Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Δύο μικρά σύγχρονα συναξάρια

Τα δύο σύγχρονα συναξάρια
Κάποια από τα βιβλία του π. Αλέξανδρου Σμέμαν
Πριν από αρκετά χρόνια οι καλές και θεολογικά έγκυρες εκδόσεις "Εν Πλω" κυκλοφόρησαν δύο μικρά βιβλιαράκια για δύο μεγάλες προσωπικότητες της ορθόδοξης εκκλησίας και θεολογίας, τον π Αλέξανδρο Σμέμαν και τον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς. Το πρώτο είναι γραμμένο από τον π. Γεώργιο Μπασιούδη (επιμέλεια Βασίλης Αργυριάδης) και παρακολουθεί τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του π. Σμέμαν, αυτής της ανεπανάληπτης μορφής της σύγχρονης εκκλησίας, στο έργο του οποίου συνεχώς πρέπει να εμβαθύνουμε. Από όλα τα έργα που έχω διαβάσει το "Ημερολόγιο" , αυτό που φανερώνει τις πιο προσωπικές στιγμές του π. Αλέξανδρου, γραμμένο σε βαθύ εξομολογητικό τόνο, είναι το περισσότερο αγαπημένο. Η θεολογία του βασίζεται σε μια οντολογική κατανόηση της Ευχαριστίας την οποία τοποθετεί στο επίκεντρο της ζωής του πιστού, γι' αυτό και εκεί που ιερουργούσε, στην Αμερική κυρίως, η συμμετοχή στο μυστήριο ήταν καθολική, κάτι δυστυχώς που δεν παρατηρείται στις λειτουργική ζωή της ελληνικής εκκλησίας. Η ελάχιστη συμμετοχή των πιστών στο μυστήριο των μυστηρίων μήπως σημαίνει τελικά την μεταμόρφωση της εκκλησιαστικής λατρείας σε απλή συμμετοχή σε μια παράσταση και όχι σε αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή κοινωνία; Στα βιβλία του π. Αλέξανδρου αυτά τα θέματα συζητιούνται και αναλύονται σε βάθος. Το δεύτερο σύγχρονο συναξάρι αφορά σε μια μορφή που ομολογώ δεν γνώριζα, στον επίσκοπο της εκκλησίας της Σερβίας Νικόλαο Βελιμίροβιτς, μια μορφή που θεμελίωσε την σύγχρονη πνευματικότητα της ομόδοξης χώρας επηρεάζοντας πλήθος πιστών και σπουδαίων θεολόγων όπως του π. Ιουστίνου Πόποβιτς. Ο Επίσκοπος Νικόλαος αξίζει να μελετηθεί και ευτυχώς πάμπολλα έργα του κυκλοφορούν στα ελληνικά, μεταξύ των οποίων το πολύτομο "Πρόλογος της Αχρίδας".Μόνο ως δώρα του Κυρίου στον σύγχρονο άνθρωπο μπορεί να χαρακτηριστούν αυτές οι αγιασμένες μορφές της εκκλησίας, η προσπάθεια μίμησης των οποίων αποτελεί ασφαλή οδοδείκτη.

Σάββατο 18 Απριλίου 2015

Το μικρό βιβλιοπωλείο στη στοά Broadway

Η στοά Broadway γνώρισε την ακμή της στις δεκαετίες 70 και 80 όταν λειτουργούσε με πλήθος μαγαζιά, θέατρα και κινηματογράφο. Τα εμπορικά μαγαζιά ήταν από καταστήματα που πουλούσαν ρούχα, καφετέριες, δισκάδικα. Στην τελευταία κατηγορία θυμάμαι ένα δισκάδικο με ονομασία Take Five, όπου εξυπηρετούσε μια ευγενική ηλικιωμένη κυρία, και από κει είχα αγοράσει το πρώτο βινύλιο κλασικής μουσικής, τον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ. Φυσικά ο ναός ήταν ο κινηματογράφος, χειμερινός και θερινός, Μπρόντγουεϊ. Μια επιβλητική μεγάλη αίθουσα, όπου στους τοίχους της κρέμονταν καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις μορφών του παγκοσμίου σινεμά. Η κρίση σιγά σιγά έκλεισε τα περισσότερα καταστήματα, αλλά ήδη από τη δεκαετία του 90 είχε ξεκινήσει η παρακμή. Αν δεν υπήρχε και το θέατρο της Κάτια Δανδουλάκη και αυτό του Μπρόντγουεϊ, εκεί όπου παλιότερα ήταν το σινεμά, δεν θα υπήρχε ζωή στη στοά. Η παρακμή της στοάς ακολούθησε την παρακμή της οδού Πατησίων, κυρίως εκείνου του κομματιού που εκτείνεται από το ύψος του ΟΤΕ ως την Πλατείας Αμερικής όπου υπήρχαν καλά εμπορικά καταστήματα αλλά και πλήθος κινηματογράφων. 
Η κρίση όμως δεν κατάφερε να σκοτώσει την ψυχή της στοάς, η οποία είναι το μικρό, ίσως το μικρότερο βιβλιοπωλείο της Αθήνας που βρίσκεται στην αρχή της εισόδου της οδού Αγίου Μελετίου. Το θρυλικό αυτό βιβλιοπωλείο υπάρχει από τη δεκαετία του 70, τουλάχιστον αυτό εγώ θυμάμαι, και το λειτουργούσε ένας ευθυτενής σοβαρός κύριος, ο πατέρας του σημερινού ιδιοκτήτη. Χαρακτηριστικό του βιβλιοπωλείου είναι ο εξαιρετικά μικρός εσωτερικός χώρος, ίσα ίσα χωράνε άνετα 2 άτομα, αλλά οι τεράστιες βιτρίνες, όπου στην ακμή του βιβλιοπωλείου μπορούσες να χαζέψεις το σύνολο της εκδιδόμενης βιβλιοπαραγωγής. 
Στη δεκαετία του 70 οι βιτρίνες του κυρίως περιείχαν βιβλία μαρξιστικού περιεχομένου και επιστημονικής φαντασίας, όπως ήταν η μόδα εκείνη την εποχή. Η επιβίωση αυτού του βιβλιοπωλείου αποτελεί επιχειρηματικό και εμπορικό παράδοξο. Κατάφερε να αντέξει στην κρίση και να μείνει όρθιο, σε μια περιοχή υποβαθμισμένη που όμως το έχει ανάγκη γιατί τι άλλο εκτός από ένα βιβλίο ανοίγει τον κόσμο, χάρη στην προσωπικότητα του σημερινού διαχειριστή του. Χρησιμοποιώ τη λέξη διαχειριστής και όχι ιδιοκτήτης ή βιβλιοπώλης γιατί θέλω να κυριολεκτήσω. Οι τελευταίες εμπεριέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο η πραγματικότητα στην περίπτωση αυτή αναγνωρίζει το εμπορικό, επιχειρηματικό στοιχείο. Αλλά η έννοια του διαχειριστή φέρει εντός της τη νοικοκυροσύνη, και στο χώρο του βιβλίου αυτό προϋποθέτει την αγάπη. Δίχως αυτή την αγάπη για το βιβλίο του συγκεκριμένου διαχειριστή, το μικρό βιβλιοπωλείο θα είχε βάλει λουκέτο. Και εκεί που φαινόταν αυτό πιθανό, μια επιχειρηματική έκλαμψη, του έδωσε πολλά χρόνια ζωής ακόμα. 
Κατάφερε και έπεισε εκδοτικούς οίκους να του δώσουν σε πολύ χαμηλή τιμή βιβλία που δεν μπορούσαν οι ίδιοι να διαθέσουν και τα μεταπωλούσε σε εξίσου χαμηλές τιμές. Αυτή η απλή κίνηση διέσωσε την ύπαρξη του βιβλιοπωλείου, αλλά δεν θα αρκούσε ούτε αυτή αν ο διαχειριστής του δεν ήταν κατά βάση ασκητικός τύπος που έχει περιορίσει τα λειτουργικά έξοδα του μαγαζιού αλλά, κυρίως, τα δικά του προσωπικά, συνιστώντας έτσι τον τύπο του αληθινού διανοούμενου που ζει για τα βιβλία. Ο ίδιος είναι αρκετά σεμνός και δεν θα δεχόταν αυτό τον χαρακτηρισμό. Ίσως γιατί δεν έχει γράψει ο ίδιος. Ναι, αλλά πόσο έχει διαβάσει (πόσοι τέτοιοι βιβλιοπώλες υπάρχουν σήμερα ;) και για πόσα θέματα μπορεί να σου μιλήσει, και όχι μόνο από τον χώρο της γνώσης αλλά και του κινηματογράφου, το δεύτερο μεγάλο του πάθος και ίσως το μοναδικό προσωπικό του έξοδο. Κάθε βιβλίο που διαβάζει δεν το διαπερνά απλώς αλλά ξεσκίζει τις σάρκες του σημειώνοντας παντού, υπογραμμίζοντας ολόκληρες φράσεις τις οποίες σαν μικρό παιδί που ενθουσιάζεται με μια καινούργια αποκάλυψη θέλει να την μοιραστεί μαζί σου. 
Σ' αυτό το μικρό ξέφωτο γνώσης μαζεύονταν κατά καιρούς διάφοροι φίλοι του βιβλίου και διασταύρωναν απόψεις, κρίσεις και γνώμες: από τις πηγές της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Ντοστογέφσκι ως αναλύσεις γύρω από την φιλοσοφία του Ρενέ Ζιράρ, τις έριδες στο Βυζάντιο ως θέματα νεοελληνικής ταυτότητας και αυτοσυνειδησίας, όλα τα θέματα συζητήθηκαν πολλάκις με διαφορετικά πάνελ συζητητών. Η μικρή συντροφιά του μικρού βιβλιοπωλείου της στοάς Μπρόντγουεϊ. 
Αν υπάρχει παράδεισος, αυτός θα αποτελείται από στοίβες βιβλίων,
Ο αληθινός Παράδεισος στο εσωτερικό του βιβλιοπωλείου.
σαν κι αυτές που υπάρχουν στο μοναχικό κελί-μαγαζί του ασκητή διαχειριστή-βιβλιοπώλη του βιβλιοπωλείου της Στοάς Μπρόντγουεϊ. Αλλά ώσπου να τον βρούμε, ας αρκεστούμε σ' αυτόν τον παράδεισο των βιβλίων που έχουμε ενώπιον μας, στον χώρο αυτόν που περάσαμε σχεδόν όλα τα χρόνια της νεότητας μας δίχως να το μετανιώσουμε ούτε λεπτό.

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Ζήτω του Καραμάζοβ!

Λίγο πριν την Ανάσταση του Χριστού λέγονται πολλοί και διάφοροι λόγοι, αλλά λίγοι μπαίνουν τόσο βαθιά στο νόημα της εκ των νεκρών ανάστασης, και της καθολικής σημασίας της για όλους, όσο οι τελευταίες σελίδες των "Αδελφών Καραμάζοβ", εκεί όπου ο μοναχός Αλιόσα Καραμάζοβ μιλά για τον μικρό Ηλιούσα. Προσπαθεί να δώσει λόγο παρηγορητικό στους φίλους και τους γνωστούς του, και τότε πετάγεται ο Κόλια και γεμάτος προσμονή ρωτά τον Αλιόσα:
Καραμάζοβ!- φώναξε ο Κόλια- ώστε στ' αλήθεια λέει η θρησκεία πως όλοι μας θα σηκωθούμε από νεκροί και θα ξαναζήσουμε και θα ξαναδούμε πάλι ο ένας τον άλλον, και όλους και τον Ηλιούσετσκα;

Και ο Αλιόσα, "μισογελώντας, μισοενθουσιασμένος" απάντησε στον Κόλια:
Το δίχως άλλο θ' αναστηθούμε, το δίχως άλλο θα τον δούμε, και χαρούμενα, εύθυμα θα διηγηθούμε ο ένας στον άλλο όλα όσα γίνανε.

 Τον επιβεβαιώνει τον Αλιόσα ο Απόστολος Παύλος: "Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο" (Α' Κορ. 15,20). Τα παιδιά που είχαν μαζευτεί δίπλα στον Αλιόσα ενθουσιασμένα μόλις ακούν πως δια της εκ νεκρών αναστάσεως θα ξαναδούν τον φίλο τους τον Ηλιούσα, αναφωνούν: Ζήτω του Καραμάζοβ! 

Πραγματικά! "Που σου θάνατε το κέντρον; Που σου άδη, το νίκος"; (Α' Κορ 15,55). Θα έλθει και πάλι ο Ηλιούσα, αυτή είναι μια υπόσχεση που θα πραγματωθεί. Ήξερε από θεολογία ο Ντοστογέφσκυ.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

George R.R.Martin: A Game of Thrones

Κανόνας πρώτος: Μην εμπιστεύεσαι τον θόρυβο που γίνεται για ένα βιβλίο. Κανόνας δεύτερος κ.ο.κ: Επανάληψη του πρώτου κανόνα.
Είχα αποφασίσει να μην δω τη σειρά στην τηλεόραση για να έχω την έκπληξη της ανακάλυψης της ιστορίας από το κείμενο. Προφανώς λειτούργησε μέσα μου η κοινή πεποίθηση πως οι μεταφορές στην οθόνη αδικούν τον γραπτό μυθιστορηματικό λόγο. Έπεσα και σ' αυτό έξω.

Το πρόβλημα με τον Μάρτιν είναι πως ο κόσμος που δημιουργεί δεν πείθει πως είναι ένας κόσμος φαντασίας, αλλά η μετάπλαση του ιστορικού πολέμου των ρόδων σε μια τύποις μόνο αφήγηση χιλιάδων σελίδων φαντασίας. Κάποιοι ευφάνταστοι (διαθέτοντας προφανώς μεγαλύτερη φαντασία από τον Μάρτιν) ισχυρίζονται πως είναι ο νέος Τόλκιν. Δεν είναι ιεροσυλία να αναζητάς τον ή τους διαδόχους του δασκάλου, αλλά η πραγματικότητα απέχει πολύ από μια τέτοια διαπίστωση. Ο Τόλκιν δημιουργεί έναν κόσμο εκ του μηδενός, η μυθολογία του είναι περισσότερο πειστική, δεν κουράζει τον αναγνώστη, ενώ, το βασικότερο, έχει ήρωες με τους οποίους μπορείς να ταυτιστείς μαζί τους. Οι ιστορίες του Τόλκιν μπορούν να χαρακτηριστούν ιστορίες φαντασίας, δεν γράφει εναλλακτική ιστορία χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της φαντασίας. Αντίθετα ο Μάρτιν μεταστοιχειώνει τους ιστορικούς  οίκους των βασιλιάδων και των ευγενών της μεσαιωνικής Αγγλίας σε ένα περίεργο υβρίδιο που απουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, οποιοδήποτε στοιχείο φαντασίας. Με τους ήρωες του Μάρτιν είναι αδιανόητη η οποιαδήποτε ταύτιση, δεν μπόρεσα να βρω κάτι θετικό σε κανέναν για να μ' ενδιαφέρει η εξέλιξη τους. 
Είναι και η δομή του βιβλίου εξίσου προβληματική. Χωρισμένο σε κεφάλαια ανάλογα με το πρόσωπο του χαρακτήρα, δεν πείθει πως το βιβλίο ήταν γραμμένο ως πεζός λόγος αλλά σαν επεισόδια για την τηλεόραση, απουσιάζει η θεματική ενότητα, ίσως γιατί ο συγγραφέας να ήθελε να δείξει από διάφορες οπτικές την ίδια ιστορία. Αυτό όμως είναι εντελώς κουραστικό γιατί αισθάνεσαι πως διαβάζεις συνέχεια το ίδιο πράγμα και η ιστορία δεν εξελίσσεται καθόλου, ενώ εκεί που σε αφήνει νοκ-άουτ είναι όταν αντί να μιλήσει πιο δεμένα για τον μύθο καταπιάνεται με ανούσιες λεπτομέρειες που δεν ενδιαφέρουν κανένα. Η ονείρωξη των συγγραφέων φαντασίας είναι η δημιουργία χιλιάδων χαρακτήρων και λεπτομερειών που απαιτούν τρομερή αυτοσυγκέντρωση από πλευράς του αναγνώστη για να μην απολέσει το λεπτό νήμα που συνδέει την ιστορία με τους διάφορους χαρακτήρες. Κάποιοι όμως το παρακάνουν, κυρίως αυτό ισχύει στις πολύτομες σειρές σαν του Μάρτιν (υπάρχουν και άλλοι τρελαμένοι που γράφουν τόμους πάνω στον ίδιο καμβά , προφανώς λόγω έλλειψης φαντασίας για να πλάσουν κάτι διαφορετικό), όπου ο αναγνώστης είναι αναγκασμένος να καταφεύγει στον κατάλογο των χαρακτήρων και των εκπροσώπων των οίκων για να θυμάται την ιδιότητα των πρωταγωνιστών. Σε πολλές κριτικές γίνεται αναφορά στις συνθήκες ακραίας βίας που περιγράφει  ο Μάρτιν, στους βιασμούς παιδιών και γυναικών κλπ. Δεν μ' ενόχλησαν αυτά διότι έπρεπε, ελλείψει κάποιου συνεκτικού μύθου, ο συγγραφέας να γράψει κάτι εντυπωσιακό που να εντυπωθεί στο μυαλό του αναγνώστη. 

Το είδος της φανταστικής λογοτεχνίας, λόγω των πολλών κλισέ που διαθέτει, έχει πολλούς συγγραφείς που το διακονούν αλλά ελάχιστα μεγάλα ταλέντα. Ένα σπαθί και ένας δράκος που πετά φωτιές δεν αρκούν για να γραφεί έναν καλό μυθιστόρημα φαντασίας- βέβαια, είναι προτιμότερα αν υπάρχουν μόνο αυτά, από τον κόσμο του Μάρτιν που, όπως προείπα, μετέγραψε ένα ιστορικό γεγονός σε φανταστική αφήγηση, αλλά αυτό δεν  ανήκει στο χώρο της λογοτεχνίας του φανταστικού αλλά στην κακή λογοτεχνία, διότι είναι απάτη και φανερώνει προσπάθεια να οικειοποιηθεί ένα είδος που δεν κατέχει (κάτι ανάλογο κάνει και ένας άλλος απατεωνίσκος που και γι' αυτόν γράφουν πως είναι διάδοχος του Τόλκιν, ο Gay Gavriel Kay, μόνο που αυτός είναι πιο ευγενικός με τον αναγνώστη και δεν τον αποτελειώνει γράφοντας χιλιάδες σελίδες για το ίδιο θέμα, αλλά διαφορετικά βιβλία εναλλακτικής ιστορίας τα οποία τα ονομάζει φαντασίας, αλλά ούτε αυτά δεν είναι βέβαια).
Θέλεις να διαβάσεις καλή φαντασία (αναφέρομαι πρωτίστως στον εαυτό μου): διάβασε και ξαναδιάβασε Τόλκιν. Θέλεις να διαβάσεις κάτι άλλο πέρα από Τόλκιν; Απέφυγε τις πολύτομες σειρές, φανερώνουν έλλειψη δημιουργικότητας από τον συγγραφέα. Θέλεις να διαβάσεις καλή φαντασία; Απέφυγε την μεταστοιχειωμένη ιστορία, είναι καλύτερο ένα ιστορικό βιβλίο για την ίδια εποχή παρά μια δήθεν φανταστική αφήγηση για την ίδια ιστορία. Θέλεις καλή φαντασία; Κοίταξε κυρίως την Επιστημονική Φαντασία ( κι αυτή έχει κλισέ, αλλά καλύτερους συγγραφείς), και κυρίως τα μαστόρια  που θεωρούνται πατέρες του είδους όπως ο Πόε, ο Λάβκραφτ και κάποιοι άλλοι ακόμα (υπάρχουν και σύγχρονοι) που περιμένουν τη σειρά τους να τους διαβάσουμε και να μας μεταφέρουν στον κόσμο τους. 

Μακριά όμως από απατεώνες τύπου Μάρτιν.
Το ανησυχητικό είναι πως δεν έχει τελειώσει τη σειρά του!

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Ισαάκ Ασίμοφ: Εγώ, το Ρομπότ

I Robot (Harper Voyager, 2013)
Ο Ασίμοφ δεν έχασε ποτέ τη γοητεία του. Μπορεί να έχει θαμπώσει ίσως, πέρασαν και τα χρόνια και εμφανίστηκαν νέα μαστόρια του είδους, αλλά όταν θες να επιστρέφεις στις πηγές της Επιστημονικής Φαντασίας, παρακλάδι της Λογοτεχνίας του Φανταστικού, επιστρέφεις αναγκαστικά στους τρεις κυριότερους εκπροσώπους της, Ασίμοφ, Κλαρκ, Χάϊνλαϊν. Ευτυχώς που στην Ελλάδα υπήρχε ο Μάκης Πανώριος ο οποίος μετέφρασε σημαντικά κείμενα και έγραψε δικά του έργα αλλά και δοκίμια γύρω απ' αυτό το παρεξηγημένο είδος της Λογοτεχνίας του Φανταστικού που, όπως σε κάθε είδος γραφής, βρίσκεις αρκετά σκουπίδια αλλά και μεγάλα έργα που δικαιωματικά μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία "αριστουργήματα".
Σε μια τηλεοπτική του εκπομπή ο μέγιστος των φιλολόγων Ρένος Αποστολίδης είχε πει πως για να έχει αξία το φανταστικό, εκεί φαίνεται ο μεγάλος μάστορας του είδους, θα πρέπει να είναι βουτηγμένο στο ρεαλιστικό. Ο Ασίμοφ στην συλλογή διηγημάτων "Εγώ, το Ρομπότ" πετυχαίνει την αλληλοπεριχώρηση των δύο δυνατοτήτων της γραφής χρησιμοποιώντας το επιστημονικό φανταστικό για να μιλήσει για πολύ σημαντικά θέματα, όπως η πολιτική, η θρησκεία, η οικονομική ανάπτυξη, ο ρόλος της τεχνολογίας, που βασίζονται στο ρεαλιστικό. Απ' αυτήν την άποψη διατηρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά και κάποια επικαιρότητα, ειδικά σε κάποια σημεία που συζητιούνται ακόμα και σήμερα.
Θα έλεγα πως η συλλογή των 9 διηγημάτων που απαρτίζουν το βιβλίο (πρώτη έκδοση σε ένα τόμο το 1950, αλλά είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται σε διάφορες επιθεωρήσεις στη δεκαετία 1940) ακολουθεί μια νοηματική πορεία από τα πιο απλά διηγήματα στα πιο σύνθετα. Κεντρικός πρωταγωνιστής είναι η Σούζαν Κάλβιν η οποία εργάζεται στην εταιρεία US Robot and Mechanical Men με την ειδικότητα του ρομποτοψυχολόγου. Κάθε διήγημα είναι μια διαφορετική ρομποτική αφήγηση στην οποία πρωταγωνιστεί ένα ρομπότ. Η πρωτοτυπία του Ασίμοφ έγκειται στην εφαρμογή των τριών νόμων της ρομποτικής, βάσει των οποίων η Σούζαν Κάλβιν και οι εκάστοτε συνομιλητές της προσπαθούν να επιλύσουν θέματα που αναφύονται λόγω της συμπεριφοράς των ρομπότ. Όπως διαβάζουμε στο "Εγχειρίδιο της Ρομποτικής" οι τρεις θεμελιώδεις νόμοι είναι οι εξής: (1)- Ένα ρομπότ δεν θα επιφέρει τραυματισμό σε ένα ανθρώπινο ον ή, λόγω αμέλειας, δεν θα επιτρέψει την βλάβη σ' ένα ανθρώπινο ον. (2)- Ένα ρομπότ οφείλει να υπακούει τις εντολές που του δίνουν τα ανθρώπινα όντα εκτός αν αυτές οι εντολές έρχονται σε αντίθεση με τον Πρώτο Νόμο. (3)- Ένα ρομπότ οφείλει να προστατέψει την δική του ύπαρξη, όσο διάστημα η προστασία αυτή δεν συγκρούεται με τον Πρώτο ή τον Δεύτερο Νόμο. Αυτοί οι τόσο συμμετρικά δομημένοι τρεις νόμοι, και η λογική τους ακολουθία, δημιουργούν ουκ ολίγα προβλήματα στα υποτίθεται ανώτερα νοήμονα όντα που είναι οι άνθρωποι , προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την συμπεριφορά εκ πρώτης όψεως αλλόκοτη ή ακόμα και επιβλαβής γι' αυτά των ρομπότ, όμως ο Ασίμοφ με αξεπέραστη μαεστρία κατευθύνει στα ακρότατα λογικά όρια, αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια των τριών ρομποτικών νόμων τη δράση των ρομπότ. Στο πρώτο διήγημα που αφηγείται τη ζωή του ρομπότ Ρόμπι, η μικρή Γκλόρια που ίσως και λόγω της ηλικίας της είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση των τριών ρομποτικών νόμων καλύτερα από τους ανησυχούντες ενηλίκους: "Δεν ήταν μια όχι μηχανή, κραύγασε δυνατά και δίχως γραμματικούς κανόνες...Ήταν ένα πρόσωπο όπως εσείς και εγώ και ήταν ο φίλος μου". Στο δεύτερο διήγημα με τίτλο Πηγαινέλα ο κεντρικός πρωταγωνιστής ομολογεί πως η παράξενη συμπεριφορά του ρομπότ Σπίντυ ήταν σύμφωνη και με τους τρεις νόμους, αλλά για να τον κατανοήσουν "έπρεπε να βγούμε από το πλαίσιο και των τριών νόμων". Από το τρίτο διήγημα ξεκινά η φιλοσοφική μεθερμηνεία των τριών νόμων της ρομποτικής. Το ρομπότ Κιούτι είναι το πρώτο που δείχνει ενδιαφέρον για την ύπαρξη του, και σε μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή επιχειρημάτων δημιουργήματος προς τον υποτιθέμενο κύριο του δημιουργήματος αναφωνεί "Δεν αποδέχομαι τίποτα επί τη βάσει της αυθεντίας. Μια υπόθεση πρέπει να στηρίζεται στη λογική, διαφορετικά είναι άχρηστη- και έρχεται σε αντίθεση με όλους τους κανόνες της λογικής να υποθέτεις ότι εσύ με έφτιαξες". Η προσπάθεια ταπείνωσης της λογικής του ανθρώπου από τη λογική των ρομπότ είναι καταφανής σ' αυτό το διήγημα, καθώς ο Κιούτι, που δεν ξεφεύγει από τους τρεις νόμους, λέει στο ανθρώπινο ον πως δεν είναι αυτός ο δημιουργός των ρομπότ αλλά αυτός που απλά συναρμολόγησε τα κομμάτια τους τα οποία , ωστόσο, "δημιουργήθηκαν από τον Κύριο" (Master).
Το προτελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο "Αποδεικτικό Στοιχείο" είναι και το πιο πολιτικό, εκεί όπου ο Ασίμοφ χρησιμοποιώντας τους ρομποτικούς νόμους παραδίδει μαθήματα πολιτικής ηθικής και ορθού λόγου. Ο τρόπος που διέπει την ύπαρξη των ρομπότ, οι τρεις νόμοι, μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν υπόδειγμα συμπεριφοράς και δράσης για τα ανθρώπινα όντα: "Για να το θέσω απλά, αν ο Μπήρλεϊ (το νομιζόμενο ρομπότ του διηγήματος) ακολουθεί όλους τους νόμους της ρομποτικής, τότε ίσως είναι ρομπότ, και μπορεί απλά να είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος". Οι ρομποτικοί νόμοι δεν είναι απλώς νόμοι για τις νοήμονες αυτές μηχανές, αλλά λειτουργούν και σαν καντιανή κατηγορική προστακτική για τα ανθρώπινα όντα: "Πράξεις σαν τις δικές του μπορούν να προέρχονται απλώς μόνο από ένα ρομπότ, ή από ένα αξιοσέβαστο και αξιοπρεπή ανθρώπινο ον. Όμως βλέπεις, δεν είναι δυνατό να ανακαλύψεις της διαφορές ανάμεσα σ' ένα ρομπότ και το καλύτερο κομμάτι των ανθρώπων". Στο ίδιο διήγημα ο Ασίμοφ προβαίνει σε κριτική (από τόσο νωρίς!) των διάφορων φανατικών, τους Φονταμενταλιστές όπως τους λέει, οι οποίοι δεν έχουν προσαρμοστεί στα δεδομένα της εποχής τους, νοσταλγώντας μια απλή ζωή, αλλά δίχως λόγο, δίχως λογική, και γι' αυτό καθίστανται επικίνδυνοι. Το τελευταίο διήγημα με τίτλο "Η αποφευχθείσα  Σύγκρουση" περιλαμβάνει τις συνολικές απόψεις του Ασίμοφ για την πολιτική και οικονομική  πορεία του κόσμου ο οποίος διαιρείται βάσει μιας πρωτότυπης ταξινόμησης σε περιοχές (η Ευρωπαϊκή Περιοχή που έχει χάσει πια την πρωτοκαθεδρία που άλλοτε είχε, ας πούμε, περιλαμβάνει όλη την Ευρώπη εκτός από την ευρωπαϊκή Ρωσία και τα Βρετανικά Νησιά, αλλά περιλαμβάνει τις μεσογειακές ακτές της Αφρικής και της Ασίας καθώς και την Αργεντινή, Χιλή και Ουρουγουάη!), και τον κεντρικό ρόλο για την ανάπτυξη του ανθρώπου που θα έχουν οι Μηχανές: " Το ερώτημα για την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ξεπερνιέται, χάνει τη σημασία του. Όποιος τα κατείχε (αν μια τέτοια φράση έχει νόημα), είτε ένας άνθρωπος, μια ομάδα, ένα έθνος ή όλη η ανθρωπότητα, μπορούσαν να χρησιμεύσουν μονάχα όπως επέτασσαν οι Μηχανές". Θα έλεγα είναι το διήγημα που οφείλει να διαβάσει κάθε τεχνοφοβικός, κάθε δήθεν "πνευματικός" άνθρωπος που διχοτομεί μανιχαϊστικά τον κόσμο σε πνεύμα και ύλη αποδίδοντας οντολογική ανωτερότητα στο πρώτο και μειώνοντας ασυνάρτητα το δεύτερο, να το διαβάσει κάθε φανατικός  ιδεαλιστής ή υλιστής για να ξεθαρρέψει εντός του ο ορθός λόγος και τα ανθρώπινα συναισθήματα: "Η Μηχανή δεν είναι παρά ένα απλό εργαλείο το οποίο μπορεί να βοηθήσει την ανθρωπότητα να προοδεύσει ταχύτερα αναλαμβάνοντας αυτή κάποια από τα βάρη των υπολογισμών και ερμηνειών από την πλάτη της. Το έργο του ανθρώπινου εγκεφάλου παραμένει αυτό που πάντοτε ήταν: η ανακάλυψη νέων δεδομένων προς ανάλυση, και η επινόηση νέων εννοιών προς έλεγχο". Ο ανθρωπισμός του Ασίμοφ δεν είναι ξέχωρος από την πορεία της λογικής ανάπτυξης των Μηχανών. Η πορεία ανάπτυξης των Μηχανών είναι η πορεία ανάπτυξης του ανθρώπινου πνεύματος. Οι συγκρούσεις, πλέον μπορεί να αποφευχθούν, αλλά μονάχα οι Μηχανές είναι αναπόφευκτες: αυτό είναι το μήνυμα του Ασίμοφ.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Αναμνήσεις από την θρυλική τετράδα

Τζιμ Άνταμς
Ο Μικρός Αρχηγός
Τρία μικρά περιοδικά στοιχειώνουν τα παιδικά μου χρόνια. Είναι αδύνατο να προσδιορίσω χρονικά πότε άρχισα να διαβάζω με πάθος τις ιστορίες της θρυλικής τετράδας.Πάντως πρέπει να βρισκόμουν σε κάποια τάξη του δημοτικού και συνέχισα σε όλο το γυμνάσιο με πάθος και φανατισμό.


Οι καουμπόικες ιστορίες του Τζιμ Άνταμς, της Ντιάνα Μόρισον, του Τσιπιρίπο και του ανεπανάληπτου Πεπίτο Γκονζάλες ξεκίνησαν ως μίμηση των ιστοριών του Μικρού Ήρωα, τον οποίο ωστόσο δεν είχα διαβάσει ποτέ σε καμιά επανέκδοση του. Αντίθετα, οι ιστορίες γουέστερν, και μάλιστα με τέτοια σύνθεση χαρακτήρων, μου κινούσαν περισσότερο το ενδιαφέρον, καθώς εκτός από τα τρία αυτά περιοδικά διάβαζα και βιβλία γουέστερν, κυρίως τις ιστορίες του Λουίς Λ' Αμούρ που κυκλοφορούσαν από τις εκδόσεις "Βίπερ". Τα τρία μικρά περιοδικά είχαν αρκετά ικανοποιητική κυκλοφορία για την εποχή τους και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία διότι δεν ήταν περιοδικά με εικόνες αλλά κυρίως με κείμενο το οποίο σε ορισμένα παιδιά φαινόταν κουραστικό.
Μικρός Σερίφης
Όμως το κείμενο που ήταν γραμμένο με ολοζώντανο, γλαφυρό τρόπο, δίχως να απουσιάζουν τα κλισέ του είδους και οπωσδήποτε οι επαναλήψεις ταξίδευε τον μικρό αναγνώστη στην εποχή της άγριας δύσης και πετύχαινε την ταύτιση του με κάποιον από τους τέσσερις ήρωες.
Τσιπιρίπο
Ντιάνα Μόρισον

Ο Τζιμ Άνταμς, το αμερικανοποιημένο όνομα του Δημήτρη Αδαμόπουλου, του ελληνόπουλου που βρέθηκε στην αμερικάνικη Δύση για να επιβάλλει το νόμο και την τήρηση των κανόνων ηθικής που έφερε και λόγω της καταγωγής του ήταν το απόλυτο είδωλο, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, του Έλληνα υπερήρωα που με τον ηρωισμό και τον αδάμαστο ανδρισμό του αντιμετωπίζει κακοποιούς και σατανικούς αντιπάλους και τους νικά, μαζί με την παρέα του, χρησιμοποιώντας τα όπλα της αρετής του και την δύναμη των όπλων του.
Νομίζω πως η σειρά αυτή δεν θα είχε την επιτυχία που γνώρισε αν δεν υπήρχε η ταύτιση του αναγνώστη με τον κεντρικό ήρωα, ο οποίος είχε ελληνική καταγωγή. Δίπλα σ' αυτόν μια ετερόκλητη ομάδα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: η πανέμορφη μελαχρινή αμαζόνα Ντιάνα Μόρισον, την οποία οι συγγραφείς των ιστοριών ήθελαν να είναι ερωτευμένη με τον Τζιμ Άνταμς, το τετραπέρατο ινδιανάκι Τσιπιρίπο που αναλάμβανε αποστολές ανίχνευσης των αντιπάλων του νόμου και η κωμική φιγούρα του αφελούς αλλά πανέξυπνου μεξικάνου Πεπίτο Γκονζάλες για τον οποίο, όπως έλεγε πάντα με πειθώ, μια γριά μάγισσα είχε προφητέψει πως θα ζήσει ως τα εκατό του χρόνια, άρα δεν υπήρχε λόγος να φοβάται τις σφαίρες των εχθρών!


Η συλλογή μου απ' αυτά τα περιοδικά ήταν πολύ μεγάλη και χρόνο με το χρόνο αύξανε διαρκώς. Είχα γεμίσει δύο μεγάλα ντουλάπια, ίσως και περισσότερα, με τα περιοδικά μου τα οποία ταξινομούσα είτε με τον αύξοντα αριθμό κυκλοφορίας τους είτε με τον τίτλο τους. Τα πιο εντυπωσιακά ήταν αυτά που αναφέρονταν στις ομηρικές μάχες της θρυλικής τετράδας με τους προαιώνιους εχθρούς τους, τον Ελ Καπιτάν και τον Ομάρ Ατατούρκ.



Οι περιπέτειες αυτές συνεχίζονταν σε πολλά τεύχη και όταν διαπίστωνα πως μου έλειπε κάποιο περιοδικό από την συνολική σειρά γύριζα όλα τα περίπτερα της Αθήνας για να το βρω και να συμπληρώσω την συλλογή μου. Δύο φορές μάλιστα πήγα με την μητέρα μου στα κεντρικά γραφεία του περιοδικού και αγόρασα δεκάδες παλιά τεύχη που δεν είχα- ήμουν απόλυτα αφοσιωμένος στο μεγάλωμα της συλλογής μου και την απόλαυση που μου προσέφερε αυτή η αναγνωστική εμπειρία. Το μεγαλύτερο άγχος το είχα όταν φεύγαμε το καλοκαίρι για διακοπές: τί θα γινόταν τότε η συλλογή μου; Είχα μεγάλο άγχος γι' αυτό, και για να προφυλάξω τον μεγαλύτερο θησαυρό μου είχα γράψει με μαρκαδόρο διάφορα απειλητικά συνθήματα στους υποψήφιους κλέφτες των περιοδικών μου πάνω στα ντουλάπια ώστε ν' αποτρέψω κάθε δυνατότητα κλοπής της περιουσίας μου! Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν επέστρεφα σπίτι από τις διακοπές ήταν να δω αν η συλλογή διατηρούνταν στη θέση της. Στο παιδικό μου μυαλό αυτός ήταν ο μόνος θησαυρός άξιος λόγου, ούτε τα χρήματα, ούτε τα κοσμήματα, ούτε οτιδήποτε άλλο είχε αξία, αλλά οι κλέφτες όλων των εποχών αυτό δεν το γνωρίζουν (ευτυχώς) ούτε θα το μάθαιναν ποτέ.
Καθώς μεγάλωνα άλλαζαν οι αναγνωστικές μου συνήθειες και τα ενδιαφέροντα. Το πάθος μου για την ανάγνωση εξακολουθούσε να διαπερνά τη ζωή μου, διαφοροποιημένο βέβαια ανάλογα με την ηλικιακή εποχή και τα γενικότερα πνευματικά μου ενδιαφέροντα. Οι περιπέτειες της θρυλικής τετράδας λοιπόν έφυγαν σιγά σιγά από το προσκήνιο, σταμάτησα να μεγαλώνω τη συλλογή μου που από τα ντουλάπια μεταφέρθηκαν σε μεγάλες σακούλες που τοποθετήθηκαν στο αποθηκάκι του σπιτιού. Κάποια άλλα βιβλία κατέλαβαν το χώρο όπου πρωτύτερα έδιναν μάχες οι τέσσερις ήρωες μου με τους κακούς της Δύσης. Θεωρώ ως μια από τις μεγαλύτερες απώλειες τη στιγμή που αποφάσισα να πετάξω τη συλλογή των περιοδικών μου λόγω έλλειψης χώρου. Σίγουρα υπήρχαν πολλά περισσότερα άχρηστα πράγματα στο σπίτι που άξιζαν να πεταχτούν στα σκουπίδια και όχι η συλλογή μου. Με τον τρόπο αυτό χάθηκε ένα σημαντικό κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας και παρέμεινε μονάχα η γλυκιά ανάμνηση κάθε φορά που άνοιγα έναν καινούργιο Καουμπόι-Αρχηγό-Σερίφη: μια καινούργια ιστορία με περίμενε για να με ταξιδέψει μαζί της, στην αμερικάνικη άγρια δύση των υπερασπιστών του νόμου κατά των παρανόμων, σ' αυτή τη μάχη που επαναλαμβανόταν διαρκώς, όπως ο χυλός που έτρωγε ο φίλος μου Πεπίτο Γκονζάλες, αχνιστός και θρεπτικός σαν τα περιοδικά μου.




Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Πολυμέρης Βόγλης: Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου.

Ο Πολυμέρης Βόγλης
Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα αποτελεί ένα αντικείμενο μελέτης η βιβλιογραφία του οποίου συνεχίζει να αυξάνει. Στα σχολικά εγχειρίδια όμως αποσιωπάται τελείως, λες και η πιο σημαντική στιγμή της ελληνικής ιστορίας τον 20ο αιώνα θα πρέπει να παραμείνει terra ingognita για τους μαθητές. Αλλά είναι αυτή η στιγμή που εν πολλοίς έχει διαμορφώσει συνειδήσεις και συνεχίζει να ρίχνει τη σκιά της στον πολιτικό βίο της χώρας ως σήμερα. Ο Πολυμέρης Βόγλης εντάσσει τη μελέτη του, όπως αναφέρει στην εισαγωγή του, στην "ιστοριογραφική στροφή στην κοινωνία, και επιδιώκει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αποτελεί υποκείμενο και ταυτόχρονα αντικείμενο της πολιτικής". Βασικό χαρακτηριστικό της ερμηνευτικής του είναι η η άποψη  πως ο ελληνικός εμφύλιος είναι επανάσταση, αλλά μια αποτυχημένη επανάσταση. Πώς δικαιολογεί αυτόν τον χαρακτηρισμό του όμως; Παίρνοντας, κατ' αρχάς, μετρητοίς την άποψη του ΚΚΕ πως κάνει "επανάσταση" και πως ο ΔΣΕ υπήρξε ένας λαϊκός "επαναστατικός στρατός". Κατόπιν, αν είχε επικρατήσει το ΚΚΕ θα εγκαθιδρυόταν ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα παρόμοιο μ' αυτά της Ανατολικής Ευρώπης (ποιό όμως; Αυτό της Αλβανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Πολωνίας;) Τέλος, προσφεύγει τη διεθνή βιβλιογραφία για τις επαναστάσεις προκειμένου να τεκμηριώσει την θέση του αυτή. Για τον Βόγλη καθοριστικοί ήσαν οι παράγοντες , το συγκρουσιακό υπόβαθρο, που δημιουργήθηκε στα χρόνια της κατοχής και το κενό εξουσίας που δημιούργησε η κρίση της κρατικής εξουσίας, η οποία ήταν αποτέλεσμα της κατοχής και της ήττας του ελληνικού στρατού. Το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε τα χρόνια της κατοχής ανέλαβε να το καλύψει το ΕΑΜ ως η πιο αποτελεσματική και ενεργή πολιτικοκοινωνική δύναμη που απέκτησε και ένοπλα χαρακτηριστικά. Αλλά η εξουσία δεν χαρίζεται, μονάχα διεκδικείται.
Πολυμέρης Βόγλης: Η αδύνατη επανάσταση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Στο κενό εξουσίας το ΕΑΜ δεν υπήρξε ο μόνος παράγοντας που επιδίωκε την κάλυψη του αλλά και ο αστικός κόσμος που, αν και ηττημένος κοινωνικά, πολιτικά και στρατιωτικά, διασώθηκε χάρη στην ξένη επέμβαση και την ένταξη της Ελλάδας στη σφαίρα επιρροής των δυτικών δυνάμεων. Ήδη λοιπόν από τα Δεκεμβριανά του 1944 φαινόταν προς τα που θα έγερνε η πάλη για την εξουσία. Όπως γράφει ο Βόγλης: "Η άμεση εμπλοκή τόσο πολλών βρετανικών στρατευμάτων στην ενδοελληνική σύγκρουση του Δεκεμβρίου του 1944 αποτελούν μοναδική περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης ξένης δύναμης στην ελληνική ιστορία.....απ' αυτήν την άποψη, τα Δεκεμβριανά προεικόνιζαν τη συνθήκη περιορισμένης κυριαρχίας που θα επικρατούσε τα επόμενα χρόνια, δηλαδή την εξάρτηση του ελληνικού κράτους από τις ξένες δυνάμεις". Η διάσταση αυτή δεν κατανοήθηκε εγκαίρως από την ηγεσία του ΚΚΕ, για να διολισθήσει στη συνέχεια σε σωρεία πολιτικών λαθών, που ως αφετηρία είχαν την λανθασμένη ανάγνωση της πραγματικότητας. Ακόμα και το 1949, όταν όλα έδειχναν πως είχαν χαθεί, το ΚΚΕ στην 5η Ολομέλεια του διακήρυττε πως "η λαϊκή επανάσταση συνεχίζει το δύσκολο, μα νικηφόρο αγώνα της". Όπως ο Χίτλερ είχε πάρει διαζύγιο με την πραγματικότητα ύστερα από ήττα στο Στάλινγκραντ και συνέχιζε έναν καταδικασμένο στη συντριβή γι' αυτόν πόλεμο, έτσι και η ηγεσία του ΚΚΕ άρχισε και διεξήγαγε έναν "επαναστατικό" πόλεμο που ήταν εξαρχής καταδικασμένος. Το λέει , νομίζω, ξεκάθαρα ο Βόγλης αυτό: "Με αυτό τον τρόπο η επαναστατική αφήγηση ανασχημάτιζε τον πραγματικό κόσμο, ερμήνευε την αντικειμενική πραγματικότητα, κινητοποιούσε συλλογικά υποκείμενα και προσανατόλιζε την εμπρόθετη δράση τους κάτω από την καθοδήγηση μιας "φωτισμένης" ηγεσίας". Ο Βόγλης έχει μελετήσει σε βάθος τις πηγές και το αρχειακό υλικό, ενώ και η δευτερεύουσα βιβλιογραφία είναι πλήρης. Το βιβλίο είναι γλαφυρά γραμμένο, έχει λογοτεχνικές αρετές και, όσο και αν το θέμα είναι στενάχωρο και εν πολλοίς γνωστό ως προς τα βασικά του στοιχεία, διαβάζεται απνευστί. Δεν εστιάζει τόσο στη στρατιωτική ιστορία του Εμφυλίου, όπως το δίτομο έργο του Μαργαρίτη, όσο στην κοινωνικοπολιτική διάσταση. Βέβαια, διατηρώ επιφυλάξεις για την απροθυμία του συγγραφέα να πάρει θέση ως προς το κεντρικό ερώτημα κάθε πολεμικής σύγκρουσης: Ποιός φταίει; Τον ενδιαφέρει περισσότερο η έρευνα του για την φύση του εμφυλίου, "ώστε να μπορέσουμε να συσχετίσουμε τα αίτια με την εξέλιξη που είχε και να διαμορφώσουμε τους όρους για την κατανόησή του". Η κατανόηση των αιτίων όμως εμπεριέχει μια πρώτη απόπειρα να υπερβούμε την περιγραφική απεικόνιση του πολέμου για να οδηγηθούμε στην δράση των πρωταγωνιστών και των επιλογών που είχαν ή δεν είχαν.
Τελικά πόσο άλλαξε η ελληνική κοινωνία μετά τον Εμφύλιο; Τα συμπεράσματα του Βόγλη είναι αισιόδοξα: "Το τραύμα του Εμφυλίου, που διαιρούσε επί δεκαετίες την ελληνική κοινωνία, δεν την διαιρεί πλέον". Ωστόσο, υπάρχει και ένα άλλο τραύμα το οποίο δεν έκλεισε, αυτό της έλλειψης μεταρρυθμιστικού πνεύματος από την πλευρά των νικητών της εποχής εκείνης, που συνεχίζεται ως τις μέρες μας ανεξάρτητα από ποιά παράταξη κυβερνά. Ένα απόσπασμα στη σελ. 258 δείχνει πως η ελληνική πολιτική ζωή παραμένει προσκολλημένη στον αρχαϊσμό της: "Πολλές από τις προτάσεις των Αμερικανών αποσκοπούσαν στον εξορθολογισμό της λειτουργίας και τον εκσυγχρονισμό τη ςοργάνωσης του κράτους, όπως για παράδειγμα η μείωση του υπερδιογκωμένου στην Κατοχή δημοσίου τομέα.....ωστόσο αυτές οι προτάσεις προσέκρουαν στα συμφέροντα των πολιτικών ελίτ και των πελατειακών δικτύων που αυτές είχαν συγκροτήσει, με συνέπεια να πραγματοποιηθούν ελάχιστες μεταρρυθμίσεις". Ο Βόγλης λέει πως ο εμφύλιος ήταν  μια αδύνατη επανάσταση. Όμως, αδύνατη ήταν και η αντεπανάσταση, η νίκη της Δεξιάς. Η συνέχεια επιβεβαιώνει και τα δύο συμπεράσματα.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

W.G.Selald: Η ανάδυση της μνήμης-Συζητώντας με τον W.G.Sebald

Ο W.G. Sebald
Στο συγκεκριμένο τόμο έχουν συγκεντρωθεί διάφορες συνεντεύξεις που είχε δώσει εν όσω ζούσε ο Ζέμπαλντ καθώς και τρία δοκίμια γύρω από το έργο του. Το πρώτο δοκίμιο φέρει την υπογραφή του Tim Parks και δημοσιεύτηκε στους New York Review of Books to 2010- σύμφωνα με τον Parks "ο κόσμος του Ζέμπαλντ είναι διάχυτος από ένα συνεχές πίσω-μπρος, ανάμεσα στην πιο εξωφρενική ιδιοτροπία και στον πιο ωμό ρεαλισμό". Ακολουθούν τέσσερις συνεντεύξεις που έδωσε στην Eleanor Wachtel (για την Καναδική Ραδιοφωνία το 1997), στην Carole Angier (για την επιθεώρηση The Jewish Quarterly το 1996-97), στον Michael Silverblatt (στον σταθμό KCRW της Καλιφόρνια το 2001) και στον Joseph Cuomo (για το Queens College της Νέας Υόρκης το 2001). Στη συνέχεια παρεμβάλλονται δύο ακόμα δοκίμια, της Ruth Franklin και του Charles Simic, και ολοκληρώνεται με την τελευταία συνέντευξη στον Arthur Lubow (για το Threepenny Review, 2002).
"Η ανάδυση της μνήμης" Εκδόσεις Άγρα, Μετάφραση:Β. Δουβίτσας, Γ. Καλλιφατίδης
Στις συνεντεύξεις του ο Ζέμπαλντ φωτίζει τον τρόπο δημιουργίας του έργου του προσθέτοντας βιογραφικά στοιχεία που αυξάνουν το ενδιαφέρον για την προσωπικότητά του. Αν και ζούσε για χρόνια μακριά από την Γερμανία δεν επιχείρησε να γράψει σε άλλη γλώσσα εκτός από την μητρική του φέρνοντας για παράδειγμα έναν άλλο διάσημο συμπατριώτη του, τον Ελίας Κανέττι, που κι αυτός χρόνια στην Αγγλία επέμενε να γράφει στα γερμανικά. Μάλιστα ο Ζέμπαλντ τονίζει για τη χώρα του "εξαιτίας της ιδιόρρυθμης ιστορίας της και της άσχημης τροπής που πήρε η ιστορία στον αιώνα μας, ή, για να είμαι πιο ακριβής, από το 1870 και ύστερα, εξαιτίας αυτού, δεν μπορεί κανείς έτσι απλά να την απαρνηθεί και να πει ότι εγώ δεν έχω καμιά σχέση μαζί της. Έχω κληρονομήσει αυτό το σακίδιο και είμαι υποχρεωμένος να το κουβαλάω στην πλάτη μου, είτε μου αρέσει είτε όχι". Γεννήθηκα, μας λέει, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, και αυτό δεν του αφήνει άλλη επιλογή.Σημαντικές είναι οι παρατηρήσεις του για διάφορους ομότεχνους του, αναγνωρίζοντας την οφειλή του στον Τόμας Μπέρνχαρντ, στον οποίο προσδίδει έναν νέο ριζοσπαστισμό στην περίοδο της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας, η οποία "ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1950, αλλά και τις δύο επόμενες, είναι έντονα συμβιβασμένη, ηθικά συμβιβασμένη". Αναγνωρίζει την επινόηση μιας νέας αφηγηματικής φόρμας στον Μπέρνχαρντ, και αυτό είναι σημαντικό, μιας και η δική του φόρμα δεν έχει βρει, ακόμα, κάποιο μιμητή στα γερμανικά γράμματα. Όπως γράφει ο Arthur Lubow, στο τελευταίο δοκίμιο-συνέντευξη του βιβλίου "Ο Ζέμπαλντ και ο Προυστ είχαν και ένα επιπλέον κοινό: τη δημιουργία ενός μοναδικού ιδιώματος. Θα μπορούσε κανείς πολύ εύστοχα να πει για τα βιβλία του Ζέμπαλντ αυτό που είχε γράψει κάποτε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν για τον Προυστ, δηλαδή ότι "όλα τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα είτε δημιουργούν ένα νέο ιδίωμα είτε δίνουν τέλος σε ένα υπάρχον". Ουσιαστικές οι συνεντεύξεις και οι δοκιμιακές αυτές αναφορές, οι οποίες ωστόσο δεν αντικαθιστούν σε καμιά περίπτωση την ενδελεχή αναμέτρηση με το ίδιο το έργο του Ζέμπαλντ και την διαμόρφωση προσωπικής γνώμης γι' αυτό.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Μέλπω Αξιώτη: Δύσκολες νύχτες

Μέλπω Αξιώτη: Δύσκολες Νύχτες Εκδόσεις Κέδρος (8η έκδοση)
Δεν έχω καταφέρει να αντιμετωπίσω το συνειδησιακό μου πρόβλημα, όταν με κουράζει ένα βιβλίο να το παρατώ στην άκρη και είτε να το εγκαταλείπω δια παντός είτε να το ξαναρχίζω έπειτα από λίγο καιρό. Στα βιβλία πρέπει να δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία, ίσως και περισσότερες, όπως και στους ανθρώπους. Κάποια όμως, όσο έμπειροι αναγνώστες και αν είμαστε, είναι φύσει αδύνατο να συνεχιστεί η ανάγνωσή τους και σ' αυτό το σημείο δεν φταίει πάντα ο συγγραφέας- ίσως και ο αναγνώστης να μην έχει την κατάλληλη διάθεση ή τις αναγκαίες προσλαμβάνουσες ώστε να ευχαριστηθεί κάτι που του διαφεύγει συναισθηματικά. Έτσι, πολλές φορές ένιωσα την ανάγκη να παρατήσω, λίγο πριν φθάσω στη μέση, αλλά και αργότερα όσο το συνέχιζα και ένιωθα πως καταπιέζομαι, το βιβλίο "Δύσκολες Νύχτες" της Μέλπω Αξιώτη.
 Για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να εννοήσω, το συγκεκριμένο βιβλίο έτυχε θερμής υποδοχής όταν εκδόθηκε το 1938 ενώ είχε γραφτεί ένα χρόνο νωρίτερα. Όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή της 8ης έκδοσης των εκδόσεων "Κέδρος":
"Το πρωτοποριακό αυτό βιβλίο έγινε αμέσως αντικείμενο εγκωμιαστικών κριτικών αλλά και γενικού καγχασμού και πολεμικής".

Η Μέλπω Αξιώτη υπήρξε αγωνίστρια στις τάξεις του ΚΚΕ και το καιρό του εμφυλίου αυτοεξορίστηκε και γενικά πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής στην εξορία, στη Γαλλία αλλά και στις ανατολικές χώρες.
Η Μέλπω Αξιώτη

Να συμφωνήσουμε πώς πρόκειται για πρωτοποριακό βιβλίο καθώς δεν θυμάμαι κάποιον άλλο Έλληνα μυθιστοριογράφο να γράφει τόσο ελλειπτικά ή, ακόμα, και τόσο κουραστικά, Το γλωσσικό ιδίωμα της Αξιώτη για τον σύγχρονο αναγνώστη ξενίζει και είναι δυσκολοχώνευτο, πολλές λέξεις που χρησιμοποιεί δεν χρησιμοποιούνται πλέον και η κατανόηση του κειμένου δυσκολεύει αφού απουσιάζει κάποιο σχετικό γλωσσάρι. Την εποχή που γράφτηκε την καταλάβαιναν καλύτερα; Δεν μπορώ να το γνωρίζω.Είναι καλή όμως στο να αναπαράγει τον μικρόκοσμο του νησιού της και να μεταφέρει στον αναγνώστη κάποιες εικόνες από την καθημερινότητα. Η κριτική ακόμα και σήμερα εκθειάζει τη γλώσσα και την γραφή της, το ελλειπτικό της ιδίωμα (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=289561http://laconialive.gr/?p=13892), αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που εκλαμβάνεται ως πρωτοπορία ο εξεζητημένος ναρκισσισμός. Όταν απουσιάζουν οι χαρακτήρες και η καλοδουλεμένη ιστορία, εκεί βρίσκει καταφύγιο η περίπλοκη γλώσσα, αλλά η απουσία νοήματος και, κυρίως, καλοδουλεμένης πλοκής, δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από το γλωσσικό όργανο που έγινε για να υπηρετεί την ιστορία και όχι το αντίστροφο. Το μόνο που θα μείνει από το συγκεκριμένο βιβλίο είναι η αντίθεση επαρχιακής ζωής και ζωής στην πρωτεύουσα που επιχειρεί να αντιπαραθέσει η Αξιώτη. Ένα δυνατό απόσπασμα στο τέλος του βιβλίου ίσως μπορέσει να συγκινήσει ακόμα και σήμερα όσους διατηρούν ανάλογες μνήμες: "Τάχατες με ποιό τρόπο μπορεί κανείς να θυμάται τον τόπο του; Με τον ασβέστη, τη μυρωδιά του καντηλιού στις εκκλησίες τ' απόγεμα, τον κατηφέ, όπως τα λένε κείνα τα κόκκινα λουλουδάκια σε βελούδο, και με τη φτώχεια. Έ; δεν είναι αλήθεια; πως αλλιώτικα γνώρισε κανένας τον τόπο του...-θυμάσαι μήπως εσύ τίποτ' άλλο; Και τώρα εφτάσαμε σ' ένα μέρος, αφού επαρπατήσαμε τόσο πολύ, όπου δεν απομένει άλλο να μας συγκινήσει, παρά το πολύ λίγο πράμα. Ένα βρώμικο ρούχο απλωμένο, το γκρεμισμένο παραθυρόφυλλο, είτε η μάνα σου π' 'όλη της τη ζωή κολλούσε τα χρυσά σειριτάκια- και το θυμάσαι πάντα,-στα παπαδίστικα που έραβε ο πατέρας σου".

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

W.G.Sebald: Η φυσική ιστορία της καταστροφής

Το βιβλίο πάνω στο καλοριφέρ (εκδ. Άγρα, μτφρ. Γ. Καλλιφατίδης)
Το βιβλίο αποτελεί μια σειρά διαλέξεων του Ζέμπαλντ πάνω στο θέμα "αεροπορικοί βομβαρδισμοί στη Γερμανία" κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και "λογοτεχνία", δηλαδή πώς η μεταπολεμική λογοτεχνική παραγωγή στη Γερμανία αντιμετώπισε το θέμα των αεροπορικών βομβαρδισμών των συμμάχων επί γερμανικού εδάφους, τη ολοσχερή καταστροφή των πόλεων και τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων πολιτών. Για τον Ζέμπαλντ υπάρχει πρόβλημα μνήμης των Γερμανών: "εμείς οι Γερμανοί, είμαστε ένας λαός χωρίς παραδόσεις, ένας λαός που κλείνει τα μάτια μπροστά στην ιστορία". Υπήρχε, μας λέει, η προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας της Γερμανίας, στη μεταπολεμική εποχή, γι' αυτό το σκοπό όμως θυσιάστηκε η αποτίμηση της πραγματικότητας και η καταγραφή της μέσω της λογοτεχνικής παραγωγής. Ο Ζέμπαλντ παραθέτει τη φρικτή στατιστική των συμμαχικών βομβαρδισμών: 400.000 πτήσεις αεροσκαφών, 600.000 νεκροί απ' αυτές.
Εικόνα από τον βομβαρδισμό της Δρέσδης
Μεγάλες και ιστορικές πόλεις ισοπεδώθηκαν, κέντρα πολιτισμού όπως το Αμβούργο και η Δρέσδη πέρασαν σε συνθήκες μεσαίωνα αφού οι ανελέητοι βομβαρδισμοί αφάνισαν κάθε είδους δομής στις πόλεις. Ο Ζέμπαλντ δεν καταγγέλλει τους βομβαρδισμούς, αλλά αυτό που ακολούθησε: "λες και μια σιωπηρή συμφωνία, εξίσου δεσμευτική για όλους, είχε απαγορεύσει την περιγραφή των πραγματικών διαστάσεων του υλικού και ηθικού πλήγματος, που είχε εκμηδενίσει απ' άκρη σ' άκρη τη χώρα". Με εξαίρεση τον Χάινριχ Μπελ στο βιβλίο "Ο Άγγελος σιωπούσε" που προσπάθησε "κατά προσέγγιση" να αποδώσει την καταστροφή, ελάχιστοι άλλοι συγγραφείς τόλμησαν να μιλήσουν για τα δεινά των γερμανικών πόλεων.Βέβαια ο Ζέμπαλντ καταλαβαίνει τους λόγους για τους οποίους έγινε αυτή η απόκρυψη: "αρκετοί ήταν εκείνοι που είδαν τις θεόρατες φλόγες σαν δίκαιη τιμωρία, αν όχι σαν πράξη αντιποίνων εκ μέρους μιας ανώτερης, ακατάβλητης δύναμης". Τούτη η διάσταση προστίθεται σε μια άλλη, εξίσου σημαντική διαπίστωση του Ζέμπαλντ που αφορά την ορμή αυτοσυντήρησης των Γερμανών πολιτών που συνέχιζαν τη ζωή τους μέσα στα χαλάσματα με παροιμιώδη ψυχραιμία και εγκαρτέρηση. Το αποκαλεί ένα φυσικό φαινόμενο, και είναι "η ικανότητα των ανθρώπων να ξεχνούν ο,τι δεν θέλουν να γνωρίζουν.....ιδωμένη από την άποψη αυτή, η μικροαστική συνήθεια των κατοίκων του Αμβούργου να εξακολουθούν να παίρνουν τον καφέ τους καθισμένοι στο μπαλκόνι, στα τέλη Ιουλίου του 1943, έχει κάτι το τρομακτικά αλλόκοτο και σκανδαλώδες". Δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε αυτό που αναφέρει στη συνέχεια ο Ζέμπαλντ, παραθέτοντας την παρατήρηση ενός Άγγλου ότι μόνο οι Γερμανοί θα μπορούσαν να διοργανώσουν βραδιά όπερας στο Βερολίνο, αμέσως μετά την κατάπαυση του πυρός! 
Παρά τη σιωπή όμως, ο Ζέμπαλντ είναι πεπεισμένος πως οι σύγχρονοι Γερμανοί γνωρίζουν πως η καταστροφή την οποία επέβαλαν σ' αυτούς οι σύμμαχοι ήταν αποτέλεσμα δικού τους έργου: "το παραληρηματικό όραμα της καταστροφής συνάδει με το γεγονός ότι πρωτουργοί των αεροπορικών επιδρομών υπήρξαν στην πραγματικότητα οι Γερμανοί, όταν βομβάρδισαν την Γκερνίκα, τη Βαρσοβία, το Βελιγράδι ή το Ρόττερνταμ". Τα όρια της μνήμης, όταν αυτή σιωπά μπροστά σ΄ένα γεγονός που την υπερβαίνει, δεν είναι τα όρια της αλήθειας που αποκαλύπτεται πάντοτε. Πέρα από την βασική διάλεξη για τη σχέση των αεροπορικών βομβαρδισμών με τη λογοτεχνία, στο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται και τρία δοκίμια -κριτικές του Ζέμπαλντ για πνευματικές μορφές της σύγχρονης Γερμανίας. Στο δοκίμιο του για τον Άλφρεντ Άντερς
Ο Άλφρεντ Άντερς
έχουμε το υπόδειγμα για το πώς μπορεί να γραφεί αρνητική έως εξουθενωτική κριτική αξιώσεων η οποία να αποδομήσει πλήρως τον συγγραφέα. Χαρακτηριστικό και προβεβλημένο εικόνισμα της μεταπολεμικής γερμανικής πεζογραφίας, ο Άντερς υπόκειται σε μια ανελέητη κριτική από τον Ζέμπαλντ με χαρακτηριστικές φράσεις σαν κι αυτήν εδώ: "Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι η γλωσσική σήψη και η υποταγή στο ανούσιο, πομπώδες πάθος δεν είναι παρά το επιφανειακό μόνο σύμπτωμα μιας διεστραμμένης ψυχοσύνθεσης, η οποία αποτυπώνεται και στο περιεχόμενο". Εξαιρετική αποδόμηση της μορφής του συγγραφέα και του περιεχομένου του έργου του!
Το κλίμα αλλάζει στο δοκίμιο για τον Ζαν Αμερύ. Όποιος υπήρξε θύμα παραμένει θύμα σε όλη του τη ζωή".Η τελευταία αυτή βαρυσήμαντη φράση του Ζέμπαλντ μπορεί κάλλιστα να βρει εφαρμογή και σήμερα όταν εξετάζουμε τα φαινόμενα του bullying και τον ιδιαίτερο ψυχισμό που αναπτύσσουν τα διαχρονικά θύματα. Ο Ζέμπαλντ αποτίει φόρο τιμής στον Αμερύ επειδή κατόρθωσε να διαλεχθεί με την μνήμη του, να σταθεί ώριμα απέναντί της και να καταγράψει τα όσα έζησε προκειμένου να την καταστήσει "προσιτή τόσο στον ίδιο όσο και σε εμάς". Διαβάζει υπαρξιακά τα γραπτά του Αμερύ τα οποία είναι ικανά από μόνα τους, όπως λέει, "να δώσουν μια ικανοποιητική εικόνα του τι σημαίνει προορισμός σου να είναι ο θάνατος".
Ο Ζαν Αμερύ
Ο πικρός και ταλαιπωρημένος βίος του Αμερύ στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί διαποτίζει όλο το έργο του, σημαδεύουν κάθε πτυχή του: "Ο ψυχισμός του εξακολουθεί να κατατρύχεται από τον ίσκιο των ιστορικών γεγονότων, προπάντων από την ωμή βία που τα διέκρινε.
Το τελευταίο δοκίμιο  αφορά το έργο του Πέτερ Βάϊς,
Ο Πέτερ Βάϊς
σημαντικότερο έργο του οποίου είναι "Η Αισθητική της Αντίστασης". Γράφει ο Ζέμπαλντ πως για τον Βάϊς "η μνήμη συνίσταται σχεδόν αναπότρεπτα στην ανάσυρση των μαρτυρίων του παρελθόντος". Μεταφυσικές διαστάσεις αντιλαμβάνεται ο Ζέμπαλντ πως δίνει ο Πέτερ Βάϊς στην κυριαρχία του κακού κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος, το οποίο ήταν ικανό "να κατασκευάζει στρατόπεδα όπως εκείνα όπου οι εκμεταλλευτές αξιοποιούσαν ανενόχλητοι την κυριαρχία τους, σε πρωτοφανή, μέχρι τότε, βαθμό". "Η Αισθητική της Αντίστασης" συνιστά μια "ιερή περιπλάνηση" στην πολιτιστική και νεώτερη ιστορία της Γερμανίας, και θεωρείται, από τον Ζέμπαλντ, ως έκφραση της βούλησης του Βάϊς να είναι με την μεριά των θυμάτων της ιστορίας. Η συλλογή αυτή δοκιμίων του Ζέμπαλντ προσδιορίζει τα όρια και τις προϋποθέσεις της τέχνης όταν αυτή αντικρίζει την διαστροφή της ιστορίας, το πώς πρέπει να γίνεται τέχνη προκειμένου να μην πεθάνει η μνήμη και τα θύματα της ιστορίας να έχουν φωνή και να ακούγονται μέσα από τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Να καταργηθεί η 25η Μαρτίου ως εθνική επέτειος.

Το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας
Η καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως εθνικής επετείου συνιστά τη θεσμοποίηση της βίας ως συσταστικό, ιδρυτικό στοιχείο του ελληνικού κράτους. Δεν έχει σημασία αν την ημερομηνία αυτή δεν ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση, αρκεί το συμβολικό αφετηριακό σημείο, να ορίζεται κάποια ημερομηνία ως έναρξη της επαναστατικής βίας, και αυτή η ημερομηνία να θεσπίζεται εθνική επέτειος. Άλλωστε δίχως την επέμβαση των ξένων δυνάμεων η ελληνική επανάσταση θα είχε αποτύχει. Επίσης με την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου η εκκλησιαστική εορτή του Ευαγγελισμού, κατεξοχήν δεσποτική εορτή, χάνει την σημασία που θα έπρεπε να είχε, ο ευαγγελισμός της σωτηρίας του ανθρώπου σκιάζεται από την κλαγγή των όπλων. Η κατάργηση της 25ης Μαρτίου, όπως και η καθιέρωσή της, θα συμβόλιζε μια νέα αρχή, έναν διαφορετικό συμβολισμό. Εθνική Επέτειος θα πρέπει να καθιερωθεί η 3η Φεβρουαρίου, τότε που υπογράφεται το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας στο Λονδίνο το 1830. Είναι η ημερομηνία ίδρυσης του ελληνικού κράτους με πρώτο κυβερνήτη τον Καποδίστρια, αλλά δίχως την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων δεν θα γινόταν εφικτή. Αναγνωρίζοντας την 3η Φεβρουαρίου αναγνωρίζουμε τη νίκη της διπλωματίας και όχι της βίας.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Κώστας Κωστής: Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας

Ο Κώστας Κωστής
Ο Κώστας Κωστής είναι καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το πιο δημοφιλές βιβλίο του, αυτό φαίνεται από το ότι έχει ήδη μπει στην 6η έκδοση, είναι τα "Κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας. Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους 18ος-21ος αιώνας" (εκδόσεις Πόλις), αν και το πιο αγαπημένο του, όπως λέει ο ίδιος σε μια συνέντευξη στην "Καθημερινή" είναι το "Κράτος και επιχειρήσεις στην Ελλάδα, η ιστορία του "Αλουμινίου της Ελλάδας".
"Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας" (Εκδόσεις Πόλις)
Το βιβλίο επισκοπεί τη νεώτερη ελληνική ιστορία φθάνοντας μέχρι τα γεγονότα της σύγχρονης χρεωκοπίας του ελληνικού κράτους, είναι όμως μια ιστορία που αναφέρεται στην οργάνωση και διαμόρφωση του ελληνικού κράτους, δεν είναι μια γενική ελληνική ιστορία, δεν αναλύονται φυσικά σε βάθος όψεις της πολεμικής ή της κοινωνικής ιστορίας αν και περιλαμβάνονται αρκετά πρωτότυπα στοιχεία όπως είναι η εξέταση της υγειονομικής πολιτικής του κράτους  ή της εκπαίδευσης σε διάφορες εποχές. Στον βιβλιογραφικό οδηγό που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας επιλέγει τα κατά τη γνώμη του σημαντικότερα βοηθήματα. Είναι σαφές πως πρόκειται για δευτερεύουσα βιβλιογραφία, δεν γίνεται καμιά αναφορά σε πρωτογενείς πηγές, αλλά και τούτο είναι ευεξήγητο αφού  δεν πρόκειται για πρωτότυπη έρευνα μιας συγκεκριμένης περιόδου αλλά μια γενικότερη επισκόπηση επί της οποίας προτείνεται μια ιδιαίτερη ερμηνευτική προσέγγιση που έχει τη σημασία της και αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί. Από την πρώτη στιγμή κιόλας ο Κώστας Κωστής αμφισβητεί κάποια παραδεδεγμένα σχήματα της ιστοριογραφίας μας: "παρά τον μεγάλο αριθμό μελετών πολιτικής ιστορίας, γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους και το φαινόμενο της πατρωνείας εξακολουθεί να αποτελεί το passe-partout κάθε θεωρητικής εμπλοκής, παρά τις αμφισβητήσεις που δέχεται για την περιορισμένη ευρετική ικανότητά του". Η συγκρότηση ανεξάρτητου κράτους των ελληνόφωνων χριστιανών υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η πορεία αυτού του κράτους προς την εθνική ολοκλήρωση αποτελεί το δραματικό αφήγημα του συγγραφέα οριοθετώντας τις βασικές παραμέτρους της ιστορίας που διαμόρφωσαν την πορεία αυτή, τις νίκες και τις παταγώδεις αποτυχίες του. Σ' αυτή την πορεία το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να στηριχτεί μόνο στις δυνάμεις του έθνους. Η παρουσία των ξένων υπήρξε καταλυτική και αποφασιστική τόσο για τη συγκρότηση όσο και για την ύπαρξή του ακόμα: "η δημιουργία του ελληνικού κράτους υπήρξε δημιούργημα των Μεγάλων Δυνάμεων, που εξυπηρετούσε τις δικές τους αναζητήσεις ισορροπιών στις συνθήκες της Παλινόρθωσης και εξαρχής είχαν καταστήσει σαφές ότι δεν θα άφηναν τον έλεγχο του να ξεφύγει από τα χέρια τους" (σ. 178). Αυτή η αλήθεια καταγράφει την αδυναμία των Ελλήνων να συγκροτηθούν σε μια πολιτεία η οποία θα οριζόταν από τις επιθυμίες όσων αγωνίστηκαν γι' αυτή. Ο εξωτερικός μεσολαβητής, όπως λέει ο Κωστής, υπήρξε μια αναγκαιότητα τελικά. Η δολοφονία του Καποδίστρια, το πιο τραγικό γεγονός της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, σήμαινε την πραγματική αδυναμία των Ελλήνων να έλθουν σε συνεννόηση μεταξύ τους. Είναι εξαιρετικό το απόσπασμα που παραθέτει ο Κωστής στην προμετωπίδα του τρίτου κεφαλαίου με τίτλο "Οι Βαυαροί στην Ελλάδα" από το διάγγελμα του Όθωνα κατά την άφιξη του στην Ελλάδα: "ο,τι καλόν ο έρως της πατρίδος απέκτησε δια σας, δια του πλέον ευγενούς ενθουσιασμού, το αφανίζει η εσωτερική διχόνοια του πλέον βδελυρούς εγωϊσμού". Ίσως να αποτελούσε κίνηση ευγνωμοσύνης και οπωσδήποτε χειρονομία ιστορικής αναγνώρισης αν ο πρωθυπουργός Τσίπρας μετά την επίσκεψη του στην καγκελάριο της Γερμανίας ταξίδευε προς το Μόναχο για να καταθέσει στεφάνι στην λάρνακα του πρώτου βασιλιά των Ελλήνων Όθωνα, αναγνωρίζοντας έτσι την οφειλή του ελληνικού λαού προς αυτόν και τους Γερμανούς της εποχής εκείνης οι οποίοι προσπάθησαν να στήσουν εκ του μηδενός κρατικούς θεσμούς την καθημαγμένη Ελλάδα και από τα βελανίδια να τους προσγειώσουν στον πολιτισμό, Ο Κωστής σ' αυτό το σημείο είναι έντιμος και παραδέχεται πως "το έργο που έφεραν (οι Βαυαροί) σε πέρας ήταν από κάθε άποψη σημαντικό, αν όχι εντυπωσιακό, και στην πραγματικότητα θα θέσει τις βάσεις για τη διαμόρφωση ενός κράτους που ξέφευγε από τα παραδοσιακά πρότυπα διακυβέρνησης των πληθυσμών. Μπόρεσαν να καλύψουν θεσμικά και οργανωτικά, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία, όλους τους τομείς της κρατικής οργάνωσης και ανεξαρτήτως του κατά πόσον τελικά οι ρυθμίσεις αυτές μπόρεσαν να λειτουργήσουν, διαμόρφωσαν ένα προηγούμενο που στη συνέχεια δεν ήταν δυνατό να ανατραπεί". (σ. 248).
Η ιστορική πορεία του ελληνικού κράτος είναι μια πορεία προς τον ανέφικτο εκδυτικισμό. Ο στόχος έχει τεθεί από παλιά, η κατάληξη όμως δεν υπήρξε ποτέ ευτυχής, και αυτό οφείλεται αφενός στο ότι πριν από τη δημιουργία λειτουργικών και σύγχρονων κρατικών δομών είχε τεθεί το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης ως ιδεολογικού υπόβαθρου, αφετέρου το ζήτημα των συμμαχιών με τις ξένες δυνάμεις το οποίο οδηγούσε σε διχασμούς και εμφύλιες συγκρούσεις. Δεν είναι όμως ξέχωρα αυτά τα δύο: αντικατοπτρίζουν την ριζική αδυναμία του ελληνόφωνου πληθυσμού να σκεφθεί το ζήτημα της δημιουργίας κοινωνίας και κράτους αυτόβουλα. Αλλά και όταν μπορούσε να σκεφθεί, οι επιλογές του προσέκρουαν στην έλλειψη συναίνεσης και συνεννόησης αναμεταξύ του. Η βία γεννά το ελληνικό κράτος, η βία διαποτίζει την ιστορική πορεία του στον 20ο αιώνα. Ο ανέφικτος εκδυτικισμός κατέληγε, ιδίως όταν αναφύονταν ανεπίλυτα οικονομικά προβλήματα, στο ερώτημα περί της ταυτότητας του ελληνόφωνου πληθυσμού. Όπως αναρωτιέται ο Κωστής Παπαγιώργης σ' ένα άρθρο του: "Αυτό που κατέστησε τη χώρα άλυτο γρίφο είναι το πού επιτέλους ανήκει. Είναι χώρα της Ανατολής; Χαμένο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας; Βαλκανικό κρατίδιο με όλα τα συμπαρομαρτούντα; Κληρονόμος του μεγαλύτερου πολιτισμού; Ιστορικό λάθος;" Αυτό που ισχυρίζεται ο Κωστής είναι εντούτοις αισιόδοξο καθώς βλέπει πως "στη διάρκεια της ιστορίας της η Ελλάδα πέτυχε να γίνει ευρωπαϊκή χώρα, κάτι που δεν ήταν απαραίτητα αυτονόητο", όπως όμως δεν μπορεί να είναι αυτονόητη και η συνέχεια αυτή. Εδώ φαίνεται πως συμφωνεί με την προηγούμενη διαπίστωση του Παπαγιώργη γράφοντας πως "η κατάκτηση του ευρωπαϊκού πεπρωμένου δεν μπορεί και δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ως κεκτημένο. Θα αποτελεί στο εξής μια διαρκή πρόκληση για τους Έλληνες" (σ. 869). Γιατί όμως "κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας" ως τίτλος; Επειδή, γράφει ο Κωστής, οι Έλληνες θεωρούν πως δικαιούνται ειδική μεταχείριση επειδή οι πρόγονοί τους θεμελίωσαν τον δυτικό πολιτισμό. Την ειδική αυτή μεταχείριση την είχαν, το γεγονός της συνεχούς επιβίωσης του ελλαδικού κρατιδίου μάλλον απροκάλυπτη έκπληξη προκαλεί παρά θαυμασμό.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Sebald


Η θυματοποίηση. Διδώ Σωτηρίου: Ματωμένα Χώματα

Η θυματοποίηση του περιούσιου λαού, του λαού που δεν έχει ιστορική ευθύνη αλλά άγεται και φέρεται από τους θύτες της ιστορίας, από ξένες δυνάμεις, από οποιονδήποτε άλλο εκτός από το ξερό του το κεφάλι.
Δεν αντέχεται η ανάγνωση των "Ματωμένων Χωμάτων" σήμερα, όσο κορυφαία και αν είναι η θέση του στον κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας. Δεν αντέχεται βέβαια αν έχεις υιοθετήσει την άποψη ότι δεν φταίνε οι ξένοι, οι όποιοι άλλοι για τα δεινά σου αλλά οι πολιτικές και πνευματικές επιλογές σου. Μια τέτοια ανάγνωση όμως σήμερα είναι της μόδας, ταιριάζει με το πολιτικό πνεύμα της εποχής της τωρινής συγκυβέρνησης (αλλά η τάση αυτή υπήρχε ανέκαθεν με διαφορετικές αποχρώσεις ή τόνους) και της εμπέδωσης ενός κλίματος θυματοποίησης του λαού. 
Είναι χαρακτηριστικά τα αποσπάσματα από το βιβλίο: "Βρε Αξιώτη, δεν πέρασε ποτέ απ' το ξεροκέφαλό σου πως οι εκλογές του Νοέμβρη και ο διχασμός, όλα είναι έργο των ξένων; Δεν το'χεις ακουστά, μωρέ, το "διαίρει και βασίλευε"; Αυτοί μας βάλανε να φαγωθούμε, αυτοί. Τον φέρνανε δεν τον φέρνανε το βασιλιά, αυτοί θ' αλλάζανε πολιτική μια κι άλλαξε το συμφέρον τους". Τί ήταν ο ελληνικός λαός στη Μικρασία; "Ήμασταν ένας δημιουργικός, κεφάτος λαός και γινήκαμε ξαφνικά ένα παθητικό στα τεφτέρια των ξένων, που έπρεπε μονοκοκτυλιάς να σβηστεί. Και το σβήσιμο μας δεν έγινε μ' αθώα μολυβδοκόντυλα και γομολάστιχες, έγινε μ' αναρίθμητα εγκλήματα".
Μια τέτοια λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί μέσω της θυματοποίησης και της αμνήστευσης των παραλείψεων του λαού παρεμποδίζει την πορεία του προς την αυτογνωσία και την αυτομεμψία που οδηγεί στη μη επανάληψη των ίδιων λαθών ιστορικά, τα οποία όμως επαναλαμβάνονται (από τον εμφύλιο ως τη σημερινή χρεωκοπία) επειδή απουσιάζει η αναγκαία στροφή προς την πραγματικότητα και η απομάκρυνση από την εικονικότητα. Η πορεία εξόδου από την ανωριμότητα δεν έχει ολοκληρωθεί, μήπως δεν έχει καν αρχίσει;

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Άλκη Ζέη: Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα

Η απομυθοποίηση της αριστεράς όταν προέρχεται από αριστερούς που έζησαν τα μεγάλα γεγονότα του 20ου αιώνα αποκτά διαστάσεις υπαρξιακής αναζήτησης, ταπείνωσης απέναντι στο αμείλικτο δικαστήριο της ιστορίας, το οποίο δίκασε και καταδίκασε την εκκοσμικευμένη πολιτική θεολογία του περασμένου αιώνα. Η Άλκη Ζέη
έζησε τα γεγονότα αυτά από πρώτο χέρι, συμμετείχε με τον ενθουσιασμό μιας νεαρής κοπέλας που βρέθηκε στη δίνη της γραφής της ιστορίας, επέλεξε στρατόπεδο (ποιές επιλογές άραγε διαφορετικές να υπήρχαν εκείνη τη στιγμή;) και, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όταν αποκαλύφθηκε πως πίσω από την αγαθή ιδέα κρυβόταν η εκμετάλλευση που απλώς είχε αλλάξει όνομα, δεν δίστασε να καταγράψει ωμή την αλήθεια όπως την αντιλήφθηκε. Ακριβώς όπως και η σύντροφος του Μπελογιάννη Έλλη Παππά, τούτη τη φορά σε θεωρητικό επίπεδο, η μαρτυρία των αριστερών πολιτών καθιστά την αλήθεια των γραπτών τους περισσότερο οδυνηρή, όχι μονάχα για τους συνοδοιπόρους τους, αλλά και για τις μελλοντικές γενιές που θα εξακολουθήσουν να τρέφονται με πολιτικούς μύθους. Δεν απαρνιέται η Ζέη τη ζωή που έζησε, πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Την εποχή εκείνη, έπρεπε να επιλεγεί στρατόπεδο πάλης: από τη μια το θηρίο του ναζισμού, από την άλλη το παράδειγμα που κόμιζε στην ιστορία το σοβιετικό πρότυπο και το κομμουνιστικό ιδεώδες. Η νίκη επί του ναζισμού δεν χωρούσε αμφιταλαντεύσεις, η επιλογή στράτευσης τότε, αλλά και αργότερα τον Δεκέμβρη του 44 με τους κατοπινούς ηττημένους ήταν ότι πιο ευγενικό θα μπορούσε να πιστέψει κανείς, ειδικά όταν η γνώση του ήταν περιορισμένη για την αληθινή φύση του κομμουνιστικού συστήματος. Αυτό που αναγνωρίζει όμως κανείς στη Ζέη δεν είναι η ιστορική στράτευση αλλά η μετέπειτα απομυθοποίηση της, όταν μάλιστα μεσολάβησαν και τα γεγονότα του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ, αλλά και η άνοιξη της Πράγας, η επιβολή στρατιωτικού καθεστώτος στην Πολωνία κλπ. Είναι βαθιά ανθρώπινες οι στιγμές που περιγράφει η Ζέη όταν αναφέρεται στον θάνατο του Στάλιν αλλά και στην μετέπειτα αποκαθήλωσή του από το τέμπλο των πολιτικών εικονισμάτων, η παρουσίαση του "Αχιλλέα" ως έναν μικρό, κακομοιριασμένο δυνάστη, απλό φερέφωνο άνωθεν κομματικών εντολών, στερημένο από κάθε αισθητική ευαισθησία η οποία ξεφεύγει από τα εγχειρίδια της κομματικής σχολής που σπούδασε. H απομυθοποίηση των ηγετών και των ηγετίσκων όπως του "Αχιλλέα" επιφέρει μεγαλύτερο πόνο διότι καταρρίπτει την θεωρία πως μπορεί να υπάρχει ένας "καλύτερος άνθρωπος" εκτός από έναν "καλύτερο κόσμο". Ο ηθικιστής "Αχιλλέας", το πρότυπο αγωνιστή και ανιδιοτελούς ανθρώπου που ξυπνά μέσα του η μικροαστική καταγωγή του όταν βλέπει μια γυμνή εικόνα που είχε ζωγραφίσει ένας ζωγράφος την "αρραβωνιαστικιά" του και τη σκίζει με μανία, ο "Αχιλλέας" που δεν μπορεί να χαρεί ένα κλασικό έργο της ρώσικης λογοτεχνίας. Είναι πικρή η γεύση της γενιάς αυτής: "Κανείς από τη γενιά μας δεν πρόλαβε. Μας πρόλαβαν άλλα. Πόλεμος, Δεκέμβρης, εμφύλιος, δικτατορία". Η γενιά αυτή είχε λοιπόν δικαιολογία. Η εμμονή όμως στο λάθος, όταν πλέον έχει αποκαλυφθεί η αλήθεια, γίνεται δαιμονική σήμερα. Αυτό δεν έχει μόνο πολιτικές συνέπειες, γίνεται επιπλέον κίνητρο για τη συγγραφή νέας λογοτεχνίας που θα μορφώσει και θα διαμορφώσει τις συνειδήσεις του μέλλοντος.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Αντρές Νέουμαν: Ταξιδιώτης του αιώνα

Η αγγλική έκδοση του El viajero del siglo μτφρ Nick Caistor, Lorenza Garcia
 "Φαντασιώνομαι για άγνωστα μέρη, καινούργια πρόσωπα, ξένες γλώσσες". (σ.192)

Σύμφωνα με τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, "η λογοτεχνία του 21ου αιώνα θα ανήκει στο Νέουμαν και σε μερικούς άλλους εξ αίματος αδελφούς του". Δεδομένου ότι ο Μπολάνιο απεβίωσε το 2003 και ο "Ταξιδιώτης του αιώνα" κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση στα ισπανικά το 2009, μας κάνει να πιστεύουμε πως ο συγγραφέας του 2666 είχε προφητικές ικανότητες και μάλιστα αυτές επιβεβαιώνονται. Σίγουρα ο Μπολάνιο πρόλαβε να διαβάσει όσα έργα είχε δημοσιεύσει έως τότε ο Νέουμαν, δηλαδή τα μυθιστορήματα Bariloche, La vida en las ventanas και Una vez Argentina, ίσως και κάποιες ποιητικές του συλλογές. Ο διορατικός Αχιλλέας Κυριακίδης 
είναι ο πρώτος μεταφραστής του Νέουμαν στα ελληνικά,
"Κατά Μόνας", μτφρ. Αχ. Κυριακίδης
μεταφράζοντας το "Hablar Solos" που κυκλοφόρησε το 2012 στις εκδόσεις Opera. Ας ελπίσουμε να ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα, κυρίως το βιβλίο του "El viajero del siglo" που στα αγγλικά μεταφράστηκε ως "Traveller of the Century" από τις εξαιρετικές λονδρέζικες εκδόσεις Pushkin.
O Αντρές Νέουμαν
Η ιστορία του βιβλίου διαδραματίζεται στη Γερμανία του 19ου αιώνα, στα χρόνια λίγο μετά το τέλος της κυριαρχίας του Ναπολέοντα στην φανταστική πόλη Βάντερνμπουργκ (λογοπαίγνιο με το γερμανικό ρήμα wandern=περιπλανιέμαι) που τοποθετείται κάπου μεταξύ Σαξωνίας και Πρωσίας. Κεντρικός χαρακτήρας ο Χανς, ένας περιπλανώμενος νέος που εγκαθίσταται στην πόλη αυτή ερχόμενος από το Βερολίνο, βρίσκοντας στέγη στο πανδοχείο του Χερ Τσάϊτ (Zeit=χρόνος). Στην πόλη αυτή θα συναναστραφεί με κατοίκους που προέρχονται είτε από άλλες χώρες, είτε είναι φορείς διαφορετικών ιδεών και κοσμοαντιλήψεων για την πολιτική, την τέχνη, την φιλοσοφία. Όπως εξηγεί ο Χανς στον οργανοπαίκτη, έναν γέρο άνδρα της πόλης με τον οποίο θα συνδεθεί φιλικά, "ήταν ένα είδος ταξιδιώτη ο οποίος μετακινούνταν από τόπο σε τόπο, σταματώντας σε άγνωστους προορισμούς προκειμένου να ανακαλύψει τι είδους ήταν, έπειτα έφευγε μόλις άρχιζε να βαριέται αισθανόμενος την ανάγκη να ταξιδέψει ξανά ή ανακαλύπτοντας κάτι καλύτερο να κάνει κάπου αλλού". Ο Χανς σ' αυτήν την πόλη θα περάσει το χρόνο του ανακαλύπτοντας πράγματα για τους κατοίκους συζητώντας με τους επιφανέστερους αυτών στο σαλόνι της νεαρής όμορφης και καλλιεργημένης Σόφι Γκότλιμπ, θυγατέρας του δημοτικού συμβούλου της πόλης Χερ Γκότλιμπ. Εκεί, σ΄αυτό το ανοικτό σαλόνι, θα συζητηθούν επίκαιρα όσο και διαχρονικά θέματα με πάθος ανάμεσα στους συνομιλητές που συνήθως δεν καταλήγουν πουθενά μέχρι να ανοίξει ένα καινούργιο θέμα. Ωστόσο είναι φανερό πως ο Χανς είναι φορέας κοσμοπολίτικων, αντιεθνικιστικών ιδεών και αυτό τον φέρνει σε αντιπαράθεση με τους υπόλοιπους γερμανούς συνομιλητές του, όχι όμως και τον ισπανό Άλβαρο ο οποίος, με μια φράση κλειδί στο βιβλίο, του λέει πως "είναι αδύνατο να βρεθεί το σημείο της ύπαρξης του Βάντερνμπουργκ σε οποιοδήποτε χάρτη, γιατί αλλάζει τοποθεσίες διαρκώς". Μια πόλη που μετακινείται διαρκώς στο χάρτη, πρέπει να έχει πάντως κάποιες σταθερές, και ο Χανς βρίσκει αυτές τις σταθερές στη γλώσσα: "Δεν νομίζω πως είναι οι χώρες που μας καθοδηγούν, νομίζω πως μετακινούμαστε εξαιτίας των ανθρώπων, και αυτοί μπορεί να προέρχονται από οποιοδήποτε μέρος. Μετακινούμαστε στο χώρο εξαιτίας των γλωσσών που μαθαίνουμε, ή εξαιτίας των αναμνήσεων. Αλλά τι θα σήμαινε πως και οι αναμνήσεις μετακινούνται επίσης; Τι σημαίνει πως οι αναμνήσεις σου προέρχονται από διαφορετικές εποχές και τόπους; Ποιές είναι οι αληθινά δικές σου;". Μια πόλη που αλλάζει σύνορα, μια χώρα που αλλάζει σύνορα, όπως έχει γίνει τόσες φορές στην ευρωπαϊκή ιστορία, αυτοκρατορίες που πέφτουν και διαλύονται, "και το μόνο για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι οι ζωές μας, τις οποίες μπορούμε να ζήσουμε οπουδήποτε".
 Πέρα από αναζητήσεις αυτές, ή στο κέντρο αυτών, βρίσκεται η ερωτική σχέση που αναπτύσσει ο Χανς με τη Σόφι. Εδώ κατά τη γνώμη μου βρίσκονται ορισμένες από τις ωραιότερες ερωτικές σκηνές που έχω διαβάσει αλλά δεν θα ήθελα να τις μεταφράσω από τα αγγλικά γιατί θα χαθεί η μαγεία της μετάφρασης κατ' ευθείαν από τα ισπανικά. Θα ήταν προσβλητικό άλλωστε για την ίδια την ιστορία του Χανς και της Σόφι καθώς η ερωτική τους σχέση διαπλέκεται με προβλήματα γλώσσας και μετάφρασης (εξαιρετικό εύρημα του Νέουμαν), είναι ακριβώς η αφορμή και η αιτία τα μεταφραστικά και λεξικογραφικά προβλήματα που φέρνουν κοντά τους δύο νέους, δουλεύουν μαζί σ' ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία, λεξικά, σημειώσεις, κάνουν παθιασμένο έρωτα, συζητούν στο διάλειμμα της ερωτικής τους επαφής: "κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ωρών που περνούσαν μόνοι τους τρεις φορές τη βδομάδα, ο Χανς και η Σόφι εναλλάσονταν ανάμεσα στα βιβλία και το κρεβάρι, το κραβάτι και τα βιβλία, εξερευνώντας με λέξεις ο ένας τον άλλον και διαβάζοντας ο ένας το σώμα του άλλου". Φαντασμαγορία λέξεων και σωμάτων; η αποθέωση της λογοτεχνίας και της τέχνης του έρωτα, με αναφορές σε σημαντικά ζητήματα που προκύπτουν από τις μεταφραστικές δυνατότητες του λογοτεχνικού έργου στο πλαίσιο της κατάργησης των φραγμών της γλώσσας, ταξιδιώτης του αιώνα λοιπόν ανάμεσα σε διαφορετικούς τόπους, δηλαδή ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες και λογοτεχνίες. Το βιβλίο εμπεριέχει πολλούς μεγάλους και μικρούς θησαυρούς και ο προσεχτικός αναγνώστης δεν θα βαρεθεί να σημειώνει σ' αυτό. Η μεγάλη αλήθεια αναφέρεται προς το τέλος του κειμένου, σε μια ανταλλαγή ερωτικών επιστολών ανάμεσα στο Χανς και τη Σόφι: "είμαι πεπεισμένος πως οι άνθρωποι που μένουν σ' έναν τόπο είναι περισσότερο νοσταλγικοί από τους ανθρώπους που ταξιδεύουν......πακετάροντας μια βαλίτσα δεν σημαίνει πως συνειδητοποιείς περισσότερο τις αλλαγές, μάλλον αναγκάζεσαι να αναβάλλεις το παρελθόν, και αντιλαμβάνεσαι το παρόν αναφερόμενος στο άμεσο". Η βαλίτσα που είχε μαζί του ο Χανς στο Βάντερνμπουργκ περιείχε βιβλία, λεξικά, σημειώσεις: το ταξίδι ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες και λογοτεχνίες γκρεμίζει τα σύνορα όχι μόνο τα γλωσσικά μέσω της μετάφρασης, αλλά και τα πραγματικά που θέτουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, κυρίως εκείνοι που δεν έχουν ταξιδέψει ποτέ και παρέμειναν προσκολλημένοι σ' έναν τόπο νοσταλγώντας κάποιο ένδοξο παρελθόν. Αρκετά διδακτικό και για σήμερα, για την κατάσταση που βιώνει η σύγχρονη Ελλάδα με την αναβίωση διαφόρων κωμικοτραγικών μορφών ενθολαϊκισμού. Τελειώνοντας την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου δεν μποροώ να μην σκεφθώ πόσο μεγάλος, τελικά, ήταν ο Ρομπέρτο Μπολάνιο γι' αυτό που προέβλεψε για τον συνταξιδιώτη του στην ισπανική γλώσσα Αντρές Νέουμαν.