Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Αγία Γραφή και Σαίξπηρ

Το βιβλίο "Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν" δεν είναι μόνο ένα βιβλίο για έφηβες κυρίως, όσες τουλάχιστον θέλουν να διαβάζουν ατόφια λογοτεχνία και όχι παραλογοτεχνικά σκουπίδια με βαμπίρ και άλλoυς Twilight-κλώνους. Είναι ένα βιβλίο όλων των εποχών, γι' αυτό και είναι κλασικό.
Μέσα στο βιβλίο βρίσκουμε την ακόλουθη προτροπή μητέρας προς την θυγατέρα της και ήδη μητέρα ενός κοριτσιού:

"Το μυστικό είναι στο διάβασμα και στο γράψιμο. Εσύ μπορείς και διαβάζεις. Κάθε μέρα πρέπει να διαβάζεις του παιδιού σου ένα φύλλο από ένα καλό βιβλίο. Πρέπει να το κάνεις αυτό κάθε μέρα, ως που να μάθει το παιδί να διαβάζει μονάχο του. Τότε κι εκείνο πρέπει να διαβάζει κάθε μέρα".

Και ποιά βιβλία προτείνει; Όλον τον Σαίξπηρ και την Αγία Γραφή. "Κάθε μέρα πρέπει να διαβάζεις του παιδιού σου ένα φύλλο από το καθένα, κι ας μην καταλαβαίνεις εσύ τι γράφει, κι ας μην μπορείς να πεις τα λόγια σωστά".



Αγία Γραφή και Σαίξπηρ στο κομοδίνο, λίγο προτού κοιμηθώ, ένα κοίταγμα για να μπορεί ο νους ν' αναπαύεται και όταν κοιμάται.

Λιλίκα Νάκου: Παραστρατημένοι

Δημοσιευμένο το 1935 αλλά με την πλοκή του να διαδραματίζεται στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, το μυθιστόρημα της Λιλίκας Νάκου μένει στη μνήμη καθώς οι χαρακτήρες του, ιδιαίτερα οι γυναικείες μορφές, και σ' αυτό η Νάκου είναι μοναδική στο είδος της, είναι δοσμένες με ζωντάνια, αλλά και με επίκαιρο ενδιαφέρον για τη θέση της γυναίκας στον κόσμο.

Η υπόθεση εξελίσσεται κυρίως στη Γενεύη, όπου καταφεύγουν εκεί η μητέρα Νίτσα Καστρή μαζί με τα δυό παιδιά της, την ονειροπόλα Αλεξάνδρα και τον προβληματικό Νίκο. Παιδιά διαφορετικών πατεράδων, η πρώτη του συζύγου της Καστρή, ο δεύτερος το αποτέλεσμα του θυελλώδους έρωτα της με τον εξάδελφο της Σωτήρη. Η μάνα Καστρή λοιπόν, ένας από τους πολλούς "παραστρατημένους" χαρακτήρες του βιβλίου, εγκαταλείπει την Ελλάδα προκειμένου, όπως πιστεύει, να βρεθεί κοντά στον αληθινό της έρωτα, τον εξάδελφο της Σωτήρη στη Γενεύη.

Λιλίκα Νάκου
Η Αλεξάνδρα όμως είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, μορφή που δεν ανήκει στους "παραστρατημένους" αλλά με βάση την λογική και ένα άδολο συναίσθημα προσπαθεί να σταθεί στον κόσμο, στην ξενιτιά, ανάμεσα σε χαρακτήρες που βολοδέρνουν από τα πάθη τους προκαλώντας χάος και καταστροφή. Δεν θα είναι υπερβολή, τουλάχιστον αυτή η αίσθηση μου δημιουργήθηκε, αν πω πως η Νάκου συνθέτει ένα μυθιστόρημα με καθαρά ντοστογεφσκικούς χαρακτήρες. Είναι τόσο έντονο αυτό το στοιχείο της αβυσαλλέας αμαρτίας σε ορισμένους απ' αυτούς, αλλά και τόσο ανυπόφορη,την ίδια στιγμή, η εκζήτηση της χάριτος και της λύτρωσης, που τρίβεις τα μάτια σου από έκπληξη διαβάζοντας ένα τόσο ολοκληρωμένο, βαθιά ψυχολογικό, ελληνικό μυθιστόρημα. Αν η "Κυρία Ντορεμί" είναι, ίσως, το γνωστότερο έργο της Νάκου, οι "Παραστρατημένοι" είναι το πιο ολοκληρωμένο.

Όπως σε κάθε έργο που μ' αρέσει, κάπου θα γίνεται αναφορά σε βιβλία η ανάγνωση των οποίων αλλάζει τον κόσμο. Η Αλεξάνδρα αισθάνεται ανία, αλλά ήταν τυχερή γιατί είχε έναν πατέρα που μπορεί να μην τον αγαπούσε η μητέρα της, εκείνος όμως αγαπούσε το διάβασμα. 

"Στο σπίτι ο πατέρας, φεύγοντας, είχε αφήσει ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία. Ήτανε, λέγαν μανιακός στο διάβασμα. Η μητέρα όμως αντιπαθούσε τα βιβλία. Πιάνανε σκόνη και τόπο άδικα.....Έξαφνα πίσω μου , ο αέρας άνοιξε βίαια την πόρτα της αποθήκης, που βρίσκονταν τα βιβλία. Έτσι από περιέργεια, μη έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνω, μπήκα να δω πως ήταν εκεί μέσα. Δεμένα, άδετα, πολυτελείς εκδόσεις, φύρδην-μύγδην". 

Εκεί μέσα η Αλεξάνδρα ανακαλύπτει τους αληθινούς θησαυρούς της ζωής, τον Ρενάν, το Νίτσε, τον Τολστόϊ. Ήταν επόμενο λοιπόν να αρχίζει να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά: "Ναι, είχα ανακαλύψει έναν μεγάλο κόσμο, τον κόσμο των βιβλίων. Κι ήμουν ακόμα σαν χαμένη ανάμεσα σ' αυτόν. Από τότε η ζωή μου άλλαξε ολότελα. Ένα πάθος με κυρίεψε, μια ξαφνική δίψα για μάθηση, μια περιέργεια, που σχεδόν με τυραννούσε, να μάθω όσο μπορούσα πιο πολλά".

Το βιβλίο της Νάκου φέρει την ονομασία "Παραστρατημένοι" διότι οι χαρακτήρες του λοξοδρομούν από την αλήθεια και την ανθρώπινη κατάσταση της καλοσύνης και της αγάπης, όχι γιατί είναι κακοί κατά βάθος αλλά γιατί οι συνθήκες της ζωής παραμορφώνουν την κρίση τους με συνέπεια να παρεκκλίνουν από την δυνατότητα κατανόησης του άλλου. Πέρα απ' αυτό, κανείς χαρακτήρας του βιβλίου δεν είναι μονοσήμαντος, δεν είναι μόνο αυτό ή εκείνο. Όλοι έχουν τις καλές και τις κακές τους στιγμές, υπάρχουν ακόμα και στους πιο αμαρτωλούς (ή παραστρατημένους με την ορολογία της Νάκου) στιγμές έκλαμψης και ανάνηψης που φωτίζουν , πρόσκαιρα όμως, τον ψυχικό τους κόσμο.
Από τη σειρά της ΕΡΤ "Παραστρατημένοι"
Ο έρωτας και η καλλιτεχνική δημιουργία, η αποστολή ενός ανθρώπου στον κόσμο, η αναζήτηση ενός τρόπου ζωής άξιου της ελληνικότητας στην ξενιτιά μιας ευρωπαϊκής χώρας με διαφορετική κουλτούρα, η μάχη με τα εθνικά στερεότυπα, ο στοχασμός για τη θέση της γυναίκας στον κόσμο και η αναμέτρηση με τη σεξουαλικότητά της, η νοσταλγία της πατρίδας, είναι θέματα που απασχολούν την Νάκου στο βιβλίο της και τελικά επειδή η γραφή της είναι τόσο ζωντανή, μένουν ζωντανά κι αυτά μέσα μας. Από τους χαρακτήρες της Νάκου σ' αυτό το βιβλίο δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω τον πρώην καλόγερο Κύριλλο, στην αρχή πίστευα πως θα ήταν μια καρικατούρα του Αλιόσα Καραμαζόβ, αλλά η Νάκου πιο τολμηρή, οδηγεί τον Κύριλλο στο έγκλημα- ίσως αν ζούσε ο Ντοστογιέφκσυ και συνέχιζε με την "Ιστορία του Μεγάλου Αμαρτωλού", να είχε παρόμοια κατάληξη ο Αλιόσα!

Σημείωσα μια ακόμα φράση από το βιβλίο, την λέει ο Κώστας Κιμωνίδης, ο δημοσιογράφος με τον οποίο η Αλεξάνδρα επιθυμεί μια κάποια ερωτική σχέση, αλλά μπερδεμένη κι αυτή καθώς είναι, φέρνει τον Κώστα στα όρια της απελπισίας , για να εκστομίσει αυτή την φοβερή κατηγορία: "Τέλος πάντων, αδύνατο να συνεννοηθεί κανείς με γυναίκα και πολύ περισσότερο με Ελληνίδα, με κορίτσι, με "παρθένον"! Η νοοτροπία της εποχής αποτυπωμένη σε μια φράση. Αν υπάρχει πρόοδος από τότε, οφείλεται και σε συγγραφείς σαν τη Λιλίκα Νάκου.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Κατά της ανάγνωσης από μετάφραση



Τι είναι προτιμότερο να διαβάζει κανείς, μεταφρασμένα βιβλία ή βιβλία στο πρωτότυπο κείμενο;

Αν πρόκειται για Έλληνες συγγραφείς, η επιλογή είναι σχεδόν αυτονόητη. Λέω σχεδόν, διότι όπως έχει κατ΄επανάληψη ειπωθεί, ο Καζαντζάκης διαβάζεται καλύτερα σε μια ξένη γλώσσα και όχι στα ελληνικά, σ’ αυτό το ιδίωμα ελληνικών δηλαδή που επέλεγε ο Καζαντζάκης να γράφει. Επίσης οι αρχαίοι συγγραφείς είναι ένα ζήτημα. Η ανάγνωσή τους στο πρωτότυπο είναι επιβεβλημένη όταν ο αναγνώστης γνωρίζει αρχαία ελληνικά, όταν όμως δεν γνωρίζει ή δυσκολεύεται να κατανοήσει όλες τις λεπτές αποχρώσεις του στοχασμού τους επιβάλλεται η μετάφραση.
Δεν είναι όμως αναγκαία η μετάφραση που θα διαβάσουμε να είναι, οποιουδήποτε βιβλίου, γραμμένη στα ελληνικά.

Υπάρχουν διάφορα κριτήρια, αρκετά πειστικά για να προτιμήσει κανείς να διαβάζει, εφόσον μπορεί, τα βιβλία ξένων συγγραφέων όχι στην ελληνική τους μετάφραση αλλά στο πρωτότυπο κείμενο. Υπάρχει το βασικό κριτήριο της επιλογής μεταφραστή και όχι συγγραφέα. Όταν ένα βιβλίο έχει μεταφραστεί περισσότερες από μια φορές, τότε είναι δυνατή η σύγκριση των μεταφράσεων μεταξύ τους και η ανάδειξη της πιο «σωστής» ή πιο «γλαφυρής». Το πρωτότυπο βιβλίο, τότε, γίνεται το βιβλίο του α ή του β μεταφραστή, έστω κι αν δεν πρόκειται ποτέ αυτός να κλέψει τη δόξα του συγγραφέα του βιβλίου, ή ακόμη να διερευνηθεί διεξοδικά η αξιοπιστία της μετάφρασής του. Ας αφήσουμε κατά μέρος το άλλο ηθικό ζήτημα αν η μετάφραση γίνεται από το πρωτότυπο κείμενο ή είναι μετάφραση της μετάφρασης. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο και δεν αναφέρεται στην έκδοση του βιβλίου, πρόκειται περί εξαπάτησης του αναγνώστη και πρέπει να γνωστοποιείται παντού, αν όμως αναφέρεται η κριτική ας γίνει μονάχα στον τρόπο που αποδίδεται λογοτεχνικά η  ελληνική γλώσσα.

Εφόσον ο αναγνώστης γνωρίζει τη γλώσσα του πρωτοτύπου, θεωρώ πως δεν έχει καμιά δικαιολογία να μην διαβάσει το βιβλίο στην αρχική γλώσσα γραφής. Αν προτιμήσει, σ’ αυτή την περίπτωση την μετάφραση και όχι το πρωτότυπο σημαίνει πως είναι ένας αναγνώστης αδαής, κάποιος που προτιμά μασημένη τροφή, ένας ερασιτέχνης της ανάγνωσης, κάποιος που απλώς θέλει να περάσει γρήγορα το χρόνο του, να τελειώσει στο άψε σβήσε ένα βιβλίο και να περάσει στο επόμενο, ένας καταναλωτής σελίδων. Το πρωτότυπο κείμενο αξίζει περισσότερο σεβασμό. Η μεταφορά στην μητρική γλώσσα, όσο αξιέπαινη και αν θεωρείται σαν προσπάθεια, όσο τιμημένος κι αν είναι ο κόπος του μεταφραστή, δεν γίνεται να αντικαταστήσει, στα μάτια του σοβαρού αναγνώστη, τον κόπο αλλά και την απόλαυση που γεννά η ανάγνωση του πρωτότυπου κειμένου. Μόνο σε μια περίπτωση δικαιολογείται η ανάγνωση σε μετάφραση: όταν αγνοείται η πρωτότυπη γλώσσα γραφής, αλλά ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση δεν αποκτά ο έλληνας μεταφραστής προτεραιότητα στην αναγνωστική επιλογή μετάφρασης απέναντι σε κάποιον αλλοδαπό μεταφραστή. Εφόσον υπάρχει η δυνατότητα, πρέπει να γίνεται σύγκριση μεταξύ της ελληνικής και άλλων μεταφράσεων και ο αναγνώστης να προτιμά εκείνη που «κάθεται» καλύτερα στα προσωπικά γούστα του. Θεωρώ, λ.χ., και ας ακούγεται προκλητικό στα αυτιά κάποιων, τις αγγλικές μεταφράσεις των Ρώσων κλασικών της Κονστάνς Γκαρνέτ κατά πολύ θελκτικότερες για τα μάτια μου από τις αντίστοιχες ελληνικές.


Κονστάνς Γκαρνέτ
Δεν πρέπει ο κόπος που επιβάλλει η ανάγνωση των πρωτότυπων κειμένων να μας αναγκάσει να διολισθήσουμε στην μεταφραστική ευκολία παρά μονάχα σε έκτακτες ανάγκες, όταν φερ’ ειπείν είναι πιο εύκολο να βρεθεί στα χέρια μας η ελληνική μετάφραση ενός βιβλίου από το πρωτότυπο κείμενο ή όταν η τιμή κόστους του πρωτότυπου είναι απαγορευτική για την τσέπη μας. Μονάχα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όσο έλεγχο κι αν δεχόμαστε από τη συνείδηση μας, είναι δικαιολογημένη η απόκτηση ενός μεταφρασμένου βιβλίου.

Ας διαβάσουμε ένα βιβλίο λιγότερο στο χρόνο που θα αφιερώσουμε για να ολοκληρώσουμε το διάβασμα ενός πρωτότυπου κειμένου. Ας μην βαρυγκωμούμε ακόμη κι αν χρειαστεί ν’ ανοίξουμε εκατοντάδες φορές το λεξικό για να βρούμε μια άγνωστη λέξη ή να την καταγράψουμε ακόμη στο προσωπικό μας τετράδιο για να  μελετήσουμε αργότερα την εκφραστική της δυναμική. Ας πούμε όχι σε κάθε ευκολία. Αν κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να ανέλθουμε σε ένα ανώτερο αισθητικό επίπεδο και πρέπει να διαβάσουμε έναν αγαπημένο συγγραφέα που μάθαμε, δυστυχώς, πρώτα σε μετάφραση, ας αναλωθούμε στην εκμάθηση ακόμη μιας ξένης γλώσσας προκειμένου να τον απολαύσουμε στη δική του γλώσσα.

Μερικές φορές αναρωτιέμαι, παιδικά έστω: αν στην ερχόμενη ζωή έλθουμε σε επαφή με τον αγαπημένο μας συγγραφέα, δεν θα είναι όμορφο να μπορέσουμε να του μιλήσουμε στη γλώσσα του;

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Αλμπέρτο Μανγκέλ, ένα πρότυπο.

Ο Αλμπέρτο Μανγκέλ είναι ένας πολύ ευτυχισμένος άνθρωπος. Ζει ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες βιβλία, τα οποία για να τα στεγάσει ανακαίνισε ένα παλιό μεσαιωνικό πρεσβυτέριο κάπου στη νοτιοδυτική Γαλλία. Έναν χώρο όπου, όπως λέει ο ίδιος, τα βιβλία αναπαράγονται μέσα στη νύχτα!
A History of Reading, εκδόσεις Viking 1996

Τον συγγραφέα Μανγκέλ τον είχα γνωρίσει πριν από πολλά χρόνια όταν είχα παραγγείλει ένα δέμα με βιβλία από την Αμερική και ανάμεσα στα πολύτιμα αποκτήματά μου ήταν και το "A History of Reading" που αργότερα μεταφραστηκε και στα ελληνικά. Ήταν η πρώτη επαφή μου με τον Μανγκέλ, ένα βιβλίο για το βιβλίο και το πάθος της ανάγνωσης, μια ιστορική και κοινωνιολογική καταγραφή που με εντυπωσίασε. Αργότερα έχασα τα ίχνη του συγγραφέα για να τον ξαναθυμηθώ και πάλι πρόσφατα αναζητώντας γι' αυτόν διάφορες πληροφορίες από το διαδίκτυο.
Ο Μανγκέλ ομολογεί ως βασική του ιδιότητα αυτή του αναγνώστη, η ανάγνωση βιβλίων προσδιορίζει το είναι του. Γεννημένος το 1948 στο Μπουένος Άιρες ήρθε γρήγορα σ' επαφή με πολλές και διαφορετικές κουλτούρες, καθώς ο πατέρας του ήταν ο πρεσβευτής της Αργεντινής στο Ισραήλ. Την ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία τις γνώρισε αργότερα από την αγγλική όπως παραδέχεται ο ίδιος, αν και το καθοριστικό γεγονός που τον σημάδεψε ήταν η γνωριμία του με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες όταν ο έφηβος Αλμπέρτο εργαζόταν σ' ένα βιβλιοπωλείο στην πρωτεύουσα της Αργεντινής. Ο Μπόρχες τότε ήταν τυφλός, αλλά όχι εντελώς όπως αποκάλυψε ο Μανγκέλ σε μια συνέντευξή του, δεν μπορούσε βέβαια να διαβάσει όμως είχε την μαγική ικανότητα να διακρίνει τίτλους βιβλίων στο βιβλιοπωλείο όπου εργαζόταν ο μικρός Αλμπέρτο.
Στο σπίτι του Μανγκέλ, κάποια βιβλία
Ο Μπόρχες πρότεινε τότε στον Μανγκέλ κάποια απογεύματα να πηγαίνει σπίτι του και να του διαβάζει βιβλία, και για τα επόμενα τρία σχεδόν χρόνια ο Αλμπέρο Μανγκέλ υπήρξε ο προσωπικός αναγνώστης βιβλίων για τον μεγάλο αργεντινό συγγραφέα, ο οποίος δεν περιοριζόταν σε μια παθητική ακρόαση των όσων του μετέδιδε ο Μανγκέλ αλλά τροφοδοτούμενος από την υπερδιογκωμένη μνήμη του- μιας και τα περισσότερα βιβλία που διάβαζε ο Μανγκέλ ο Μπόρχες ήδη τα γνώριζε- προέβαινε σε απίθανες γλωσσολογικές, υφολογικές και λεπτομερείς παρατηρήσεις γύρω από την φύση του αναγνώσματος που εξέπλητταν τον αμαθή, ακόμα, Μανγκέλ. 

O Μανγκέλ έχει δώσει πολλές διαλέξεις σε τρεις, τουλάχιστον, γλώσσες, απ' όσο μπόρεσα να βρω το Youtube. Μιλά με χαρακτηριστική άνεση τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα ισπανικά, σ' ένα αργό μελωδικό τέμπο κάθε μια απ' αυτές τις γλώσσες προσέχοντας ακόμα κι όταν μιλά εκτός κειμένου να είναι ακριβής και περιεκτικός στις εκφράσεις του. Οι τρεις γλώσσες που μιλά καθόρισαν και τον τρόπο οργάνωσης της τεράστιας βιβλιοθήκης του στη Γαλλία: υπάρχει ένα τμήμα στα αγγλικά, ένα στα γαλλικά και ένα ακόμη στα ισπανικά. Τα βιβλία που αναφέρονται στα βιβλία είναι ένα ακόμα μεγάλο τμήμα. Ο ίδιος λέει πως η βιβλιοθήκη του πέρασε από πολλά στάδια, από τα πρώτα παιδικά του χρόνια ως τις πολλές μετακομίσεις, από τα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας στην Αργεντινή όπου μπορούσες να συλληφθείς έχοντας στην κατοχή σου ένα απαγορευμένο βιβλίο, το ταξίδι των βιβλίων μέσα σε χαρτόκουτα εναλλάσονταν με την αναπαυτική τους θέση στα ράφια των βιβλιοθηκών που έστηνε ο Μανγκέλ σε διάφορα σπίτια και σε πολλές πόλεις ως την τελευταία του κατοικία που είναι το πρεσβυτέριο της νοτιοδυτικής Γαλλίας. 

Ο Μανγκέλ είναι, και σ' αυτό με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, εναντίον του δανεισμού βιβλίων. Αν θέλω, λέει σε ένα κείμενο του, να δώσω σε κάποιον να διαβάσει ένα βιβλίο προτιμώ να τυ το φωτοτυπίσω, διότι ο δανεισμός ενός βιβλίου είναι παρακίνηση για την κλοπή του. Αυτό η ηθική στάση δεν μας απαγορεύει να την χαλαρώνουμε όταν οι συνθήκες επιβάλλουν να "απαλλοτριώσουμε" βιβλία από προθήκες βιβλιοπωλείων ή βιβλιοθηκών, αυτό δεν το λέει ο Μανγκέλ αλλά εγώ. Αν είχα επισκεφθεί το σπίτι του δύσκολα θα αντιστεκόμουν στον πειρασμό να αφαιρέσω κάποιους τόμους που θα τους είχα άμεση ανάγκη!  

Παρά την τεράστια βιβλιοκατοχή, ο Μανγκέλ είναι συντηρητικός στα αναγνώσματα και στις επιλογές του. Κάπου αναφέρει πως είχε αποβάλλει από τα ράφια της βιβλιοθήκης του το "American Psycho" του Μπρετ Ήστον Έλλις λόγω της σκληρής και ηθελημένης βίας που βρίσκεται στις σελίδες του, λέγοντας μάλιστα πως δεν θα χάριζε σε κάποιον ένα βιβλίο που δεν αγαπούσε ο ίδιος. Επίσης, έχοντας περάσει τα 60 του χρόνια προτιμά να διαβάζει όχι καινούργια πράγματα αλλά παλιό και καλό υλικό. 

Ο Αλμπέρτο Μαγνκέλ είναι ένας άνθρωπος που ανακάλυψε το είναι μέσω του διαβάσματος, είναι ένα πρότυπο στο οποίο οφείλουμε να επανερχόμαστε για έμπευση και μίμηση.

Μ. Καραγάτση: Το Χαμένο Νησί

Η νουβέλα αυτή του Μ. Καραγάτση, που καταλαμβάνει μια εντελώς ιδιόμορφη θέση στο συνολικό του έργο λόγω της ονομασίας της από τον ίδιο ως "φανταστικής", δημοσιεύεται για πρώτη φορά το 1943. Διαδραματίζεται στο νησί Τήλος, ένα νησί που μετακινήθηκε από τον φυσικό του χώρο, το ελληνικό αρχιπέλαγος, και βρέθηκε στον Ειρηνικό Ωκεανό ονομαζόμενο πλέον Ταϊλί.


Ο Καραγάτσης χρησιμοποιεί το γνωστό εύρημα της ανακάλυψης κάποιου χειρογράφου, προσωπικού ημερολογίου το οποίο βρέθηκε στο σεντούκι κάποιου αρχαίου ναού, ένα χειρόγραφο που το έγραψε κάποιος ο οποίος εκτός από μόρφωση "πρέπει να ήταν ολωσδίλου ανισόρροπος- για να μη πω τρελός- αν κρίνει κανείς από τα γραφόμενά του", όπως μας λέει στην Εισαγωγή. 

Το στοιχείο του φανταστικού, έτσι όπως το έχουμε γνωρίσει από τους μαιτρ της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι πολύ αδύναμο σ' αυτή τη νουβέλα του Καραγάτση. Στην ουσία είναι η εκπλήρωση μιας κατάρας, της γριάς Χουχού (αληθινή καραγατσική ηρωίδα), η οποία "προφητεύει" την μετακίνηση της Τήλου και την εξαφάνιση της στους Ωκεανούς. Δεν είναι όμως αδύναμη η εξιστόρηση στη νουβέλα που αναδεικνύει όλα τα σημαντικά γνωρίσματα της λογοτεχνίας του Καραγάτση, τον αισθησιασμό και τον ρεαλισμό του, την απαισιόδοξη και μοιρολατρική απεικόνιση της ανθρώπινης φύσης, τα αρχέγονα καταστροφικά πάθη που λυμαίνονται κοινωνίες και ανθρώπινες ψυχές. Σ' αυτά είναι άφθαστος ο Καραγάτσης, και αυτά δίνονται άφθονα σ' αυτό το μικρό βιβλίο. 

Τούτες οι περιγραφές της έντονης σεξουαλικότητας αναδεικνύουν τον Καραγάτση ως τον πιο παθιασμένο  ερωτικό συγγραφέα της ελληνικής λογοτεχνίας: 

"Μια κυρίαρχη επιθυμία μ' έσπρωχνε ν' αρπάξω την κοπέλα και να τη νεμηθώ τώρα δα, αμέσως, σ' ένωση κτητική, βουβή κι απαίσια. Πρέπει όλη αυτή την εξωσυνείδητη βούληση που καθρεφτιζόταν στη μορφή μου να την ένιωσε η γυναίκα με τον ευαίσθητο σεξουαλικό δείκτη. Και με κοιτούσε με ματιές σκοτεινές, σα να με προκαλούσε όχι να τολμήσω, αλλά πως δεν θα είχα το κουράγιο".  

 Ο ναυαγός που βρίσκεται στην Τήλο, λοιπόν, έχει ν΄αναμετρηθεί με την προσωπική του τραγωδία την οποία κουβαλά στην Τήλο και μολύνει το νησί, και με τους πόθους τους οποίους ξυπνά το αιώνιο θηλυκό που απειλεί να διασαλέψει την ηθική τάξη την οποία εκφράζει ο λόγος της γριάς Χουχού, που όμως κι αυτή αν και τυφλή, μισότρελη και σιχαμερή μιλά σαν ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας: "Ό,τι έχει γράψει η Μοίρα με το δάχτυλό της στο χαρτί τ' ουρανού, θα γίνει...".

Δεν είναι βέβαια το κείμενο που θα μας μείνει για πολύ καιρό στη μνήμη αφότου το ολοκληρώσουμε, ειδικά σε σχέση με το υπόλοιπο έργο του Καραγάτση δεν καταλαμβάνει παρά τις τελευταίες θέσεις εφόσον ως πρόθεση του συγγραφέα, να συγγράψει ένα έργο φανταστικής λογοτεχνίας, δεν ευδοκιμεί. Μένει όμως στη μνήμη ως αναγκαίο συμπλήρωμα των άλλων μεγάλων και δεξιοτεχνικών έργων του συγγραφέα, αλλά και για τη μορφή της γριάς Χουχού που μέσα στην τρέλα της εκστομίζει αλήθειες!

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Ισλανδία και Βιβλίο

Οι Ισλανδοί δεν είναι μονάχα η ομάδα έκπληξη του Euro 2016 αλλά και φανατικοί αναγνώστες όπως διαβάζουμε την σχετική καταχώρηση στην Wikipedia για την Ισλανδία:

"Οι Ισλανδοί είναι λαίμαργοι καταναλωτές της λογοτεχνίας, έχοντας τον μεγαλύτερο αριθμό, αναλογικά με το πληθυσμό, βιβλιοπωλείων παγκοσμίως. Για το μέγεθος της η Ισλανδία εισάγει και μεταφράζει περισσότερη διεθνή λογοτεχνία από κάθε άλλο έθνος. Η Ισλανδία επίσης έχει τις υψηλότερες κατά κεφαλή εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών, και γύρω στο 10% του πληθυσμού θα εκδώσει ένα βιβλίο στη ζωή του".






Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Σίνκλαιρ Λιούις: Μπάμπιτ

Το 1922 δημοσιεύεται ο Μπάμπιτ, και το 1930 ο Σίνκλαιρ Λιούις λαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, οπότε αυτό το βιβλίο συνιστά έναν αποφασιστικό σταθμό στην απόφαση βράβευσης του αμερικάνου συγγραφέα.

Ποιός ήταν ο κύριος Μπάμπιτ; Με τα χαρακτηριστικά λόγια του Λιούις στην αρχή του βιβλίου αποκτούμε την πρώτη επαφή μαζί του: 

"Το όνομά του ήταν Τζωρτζ Φ. Μπάμπιτ. Ήταν σαράντα έξι χρονών τώρα, τον Απρίλιο του 1920, και δεν είχε καμιά ιδιαίτερη ασχολία, δεν έφτιαχνε ούτε βούτυρο, ούτε υποδήματα, ούτε ποίηση, αλλά ήταν επιδέξιος στην πώληση σπιτιών σε μεγαλύτερη τιμή απ' αυτή που μπορούσε ο κόσμος να διαθέσει προς αγορά".

Ο μεσίτης Μπάμπιτ είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου και μαζί μ΄αυτόν μια ολόκληρη κοινωνική τάξη και μια νοοτροπία της αμερικανικής ζωής στις αρχές του 20ου αιώνα, και όπως κάθε μεγάλος συγγραφέας, έτσι και ο Λιούις μας βοηθά ν' ανιχνεύσουμε την συμπεριφορά και την λογική του λευκού αμερικάνου μικροαστού, ο οποίος ενδέχεται σήμερα, ο διάδοχος του Μπάμπιτ, να είναι και ψηφοφόρος του Ντόναλντ Τραμπ.
Η ζωή του Μπάμπιτ είναι η εργασία του και η ηθική που αυτή συνεπάγεται είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Είναι ο Μπάμπιτ, στην συντηρητική πόλη Ζενίθ όπου ζει και εργάζεται, ένα πρότυπο, ή θέλει ν' αποτελεί ένα πρότυπο για την οικογένεια του και τον κοινωνικό και επαγγελματικό περίγυρο που αποτελείται από επιτυχημένους ανθρώπους. Ο Λιούις περιγράφοντάς τον φέρνει στα μάτια μας όχι απλά έναν ιδιαίτερο τύπο, αλλά έναν αμερικάνικο ιδεότυπο: "Ήταν, μέχρι τα μπούνια, ο τέλειος προϊστάμενος γραφείου, ένας καλοζωισμένος άνδρας με το αρμόζον μαλακό καφετί καπέλο και τα άνευ σκελετού γυαλιά, καπνίζοντας ένα μακρύ πούρο και οδηγώντας ένα καλό όχημα κατά μήκος ενός ημι-προαστιακού άλσους".

Ο Μπάμπιτ έχει ένα σκοπό, να κερδίζει χρήματα. Για τον σκοπό αυτό οργανώνεται στο Εμπορικό Επιμελητήριο της πόλης του προκειμένου να αντιμερωπίσει τον ριζοσπαστικό συνδικαλισμό των εργαζομένων που προκαλεί αταξία. Ο Μπάμπιτ είναι ηθικό πρότυπο, διέπεται από τις αξίες της εργατικότητας, της εγκράτειας (αποχή από το αλκοόλ- όσο μπορεί τουλάχιστον!), της πληρωμής των χρεών του και της συνεισφοράς προς την εκκλησία.
Σίνκλαιρ Λιούις
Είναι όμως ευτυχισμένος; Το αμερικάνικο όνειρο του Μπάμπιτ αρχίζει να ξεθωριάζει όταν πηγαίνει μια εκδρομή στο Μαίην με τον κολλητό του φίλο Πωλ, κι εκεί ατενίζοντας την ομορφιά της φύσης, μακριά μάλιστα από τις ανάγκες της οικογένειά του, αρχίζει να καταλαβαίνει πως η ελευθερία έχει πολλές όψεις. Τούτη η ελευθερία για τον Μπάμπιτ είναι η σύναψη ενός εξωσυζυγικού δεσμού καθώς και η υιοθέτηση μιας ριζοσπαστικής και φιλελεύθερης ιδεολογίας που έρχεται σε αντίθεση με τον συντηρητισμό που βίωνε ως τότε, αλλά και πάλι παρά την περιπλάνησή του αυτή, θα καταλήξει στην συζυγική οικία αντιλαμβανόμενος πως η προσωπική του ελευθερία όταν συγκρούεται με την συμβατική ζωή του ως οικογενειάρχη, ανθρώπου εργατικών αρετών και μιας συντηρητικής ωφελιμιστικής θεώρησης, μόνο τραγωδία μπορεί να επιφέρει.

Ο Μπάμπιτ εγκαταλείποντας τον ριζοσπαστισμό του θα γίνει μέλος της Ένωσης των Καλών Πολιτών, μια συλλογική έκφραση του αμερικάνικου ηθικού κώδικα της μεσαίας τάξης. Λέει τόσο χαρακτηριστικά ο Λιούις: "Όλοι τους συμφωνούσαν πως οι εργατικές τάξεις πρέπει να παραμείνουν στη θέση τους, και όλοι τους αντιλαμβάνονταν πως η Αμερικάνικη Δημοκρατία δεν εξυπονοούσε οποιαδήποτε ισότητα πλούτου, αλλά επιζητούσε την απόλυτη ενότητα σκέψης, αμφίεσης, ζωγραφικής, ηθών και λεξιλογίου". Παρά την υποταγή του Μπάμπιτ, στο τέλος του βιβλίου μια αχτίδα φωτός, μια έκλαμψη του παλιού ριζοσπαστιμού του φαίνεται στον τρόπο που καθοδηγεί τον γιό του Τεντ να είναι ο εαυτός του και όχι ένας κομφορμιστής που θα υποκύπτει στις απαιτήσεις των άλλων.

Ο Μπάμπιτ του Σίνκλαιρ Λιούις αντιμετώπισε δριμεία κριτική καθώς πολλοί ήσαν αυτοί που δεν αναγνώρισαν τον Μπάμπιτ ως ένα καθολικό αμερικάνικο πρότυπο μεσοσαστού. Σήμερα όμως μπροούμε ν' αναγνωρίσουμε στο πρόσωπό του τον βασικό στυλοβάτη των αξιών του λευκού αμερικάνου ανθρώπου της μεσαίας τάξης που αγωνίζεται να πετύχει επαγγελματικά και να είναι πιστός στην αρχή της οικογένειας και της συζυγικής πίστης, αλλά αποτυγχάνει όταν ο κομφορισμός γίνεται τρόπος ζωής. Μια σπίθα αρκεί για την έκρηξη. Μπορεί να ειπωθεί πως είναι ο Μπάμπιτ ένα Bildungsroman του επαγγελματία αμερικάνου πολίτη, κάπως ανολοκλήρωτο όμως μιας διαρκεί πολύ λίγο η μαθητεία του σε αντικομφορμιστικές αξίες- ο πωλητής Μπάμπιτ επιστρέφει σ' αυτό που ήξερε καλά:

"Τότε πηγαίνει ευτυχισμένος για ύπνο, με τη συνείδηση του καθαρή, έχοντας συνεισφέρει τον οβολό του για την ευημερία της πόλης και για τον προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό". 

Ο Μπάμπιτ, ένας καθημερινός τραγικός ήρωας της αμερικάνικης μεσαίας πόλης, ένας εν δυνάμει ψηφοφόρος του Τραμπ.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Ιερομόναχος Γρηγόριος: Η Θεία Ευχαριστία και η Θεία Κοινωνία

Έκδοση Δόμος, 2001
Επίκεντρο της ζωής του Χριστιανού είναι η μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας και ειδικότερα στο μυστήριο των μυστηρίων, τη Θεία Ευχαριστία. Ο σκοπός της ύπαρξης της εν Χριστώ ζωής είναι η όσο το δυνατό συχνότερη Θεία Κοινωνία η οποία όμως προϋποθέτει κάποιες αξιώσεις πνευματικότητας, προσοχής και εγρήγορσης εκ μέρους του πιστού.

Ο αγιορείτης Ιερομόναχος Γρηγόριος του Κουτλουμουσιανού Κελλίου του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου μας έχει δώσει εξαιρετικά συγγράμματα πνευματικής καλαισθησίας που αναδεικνύουν διάφορες όψεις της χριστιανικής πίστης. Το συγκεκριμένο περιγράφει, όσο είναι δυνατό αυτό, τους αναβαθμούς της Θείας Λειτουργίας η οποία κορυφώνεται στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και τη συνακόλουθη άξια συμμετοχή των πιστών σ' αυτό. 

Κατάφορτο από βιβλικές παραπομπές και πατερικές αναφορές, το βιβλίο του Ιερομονάχου Γρηγορίου αποτελεί μια ουσιαστική βάση για στοχασμό και εσωτερική ανακεφαλαίωση από την πλευρά του πιστού για τον σκοπό της ύπαρξης του, είναι μια υπενθύμιση του ρεαλιστικού χαρακτήρα της χριστιανικής ζωής η οποία συνίσταται στην βρώση του σώματος του Χριστού και στην πόση του  αίματός του- τίποτα λιγότερο απ' αυτό. Η άξια συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία πρέπει να συνιστά τη μόνη μέριμνα του χριστιανού. Επίσης πολύ σημαντική είναι η συνεισφορά του βιβλίου στο ότι διαλύει πλάνες, δυστυχώς επικρατούσες ακόμη ανάμεσα σε κύκλους πιστών, όπως λ.χ. η εθιμοτυπική και σπάνια προσέλευση στο Άγιο Ποτήριο. Λέει συγκεκριμένα κάπου: "Ο ιερός Χρυσόστομος καταδικάζει με τα αυστηρότερα λόγια μια συνήθεια την οποία έχουν ακόμη και σήμερα οι χριστιανοί: Να κοινωνούν μόνον στις μεγάλες εορτές, ανεξάρτητα από το εάν είναι προετοιμασμένοι ή όχι για τη θεία Κοινωνία.  Οι χριστιανοί αυτοί νομίζουν ότι αν κοινωνήσουν μόνο μία φορά το χρόνο χωρίς εξομολόγηση και πραγματική μετάνοια για τις αμαρτίες τους δεν καταδικάζονται γι' αυτό". 

Είναι επιτακτική, λοιπόν, η συχνή μετοχή στο μυστήριο, με τις προϋποθέσεις που κανόνισαν οι άγιοι Πατέρες οι οποίοι παρέχουν τον ασφαλή οδηγό για τη βίωση της χριστιανικής ζωής στην πληρότητά της. Με το βιβλίο αυτό ξεκαθαρίζονται πολλά μυθεύματα γύρω από το τόσο σημαντικό αυτό θέμα γιατί περιέχει την θεολογία της Εκκλησίας, την απλανή διδασκαλία που καθοδηγεί σωστά τους πιστούς. Όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή η προσπάθεια αξίζει να το προσπαθήσει κανείς, να αξιωθεί δηλαδή κάποτε να κοινωνήσει αξίως των αχράντων μυστηρίων.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Ονορέ ντε Μπαλζάκ: Σαραζίν

Εκδόσεις Στερέωμα, Μετάφραση Κώστας Κατσουλάρης
Η νέα έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Στερέωμα της μικρής αυτής νουβέλας του Μπαλζάκ αξίζει να διαβαστεί γιατί πέρα από την ικανοποιητική απόδοση στα ελληνικά προσφέρει και ένα καλοδουλεμένο επίμετρο του μεταφραστή Κ.Κατσουλάρη το οποίο επεξηγεί στον αναγνώστη διάφορες ερμηνευτικές προσεγγίσεις της εμβληματικής ιστορίας του Μπαλζάκ.

Η κριτική και η ερμηνεία ενός έργου δεν σταματά ποτέ παρά μόνο αν σταματήσει να διαβάζεται. Ο Σαραζίν, ένας γλύπτης, ερωτεύεται μια τραγουδίστρια της όπερας, τη Ζαμπινέλα, αλλά τα φαινόμενα δεν είναι η πραγματικότητα. Ο Σαραζίν ξεγελιέται από το φαινόμενο διότι στο νου του έχει σχηματίσει μια ιδέα περί ιδανικής ομορφιάς την οποία "είχε ως τότε αναζητήσει εδώ κι εκεί στη φύση", αλλά την ανακαλύπτει στην ομορφιά της Ζαμπινέλα.

Πρώτο πράγμα που μας στενοχωρεί στην νουβέλα είναι ο αδάμαστος πλατωνισμός του Σαραζίν, όταν ανακαλύπτει την αλήθεια πίσω από την αληθινή φύση της Ζαμπινέλα: "Κάθε φορά που θα βλέπω μια πραγματική γυναίκα θα σκέφτομαι συνέχεια αυτήν, μια φανταστική.....στο μυαλό μου θα έχω πάντοτε μια ουράνια άρπυια που θα έρχεται και θα χώνει τα νύχια της σε όλα τα αντρικά μου συναισθήματα και θα σημαδεύει όλες τις άλλες γυναίκες με μια σφραγίδα ατέλειας".

Ο πλατωνισμός είναι αυτός που δεν αφήνει τον Σαραζίν να χαρεί την πραγματικότητα της Ζαμπινέλα πέρα από την φαινομενική εξαπάτηση του φύλου της. Εκείνη, όντας πιο προσγειωμένη στην πραγματικότητα και παρά την εθελούσια συμμετοχή της στην εξαπάτηση, είναι πιο επιφυλακτική απέναντι στα αισθήματα του Σαραζίν. Αναζητώντας με πάθος το απόλυτο, ο Σαραζίν θα οδηγηθεί στην καταστροφή διότι, πέρα από την.  πληγή στα αισθήματα του, η αλήθεια που αποκαλύπτεται επιφέρει την αμφισβήτηση και της καλλιτεχνικής του υπόστασης, κλονίζει την Ιδέα μέσα του και γι' αυτό αγανακτεί μόλις μαθαίνει την αλήθεια: "Πιστεύεις ότι μπορείς να κοροϊδέψεις το μάτι του καλλιτέχνη;"

Μία από τις αναφορές στο επίμετρο της έκδοσης, αλλά δυστυχώς δεν αναλύεται περισσότερο, λέει πως "δεν είναι λίγες τα τελευταία χρόνια οι αναλύσεις που "διαβάζουν" τον Σαραζίν μέσα από μια γκέι προοπτική"- νομίζω όμως πως η απογοήτευση του Σαραζίν για το πραγματικό φύλο της Ζαμπινέλα αποτελεί κριτική για την απώλεια της ενότητας που θα προσέφερε η σχέση άνδρα-γυναίκας αν καρποφορούσε η σχέση. Στα πλαίσια της αποδοχής της διαφορετικότητας είναι δυνατή και η αντίθετη ανάγνωση, ειδικά σήμερα όπου η γκέι ατζέντα αναδεικνύεται σε ναυαρχίδα κάθε μετανεωτερικής φιλολογίας. Είναι όμως εγγενής ιδιότητα ενός αριστουργηματικού έργου να προσφέρει πολλαπλές ερμηνείες ή να γεννά επιθυμίες για διαφορετικές και αντιφατικές προσεγγίσεις.



 

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος: Φθινόπωρο

Το 1917 κυκλοφόρησε το Φθινόπωρο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου και γι' αυτό το βιβλίο ο χρόνος έχει αφήσει πάνω του τα σημάδια του, αν και η αναγνωστική εμπειρία που σου προσφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο σ' αφήνει με την επιθυμία να διαβάσεις ακόμα περισσότερα πράγματα απ' αυτόν τον συγγραφέα για να τον γνωρίσεις καλύτερα.

Το εντυπωσιακό στοιχείο σ' αυτήν την έκδοση δεν είναι το κείμενο του Χατζόπουλου αυτό καθ' αυτό, αλλά το εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης της "Σύγχρονης Εποχής" (2013) απ' όπου και διάβασα το βιβλίο.  Λέει κάπου ο συγγραφέας του εν λόγω σημειώματος, απηχώντας φυσικά την εκδοτική ιδεολογία της "Σύγχρονης Εποχής":

"Είναι αλήθεια ότι το Φθινόπωρο αποτελεί σημαντικό επίτευγμα της ελληνικής πεζογραφίας. Είναι όμως το ίδιο φανερή κι η ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα του. Πίσω από τη "μαγεία", τη "γοητεία", τη μελαγχολία", την "ποίηση", και τη δήθεν "αδυναμία να κατανοηθεί με τη λογική", το Φθινόπωρο ενσαρκώνει την γκρίζα πραγματικότητα, την άνανθη, την άσκοπη, τη θρυμματισμένη ψυχική κατάσταση, την άδικη και παράλογη διάρθρωση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας".

Κ. Χατζόπουλος
Είναι εντυπωσιακό πόσο παραμορφωτικά μπορεί να διαβαστεί ένα κείμενο και ν' αποδοθούν προθέσεις σ΄έναν συγγραφέα ο οποίος, σύμφωνα με την ανάλυση του εκδότικού οίκου "Σύγχρονη Εποχή" υπήρξε οπαδός του σοσιαλισμού και βοήθησε στη διάδοση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας στην χώρα του. Από το κείμενο, ωστόσο, του Φθινοπώρου δεν συνάγεται από πουθενά ότι ο συγγραφέας καταφέρεται εναντίον της "παράλογης διάρθρωσης της εκμεταλλευτικής κοινωνίας". Ίσως να ήθελε να γράψει ένα ρομαντικό αφήγημα, χρησιμοποιώντας το υπερβατικό στοιχείο της φύσης και των υπαινικτικών εκφράσεων των χαρακτήρων του προκειμένου να προσδώσει μια καταθλιπτική και ατελέσφορη ερωτική ιστορία, αυτή του Στέφανου και της Μαρίκας,  μέσα σ' ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου κυριαρχούσε η χαμηλών τόνων εχθρότητα. Αυτό είναι το επίτευγμα του Χατζόπουλου και όχι η καταδίκη των εκμεταλλευτικών μορφών της κοινωνίας όπου ζούσε. 

Στο μυθιστόρημα αυτό δεν υπάρχουν ούτε όμορφες στιγμές, ούτε όμορφες εικόνες αλλά η επικράτηση ενός ανολοκλήρωτου πνεύματος, ανολοκλήρωτων συναισθημάτων και μιας υπόκωφης καχυποψίας από τη μεριά των συγγενών οι οποίοι, κατά την γνώμη μου, συνιστούν και τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες λόγω των υπαινικτικών βλεμμάτων και της εξ απαλών ονύχων εκδηλώμενης κακίας.  Είναι ένα ανάγνωσμα που σου αφήνει μια στυφή γεύση, η έλλειψη πλοκής δεν μπορεί να αντικατασταθεί μόνο από την περιγραφή ωραίων ψυχικών ή φυσικών εικόνων- η ακινησία και η μουντάδα του φθινοπώρου ως εποχής, το μεταβατικό στάδιο που αυτό σημαίνει, εκδηλώνεται σε κάθε σελίδα του Χατζόπουλου δημιουργώντας ανάλογα αποπνικτικά αισθήματα και στον αναγνώστη.



 

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Ουμπέρτο Έκο: Η Μυστηριώδης Φλόγα της Βασίλισσας Λοάνα

Ο Γιάμπο χάνει τη μνήμη του αλλά αυτό είναι το λιγότερο κακό που παθαίνει διότι έτσι του συμβαίνει κάτι εντελώς αναπάντεχο, σαν ένα δώρο της τύχης που δεν το περίμενε κανείς: ανακαλύπτει τη ζωή σαν λογοτεχνία, και τη λογοτεχνία σαν ζωή. 

Αρχίζει να θυμάται τα ουσιώδη. Τελείως διαφορετικά απ' αυτά που θα νόμιζε κάποιος: "Φτάνει, φτάνει. Δείχνετε να θυμάστε όλα όσα μαθαίνει κανείς διαβάζοντας ή ακούγοντάς τα, αλλά όχι εκείνα που έχουν σχέση με τις άμεσες εμπειρίες σας. Ξέρετε ότι ο Ναπολέων ηττήθηκε στο Βατερλό, αλλά προσπαθήστε να μου πείτε αν θυμάστε τη μητέρα σας".  Έτσι λοιπόν ο Γιάμπο βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να πάψει να θυμάται γεγονότα που αφορούν την επιφάνεια της ζωής του, και ν' αρχίσει την περιδίνηση του στον κόσμο των εντυπώσεων της παιδικής ηλικίας του όπου κυριαρχούν τίτλοι βιβλίων, κόμικς, ηπερήρωες, ένας παράλληλος κόσμος φαντασίας.

"Αυτά όλα τα πράγματα τα συγκεντρώνει η μνήμη μέσα στην τεράστια σπηλιά της, στις μυστικές και άφατες πτυχές της, στο τεράστιο ανάκτορο της μνήμης μου έχω μαζί τον ουρανό, τη γη και τη θάλασσα, εκεί συναντώ και τον ίδιο μου τον εαυτό" (σ. 51)

Ο Έκο μας μεταφέρει, εμάς μαζί με τον Γιάμπο, στα φαντάσματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας όπου τα γεγονότα αξιολογούνται υπό το φως της επιθυμίας να ξαναζήσουμε την εποχή εκείνη ως διαδοχική σειρά εικόνων, λέξεων και ιστοριών. Ο Γιάμπο, βέβαια, είναι τυχερός που έχει φυλάξει τα αντικείμενα της παιδικής του ηλικίας σε κάποια σοφίτα, σε κάποια παλιά κιβώτια κι έτσι τα ανακαλεί και πάλι, ο θησαυρός έρχεται στο φως. Ο σκοπός του αναφέρεται λίγο παρακάτω: "Ήταν η επινόηση, η εικασία που έστησα στα εξήντα μου γύρω από τα όσα θα μπορούσα να είχα σκεφθεί στα δέκα μου. Ελάχιστο αν ήθελα να πω "ξέρω ότι έτσι έγιναν τα πράγματα" , αλλά αρκετό για να συνοψίσω, σε φύλλα παπύρου, αυτό που πιθανόν ένιωσα τότε".

Αν δεν σ' αρέσουν τα βιβλία, αν δεν έχεις ζήσει, στο μέτρο που σ' αναλογεί, παρόμοια παιδική και εφηβική ζωή σαν κι αυτή του Έκο, βουτηγμένος σε κάθε είδους έντυπο που έπεφτε στα χέρια σου, αν δεν είχες τη μανία της συλλογής βιβλίων, κόμικς, περιοδικών, αυτό το βιβλίο του Έκο δεν θα σου πει πολλά πράγματα γιατί είναι ένα βιβλίο που ενώ η λογοτεχνική του αξία όσον αφορά την πλοκή είναι πολύ φτωχή, εντούτοις καταφέρνει να σου δημιουργεί άπειρα συναισθήματα νοσταλγίας, αλλά και να σου δίνει αξία σ' αυτό που έμαθες να κάνεις ίσαμε σήμερα, δηλαδή:

"Να κάνω τη βιβλιομανία του τον δικό μου ασυνήθιστο τρόπο διαφυγής από τον κόσμο".  

Πόση χαρά αισθάνομαι όταν πηγαίνω στο σπίτι ενός φίλου μου, όταν βλέπω στη βιβλιοθήκη και και σε άλλα πονηρά μέρη όπως ανάμεσα στα συρτάρια και τη βάση ενός κομοδίνου, διάφορα βιβλία και αντικείμενα που τα είχα κι εγώ στην παιδική μου ηλικία αλλά εκείνος, πιο σοφός από μένα, τα διατήρησε, ίσως γιατί δεν ήθελε ποτέ να χάσει την εγγύτητα της σχέσης με την παιδική του ηλικία. Αλλά αν και τα έχασα από μπροστά μου, ξέρω ότι υπάρχουν κάπου και μπορώ να τα δω, το έλεος τους με καταδιώκει, ή όπως θα έλεγε πιο φιλοσοφημένα ο Έκο: "ζω σε μια ξεφτισμένη οντολογία. Έχω την ηγεμονική εξουσία να δημιουργώ τους δικούς μου θεούς και τις δικές μου Μητέρες" . (σ. 494)

Πραγματικά, μακαρία οδός.  

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Φλάννερυ Ο' Κόννορ: Ημερολόγιο Προσευχής

Εκδόσεις Αντίποδες-Μετάφραση Γ. Παλαβός
Η Φλάννερυ Ο' Κόννορ ήταν πιστή Ρωμαιοκαθολική που ζούσε στον προτεσταντικό Νότο των Ηνωμένων Πολιτειών, και αυτό το στοιχείο από μόνο του δημιουργεί περιέργεια και μεγάλο ενδιαφέρον γι' αυτή την εντελώς ιδιαίτερη λογοτεχνική γραφή. 

Το "Ημερολόγιο Προσευχής" κανονικά δεν θα έπρεπε να εκδοθεί. Ήταν οι προσωπικές στιγμές της Ο' Κόννορ, το γράψιμο ως μια μορφή προσευχής που έλεγε ο "δικός της Κάφκα", αλλά και μια πραγματική προσευχή καθ' αυτή την οποία απευθύνει στον χριστιανικό Θεό. Η παραβίαση της ιδιωτικότητας, ωστόσο, επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στην αίσθηση περί δημιουργίας που είχε αναπτύξει η Ο' Κόννορ, αν και από τα λόγια αυτά μπορεί να συναχθεί μια θεολογία η οποία ριζώνει στην εκκλησιαστική παράδοση, όχι μονάχα αυτή στην οποία ανήκει η συγγραφέας.

Η προσευχή της Ο' Κόννορ είναι μια ασκητική προσέγγιση του κόσμου: "Κύριε, Σε παρακαλώ, χάρισε μου τη διαύγεια. Σε παρακαλώ, καθάρισε το μυαλό μου". Στην ορθόδοξη Θεία Λειτουργία λέγεται μεταξύ άλλων το παρακάτω απόσπασμα ευχής: 
"Και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς". Η όλη προσπάθεια της αμερικανίδος συγγραφέως μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας νηπτικής προσπάθειας. 

"Δεν θέλω να πιστεύω στην Κόλαση αλλά στον Παράδεισο". Όσοι έχουν διαβάσει τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο, αλλά και άλλους Πατέρες θα ενθυμούνται τους τρόπους γνώσης του Θεού. Η Ο' Κόννορ αναζητά την τέλεια γνώση Αυτού, να τον αγαπά ενθυμούμενη όχι την καταδίκη της κόλασης, όχι να εκτελεί τις εντολές Του από τον φόβο της κολάσεως, αλλά να αγαπά τον Θεό ως χορηγό του Είναι. Η Ο' Κόννορ είναι φύση δοξολογική. Λέει κάπου αλλού: "Δεν θέλω το ημερολόγιο να είναι άσκηση στη μεταφυσική αλλά ένας ύμνος στον Θεό". Τί μέσα διαθέτει γι' αυτό; Μόνο το γράψιμο, στο μοναχικό της δωμάτιο στοχάζεται δια του νου, αλλά προσπαθεί να ενώσει τη καρδιά με το νου. 

Όπου κι αν κοιτάξουμε στο μικρό προσευχητάρι που συγγράφει η Φλάννερυ Ο' Κόννορ θα δούμε απόηχο προσευχών και εκκλήσεων τις οποίες θα συνυπέγραφαν άγιοι και ασκητές της Εκκλησίας. Κάποιες στιγμές μας συγκινεί ιδιαίτερα, όταν αναφέρεται με τρυφερά λόγια στον Κάφκα, ένα αδελφό πνεύμα: "Σε παρακαλώ Κύριε, δώσε μου την απαραίτητη Χάρη, και Σε παρακαλώ, ας μην είναι τόσο δύσκολο να τη λάβω, όσο ήταν για τον Κάφκα". Το Πνεύμα όπου θέλει πνει.

"Σε παρακαλώ, βοήθησε με να καταλάβω έμπρακτα, πόσο ποταπά φέρομαι". Ο 50ος Ψαλμός της μετανοίας, "ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διαπαντός", βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στη σκέψη της Ο' Κόννορ. 

Γράφοντας το παρακάτω κείμενο, εύκολα μας έρχεται στο νου η παραβολή των ταλάντων: η Ο' Κόννορ παρακαλεί τον Θεό να γίνει σπουδαία συγγραφέας- μια προσευχή που τελικά εισακούστηκε. Με δόση ταπεινοφροσύνης προσπαθεί να απεκδυθεί κάθε δική της συμβολή σ' αυτό, αφήνοντας τον Θεό ελεύθερο να δράσει. Πώς; Θυμίζοντας μας το ρηθέν από τους Πατέρες, "το γαρ απρόσληπτον και αθεράπευτον". Να αφιερώσει την συγγραφική της δεινότητα στον Κύριο, αναγνωρίζοντας πως Αυτός είναι η αιτία του ταλάντου της: "Αν ποτέ καταφέρω να γίνω σπουδαία συγγραφέας, αυτό δεν θα συμβεί γιατί θα είμαι όντως σπουδαία, αλλά γιατί ο Θεός με ελέησε να υπογράψω ορισμένα απ' όσα γενναιόδωρα έγραψε για λογαριασμό μου".

Κάποιος αδαής θα πιστέψει, ίσως, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με περίπτωση θρησκοληψίας. Στην εκκλησιαστική γλώσσα όμως το λέμε "ευχαριστία". Αυτό που λαμβάνει, αυτό και προσφέρει ξανά πίσω στον Θεό ως ευχαριστία, την τέχνη της.

Διαβάζοντας το "Ημερολόγιο Προσευχής" η σπουδαία Μέριλυν Ρόμπινσον μας προσφέρει μια σημαντική επισήμανση: "Η θρησκευτικής της ειλικρίνεια είναι πέρα από κάθε αμφιβολία, αλλά οι μορφές έκφρασής της εγείρουν πολλά ερωτήματα. Αυτό δεν αποτελεί κριτική. Είναι το αξιοσέβαστο έργο κάθε συγγραφέα ο οποίος ασχολείται με μεγάλα θέματα να προκαλεί. Και είναι η προσπάθεια για το καλό γράψιμο που αφήνει την μυθοπλασία να ανακαλύψει τον εαυτό της, οσοδήποτε και αν ξαφνιάζει, όπως άλλωστε το κάνει, τις προθέσεις του συγγραφέα". (άρθρο στους New York Times, 2013). Καταλήγει δε η Ρόμπινσον, πως το Ημερολόγιο αυτό φέρνει τον αναγνώστη ένα βήμα εγγύτερα προς ένα ευαίσθητο και αξιοσημείωτα φρέσκο πνεύμα.

Αν οι παλαιοί είχαν τις "Εξομολογήσεις" του Ιερού Αυγουστίνου για να εμπνέονται, οι σύγχρονοι ας ενσκήψουν στα όσα γράφει η Φλάννερυ Ο' Κόννορ με κάθε ειλικρίνεια ως θυμίαμα προσευχής.