», πως ο «ο συγγραφέας είναι σπουδαιότερος κι από το ραβίνο ή το γιατρό. Γνωρίζει όλα όσα κρύβονται στην ψυχή σου σαν να βρίσκεται μέσα σου».

Geert Mak: Στην Ευρώπη. Ταξίδια στον 20ο αιώνα.

Λίγο προτού μπει η νέα χιλιετία ο Ολλανδός δημοσιογράφος Χέιρτ Μακ είχε την έμπευση να ταξιδέψει στο μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου προκειμένου να γνωρίσει σύγχρονες μορφές του βίου στις ευρωπαϊκές πόλεις που επισκεπτόταν, τόπους όμως όχι ιστορικά ουδέτερους αλλά τόπους όπου κατά το πέρασμα του 20ου αιώνα γράφτηκε η ιστορία της Ευρώπης, των πολέμων και των σφαγών της.
Το βιβλίο, ογκώδες, πάνω από 1000 σελίδες που διαβάζεται όμως μονορούφι, χωρίζεται σε 12 κεφάλαια μήνες, κάθε μήνας και κεφάλαιο. Είναι ένα ταξίδι που ξεκινά από το Άμστερνταμ του 1900 και διασχίζει τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο, Βιέννη αλλά και Ελσίνκι, Βαρσοβία, Άουσβιτς, Στάλινγκραντ, όπου γράφτηκε η ιστορία τον 20ο αιώνα. Είναι μια ταξιδιωτική ιστορία, ο δημοσιογράφος περιδιαβαίνει τις πόλεις, συναντά συγκαιρινούς κατοίκους και οδηγείται στο παρελθόν και στα σημαντικά γεγονότα που σημάδεψαν τον αιώνα. Δεσπόζουν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, οι επαναστάσεις στη Γερμανία, τη Ρωσία , ο εμφύλιος στην Ισπανία, ο ανταρτοπόλεμος στην Ιρλανδία, οι εμφύλιοι της Γιουγκοσλαβίας. Είναι καταγραφή της ιστορίας, αλλά με τρόπο μη συστηματικό, όμως στον αναγνώστη μένουν τα ουσιώδη από κάθε ιστορική περίοδο, δεν χάνεται σε λεπτομέρειες- σημαντικό μέρος του βιβλίου αποτελούν οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και βιωματικά καταθέτουν την εμπειρία αυτή. Είναι δηλαδή μια ιστορία από συγκεκριμένη οπτική, αυτή των ανθρώπων που την έζησαν. Και όσο κι αν είναι γνωστή η ιστορία της Ευρώπης του 20ου αιώνα, η αφήγηση του Μακ είναι συναρπαστική γι’ αυτό και αισθάνεσαι την ανάγκη να προχωρήσεις το βιβλίο όλο και περισσότερο για να δεις τι θα γίνει παρακάτω, δεν έχεις την αδημονία βέβαια μήπως αλλάξουν τα γεγονότα, αλλά να διακρίνεις την οπτική και την εμμονή σ’ αυτή τη λεπτομέρεια που θα διαφωτίσει τα γεγονότα λίγο διαφορετικά.
Geert Mak
Πέρα από ιστορία, ο Μακ παίρνει θέση όσον αφορά τα τρέχοντα γεγονότα, αναγνωρίζοντας τον καταλυτικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτα ΕΚΑΧ, μετά ΕΟΚ), της σύλληψης δηλαδή ενός ενιαίου ευρωπαϊκού οικονομικού και πολιτικού χώρου όπου οι αντιπαραθέσεις των λαών, κυρίως της Γαλλίας και της Γερμανίας, αυτών των αδελφών λαών, θα αποτελούσαν παρελθόν. Αναγνωρίζει όμως και τον σημαντικό ρόλο οργανισμών όπως του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που ιδρύθηκαν στο πλαίσιο του εκδημοκρατισμού και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ο Μακ είναι ένθερμος υποστηρικτής αυτών των εξελίξεων, έχοντας καταγράψει προηγουμένως την ιστορική εμπειρία: «η ενοποίηση ήταν η σημαντικότερη διαδικασία εκσυγχρονισμού της Ευρώπης από την αρχή της διακυβέρνησης του Ναπολέοντα στις αρχές του 19ου αιώνα». Η σύγκριση που επιχειρεί, των επιτευγμάτων της ευρωπαϊκής ενοποίησης στον τομέα της ποιότητας ζωής σε σχέση με ότι πέτυχε η Αμερική είναι σαφώς υπέρ της Ευρώπης. Όπως λέει «Οι ΗΠΑ έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν τον προορισμό της Ευρώπης». Δεν παραγνωρίζει όμως εκείνες τις δυσλειτουργίες στον μηχανισμό της ευρωπαϊκής ενοποίησης που την διακρίνουν από τον αμερικάνικο πραγματισμό, γιατί σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η έννοια του ευρωπαϊκού λαού δεν υφίσταται ως ενότητα. Στο σημείο αυτό ο Μακ επισημαίνει την εγγενή αδυναμία της Ευρώπης που συνάμα αποτελεί και την πεμπτουσία του σύγχρονου πολιτισμού που ξεκίνησε από δω: «Δεν υπάρχει ευρωπαϊκός λαός. Δεν υπάρχει ένας οικουμενικός κοινός πολιτισμός και μια κοινή παράδοση που να συνδέουν το Γιόρβερτ, το Βασάροσμπετς και την Κεφαλονιά, υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις: η βορειοπροτεσταντική παράδοση, η ρωμαιοκαθολική, η ελληνορθόδοξη και η μουσουλμανική οθωμανική». Αυτό που αναζητεί ο Μακ, και αυτό που έλειπε καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα από την Ευρώπη, ήταν μια «κοινή στάση ζωής», και τούτο μπορεί να επιτευχθεί αν παραμεριστεί ο εθνικός εγωισμός προς όφελος της ευρωπαϊκής ιδέας και όσων αυτή πρόσφερε στον μεταπολεμικό κόσμο. Γράφοντας πριν την κρίση χρέους που γνώρισαν αφενός λόγω της δικής τους κακοδιαχείρισης, αφετέρου λόγω των δομικών προβλημάτων στο σχεδιασμό ενός κοινού νομισματικού χώρου, ο Μακ επισημαίνει την αντίφαση ανάμεσα στην ποικιλομορφία της Ένωσης, που αποτελεί τη μεγάλη της δύναμη, και την ατελή εμβάθυνση της ενοποίησης όσον αφορά τον πολιτισμό, την πολιτική και τη δημοκρατία. Αυτό που χρειάζεται, μας λέει, είναι ένα σύστημα που θα υπερβαίνει τα εθνικά συμφέροντα και θα φροντίζει για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η Ελλάδα μετέχοντας σ’ αυτόν τον χώρο είδε την δραματική άνοδο του βιοτικού επιπέδου ζωής από τη δεκαετία του 80 και εξής. Γνωρίζοντας πως δεν μπορούσε να επιβιώσει εκτός από το στάτους μιας χώρας-προτεκτοράτου, η στρατηγική επιλογή ένταξης στον κοινό ευρωπαϊκό χώρο και, αργότερα, στο κλειστό κλαμπ της Ευρωζώνης, αποτέλεσε την μοναδική ορθή απόφαση σ’ ένα χάος ανορθολογικών επιλογών της πολιτικής τάξης που προφανώς κινήθηκε σ’ αυτή την επιλογή επειδή κυριάρχησαν τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης. Το ίδιο δηλαδή ένστικτο που κυριάρχησε και επέβαλε την άποψη του στη στροφή της κυβέρνησης Τσίπρα προς τον ρεαλισμό και την εγκατάλειψη κάθε διαφορετικής πορείας. Η πορεία αυτή προς τον ρεαλισμό και τα κεκτημένα της χώρας διαταράχθηκαν εμφανώς από την αλόγιστη πολιτική επιλογή του δημοψηφίσματος, όπου το «όχι» ορθά ερμηνεύτηκε, πριν τις εκλογές, από την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ως όχι στο ευρώ, άρα και στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Παρά την κατίσχυση της φαντασιώδους επανάστασης και του θυμικού από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος (που θα το συνέκρινα με την εκλογική άνοδο του Χίτλερ το 1933 στη Γερμανία), εντούτοις η αρχή της αυτοσυντήρησης που επέδειξε η πολιτική τάξη αιφνιδιάζοντας και προκαλώντας θλίψη στους οπαδούς του «όχι», διέσωσε την χώρα από μια πολιτική ήττα που μόνο με αυτή του 1922 μπορούσε να συγκριθεί. 

Ολόκληρη η Ευρώπη δεν μπορεί να χωρέσει σ’ ένα βιβλίο, αναφέρει ο Μακ. Μπορεί ωστόσο να χωρέσει ως ταξίδι αυτοσυνειδησίας και στοχασμού για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των ανθρώπων και των λαών της. Μέσα από την ποικιλομορφία, η ενότητα.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Πελαγωμένοι στο Αρχιπέλαγος

Ανάμεσα στους ψηφοφόρους του ''Οχι" στο πρόσφατο δημοψήφισμα συμπεριλαμβάνονταν και υποστηρικτές μιας φαντασιακής αντιδυτικής ιδεολογίας. Μεγάλο μέρος του "Οχι" , έτσι ή αλλιώς, είναι αντιδυτικό, αλλά μια ορισμένη μερίδα αυτών φαντασιώνεται πως υπάρχει μια διαφορετική ελληνική πρόταση η οποία έρχεται σε αντίθεση με την κυρίαρχη αντίληψη περί οικονομίας, πολιτικής, κοινωνίας που διαμορφώνεται στη Δύση. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν ανερυθρίαστα να ομιλούν περί φιλελευθερισμού (με το πρόθεμα "νέο" μπροστά ή χωρίς) λες και πρόκειται για νέο ολοκληρωτισμό σοβιετικού τύπου. 
Δεν νιώθουν άνετα με τον φιλελευθερισμό γιατί αυτοί κατά βάθος είναι υποστηρικτές του ολοκληρωτισμού, και μάλιστα του πιο σκοταδιστικού που υπάρχει. Τολμούν να επικαλούνται το παράδειγμα του Αλέξανδρου Σολζενίτσιν, όπως ο συγγραφέας Σπύρος Γιανναράς, ο οποίος έγραψε κατά της σταλινικής θηριωδίας, και να εξομοιώνουν την δική του εμπειρία με την φαντασιώδη τους αντίληψη περί "φιλελεύθερου ολοκληρωτισμού".  
Ο Σολζενίτσιν όμως χρησιμεύει μόνο μέχρις ενός σημείου. Γιατί όταν αναπτύσσει την δική του κοσμοεικόνα, καταντά εκπρόσωπος ενός φανατικού θρησκόληπτου φονταμενταλισμού, δημιουργός ενός εξουσιαστικού ιερατείου που θα κρίνει τους άλλους στο όνομα μιας φαντασιώδους "εθνικής" καθαρότητας και ιδιοτροπίας. Δεν υπάρχει καλύτερος σχολιασμός απ' αυτόν της Σόνιας Ιλίνσκαγιας-Αλεξανδροπούλου για την νοοτροπία Σολζενίτσιν που θαυμάζουν κάποιοι ημεδαποί λογοτέχνες: "παράλογη και αναχρονιστική είναι και η ίδια η εχθρική στάση απέναντι στις διαπολιτισμικές επικοινωνίες, η νοσταλγία για μια στεγανή πνευματική απομόνωση, όπου η εθνική παράδοση αντιμετωπίζεται σαν ένα περιφρουρούμενο σεντούκι και όχι σαν ζωντανός οργανισμός που μπορεί να είναι βιώσιμος μόνο με ανοικτούς τους πόρους του, τις αισθήσεις του, τον προσανατολισμό σε μια προοπτική ανάπτυξης" (Πηγή: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=125795).
Σίγουρα ο Σολζενίτσιν θα ήταν κι αυτός ένας ψηφοφόρος του "Οχι" στο δημοψήφισμα του Ιουλίου.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Howard Eiland, Michael Jennings: Βάλτερ Μπένγιαμιν. Ένας Καίριος Βίος

Έκδοση Belknap Harvard, 2014
Ο Howard Eiland, καθηγητής λογοτεχνίας στο ΜΙΤ, και ο Michael Jennings, καθηγητής στο Γερμανικό Τμήμα στο Πανεπιστήμιο Princeton, μας έδωσαν την μέχρι σήμερα πληρέστερη βιογραφία του ιδιαίτερου γερμανοεβραίου στοχαστή Βάλτερ Μπένγιαμιν. Ένας ογκώδης τόμος 730 σελίδων που ακολουθεί βήμα προς βήμα την ενηλικίωση και ωρίμανση ενός ξεχωριστού πνεύματος και ενός αρκετά ιδιόμορφου ανθρώπου όπως ήταν ο Μπένγιαμιν. Οι συγγραφείς ακολουθούν με ιδιαίτερη εμμονή στην λεπτομέρεια την χρονική ακολουθία των γεγονότων, από το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ο Μπένγιαμιν, τον ακολουθούν με διακριτικότητα και άφατη συμπάθεια έως τον θάνατο του στην κωμόπολη Port Bou στα γαλλο-ισπανικά σύνορα προσπαθώντας να διαφύγει από την καταδίωξη των ναζί για να μεταναστεύσει στο Νέο Κόσμο. Η ματιά των συγγραφέων είναι αυτής της συμπάθειας την οποία και μεταδίδουν στον αναγνώστη. Διασχίζουν μαζί του ολόκληρη τη ζωή του Μπένγιαμιν μέσα από την παραμικρή λεπτομέρεια η οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει την δημιουργία του έργου του, να φωτίσει πτυχές της προσωπικής του ζωής- έρωτες, σχέσεις, φιλίες- μέσα από την παράθεση μεγάλων αποσπασμάτων από την πλούσια αλληλογραφία του και μαρτυρίες φίλων και συνεργατών.
Ο  βίος του Μπένγιαμιν είναι ο χαρακτηριστικός ορισμός του περιπλανώμενου βίου, ενός flaneur όπως θα έλεγε και ο ίδιος. Αδιαφορώντας για την υλική πλευρά την ύπαρξης, επιλέγει να διανύσει τον βίο ενός στοχαστή στο περιθώριο της επίσημης, οριοθετημένης από το πανεπιστήμιο, και την προγραμματισμένη ακαδημαϊκή έρευνα, δαπανώντας τα ελάχιστα μέσα διαβίωσής του που προέρχονται από δημοσιεύσεις σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά ή από συνεισφορές φίλων και θαυμαστών που διατηρούν την ύπαρξη του σε ένα επίπεδο στα όρια της επιβίωσης. Υπήρξε όμως συνειδητοποιημένος εξ αρχής απορρίπτοντας την προοπτική ενός επαγγέλματος, όπως θα ήθελε ο αστός πατέρας του, που θα του εξασφάλιζε ένα σταθερό εισόδημα σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση του.  Έχοντας ξεκαθαρίσει από νωρίς την βιοτική του στάση, είχε προορίσει τον εαυτό του στον ρόλο του οικονομικού επαίτη αλλά του πνευματικά ανεξάρτητου θεωρώντας μάλιστα πως μια τέτοια στάση ζωής όφειλε να την υποστηρίξει ο πατέρας του, όσο ζούσε, παρέχοντας τα αναγκαία προς συντήρηση μέσα.

Από τις συγκινητικές στιγμές στη βιογραφία των δύο καθηγητών είναι η συνεχής εξιστόρηση των σχέσεων φιλίας που είχε ή προσπαθούσε να αναπτύξει με άλλα ανήσυχα πνεύματα της εποχής τα οποία  τροφοδοτούσαν την εξέλιξη της σκέψης του, μια διαλεκτική δηλαδή προσέγγιση που δεν αφορούσε μονάχα την επιθυμία για κοινωνική αποδοχή και συμμετοχή αλλά και την γονιμοποίηση, όταν ο συνομιλητής προσφερόταν γι’ αυτό, των ιδεών που επεξεργαζόταν. Σημαντικές ήταν οι φιλίες που ανέπτυξε με τον Γκέρσομ Σόλεμ, τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, και φυσικά με τον κύκλο των ιδρυτών της Σχολής της Φραγκφούρτης, τον Τεοντόρ Αντόρνο και τον Μαξ Χορκχάϊμερ. Όλοι αυτοί δεν συνεισέφεραν μονάχα ως διαλεχτοί συνομιλητές αλλά και συνέβαλαν, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο, στην οικονομική ενίσχυση του προκειμένου να διατηρήσει ένα ελάχιστο επίπεδο υλικής διαβίωσης, το οποίο αν και τον προβλημάτιζε εμφανώς όπως φαίνεται στην αλληλογραφία του, οικτίροντας την ένδεια στην οποία βρισκόταν, εντούτοις δεν λύγισε ποτέ το πνεύμα του και η διάθεση για σπουδή, έρευνα και συγγραφή, έως το τέλος της ζωής του.
Αυτό είναι το μάθημα που μπορεί να δώσει ο βίος του Βάλτερ Μπένγιαμιν σήμερα σε έναν νέο ερευνητή που ξεκινάει τα πρώτα του βήματα στον χώρο της σπουδής και της έρευνας: ακόμα και την ώρα που βρίσκεται κρατούμενος σε χώρο προσωρινής συγκέντρωσης κρατουμένων στη Γαλλία το 1939-40, δεν χάνει τον καιρό του και παραδίδει αυτοσχέδια μαθήματα στους συγκρατούμενους του, ή όταν ακόμα βρίσκεται στη Μασσαλία τον Σεπτέμβριο του 1940 αγωνιώντας για το αν θα κατορθώσει να δραπετεύσει από την Ευρώπη και τον θανατικό κλοιό των ναζί βρίσκει το κέφι του να κάνει μια οξυδερκή παρατήρηση στο τραπέζι του γεύματος στον συνομιλητή του γύρω από το επίθετο του πανδοχέα το οποίο του θυμίζει μια μορφή από την «Αισθηματική Αγωγή» του Φλωμπέρ, και έτσι αρχίζει μια κουβέντα γύρω από τον Γάλλο συγγραφέα. Αυτός ο αγώνας για δημιουργία δεν υπήρξε δυσχερής μόνο κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του αλλά σε κάθε στάδιο της, από τις προσπάθειες του να συντονιστεί με το ακαδημαϊκό κατεστημένο, που πάντα κατέληγαν σε αποτυχία (η διδακτορική του διατριβή για το γερμανικό δράμα είχε απορριφθεί) έως την περίοδο που βρέθηκε στην εξορία, ύστερα από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και την απώλεια όχι μόνο της πατρίδας αλλά και των μέσων που είχε για την εργασία του, όπως η πολύτιμη βιβλιοθήκη του και οι διάφορες συλλογές του. Όπως λέει ο ίδιος σε μια επιστολή προς τον Σόλεμ αρχές του 1940 «Κάθε γραμμή που κατορθώνουμε σήμερα να δημοσιεύουμε- δίχως να λάβουμε υπόψη πόσο αβέβαιο είναι το μέλλον στο οποίο την εμπιστευόμαστε- αποτελεί μια νίκη που έχει αποσπαστεί από τις δυνάμεις του σκότους». Κάθε βίος που έχει να προσφέρει κάτι γίνεται διδακτικός προς εμάς. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ένας στοχαστής και συγγραφέας που αποκάλυψε τα μυστικά περάσματα της νεωτερικής εποχής, είχε στους τοίχους των δωματίων που κατά καιρούς έμενε μορφές ασκητών αγίων. Να τους είχε ως παράδειγμα αυταπάρνησης, εμμονής σ’ έναν σκοπό, υπερβατικά πρότυπα που τον καλούσαν σε κάποιου είδους μίμησης; Η εκτός των πλαισίων του κόσμου τούτου αύρα της ύπαρξης του είχε γίνει αντιληπτή, σε έκτακτες καταστάσεις, από τους γύρω του, όπως αναφέρει ένας συγκρατούμενος του «υπήρχε κάτι το αξιοπρεπές τόσο στη σιωπή όσο και στη συμπεριφορά του. Δεν ταίριαζε, απλά, σ’ αυτό το περιβάλλον….. υπήρχε μια σχεδόν βιβλική αξιοπρέπεια για το πνευματικό στην εποχή των θεομηνιών και των κινδύνων». Τούτη η βιογραφία, δίχως να υποκύπτει στα στενά πλαίσια μιας αγιογραφίας, αναδεικνύει εκείνες τις ανθρώπινες πλευρές της υπόστασης του Βάλτερ Μπένγιαμιν που τον κάνουν ξεχωριστό όχι μονάχα ως στοχαστή, και άξιο αναγνώσεως ακόμα και σήμερα, αλλά και ως ένα πρότυπο κάποιου που σκέφθηκε και έγραψε εκτός των παραδοσιακών κυκλωμάτων επιχειρώντας να απαντήσει στα ερωτήματα που  γεννούσε η ζωή στη νεωτερική εποχή. 

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Γκούσταβ Μέιρινκ: Γκόλεμ

Γκ. Μέϊρινκ: Γκόλεμ (εκδ. Αίολος)
"Ο Γκόλεμ είναι ο πρόγονος του Ρομπότ" γράφει ο Μάκης Πανώριος στον πρόλογο του βιβλίου, θεωρώντας πως ένα αδιόρατο αλλά υπαρκτό νήμα συνδέει την μυστικιστική ατμόσφαιρα του πολύπτυχου μυθιστορήματος του Μέιρινκ με τον μυστικισμό της επιστήμης των ρομποτικών διηγημάτων του Ασίμοφ. Προκλητική η αναφορά, αλλά αν το δει κανείς εξελικτικά, ως μια μετάβαση από ένα είδος λογοτεχνίας που είναι κατάφορτο με εικόνες, σύμβολα και αλληγορίες προς ένα άλλο που ανατιμά την τεχνολογική φύση στα ακρότατα όρια της τότε μπορεί να το αποδεχτεί. 
Γκούσταβ Μέϊρινκ
Ο Γκόλεμ είναι ένας τεχνητός άνθρωπος, σύμφωνα με τους θρύλους του εβραϊκού γκέτο της Πράγας, τον οποίο είχε κατασκευάσει ένας ραβίνος ο οποίος ήταν γνώστης της Καβάλα, "τον έφτιαξε από ετερόκλητα υλικά προσδιορίζοντας του μια ζωή αυτόματη και χωρίς σκέψη, βάζοντας στο στόμα του μια μαγική λέξη από αριθμούς". Ο θρύλος αυτός χάνεται στα βάθη του 17ου αιώνα. Κάποιο βράδυ ο ραβίνος ξέχασε να του βγάλει το μαγικό χαρτί από το στόμα και αμολήθηκε ο Γκόλεμ στα σοκάκια της Πράγας καταστρέφοντας ότι έβρισκε μπροστά του ώσπου τελικά σωριάστηκε νεκρός αφού ο ραβίνος κατέστρεψε το χαρτί με τη μυστική φόρμουλα  Ο μύθος όμως εξακολουθεί να ζει και να τρομάζει όσους πιστεύουν σ' αυτόν: "κυριαρχεί πάνω στις ψυχές των ζωντανών για κάποιον άγνωστο λόγο, που δεν μας φανερώνεται ποτέ, και αφήνει να δημιουργηθεί σαν αντικατοπτρισμός το περίγραμμα ενός χαρακτηριστικού όντος που έζησε εδώ και πολλούς αιώνες σ' αυτό το μέρος και που κατέχεται από ακόρεστη δίψα να αποκτήσει ξανά μορφή και σχήμα". Ο Γκόλεμ λοιπόν δεν εμφανίζεται ποτέ αυτοπροσώπως στο βιβλίο, υπάρχει μονάχα σαν σκιά, φόβος, αίνιγμα. Πρωταγωνιστής είναι ο Αθανάσιος Πέρναθ, ένας χαράκτης πολύτιμων λίθων, και γύρω απ' αυτόν μια πλειάδα περίεργων μορφών όπως ο Σεμάγια Χιλέλ, γνώστης της Τορά και του Ταλμούδ, η θυγατέρα του Μίριαμ,  η έκφυλη πόρνη Ροζίνα, ο διεφθαρμένος έμπορος Ααρών Βάσερτρουμ που ενσαρκώνει όλα τα αρνητικά στερεότυπα των Εβραίων και ο απατεώνας γιός του ιατρός Βασόρι. Ο Μέϊρινκ δημιουργεί έναν πολυονειρικό κόσμο, όπου η πραγματικότητα χάνεται λόγω των πολλαπλών ερμηνειών που ενδέχεται να δεχτεί. Υπάρχει μια διαρκής ατμόσφαιρα απειλής. Σε κάθε στενό σοκάκι ή καπηλειό του εβραϊκού γκέτο της Πράγας (μια ονειρική πόλη per se) κυκλοφορούν οι άνθρωποι σαν σκιές και οι σκιές μοιάζουν περισσότερο αληθινές από τους ανθρώπους. Υπάρχει η βασική ιστορία που περιστρέφεται γύρω από τον φοιτητή Χάρουσεκ και τον φόνο του ιατρού Βασόρι, τα ερωτικά, εντελώς μυστικιστικά, σκιρτήματα του Πέρναθ, αλλά πίσω από όλα αυτά είναι οι ταλμουδικοί συμβολισμοί, τα τραπουλόχαρτα ταρό, και απόκρυφα βιβλία, σαν το "Ιμπούρ" που διαμορφώνει την κατανόηση της πραγματικότητας για τον κεντρικό αφηγητή. Το βιβλίο πρέπει να είναι η αξίνα που θα θρυμματίσει τον εσώτερο παγωμένο κόσμο μας έλεγε ο Κάφκα σ' έναν από τους πιο διάσημους αφορισμούς του. Αυτή η σκέψη, του πιο φημισμένου κατοίκου της Πράγας, συνάδει με την διαπίστωση στην αρχή του "Γκόλεμ" όπου ο αφηγητής λέει για το βιβλίο "Ιμπούρ" πως δεν ήταν αυτό που του μιλούσε, "εγώ ο ίδιος ήμουνα. Το μυαλό μου είχα ξεφυλλίσει ψάχνοντας έτσι διεξοδικά κι όχι ένα βιβλίο. Όλα όσα μου είπε η φωνή τα κουβαλούσα μέσα μου από τη γέννησή μου, αλλά ήταν κρυμμένα.....". Το βιβλίο που θρυμμάτισε το εγώ του και απελευθέρωσε τον αληθινό εαυτό του ή , τουλάχιστον, κάποιον εαυτό, διότι η ερμηνεία είναι ρευστή, η ταυτότητα υπόκειται κι αυτή σε περιορισμούς, μετατροπές και αμφίσημες καταστάσεις. Ο Μέϊρινκ μας δίνει το κλειδί κατανόησης του κόσμου του Γκόλεμ, του δικού του κόσμου, αλλά και ένα μότο για να πορευόμαστε στον κόσμο, έναν δηλαδή τρόπο διαβάσματος του βιβλίου του κόσμου: "Να αισθάνεσαι τα γράμματα κι όχι μόνο να τα διαβάζεις με τα μάτια σου στα βιβλία, να δημιουργήσεις έναν ερμηνευτή του εαυτού σου, μέσα σου, που να εξηγεί αυτά που σου ψιθυρίζει το ένστικτο......για να μπορέσεις να συνενοηθείς τελικά με τον εσωτερικό σου κόσμο μέσω μιας πεντακάθαρης γλώσσας". Έτσι μόνο είναι δυνατό να υπάρχει το Γκόλεμ και να γραφτεί κάτι γι' αυτό.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Ανοικτή επιστολή της Die Zeit στους Έλληνες

Μια τέτοια απόφαση δεν χρειαζόταν να πάρει κανείς και θα πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι. Όταν αυτή την Κυριακή ο ελληνικός λαός θα δώσει την ψήφο του, δε θα αποφασίσει μόνο για το δικό του μέλλον. Εσείς, αγαπητοί Έλληνες, αποφασίζετε και για την τύχη περίπου πεντακοσίων εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ευρώπη. Εσείς ψηφίζετε για το πώς θα συνεχίσουμε όλοι μας.

Αυτή η ύπουλη και για τους περισσότερους πια πλέον ακατανόητη κρίση παρουςιάζεται λες και όλα μπορούν να λυθούν με ένα απλό "ΝΑΙ" ή "ΟΧΙ" των Ελλήνων – αν και πίσω απο το δημοφήφισμά τους κρύβονται πολλές και επώδυνες αποφάσεις. Κατά το κλείσιμο της σύνταξης της εφημερίδας δεν ήταν καν σαφές αν θα γίνει δημοψήφισμα ή όχι. Ωστόσο έτσι κι αλλιώς αγαπητοί Έλληνες, καλείστε με να στραφείτε εναντίον της πολιτικής που μόλις πριν από πέντε μήνες επιλέξατε. Καλείστε να πάρετε το μέρος των πιστωτών αν και στις τελευταίες εκλογές κατακρίνατε με την ψήφο σας τη πολιτική τους στάση. Καλείστε να συμφωνήσετε με τους δανειστές σας, αν και πολλοί από εσάς πιστεύετε πως σας έχουν προδώσει. Όλ’ αυτά μαζί είναι πάρα πολλά. Κι όμως σ’ αυτά στηρίζεται η ελπίδα μας.
Κανείς δεν επιτρέπεται να σας υπαγορεύσει τί θα ψηφίσετε. Κανένας ξένος κυβερνητικός αρχηγός, καμία ξένη εφημερίδα. Ωστόσο σας απομένουν μόνο λίγες μέρες για να αποφανθείτε. Και ίσως πολλοι άνθρωποι στη Ευρώπη ακριβώς αυτή τη στιγμή να έπεσαν σε περισυλλογή.
Όταν φέτος τον Ιανουάριο ο κύριος Τσίπρας ήταν έτοιμος να κερδίσει τις βουλευτικές εκλογές, έγραψα σ΄αυτήν την εφημερίδα, ότι μόνο αυτός θα μπορούσε να κρατήσει την Ευρώπη ενωμένη. Υπέθεσα ότι ο κύριος Τσίπρας θα νομιμοποιούσε επιτέλους ως άνθρωπος του λαού την μισητή πολιτική διάσωσης. Περίμενα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα φορολογούσε τους πλούσιους Έλληνες και θα χρησιμοποιούσε τις περιουσίες τους για την καταπολέμιση της κρίσης. Όταν όμως ανέλαβε την εξουσία έγινε φανερό πως ο πρωθυπουργός σας δεν ενδιαφερόταν τόσο για δικαιοσύνη όσο για θριαμβολογία. Λιγότερο για ο,τι μας ενώνει περισσότερο για ό,τι μας χωρίζει. Πολλοί άνθρωποί εδώ στην Γερμανια δεν μπόρεσαν να το καταλάβουν.
Είναι αλήθεια ότι τρεις μεγάλες ανισότητες είναι έντονες στην Ελλάδα: Η ανισότητα μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων και των ανέργων. Μεταξύ του ελληνικού λαού και της φαινομενικά παντοδύναμης Τρόικας. Είναι επίσης αλήθεια ότι η Τρόικα έκανε τεράστια σφάλματα και σας παρουσιάστηκε με μια αλαζονεία που έβλαψε τα αίτηματά της. Αλλά με όλο το σεβασμό προς την Κυβέρνηση σας: Στην δικιά μας, ομολογουμένως κάπως μακρινή προοπτική, φαινόταν ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιάνης Βαρουφάκης προσπάθησαν με ένα χτύπημα να αλλάξουν την πολιτικοοικονομική κατεύθυνση ολόκληρης της Ευρώπης. Δεν είχαν όμως ούτε τη δύναμη ούτε τη δημοκρατική νομιμοποίηση για κάτι τέτοιο.
Κι όμως κάτι άλλαξε κατά τη διάρκεια των μακρών διαπραγματεύσεων στις Βρυξέλλες. Στον κυρίο Τσίπρα οφείλεται, ότι η ΕΕ έγινε πιο σοφή, ότι πολλοί κυβερνητικοί αρχηγοί είναι επιτέλους διατεθειμένοι να αλλάξουν την πολιτική κατά της κρίσης. Αλλά αυτό το πολιτικό κεφάλαιο δεν μπόρεσε ο ίδιος να το εκμεταλλευτεί. Αντ’ αυτού κατάφερε να εξοργίσει τους άλλους 18 εταίρους της νομισματικής ένωσης και έτσι "να βγει" από το παιχνίδι.
Πολλοί από εσάς έχετε την εντύπωση ότι εμείς οι Γερμανοί δεν θέλουμε πια να βοηθήσουμε, ότι προτιμούμε να φύγετε από το Ευρώ. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να σκεφτήκατε όταν ακούσατε τις δηλώσεις του Γερμανού υπουργού Οικονομικών και κάποιων Γερμανών δημοσιογράφων. Τώρα τελευταία πολλοί Γερμανοί αρχίζουν να αμφιβάλουν. Στην Γερμανία υπάρχουν επίσης άνθρωποι που δουλεύουν σκληρά κι όμως δεν ξέρουν πώς να τα βγάλουν πέρα. Και πολλοί πίστευαν ότι όλο και περισσότερα χρήματα πήγαιναν στην Ελλάδα χωρίς όμως η κατάσταση του ελληνικού λαού να βελτιωθεί. Ωστόσο μέχρι την κλιμάκωση των τελευταίων ημερών δεν υπήρχε πλειοψηφία για το Grexit.Αν υπήρξε ένα σημαντικό σφάλμα από το ξέσπασμα της Ευρωκρίσης τότε προκειται για το ότι μιλήσαμε πάρα πολύ μόνο για λεφτά. Στο τέλος επιτρέψαμε να ενδιαφερόμαστε μόνο για το ύψος του χρέους. ΄Ετσι κατέληξε το ερώτημα, αν είναι πράγματι σωστό να βοηθηθεί παραιτέρω ή Ελλάδα, σε μια καθαρά αριθμητική άσκηση του τύπου: ποιό το όφελος για μας τους Γερμανούς και ποιό για τον ελληνικό λαό; Ένα ενιαίο νόμισμα είναι όμως κάτι περισσότερο. Είναι η υπό μορφή νομίσματος υπόσχεση ότι θα σταθούμε ο ένας πλάι στον άλλον.
Σε όλη την ήπειρο ανοίγονται χαρακώματα, όχι μόνο εντός της νομισματικής ένωσης. Πολλοί Βρετανοί προτιμούν να βγουν από την ΕΕ. Θα έπρεπε να επιτρέπονται λιγότεροι πρόσφυγες στην Ευρώπη. Δεξιοί λαϊκιστές παρακινούν ενάντια άλλων Ευρωπαίων. Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας σχεδιάζει έναν φράχτη τεσσάρων μέτρων στα σύνορα με την γειτονική Σερβία. Γι’ αυτούς τους λόγους δεν είναι μόνο μια οικονομική απόφαση, αν η Ελλάδα συνεχίζει να έχει Ευρώ ή όχι. Διακυβεβονται περισσότερα, πολλά περισσότερα. Αν η υπόσχεση που δόθηκε, να υποστηρίζει ο ένας τον άλλον, δεν ισχύει πια, τότε αυτό θα κήαταστρέψει την ήπειρο. Γι’ αυτό έχετε τώρα εσείς μια μέγαλη ευκαιρία: Αν αποφασίσετε να μείνετε στο Ευρώ, τότε θα έχουν όλοι οι πολίτες των άλλων κρατών μια τεράστια ευθύνη. Τότε θα πρέπει κι αυτολι να κάνουν περισσότερα για την Ευρώπη.
Τώρα είναι μια θαυμάσια δημοκρατική στιγμή: Μπορείτε να κάνετε μια συμφωνία με τις κυβέρνηεις των πιστωτών, πιο άμεση από οπειεσδήποτε εκλογές. Και τόσο η κυρία Μέρκελ, όσο και ο κύριος Σόιμπλε θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους με διαφορετικό τρόπο: Αν κρατήσει η Ελλάδα το Ευρώ, τότε θα πρέπει να υπάρξει διαγραφή του χρέους, να εφαρμοστεί ένα επενδυτικό πρόγραμμα, και όλοι θα πρέπει να έχουμε υπομονή μεταξύ μας, πολύ περισσότερο από ό,τι πριν.

Γι’αυτό δεν είναι μόνο ζωτικής σημασίας, τί θα αποφασίσει την Κυριακή ο ελληνικός λαός. Αλλά επίσης ποιά θα είναι η αντιδράση των Ευρωπαίων, συμπεριλαμβανομένων και των Γερμανών, τη Δευτέρα. 

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Διόρθωση ψήφου

Σπάνια δίνεται σ' έναν λαό η αγαθή τύχη να διορθώσει με την ψήφο του, σε σύντομο χρονικό διάστημα, μια όπως αποδείχτηκε καταστροφική επιλογή την 25η Ιανουαρίου 2015. Οι Γερμανοί δεν είχαν την ευκαιρία αυτή το 1933, έπρεπε να ισοπεδωθούν προκειμένου να διαπιστώσουν το λάθος της ψήφου εκείνης. Την 5η Ιουλίου 2015 η Ελλάδα διορθώνει την ψήφο της δίχως να χρειαστεί να περάσει από το στάδιο της ισοπέδωσης που της πρότεινε το αποτέλεσμα της ψήφου της 25ης Ιανουαρίου και το συναφές όχι.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Οι μόνες βεβαιότητες

Όπως έλεγε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, οι μόνες βεβαιότητες στη ζωή είναι οι φόροι και ο θάνατος. Δεν είχε στο νου του την Ελλάδα όταν διαπίστωνε αυτή την πραγματικότητα, αλλά πιο σύγχρονες οικονομικά και πολιτικά κοινωνίες και πάντως ήταν μια διαπίστωση που ίσχυε καθολικά. Φαίνεται όμως πως ακόμα και υπανάπτυκτα κρατικά μορφώματα, σαν το ελληνικό, μπορούν να αισθάνονται ίσα με αυτά που είχε στο νου του ο Φραγκλίνος. Αλλά μέχρι εκεί.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Έξοδος

Από το 1974, και ιδίως μετά το 1981,  τη χώρα την κυβερνά το ίδιο κόμμα που απλώς αλλάζει ονομασία. Η σημερινή συγκυβέρνηση είναι η γκροτέσκα κατάληξη του κόμματος που κυβέρνησε από τη μεταπολίτευση ως το 2015 και εξοντώθηκε από την κρίση. Παρά τη συντριβή του όμως ως κόμμα συνεχίζει να κυβερνά ως ιδεολογία και αντίληψη πολιτικής διότι αυτό που ζούμε από το 1974 και μετά δεν είναι ένα μονοκομματικό κράτος αλλά ένα μονολιθικό κράτος, κράτος της μιας και μόνης κυρίαρχης ιδεολογίας, του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων, της υποταγής της οικονομικής λογικής στο κράτος-κόμμα. Όσο διαρκούσε ο Ψυχρός Πόλεμος και η Ελλάδα ήταν ενσωματωμένη, ή αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως προτεκτοράτο, στο δυτικό στρατόπεδο, η έλλειψη ορθολογισμού όσον αφορά την αντιμετώπιση της οικονομίας περνούσε μέσα απ' αυτό που λέει και αναζητά σήμερα ο σύριζα ως "πολιτική λύση". Πράγματι, η επιβίωση της Ελλάδας μετά το 1949 ήταν αποτέλεσμα πολιτικής λύσης που επέβαλε η Δύση, αλλά ακόμα και νωρίτερα, ήδη από το 1944, η μοίρα της Ελλάδας είχε προκαθοριστεί και οι αριστεροί της εποχής εκείνης που, όπως και οι απόγονοι τους, δεν μπορούσαν λόγω ιδεολογικής προσέγγισης να κατανοήσουν την πραγματικότητα προκάλεσαν τον εμφύλιο και έχασαν. Υπήρχε όμως ένα παράδοξο. Αντί οι νικητές του εμφυλίου να εκμεταλλευτούν ιδεολογικά τη νίκη τους, προσχώρησαν στη λογική του αντιπάλου ο οποίος αν και ηττημένος στο πεδίο των μαχών αναδείχτηκε ο ουσιαστικός ιδεολογικός νικητής της αντιπαράθεσης δεξιάς-αριστεράς και επέβαλε την ατζέντα του στους νικητές με την υπεροχή που συνήθως έχει ο μάρτυρας της ιστορίας. Η νίκη αυτή συνίστατο στην κατασυκοφάντηση των αρχών του οικονομικού φιλελευθερισμού και της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, του καπιταλισμού με άλλα λόγια. Ακόμα και αυτή η ένταξη το 1981 στην ΕΟΚ δεν υπαγορεύτηκε από το λεγόμενο δεξιό κόμμα προς την ενσωμάτωση της χώρας στις αρχές του οικονομικού φιλελευθερισμού και της αποκρατικοποίησης (μήπως είναι σωστότερο να μιλάμε για αποσοβιετοποίηση;) της οικονομίας, αλλά αποκλειστικά για "εθνικούς λόγους", λόγω του φόβου της εγχώριας πολιτικής τάξης απέναντι στους απειλητικούς γείτονες. Τούτη η αντίληψη πως η Δυτική Ευρώπη, οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά, είναι κάτι ξένο προς εμάς επικράτησε και κατά την άνοδο του επόμενου κόμματος στην εξουσία που αν και μιλούσε για έξοδο από την ΕΟΚ, κάνοντας στροφή προς τον ρεαλισμό και εκμεταλλεύοντας τους τελευταίους σπασμούς του Ψυχρού Πολέμου κατόρθωσε να συνάψει ειδικές σχέσεις με το εοκικό διευθυντήριο αντλώντας τα μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα, προπομπός των διαφόρων οικονομικών πακέτων βοήθειας, εσπα κλπ., με τα οποία όμως τροφοδότησε την αχαλίνωτη ροπή προς τον καταναλωτισμό ευρύτερων μαζών που ταυτίστηκαν οριστικά πάνω σ' αυτή την αντίληψη, πως η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια συνιστά άξεστη χρησιμοποίηση πόρων προς επίδειξη, απροβλημάτιστο πλουτισμό και ευμάρεια δίχως κόπο, ή για να μιλήσουμε πιο σωστά, παραγωγικές δυνατότητες. Έχουν γραφτεί και αναλυθεί πάμπολλες φορές όλα αυτά, κυρίως οι πιο εύστοχες αναλύσεις του ελληνικού προβλήματος έχουν γραφτεί και επισημανθεί πολλάκις από τον αείμνηστο Παναγιώτη Κονδύλη. Η νίκη της Δύσης το 1989 και ο τερματισμός του Ψυχρού Πολέμου επιφύλασσε μια έκπληξη που δεν έγινε ορατή εκείνη τη στιγμή. Η Ελλάδα που θεωρητικά έπρεπε να ανήκει στις νικητήριες δυνάμεις, αποτελεί μια από τις χώρες που θα βγουν ιδεολογικά ηττημένες από την αντιπαράθεση δύσης και ανατολής, ειδικά μετά την επανένωση της Γερμανίας και την επικράτηση του γερμανικού πνεύματος δημοσιονομικής αντίληψης σε όλη την Ευρώπη. Μέχρι τότε το ελληνικό πρόβλημα περνούσε απαρατήρητο, αλλά η κατάρρευση του σοσιαλιστικού μπλοκ άφησε την Ελλάδα ιδεολογικά ξεκρέμαστη διότι τώρα θα έπρεπε να επιχειρήσει ολόκληρη πνευματική, πολιτική και οικονομική στροφή προς το πνεύμα του καπιταλισμού, πράγμα φυσικά αδύνατο γιατί τα πράγματα είχαν ήδη ζυμωθεί με την ιδέα πως το κράτος και το δικαίωμα στη ζωή δια του κράτους των παροχών και επιδομάτων είναι απαρασάλευτο και αμετακίνητο. Η μοναδική προσπάθεια που έγινε για να στραφεί η Ελλάδα προς αυτές τις αξίες ήταν η περίοδος της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, με τα γνωστά όμως ελληνικά χαρακτηριστικά, αλλά η κατάληξη της ήταν τραγική, όπως όλοι θυμούνται, και ευθύνη γι' αυτό θα είχε ο άνθρωπος που θα έμελλε να παίξει τραγικό ρόλο αργότερα, ο Σαμαράς. Το μεγαλύτερο όμως λάθος του πελατειακού συστήματος, αυτό που θα αποτελέσει την ταφόπλακα του, ήταν η απόφαση ένταξης της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Την ευθύνη γι΄αυτό είχε κυρίως ο Σημίτης, πολιτικός όπως και ο Μητσοτάκης με γερμανική κουλτούρα, που πίστευε πως η συμμετοχή στο ευρώ θα διασφάλιζε στην ελληνική οικονομία καλύτερες προοπτικές ανάπτυξης, ενσωματώνοντας την στον πυρήνα της Ευρώπης (ίσως το πίστευε ο Σημίτης, αλλά και πάλι πρυτάνευσαν λόγοι που σχετίζονται με την εθνική ανασφάλεια των Ελλήνων). Εδώ σημειώθηκαν δύο ιστορικά λάθη: δεν ενσωματώνεις μια χώρα σε έναν συνασπισμό αν δεν έχεις ενστερνισθεί και τις ιδεολογικές αρχές του, πόσο μάλλον όταν χρησιμοποιείς πλαστά στοιχεία για να εισέλθεις σ' αυτόν, κομίζοντας ως συστατικό στοιχείο του οικονομικού σου πολιτισμού την απάτη. Και δεύτερο, άπαξ και μπήκες ("τρούπωσες" κατά την ελληνική αντίληψη ) δεν συμπεριφέρεσαι όπως και πρώτα ειδικά όταν συμμετέχεις στο ίδιο κλαμπ με τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους. Αν ήθελες θα μπορούσες να μείνεις απ' έξω όπως οι Άγγλοι, αλλά δεν είχες τα κότσια να το κάνεις γιατί πάντα ήξερες πως επιβίωνες ως προτεκτοράτο, και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έψαχνες ένα στρατόπεδο να ενταχθείς καλύπτοντας μ' αυτόν τον τρόπο την αιώνια ανασφάλεια του. Αλλά πόσο λάθος είχες μικρέ Έλληνα! "Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς", και συ δεν άντεξες να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη συνεχίζοντας να αγνοείς την πραγματικότητα και τους νόμους της. Όταν σημειώθηκε η παγκόσμια κρίση του 2008 άρχισε να αποκαλύπτεται σιγά σιγά η αλήθεια της ελληνικής πραγματικότητας που την κρίσιμη ιστορικά αυτή περίοδο είχε την ατυχία να κυβερνάται από τον πιο ανίκανο θίασο του Καραμανλή του Β' και στη συνέχεια του Παπανδρέου του Γ', καταβαραθρώνοντας, ελπίζουμε μια για πάντα, τις δύο παραδοσιακές πολιτικές δυναστείες οι απόγονοι των οποίων φάνηκαν ελαχιστότατοι ως μεγέθη έναντι των ιστορικών ιδρυτών των δυναστειών. Σε όλη αυτή την περίοδο ειπώθηκε το μεγάλο ψέμα: πως το μνημόνιο γέννησε την κρίση ενώ για όποιον έχει σώας τα φρένας συνέβη ακριβώς το αντίθετο, πως το μνημόνιο υπήρξε απότοκος της κρίσης που προϋπήρχε, αν και ορθότερο είναι να πούμε πως το μνημόνιο είναι το αθώο θύμα της κρατιστικής λογικής της κυρίαρχης ιδεολογικής αντίληψης που ακόμα και στα χρόνια της κρίσης προτίμησε να διασώσει το μέρος σε βάρος του όλου, δηλαδή να διασώσει τα προνόμια του δημοσίου (αυτού δηλαδή που χρεοκόπησε) σε βάρος του ιδιωτικού τομέα τον οποίο οδήγησε σε εξαθλίωση. Γι' αυτό το έγκλημα δεν φέρει την ευθύνη μόνο η εγχώρια πολιτική τάξη αλλά και η ευρωπαϊκή που δεν άφησε την Ελλάδα νωρίτερα να χρεοκοπήσει και ίσως έτσι διασωζόταν κάποιο κομμάτι της παραγωγικής οικονομίας αλλά προτίμησε να την διασώσει, διασώζοντας εμμέσως όμως τη μήτρα του κακού, τον δημόσιο τομέα που συνέχισε και μετά το 2010 να έχει απειροελάχιστες απώλειες σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα. Ίσως οι Γερμανοί πίστεψαν πως το ελλαδικό παράδοξο μπορεί να μεταρρυθμιστεί, διαψεύστηκαν όμως γρήγορα, και η μεγαλύτερη απογοήτευση τους ήταν φυσικά ο Σαμαράς, ο μοιραίος άνθρωπος του 1993, που κακιά μοίρα τον έφερε και πάλι μπροστά μας (αλλά η ακροδεξιά ήταν πάντα παρούσα, υφέρπουσα σε όλα τα κόμματα) με την αλλοπρόσαλλη και αντεθνική πολιτική του από το πρώτο μνημόνιο, από την κυβέρνηση Παπαδήμου της οποίας έκοψε το νήμα της ζωής προτού ολοκληρώσει το έργο της, μέχρι την κωμική διακυβέρνηση του που κατέληξε στην αλυσίδα εσφαλμένων αποφάσεων σε όλα τα κρίσιμα χρονικά σημεία και κυρίως στο ότι αδυνατούσε να αντιληφθεί πως με δικά του λάθη, κυρίως με την αδράνεια του, είχε αλλάξει η στάση της Γερμανίας απέναντι του. Η εκλογή της γκοτέσκας κυβέρνησης των κλόουν δεν προκάλεσε καμιά εντύπωση καθώς ήταν η φυσική απόληξη όλου του προηγούμενου διαστήματος όπως αυτό προσδιορίζεται από την απουσία επαφής με την πραγματικότητα τόσο της πολιτικής τάξης όσο και μεγάλης μερίδας του πληθυσμού. Όταν ξεφτίζει το αντίγραφο στρεφόμαστε για καλύτερα αποτελέσματα στο πρωτότυπο, αυτό που υπήρξε τελικά η σκιώδης διακυβέρνηση της χώρας από το 1949 και εξής. Ακόμα και στο παρά ένα η "αριστερά" ψελλίζει για πολιτική λύση στο ελληνικό πρόβλημα, δηλαδή στη διατήρηση των προνομίων του κρατισμού και του δημόσιου τομέα σε βάρος της παραγωγικής οικονομίας, στη διατήρηση του πλέγματος εξουσίας που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πελατειακών σχέσεων, αυτού του συνασπισμού δυνάμεων που ανέδειξαν στην εξουσία την κυβέρνηση των κλόουν. Μόνο που σ' αυτή την περίπτωση πέρα από τη χρησιμοθηρική λογική του κράτους ως εργαλείου κομματικής αναπαραγωγής που ίσχυσε στην περίοδο από τον εμφύλιο και μετά, έχουμε και έντονο το ιδεοληπτικό στοιχείο μεγάλου κομματιού της κυβερνώσας συμπαράταξης (απόλυτα ταυτισμένων ως προς την ανάποδη ερμηνεία της πραγματικότητας) που οραματίζεται ρήξεις και επαναστάσεις χωρίς αιτία. Έχουν όμως συνέπεια: αυτά που οραματίζονται δεν μπορούν να γίνουν στο χώρο του ευρώ και υπό την επίβλεψη της Γερμανίας. Αν ο κλόουν προξενεί γέλιο, λέει όμως και αλήθειες και ενίοτε πραγματώνει τα όσα υπόσχεται.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Πλούταρχος περί πενίας (Βίοι Παράλληλοι Αριστείδης-Κάτων)

"Πενία γαρ αισχρόν μεν ουδαμού δι' αυτήν, αλλ' όπου δείγμα ραθυμίας εστίν, ακρασίας, αλογιστίας, πολυτελείας. Ανδρί δε σώφρονι και φιλοπόνω και δικαίω και ανδρείω και δημοσιεύοντι ταις αρεταίς πάσαις συνούσα μεγαλοψυχίας εστί και μεγαλοφροσύνης σημείον".
Μετάφραση (Γεώργιος Α. Ράπτης): "Γιατί, η πενία βέβαια από μόνη της σε καμιά περίπτωση δεν είναι ντροπή, αλλά μόνο αν είναι συνέπεια τεμπελιάς, ανοησίας, πολυτελείας. Αν όμως συνοδεύει άνθρωπο συνετό και εργατικό και δίκαιο και ανδρείο και που δραστηριοποιείται στα κοινά με όλες τις αρετές είναι απόδειξη μεγαλοψυχίας και μεγαλοφροσύνης".
Ακρασία, Αλογιστία, Πολυτέλεια: οι τρεις κακίες που σημάδεψαν τη νεοελληνική πραγματικότητα από το 1974 και μετά, πιο έντονα από το 1981, και οδήγησαν στην εξευτελιστική χρεωκοπία του κράτους και των αξιών. Και συνεχίζει ο λόγος του Πλούταρχου να κρίνει, με αφορμή την πολιτεία του Αριστείδη: "Αρμόζει να ντρέπονται για τη φτώχεια τους αυτοί που είναι φτωχοί χωρίς να το θέλουν, ενώ αυτοί που είναι φτωχοί με επιλογή τους, όπως ο ίδιος, αρμόζει να το έχουν για καμάρι". Σε ποιά κατηγορία, αν όχι στην πρώτη, μπορεί να τοποθετήσει ο ελληνικός λαός τον εαυτό του;

Χουάν Ρούλφο: Πέδρο Πάραμο

Πέδρο Πάραμο, εκδ. Πατάκης
Ο Μεξικάνος Χουάν Ρούλφο είναι στην ουσία συγγραφέας του ενός βιβλίου. Το "Πέδρο Πάραμο" (1955), βιβλίο σημαδιακό και βιβλίο αναφοράς στην ισπανόφωνη λογοτεχνία, δεν ξεπεράστηκε ποτέ από τον ίδιο, αλλά αυτό και μόνο αρκούσε για να τον κατατάξει στους μεγάλους εκείνους συγγραφείς το έργο των οποίων θα διαβάζεται και θα ξαναδιαβάζεται. Στην εξαιρετική ελληνική έκδοση (Πατάκης, μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου) ίσως είναι καλύτερα να διαβαστεί πρώτα το επίμετρο που περιλαμβάνει δύο κείμενα, αυτό της εξαιρετικής ανάλυσης του Κάρλος Φουέντες και μια συνέντευξη του Ρούλφο στον Τζόζεφ Σόμερς.
Η ανάλυση του Φουέντες έχει στοιχεία που δεν είναι βέβαιο αν θα τα αναγνώριζε ο Ρούλφο στο έργο του, αλλά ως συγγραφέας κι εκείνος ενδεχομένως βλέπει πράγματα που εμείς αγνοούμε, συνειρμούς που μας διαφεύγουν, συσχετίσεις που μπορεί να διακρίνει μόνο εκείνος, όπως φερ’ ειπείν η διαπίστωση πως η «Σουσάνα ανήκει στον μυθικό κόσμο της τρέλας, της παιδικής ηλικίας, του ερωτισμού και του θανάτου, και ο Πέδρο ανήκει στον ιστορικό κόσμο της εξουσίας, της φυσικής κατοχής των πραγμάτων, της μακιαβελικής στρατηγικής που έχει σκοπό να υποδουλώσει τα πρόσωπα και να οικειοποιηθεί τα πράγματα».
Juan Rulfo
Ο Ρούλφο, αντίθετα, θεωρεί πρωταγωνιστή του βιβλίου του όχι τα πρόσωπα, αλλά το χωριό που διαδραματίζεται το έργο, την Κομάλα της επαρχίας Χαλίσκο, το οποίο είναι «ένα νεκρό χωριό όπυ ζουν μονάχα ψυχές, όπου όλα τα πρόσωπα είναι νεκρά….και καθώς πρόκειται για ένα χωριό όπου όλοι πέθαναν αμαρτωλοί, οι περισσότεροι επιστρέφουν. Κατοικούν και πάλι το χωριό, αλλά τώρα είναι ψυχές, δεν είναι ζωντανά πλάσματα». Πράγματι, το χωριό που βρίσκεται «πάνω στη χόβολη της γης, στο στόμα ακριβώς της Κόλασης» είναι ο πρωταγωνιστής, όπως συμβαίνει σε πολλά έργα όπου μια πόλη, ένα ερειπωμένο σπίτι που το βαραίνουν παλιές αμαρτίες, αποτελεί το κατ’ εξοχήν σκηνικό που πάνω του στήνεται ένα φασματικό έργο με πρωταγωνιστές σκιές, ήχους και λόγια από το παρελθόν, υπονοούμενα και μουρμουρητά (ο πρώτος τίτλος του βιβλίου του Ρούλφο), μυστικά και αμαρτίες. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Ρούλφο: «Ετούτο το χωριό είναι γεμάτο αντίλαλους. Μοιάζουνε φυλακισμένοι στις ρωγμές των τοίχων ή κάτω από τις πέτρες». Το σκηνικό που θυμίζει αρχαία τραγωδία αλλά τοποθετημένο στην ψυχή του μεξικάνικου πολιτισμού, ένας γιος που αναζητά κατόπιν εντολής  της μητέρας του τα ίχνη του πατέρα του, του Πέδρο Πάραμο, και φθάνει στο χωριό Κομάλα όπου οι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς και που αποκαλύπτονται πάθη και αμαρτίες ριζωμένες στο παρελθόν, οι οποίες αναζητούν την εξιλέωση μέσω του λόγου, διότι ακόμα και σαν φασματικές ψυχές «που τριγυρνούν ελεύθερες στους δρόμους», έχουν ανάγκη να μιλήσουν και να αποκαλύψουν τις αμαρτίες, τις δικές τους ή των άλλων, αλλά κι έτσι ακόμα, ακούγεται σαν συνοδεία ο ήχος του μουρμουρητού.
Η ισπανική έκδοση

Ένα τέτοιο μυθιστόρημα είναι δεκτικό πολλών ερμηνειών και γι’ αυτό μία ανάγνωση δεν είναι αρκετή. Υπάρχουν οπτικές που φωτίζονται διαφορετικά μετά από κάθε ανάγνωση, λεπτομέρειες που δεν προσέχτηκαν στην αρχή αλλά μόλις αποκαλυφθούν προσφέρουν περισσότερα κλειδιά για την κατανόηση του σκοτεινού έργου του Ρούλφο. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες δεν μπορούσε να κοιμηθεί προτού τελειώσει την δεύτερη ανάγνωση του «Πέδρο Πάραμο». Ήδη έχω μπει στην τρίτη σε διάστημα μιας εβδομάδας. 

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Δημήτριος Στανιλοάε: Η περί Θεού Ορθόδοξη Χριστιανική Διδασκαλία

Δ. Στανιλοάε: Η περί Θεού Ορθόδοξη Δογματική Διδασκαλία, εκδ. Αρμός 2011
Η συγγραφή μιας συστηματικής έκθεσης της δογματικής διδασκαλίας της ορθόδοξης εκκλησίας φθάνει στο απόγειο της τον 8ο αιώνα με την "Έκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως" του Ιωάννη Δαμασκηνού. Φυσικά δογματική διδασκαλία βρίσκει κανείς σε όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο καθένας όμως είχε να αντιμετωπίσει στην εποχή του διαφορετικά προβλήματα και προκλήσεις τόσο από το εσωτερικό της Εκκλησίας όσο και εκτός αυτής. Συστηματική όμως καταγραφή με διαχωρισμό των κεφαλαίων της πίστης επιχειρεί ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Στη σύγχρονη εποχή, δηλαδή μετά τη δημιουργία της ελλαδικής εκκλησιαστικής αυτοκεφαλίας, τα κριτήρια για την οριοθέτηση της ορθοδοξίας είχαν αρχίσει να θαμπώνουν και γι' αυτοί πολλοί διαπρεπείς εκκλησιαστικοί παράγοντες μίλησαν για τη "βαβυλώνια αιχμαλωσία" της ορθόδοξης θεολογίας. Σ' αυτό το κλίμα εντάσσεται η Δογματική που έγραψε ο Χρήστος Ανδρούτσος (έκδοση 1907), την οποία ένας δυτικός θεολόγος μπορεί με ακρίβεια να θαυμάσει, όχι όμως και ένας θεολόγος της ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας. Ο σχολαστικισμός, ύψιστο δημιούργημα της λατινικής δύσης, γέμει τις σελίδες της. Η Δογματική του Παναγιώτη Τρεμπέλα (1952-53) διαφοροποιεί κάπως το κλίμα όσον αφορά την ένταση του σχολαστικισμού αφού η τρίτομη έκδοση είναι κατάφορτη με πατερικές παραπομπές αλλά υπάρχουν πολλά σημεία ακόμα, ας πούμε διανοητικής σύλληψης, που δεν θεωρούνται αμιγώς ορθόδοξα- για όλα αυτά έχουν μιλήσει και γράψει πολλές φορές και ο π. Μεταλληνός και ο Χρήστος Γιανναράς. Βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς ότι την εποχή εκείνη, κυριαρχίας των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων, αυτό μπορούσαν καλύτερο να κάνουν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς. 
π. Δημήτριος Στανιλοάε
Η Δογματική του π. Ι. Ρωμανίδη άλλαξε εντελώς το κλίμα καθώς πλέον η έκθεση της πίστεως επέστρεψε στις πηγές της, δηλαδή στην πατερικότητα που σημαίνει κάθαρση, νίψη, φωτισμός. Στην ίδια παράδοση λοιπόν, αυτή της βιωμένης ορθοδοξίας, εντάσσεται και η Δογματική του κορυφαίου σύγχρονου θεολόγου της Εκκλησίας της Ρουμανίας π. Δημητρίου Στανιλοάε που δυστυχώς δεν υπάρχει ολόκληρη μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα παρά μονάχα το εισαγωγικό μέρος "Ο Θεός, ο Κόσμος και ο Άνθρωπος" και το πρώτο μέρος με τίτλο "Η περί Θεού ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία". Κάθε συγγραφέας, ακόμα και εκκλησιαστικός που εκ των πραγμάτων κινείται μέσα σε συγκεκριμένα όρια που θέτει η παράδοση της Εκκλησίας, προσθέτει τη δική του προσωπική σφραγίδα και δεν είναι η σκέψη του μια μιμητική επανάληψη ιδεών των παλαιότερων. Ο π. Στανιλοάε επισημαίνει τα αποφατικά θεμέλια της ορθόδοξης θεογνωσίας (γι΄αυτό κάνει διαρκές αναφορές στον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη και τον Άγιο Μάξιμο Ομολογητή), ωστόσο δεν αρνείται και την καταφατική θεολογία ερμηνεύοντας έτσι τον Αρεοπαγίτη: "Εάν όμως διαβάσουμε προσεκτικά τα έργα του, βλέπουμε ότι παντού συνδυάζει την αποφατική με την καταφατική γνώση, επειδή κι αυτός μιλάει για την πνευματική πρόοδο εκείνου που γνωρίζει τον Θεό". Στην αποφατική γνώση περί Θεού διακρίνει την τομή που χωρίζει ορθόδοξη και δυτική θεολογία λέγοντας πως "η αποφατική βίωση του θεού στη θεία Λειτουργία, στα μυστήρια, στις ακολουθίες , είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της Ορθοδοξία και υπερέχει από τη βίωση των δυτικών που είναι είτε λογική είτε συναισθηματική ή και τα δύο μαζί ταυτόχρονα". Την αλήθεια αυτή μπορούμε να τη διαπιστώσουμε μελετώντας είτε τα έργα του Θωμά Ακινάτη (λογική βίωση) είτε του Ιωάννη του Σταυρού και της Τερέζα της Άβιλα (συναισθηματική βίωση). Στις σελίδες που ακολουθούν αυτού του τόμου της Δογματικής του π. Δημητρίου, πολλές φορές η σκέψη του είναι καθαρά υπαρξιστική: θέτοντας ως σκοπό της ζωής την θέωση κατά χάρη, περιγράφει την ιστορία της αγάπης του τριαδικού Θεού προς τον άνθρωπο: "Ο όρος "Παντοκράτωρ" που προτιμάται στην Ανατολική Εκκλησία υπογραμμίζει ότι η παντοδυναμία του Θεού, σε σχέση με τον κόσμο, εξήλθε από την απροσδιόριστη κατάστασή της και ορίστηκε έναντι αυτού ως δύναμη, εκούσια και από αγάπη, στο επίπεδο αντοχής του κόσμου, υπέρ αυτού και όχι εναντίον του". Ο π. Δημήτριος Στανιλοάε δεν συνέθεσε τίποτα το περιττό μέσα στο περιεχόμενο της Δογματικής του.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Η αξιοπιστία ενός βραβείου μετάφρασης

Κάποτε, τα παλιά χρόνια, θα μπορούσε να γίνει και κανείς να μην το πάρει χαμπάρι επειδή ούτε τα μέσα υπήρχαν ούτε σοβαρός έλεγχος γινόταν. Να γίνει δηλαδή μετάφραση της μετάφρασης, όχι δηλαδή από το πρωτότυπο κείμενο, αλλά από δεύτερο "χέρι". Και πάλι, την εποχή εκείνη της πνευματικής και υλικής ένδειας αυτό δεν ήταν τόσο ηθικά κατακριτέο γιατί ο αναγνώστης αποκόμιζε κάποιο ψήγμα του εν λόγω βιβλίου και δεν παρέμενε στην άγνοια. Οι εποχές άλλαξαν και πλέον σε κάποιο επίπεδο μπορεί να γίνει έλεγχος, αλλά θα περίμενε κανείς αυτοί που απονέμουν βραβεία να είναι περισσότερο προσεκτικοί στις αξιολογήσεις τους- εκτός αν γνώριζαν αλλά δεν ανέμεναν ότι θα υπήρχε αποκάλυψη της εθελούσιας πλάνης στην οποία οδήγησαν το αναγνωστικό κοινό.
Η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου,http://athensreviewofbooks.com/?p=1754 Το πιο ανησυχητικό είναι πως σχολιάζει επικριτικά και την αγγλική μετάφραση του Robert Chandler, την οποία διάβασα από τις εκδόσεις του New York Review Books, την μετάφραση δηλαδή που, σύμφωνα με την Ιωαννίδου, χρησιμοποίησε ο Μπλάνας για να "μεταφράσει" τον Γκρόσμαν. Έτσι ή αλλιώς μου είχε κάνει εντύπωση από την αρχή που τον Γκρόσμαν δεν τον μετέφρασε η Ιωαννίδου, η Μπακοπούλου ή ο Τριανταφυλλίδης, γνωστοί και δοκιμασμένοι μεταφραστές από τα ρώσικα- προτίμησα την αγγλική μετάφραση αλλά τελικά απ' ότι φαίνεται είναι η γαλλική που είναι πιο πιστή στο πρωτότυπο κείμενο.
Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
από τις πιο γνωστές μεταφράστριες της ρωσικής γλώσσας, κυριολεκτικά ξεμπροστιάζει τις εκδόσεις "Γκοβόστη" (κρίμα....) και την επιτροπή που απένειμε το κρατικό βραβείο μετάφρασης στον Γιώργο Μπλάνα για τη μετάφραση του "Ζωή και Πεπρωμένο" του Βασίλι Γκρόσμαν. Η έρευνα της και το αποδεικτικό υλικό που προσκομίζει είναι καταλυτικά. Δυστυχώς πρόκειται περί μεταφραστικής απάτης. 
Πόση λοιπόν αξιοπιστία έχει ένα κρατικό βραβείο μετάφρασης; Ας συνυπογράψουμε τα λόγια με τα οποία κλείνει το κείμενο της η Ιωαννίδου: "Από την πλευρά μου θα ήθελα να συγχαρώ όποιον μειοψήφησε στην απονομή αυτού του κρατικού βραβείου και να καλέσω την επιτροπή στο σύνολο της να την αναθεωρήσει άμεσα, πριν την επίσημη απονομή του."

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Ρίτσαρντ Έβανς: Η έλευση του Τρίτου Ράϊχ

Richard Evans: The Coming of the Third Reich, Penguin 2004
Δεν έχει εξαντληθεί η ιστορική προσέγγιση και η καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν στη μία από τις δύο λαίλαπες της ανθρωπότητας στον 20ο αιώνα, σ' αυτή της ναζιστικής Γερμανίας; Όσο υπάρχουν συνθέσεις σαν κι αυτή του Άγγλου ιστορικού Ρίτσαρντ Έβανς, η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Οι συνθετικές μελέτες μιας ολόκληρης περιόδου είναι κατ' αρχάς έργο κοπιώδες και απαιτητικό προκειμένου να τιθασευτεί όλο το υλικό της βιβλιογραφίας, που στην περίπτωση της τριλογίας του Έβανς εκτείνεται σε δεκάδες σελίδες.
Μια τέτοια συνθετική μελέτη, αν και ξεπερασμένη, ήταν "Η άνοδος και η πτώση του Τρίτου Ράϊχ" του Γουίλλιαμ Σίρερ, ενώ η πιο πρόσφατη του Ίαν Κέρσοου επικεντρώνεται περισσότερο στο πρόσωπο του Χίτλερ, γράφοντας την βιογραφία του δικτάτορα παρά αναλύοντας σε βάθος την ιστορική εξέλιξη και τη δομή του Τρίτου Ράϊχ όπως το επιχειρεί ο καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ Ρίτσαρντ Έβανς. Ήδη από την εισαγωγή του πρώτου αυτού τόμου ο Έβανς προειδοποιεί για την διαφορετική μεθοδολογική προσέγγιση που είχαν επιχειρήσει κάποιοι ιστορικοί για την ερμηνεία της ανόδου του ναζιστικού φαινομένου, αλλά όπως αναφέρει "πρέπει να διεισδύσουμε στο νου των ίδιων των ναζί" για να τους κατανοήσουμε, ένα εντελώς ιδιαίτερο και μοναδικό ιστορικό φαινόμενο που δεν είχε όμοιο του, ακόμα και αν την ίδια εποχή ο κόκκινος τρόμος βασίλευε στη Σοβιετική Ένωση- ο Έβανς επισημαίνει τη μοναδικότητα του ναζισμού και η κατανόηση του ως ιστορικού φαινομένου ανάγεται ως βασικός σκοπός της ιστορικής του έρευνας.
Ρίτσαρντ Έβανς
Αναλύοντας τις γερμανικές ιστορικές ιδιαιτερότητες από το 1871 ως το 1914, ο Έβανς επισημαίνει πως το συνταγματικό καθεστώς του Μπίσμαρκ δεν περιείχε καμιά "διακήρυξη αρχών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες", ένα γεγονός που είναι ιστορικά δικαιολογημένο καθώς το Ράϊχ δημιουργήθηκε χάρη στη στρατιωτική δύναμη και την στρατιωτική δράση, με συνέπεια να νομιμοποιηθεί η χρήση της βίας και της δύναμης προς εξυπηρέτηση πολιτικών στόχων.Ενδημικές ταυτόχρονα την περίοδο αυτή ήταν οι τάσεις εθνικισμού, ρατσισμού και φανατικού αντισημιτισμού. Το σημείο καμπής της γερμανικής ιστορίας όμως στον 20ο αιώνα ήταν η ήττα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, μια ήττα που ποτέ δεν πίστεψαν οι Γερμανοί πως ήρθε στο πεδίο των μαχών αλλά γερά εδραιωμένη στο συλλογικό εθνικό ασυνείδητο ήταν η θεωρία της πισώπλατης μαχαιριάς του εσωτερικού εχθρού. Βαθιά σημάδια όμως άφησε και η αποτυχημένη σοσιαλιστική επανάσταση των σπαρτακιστών τον Ιανουάριο 1919 που διαίρεσε ακόμα πιο βαθιά την γερμανική κοινωνία και πολιτική τάξη ανάμεσα στους εθνικιστές και στους κομμουνιστές.  Το βιβλίο όσο προχωρεί κανείς στην ανάγνωση του γίνεται όλο και πιο σκοτεινό, η ιστορία είναι γνωστή αλλά η συστηματική καταγραφή των γεγονότων ίσαμε την άνοδο του Χίτλερ, η οποία δεν ήταν προδιαγεγραμμένη επιμένει ο Έβανς δημιουργεί συναισθήματα φόβου και τρόμου ακόμα και σήμερα- πώς είναι δυνατό αυτό το έθνος με την απίστευτη συνεισφορά σε κάθε τομέα του πολιτισμού να οδηγήσει εαυτόν και όλο τον κόσμο στην αφάνεια και την καταστροφή και μάλιστα αναδεικνύοντας τον Χίτλερ με δημοκρατικές διαδικασίες πρώτο κόμμα το 1933; Ο Έβανς προσφέρει κάποια συμπεράσματα που αξίζει να αναφερθούν: "Οι ρίζες της επιτυχίας των Ναζί βρίσκονταν στην αποτυχία του γερμανικού πολιτικού συστήματος να δημιουργήσει ένα βιώσιμο, εθνικό συντηρητικό κόμμα που θα ένωνε τόσο τους Καθολικούς όσο και τους Προτεστάντες στα δεξιά (σημαντικές είναι οι αναλύσεις του Έβανς για τη διαφορετική εκλογική συμπεριφορά των δύο αυτών κυρίαρχων εκκλησιαστικών δογμάτων), στην ιστορική αδυναμία του γερμανικού φιλελευθερισμού, στην πικρή μνησικακία σχεδόν όλων των Γερμανών για την ήττα στον πόλεμο και τους σκληρούς όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, στον φόβο και στην έλλειψη προσανατολισμού που προκλήθηκε σε πολλούς Γερμανούς της μεσαίας τάξης από τον κοινωνικό και πολιτισμικό μοντερνισμό των χρόνων της Βαϊμάρης, και τον υπερπληθωρισμό του 1923". Ο ναζισμός δεν ήταν μονάχα ένα πολιτικό κίνημα, έστω ένα κίνημα διαμαρτυρίας που γεννήθηκε και ανδρώθηκε από τα προηγούμενα γεγονότα. Ήταν συγχρόνως ένα κίνημα που επιδίωκε να δημιουργήσει έναν καινούργιο κόσμο, έναν καινούργιο άνθρωπο, μια νέα ανθρώπινη φύση, ότι ακριβώς επιδίωκε για τους δικούς του λόγους να δημιουργήσει ο σοβιετικός σταλινισμός. Η κοσμοϊστορική αποστολή που αντιλαμβανόταν για τον εαυτό του ο Ναζισμός έφθανε στο σημείο, λέει ο Έβανς, στην καταστροφή του έργου της Γαλλικής Επανάστασης και στο "γύρισμα προς τα πίσω των δεικτών του ρολογιού, με την πολιτική έννοια του όρου, πολύ περισσότερο πίσω: στα πρώτα χρόνια του Μεσαίωνα.....Η Ναζιστική Επανάσταση έμελλε να είναι η κοσμοϊστορικών διαστάσεων άρνηση της Γαλλικής Επανάστασης, όχι η ιστορική της εκπλήρωση". Βασικό λοιπόν στοιχείο για τη ναζιστική κοσμοεικόνα δεν ήταν μονάχα η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, αλλά το αναποδογύρισμα όλων των επιτευγμάτων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στο ιδεολογικό και πολιτιστικό επίπεδο. Ο Ναζισμός ως κοσμοθεωρία ήταν μια συνολική απάντηση στα δομικά προβλήματα της γερμανικής κοινωνίας μετά το 1918 στη βάση της έννοιας της φυλής, της κουλτούρας και της ιδεολογίας. Ο πρώτος τόμος της τριλογίας του Ρίτσαρντ Έβανς που διαβάζεται απνευστί σαν πολιτικό θρίλερ εκδόθηκε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις "Αλεξάνδρεια"
σε μια ιδιαίτερα πολυτελή έκδοση και σε πολύ καλή μετάφραση από τον Κώστα Αντύπα και επιμέλεια Κώστα Λιβιεράτου.