Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδέες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδέες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Έρικ Χομπσμπάουμ: Πως να αλλάξουμε τον κόσμο

Μπορεί ο μαρξισμός ν' αλλάξει τον κόσμο; Μονάχα αν τον δει κανείς σαν εγκόσμια θρησκεία, όπως έγινε αυτό στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, μια οργανωμένη θρησκεία με δικό της ιερατείο και πιστούς που συνήθως εγκληματούσαν κατά όσων θεωρούσαν ανταγωνιστές και αντιπάλους τους. Ο Έρικ Χομπσμπάουμ, αυτός ο διαπρεπής ιστορικός και αμετανόητος μαρξιστής, συγκεντρώνει σ' αυτόν τον τόμο διάφορα δοκίμια που περιστρέφονται γύρω από πτυχές της μαρξιστικής ιστορίας και θεωρίας. Ο Χομπσμπάουμ είναι έντιμος όσον αφορά τους στόχους που επιδιώκει από την μαρξιστική ανάλυση: "Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις λύσεις των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας στον 21ο αιώνα. Ωστόσο, για να μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρξουν λύσεις, οφείλουμε να θέσουμε τα ερωτήματα που έθεσε ο Μαρξ, ακόμη κι αν δεν θέλουμε να δεχτούμε τις απαντήσεις που έδωσαν οι μαθητές του".


Το βιβλίο διαβάζεται ως μια ιστορία του μαρξισμού του Μαρξ και του Ένγκελς- ελάχιστα επικεντρώνεται στους επιγόνους του, ή σε όσους αργότερα θεωρήθηκαν οι ίδιοι ως μαρξιστές. Υπ' αυτή την έννοια, δεν πρόκειται για μια κριτική ιστορία του μαρξισμού, η οποία αναπόφευκτα θα οδηγούσε στην καταδίκη του ακόμα και ως επιστημονικό εργαλείο, όπως το επιχείρησε ο Λέσεκ Κολακόφσκυ στο μνημειώδες έργο του "Main Currents of Marxism", αμετάφραστο, και όχι τυχαία, στα ελληνικά, όπου ανατέμνει με δεξιοτεχνία τις αντιφάσεις και τα προβλήματα του μαρξισμού. Αλλά και ο Χομπσμπάουμ, παρά την τοποθέτηση του στο μαρξιστικό στρατόπεδο, είναι έντιμος αναγνωρίζοντας στον μαρξισμό του Μαρξ και του Ένγκελς μια μέθοδο σκέψης και όχι ένα κλειδί με το οποίο ανοίγει κάθε σκοτεινό δωμάτιο της ιστορίας. Σημειώνει δηλαδή: "Όλα αυτά καθιστούν αδύνατο να αντλήσουμε από τα κλασικά γραπτά οτιδήποτε που θα μοιάζει με εγχειρίδιο οδηγιών στρατηγικής και τακτικής, επικίνδυνα ακόμη και να χρησιμοποιηθούν ως αμετάκλητες αποφάνσεις, ενώ ποτέ δεν είχαν χρησιμοποιηθεί έτσι".

Και ενώ ισχυρίζεται αυτά, βλέπει τον Μαρξ περισσότερο ως κοινωνικό προφήτη παρά ως έναν επιστήμονα που από τα εμπειρικά δεδομένα που συλλέγει καταλήγει σε κάποιο γενικό συμπέρασμα, μέχρι αυτό να διαψευστεί από νέα δεδομένα. Ο Χομπσμπάουμ βλέπει στο "Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος" μια φιλοσοφική θέση η οποία μετά βίας μπορεί να κρύψει την μεταφυσική της διάσταση ως ερμηνεία της ιστορίας υπό την προοπτική των εσχάτων: "Ο σκοπός του κομμουνισμού που υιοθετήθηκε πριν ο Μαρξ γίνει "μαρξιστής" δεν προέκυψε από την ανάλυση της φύσης και της ανάπτυξης του καπιταλισμού, αλλά από ένα φιλοσοφικό-όντως εσχατολογικό- επιχείρημα για την ανθρώπινη φύση και το ανθρώπινο πεπρωμένο". Το προλεταριάτο ως φορέας απελευθέρωσης των ανθρώπων, το νεανικό όραμα του Μαρξ που δεν το εγκατέλειψε ούτε και στην ώριμη ηλικία του αλλά το περιέβαλε με την επιστημοσύνη που αποπνέει το "Κεφάλαιο" και τα μεταγενέστερα έργα του.

Η στράτευση στον μαρξισμό υπήρξε αναγκαστικά υπαρξιακή επιλογή κατά τη διάρκεια της ανόδου του φασισμού και του ναζισμού. Τότε στρατεύτηκαν οι εκλεκτότεροι διανοούμενοι που αναζητούσαν από κάπου να πιαστούν προκειμένου να επιβιώσουν πνευματικά και ο μαρξισμός αποτέλεσε γι' αυτούς την τελευταία ενδεδειγμένη λύση εφόσον ήταν ακόμη άγνωστη, ή έτσι ήθελαν όλοι να νομίζουν, η κατάσταση στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης. Το όπιο των διανοουμένων εκείνη την εποχή έμοιαζε με παιδικό σιρόπι που πινόταν ευχάριστα. Όμως, λέει ο Χομπσμπάουμ, "όσοι επέζησαν , συχνά απογοητεύτηκαν". Η κριτική ιστορία του μαρξισμού γράφτηκε από αυτούς κυρίως που έζησαν την προοπτική ενός άλλου κόσμου, στη θεωρία τουλάχιστον, για να οδηγηθούν στην αποστράτευση επειδή ήσαν έντιμοι. Όσοι επέμειναν, σημαίνει ότι δεν ενηλικιώθηκαν ποτέ.

Τα σημαντικότερα κείμενα του βιβλίου βρίσκονται προς το τέλος όπου ο Έρικ Χομπσμπάουμ προβαίνει σε μια επισκόπηση του μαρξισμού τα τελευταία χρόνια, αναζητώντας τα αίτια για την παγκόσμια υποχώρηση του.  Όσο υπάρχει η πολιτική, δηλαδή όσο υπάρχει ο άνθρωπος που μπορεί να σκέπτεται εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης του βίου του, ο μαρξισμός θα παραμείνει ένα αναγκαίο εργαλείο σκέψης που, αν δεν θέλει να μουσειοποιηθεί, οφείλει να ανανεώνεται πετώντας μακριά τη μεταφυσική χροιά του. Ο Χομπσμπάουμ αναγνωρίζει στον μαρξισμό ότι έθεσε τον καπιταλισμό όχι ως απάντηση αλλά ως ερώτημα. Είναι δυνατό όμως σε μια θεωρία που επιθυμεί να είναι περιεκτική να μην μπαίνει στον πειρασμό της έκφρασης απαντήσεως; Ο Βρετανός ιστορικός είναι θετικός σ' αυτό το σημείο καθώς λέει πως ναι μεν "ένα συστηματικό εναλλακτικό σύστημα μπορεί να μην είναι στον ορίζοντα, αλλά το ενδεχόμενο διάλυσης, ακόμη και της κατάρρευσης του υπάρχοντος συστήματος δεν πρέπει πλέον να αποκλείεται".  Για όλα αυτά τα προβλήματα που προκύπτουν, και εδώ ο Χομπσμπάουμ είναι αρκετά διαυγής αφού κάνει αναφορές στην εθνικιστική, θρησκευτική δημαγωγία της Δεξιάς σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης που την βλέπουμε σήμερα μπροστά μας, μας καλεί να πάρουμε στα σοβαρά υπόψη μας τον Μαρξ. Φυσικά, αυτό θα γίνει. Αλλά ο Μαρξ είναι μόνο μία από τις εναλλακτικές απαντήσεις που διαθέτουμε- αν από κάτι σωθήκαμε, είναι αυτή η μονοδιάστατη μονολιθική ερμηνευτική που έβλεπε στα κείμενα ενός μεγάλου στοχαστή τη λύση στην κοινωνική ανισότητα και εκμετάλλευση. 



Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Ρενέ Ζιράρ: Κριτικές από το υπόγειο

Ρενέ Ζιράρ: Κριτικές από το Υπόγειο (εκδ. Εστία 2003)
Αξίζουν συγχαρητήρια στον Νίκο Ζαρταμόπουλο για την την τόλμη του να μεταφράσει ένα δύσκολο, κατά τη γνώμη μου, βιβλίο του Ζιράρ και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία, η μετάφραση και γλαφυρή είναι και ευκολοδιάβαστη, όσο και αν είναι ιδιαίτερα περιεκτικές οι ιδέες που αναπτύσσει εδώ ο Ζιράρ, μια τελείως προσωπική και γι' αυτό πρωτότυπη ερμηνεία ζητημάτων στο Ντοστογιέφσκι, τον Καμύ, στον Ουγκώ και στους Ντελέζ, Γκουαταρί. Το τελευταίο κείμενο με δυσκόλεψε αφάνταστα αφού δεν είχα γνώση του βασικού κειμένου "Αντι-Οιδίποδας" των δύο Γάλλων στοχαστών και έτσι βρέθηκα να διαβάζω μια συντριπτική κριτική για ένα βιβλίο που δεν ήξερα αλλά προϋπέθετε τη γνώση του για να απολαύσει κανείς την κατεδαφιστική κριτική του Ζιράρ στο έργο των συμπατριωτών του. Στο δοκίμιο αυτό με τίτλο "Το Σύστημα του Παραληρήματος" ο Ζιράρ θέτει τις συντεταγμένες του: 
"Τα μεγάλα έργα που αξίζει να εξεταστούν ξεκινούν από το αρχαίο θέατρο και τον Πλάτωνα, και φθάνουν ως τον Ντοστογιέφσκι και τον Προυστ, περνώντας από τον Θερβάντες και τον Σαίξπηρ. Είμαι πεπεισμένος ότι μπορούμε να εξαγάγουμε από αυτά τα έργα μια συνολική θεωρία περί επιθυμίας".
Οι αρχές που αναπτύσσει ο Ζιράρ είναι γνωστές και από άλλα έργα του, αλλά τα κείμενα που εξετάζει εδώ του δίνουν αφορμή να στοχαστεί πάνω σ' αυτές με κριτικό τρόπο, ενίοτε πολεμικό (ειδικά με τους Ντελέζ, Γκουαταρί). Μίμηση, αντιζηλία, σύγκρουση επιθυμιών, άρα βία και στη συνέχεια δυνάμωμα της μίμησης. Ανθρωπολογικές παρατηρήσεις που έχουν την αξίωση καθολικής ισχύος: "Όντας τέκνο της μίμησης, η βία ασκεί και η ίδια μια άνευ προηγουμένου μιμητική γοητεία. Η βία στο σύνολό της διαμορφώνεται με πρότυπο μια πρωταρχική βία και χρησιμεύει κι αυτή ως πρότυπο". (σ. 312)  Στα ελάσσονα και τα μείζονα κείμενα του Ντοστογιέφσκι ο Ζιράρ αναζητά και βρίσκει πηγές έμπνευσης, αναδεικνύοντας τους "Αδελφούς Καραμαζόβ" ως το μυθιστόρημα εκείνο "που επιστρέφει στα πάντα, συνοψίζει τα πάντα, ολοκληρώνει τα πάντα, γιατί μόνο αυτό ενσαρκώνει την πληρότητα αυτής της ανάστασης". Ο τρόπος που ο Ζιράρ διαβάζει τον Ντοστογιέφσκι είναι ο μοναδικός τρόπος που υπάρχει: τον εντάσσει στο πλαίσιο της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης η οποία του δίνει τα κλειδιά για να τον κατανοήσει: "Τα ίδια τα κείμενα μας υποχρεώνουν να συμπεράνουμε ότι η ιστορία της δημιουργίας τους είναι αξεχώριστη απ' ότι τα ίδια εννοούν ως χριστιανική πίστη. Στην προκατάληψη πέφτουμε όταν αποκόπτουμε τον Ντοστογιέφσκι από τη χριστιανική του πίστη, γιατί έτσι στερούμαστε αυθαίρετα από κάποια απαραίτητα στοιχεία της διάνοιας του έργου του". (σ. 31). Αυτός είναι ο τρόπος και της δικής μου κατανόησης του Ρώσου συγγραφέα, ο οποίος δεν μπορεί να διαβαστεί και να κατανοηθεί δίχως να έχεις ταυτόχρονα ανοίξει την Καινή Διαθήκη και τις διηγήσεις για τα κατορθώματα των Ρώσων Γερόντων (Στάρετς). 

Αυτό που επίσης συγκρατώ από τις αναλύσεις του Ζιράρ είναι η απομυθοποίηση της ομοφυλοφιλίας ως φυσικής κατάστασης, ένα θέμα επίκαιρο για τη συζήτηση περί συμφώνου συμβίωσης σήμερα, ή αργότερα "γάμου" και υιοθεσίας.  Ο Ζιράρ χρησιμοποιεί το εξηγητικό του σχήμα περί μίμησης για να μιλήσει για το φαινόμενο της ομοφυλοφιλίας: "Θα πρέπει ωστόσο να αποφεύγουμε να την επικαλούμαστε, λες και είναι μια ανεξάρτητη ουσία, κι ούτε θα πρέπει να βλέπουμε σ' αυτήν, όπως κάνει ο Φρόυντ, μια βιολογική συνιστώσα. Κι αυτό όχι γιατί είναι απίθανο να υπάρχει μια τέτοια συνιστώσα, αλλά γιατί το φαινόμενο που έχουμε μπροστά μας είναι πολύ πιο ενδιαφέρον; πρόκειται για την ενσωμάτωση της ομοφυλοφιλίας στη μιμητική δυναμική, δηλαδή την πιθανή προέλευση της από αυτή τη συναρπαστική αντιζηλία" (να σκεφθούμε εδώ την προβολή της μίμησης στις μέρες μας, ειδικά μέσω των σύγχρονων θεαμάτων και πόσο αυτά επιδρούν στην αύξηση της τάσης αυτής, πέρα από τυχόν βιολογικές ερμηνείες). Στο σημείο αυτό αντιπαραθέτει τον Φρόυντ με τον Ντοστογιέφσκι, δείχνοντας σαφώς προτίμηση στις αναλυτικές ικανότητες του δεύτερου.

Τα δοκίμια αυτά πρέπει να διαβαστούν συμπληρωματικά ως προς τα μεγάλα και σημαντικά έργα του Ρενέ Ζιράρ, δείγμα ωστόσο της ικανότητας του να διαβάζει τα έργα των μεγάλων λογοτεχνών υπό το πρίσμα της δικής του μεθόδου και να αποκαλύπτει όψεις και σκιές που δεν πίστευες πως υπάρχουν. Η αναντικατάστατη επανάληψη της μελέτης του Ντοστογιέφσκι, πάντως, προσλαμβάνει επείγοντα υπαρξιακό χαρακτήρα.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο από το περιοδικό "Πανοπτικόν"

Συνεχίζεται η συνεισφορά του εκδότη Κώστα Δεσποινιάδη στον ελληνικό πολιτισμό με ένα αφιέρωμα (περιοδικό "Πανοπτικόν") στον πολύ σημαντικό εργάτη, ασκητή του πνεύματος Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο που, κάποιοι από μας, τον πρωτογνωρίσαμε ως τον βασικό μεταφραστή της σειράς βιβλίων της "Γνώσης", την "Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη" που διηύθυνε ο Παναγιώτης Κονδύλης. 
 Ένα σημαντικό, και συγκινητικό συνάμα, αφιέρωμα σε έναν άνθρωπο που πρόσφερε τροφή σε κάθε πεινασμένο για σκέψη.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Ρενέ Ζιράρ: Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν....

Αν αξίζει να μελετάται ένας θεολόγος, ο οποίος δεν προσμετράται σαν τέτοιος από το επίσημο σινάφι, είναι ο Ρενέ Ζιράρ στο έργο του οποίου οφείλουμε να επανερχόμαστε για να ανανεώνουμε και την πίστη αλλά και την γνωστική μας ικανότητα.
Η βάση της βίας, λέει ο Ζιράρ, είναι η μιμητική επιθυμία, και αυτήν προσπαθεί κατ' αρχήν να αντιμετωπίσουν οι απαγορεύσεις του Δεκαλόγου, θεμέλιο της ειρήνης μεταξύ των ανθρώπων: "Προκειμένου να διασφαλίσουμε την ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων, πρέπει να ορίσουμε το απαγορευμένο σε σχέση με αυτή την επισφαλή διαπίστωση: ο πλησίον αποτελεί το πρότυπο για τις επιθυμίες μας". Ο Ιησούς Χριστός αλλάζει την πορεία της μιμητικής επιθυμίας στρέφοντας την προς τον εαυτό του, προτείνοντας στους ανθρώπους τη μίμηση της δικιάς του επιθυμίας η οποία στρέφεται προς τον Πατέρα: "Επικεντρώνει λοιπόν όλες Του τις δυνάμεις στη μίμηση αυτού του Πατέρα. Καλώντας μας να Τον μιμηθούμε, μας καλεί να μιμηθούμε την ίδια Του τη μίμηση". Ο Ιησούς υπόκειται στη βία που γεννά η μιμητική επιθυμία. Η περίοδος των Παθών όπου ο όχλος ξεσηκώνεται εναντίον Του συνιστά έναν παροξυσμό, και αυτές οι μεταπτώσεις του όχλου από το Ωσαννά στο Άρον , Άρον Σταύρωσον Αυτόν "είναι λίαν χαρακτηριστικό γνώρισμα του μιμητικού πλήθους".
Κατ' εξοχήν αρνητικός μιμητής του Χριστού είναι ο Σατανάς, ο αφανής πρωταγωνιστής της ανθρώπινης ιστορίας, ένα παράσιτο που αποστολή του έχει να διαστρέψει την αλήθεια και να σπείρει τη βία. Πώς; Μέσω της συγκρουσιακής μιμητικής επιθυμίας. Λέει ο Ζιράρ: "Ο Σατανάς είναι μιμητής, επαναλαμβάνω, με την ανταγωνιστική σημασία της λέξης. Ο Σατανάς είναι το σημάδι του Θεού". 
Εν αρχή ήταν η θυσία και ένας φόνος. Ιδρυτική συνθήκη των κοινωνιών και του πολιτισμού υπήρξε ένας φόνος, γράφει ο Ζιράρ, αναζητώντας τις απαρχές του πολιτισμού και τη γένεση του στην ύπαρξη ενός φόνου, του Άβελ από τον Κάιν, αλλά και δια αυτού στην θεσμοθέτηση του νόμου προκειμένου να μην διαιωνιστεί η ατέρμονη σειρά των φόνων. Το σημάδι του Κάιν που τοποθετεί ο Θεός μετά την αδελφοκτονία επί του μετώπου του είναι "το σημάδι του φονέα που προστατεύεται από τον Θεό" (Γουίλλιαμ Τζέημς). Απ' αυτήν την οπτική μπορεί να γίνουν σημαντικές παρατηρήσεις για το αδιέξοδο της θανατικής καταδίκης που επιβάλλουν ακόμη πολλά κράτη (και ανάμεσα σ' αυτά το πιο προηγμένο, η Αμερική) καθώς διαστρέφουν το σωφρονιστικό περιεχόμενο του νόμου υποκύπτοντας έτσι σε σατανικές επιδιώξεις, γιατί μονάχα ο Σατανάς θα επιθυμούσε την θανατική καταδίκη των αδικοπραγούντων. Ο Ζιράρ είναι κατηγορηματικός: "Ο φόνος και η απαρχή είναι αδιαχώριστα. Εάν ο διάβολος είναι απ' αρχής ανθρωποκτόνος, τούτο σημαίνει πως θα εξακολουθήσει να είναι εις το διηνεκές". Τα Πάθη του Χριστού, ο Σταυρός και κυρίως η Ανάστασή Του φέρνουν στο φως "τα κεκρυμμένα από καταβολής", δηλαδή την αλήθεια του θυματοποιητικού μηχανισμού και τη λογική του "πολλοί εναντίον ενός" που συνιστούσε την δια της βίας δημιουργία πολιτισμού. Αυτός ο πολιτισμός όμως είναι καταστροφικός ακριβώς γιατί στηρίζεται στη βία και στην παραγωγή, διαχρονικά, θυμάτων.Τούτη την αποστολή εξυπηρετούν τα Ευαγγέλια τα οποία "φανερώνουν όσα χρειάζονται να ξέρουν οι άνθρωποι ώστε να κατανοήσουν το μερίδιο ευθύνης τους σε όλες τις βαναυσότητες της ανθρώπινης ιστορίας και σε όλες τις κίβδηλες θρησκείες". Ο Χριστός με την σταυρική Του θυσία και την Ανάσταση Του ξεγέλασε τις μεθοδείες του Σατανά ο οποίος πίστευε πως συνέχιζε τη διαδικασία δημιουργίας θυμάτων. Ο Ζιράρ ως θεολόγος αναγνωρίζει σ' αυτό το σημείο την συμβολή των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας λέγοντας πως "στο Σταυρό ο Σατανάς είναι ο δολοπλόκος που πιάνεται στο δόκανο της ίδιας του της δολοπλοκίας".
Ο λόγος του Ζιράρ είναι πάντα επίκαιρος, ιδιαίτερα με τα όσα αναφέρει στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο "Η σύγχρονη μέριμνα για τα θύματα". Ο Ζιράρ δεν αποφεύγει να χρησιμοποιεί την έννοια του "αποδιοπομπαίου τράγου", μια καθαρά βιβλική έννοια,  προκειμένου να δηλώσει τη βία που ασκείται σε συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες από εκείνους "που πασχίζουν να αμπαρωθούν πίσω από μια κοινή ταυτότητα, τοπική, εθνική, ιδεολογική, φυλετική, θρησκευτική". Η έξαρση μισαλλοδοξίας που επικρατεί σήμερα στην Ευρώπη εις βάρος των μεταναστών και των προσφύγων, η άνοδος ξενοφοβικών κινημάτων, ακροδεξιών σχηματισμών ή δήθεν πατριωτικών ενώσεων σαν το PEGIDA στη Γερμανία συνιστούν όψεις της σατανικής εμμονής στη βία και στην δημιουργία νέων θυμάτων που η θυσία των οποίων θα κατευνάσει την ανήσυχη κοινότητα που αισθάνεται την αδιόρατη απειλή. Οι φωνές λοιπόν όσων ομνύουν υπέρ του ευρωπαϊκού πολιτισμού, των αξιών του και της θρησκευτικής του συνοχής ( χριστιανικής; από πότε όμως, όταν έχουν ήδη παραδοθεί στην αμετροέπεια της άρνησης και της απεμπόλησης της ηθικής του διάστασης;) μπροστά στο κύμα των προσφύγων που κατακλύζουν τις πόλεις τους δεν είναι ειλικρινείς καθώς επιδοκιμάζουν αυτό που ο Σταυρός και η Ανάσταση του Χριστού κατήργησαν, δηλαδή τη μιμητική βία. Οι φωνές κατά των μεταναστών και προσφύγων και οι λαοπλάνοι πολιτικοί που τις σιγοντάρουν είναι θιασώτες όχι μιας χριστιανικής Ευρώπης αλλά μιας νεοπαγανιστικής δοξασίας και υπερβολής- είναι οι ίδιοι που υποστήριζαν νομοθετικά μια σειρά μέτρων θεμελιακών του νεοπαγανισμού όπως "εκτρώσεις, ευθανασία, σεξουαλική εξομοίωση, κλοουνίστικα νούμερα". Η υπεράσπιση των θυμάτων που συνεχίζει να γεννά ο σύγχρονος προηγμένος πολιτισμός δεν μπορεί να γίνει με την κατ' όνομα μόνο επίκληση χριστιανικών αρχών, αλλά με την εφαρμογή τους: "η πλέον δραστική μεταρρυθμιστική δύναμη δεν είναι η επαναστατική βία αλλά η σύγχρονη μέριμνα για τα θύματα". Οι Εκκλησίες οφείλουν να λάβουν σοβαρά υπόψη την αποστολή τους.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Τσέσλαβ Μίλος: Το αιχμάλωτο πνεύμα

Αγαπημένη κατηγορία βιβλίων όλα τα αντικομμουνιστικά, αντισταλινικά συγγράμματα, όλα αυτά που ξεμπροστιάζουν, ξεσκεπάζουν και αποκαλύπτουν τη θηριωδία του σοβιετικού μοντέλου εξουσίας, γραμμένα ιδίως από αυτόπτες μάρτυρες που είδαν, έπαθαν, και γι' αυτό και μαρτυρούν. Τουλάχιστον αυτοί που πρόλαβαν και έγραψαν όσα έζησαν, γιατί εκατομμύρια άλλοι ενώ θα μπορούσαν να γράψουν και να μιλήσουν δεν τα κατάφεραν, καθώς θυσία έγιναν στο βωμό της κομμουνιστικής ουτοπίας. Γι' αυτό και αυτά τα βιβλία, σαν του Μίλος, του Σολτζενίτσιν, του Σαλάμοφ, του Καίστλερ και τόσων άλλων λειτουργούν σαν μνημόσυνα των αθώων θυμάτων του λενινισμού-σταλινισμού.
Από την εισαγωγή του βιβλίου του, ο Μίλος θέτει το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κυκλοφόρησε στην δυτική Ευρώπη: "Το βιβλίο αυτό γράφτηκε στο Παρίσι το 1951-52, την εποχή όπου η πλειονότητα των Γάλλων διανοουμένων ένιωθαν απέχθεια για την εξάρτηση της χώρας τους από την αμερικάνικη βοήθεια και εναπόθεταν τις ελπίδες τους στον καινούργιο κόσμο στην Ανατολή, τον οποίο κυβερνούσε ένας ηγέτης ασύγκριτης σοφίας και αρετής- ο Στάλιν". Αυτό είναι το πλαίσιο, και όλοι φανταζόμαστε ποια θα υπήρξε η υποδοχή του βιβλίου από αυτή την λαίλαπα της πνευματικής ζωής και σκέψης που συνιστούσε τότε, και ορισμένες φορές και σήμερα, η γαλλική ιντελλιγκέντσια, δηλαδή τύποι σαν τον Σαρτρ, τον Αραγκόν και άλλων  δήθεν στοχαστών. Απ' αυτή την χορεία αγυρτών ο Μίλος ξεχωρίζει τον Αλμπέρ Καμύ ο οποίος διέκρινε από νωρίς τη φύση των ολοκληρωτικών καθεστώτων και μάλιστα είχε κάνει μνεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως θεμέλιου λίθου του σταλινικού καθεστώτος, αλλά όπως λέει ο Μίλος όλοι αυτοί εξοστρακίστηκαν από τους συναδέλφους τους για την τόλμη που είχαν να μιλήσουν κατά του κόκκινου τρόμου.
Το αιχμάλωτο πνεύμα είναι το ανθρώπινο πνεύμα τον καιρό του σταλινισμού. Ο Μίλος περιγράφει διάφορους τύπους ανθρώπων που δραστηριοποιήθηκαν την εποχή του Στάλιν στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης όπου κυριαρχούσε η μονολιθική σκέψη, ανθρώπους οι οποίοι , όπως αναφέρει, "υπήρξαν θύματα μιας ιστορικής κατάστασης". Παρατηρήσεις που σήμερα φαίνονται κοινότυπες, την εποχή που γράφτηκαν ακούγονταν παράταιρες: "Το μοναδικό σύστημα σκέψης στο οποίο έχει πρόσβαση ο άνθρωπος της ανατολικής Ευρώπης είναι ο διαλεκτικός υλισμός.....Η προπαγάνδα την οποία υφίσταται, επιδιώκει με κάθε τρόπο να αποδείξει πως ο Ναζισμός και ο Αμερικανισμός είναι ταυτόσημα με την έννοια πως είναι προϊόντα των ίδιων οικονομικών συνθηκών". Εξισώνει ο Μίλος Ναζισμό και Κομμουνισμό στο πεδίο του ποινικού δικαίου κάθε στρατοπέδου, με την έννοια πως εξαλείφουν τα σύνορα ανάμεσα στις ποινικές και τις μη ποινικές πράξεις- μ' αυτή την έννοια κάθε αντίθετη άποψη ενάντια στη φύση των καθεστώτων αυτών τιμωρούνταν με τις βαρύτερες ποινές, σαν να είχε υποπέσει ο θύτης σε κοινό έγκλημα. Ο Μίλος περιγράφει την διαστροφή της σκέψης στα σταλινικά καθεστώτα που προέκυψε από τον βιασμό που υπέστη από την αντιστροφή των όρων με τους οποίους ερμηνεύεται η πραγματικότητα. Χρησιμοποιεί όρους παρμένους από την θεολογία για να εξηγήσει τον φανατισμό των υπέρμαχων τούτης της κοσμοθεωρίας: "το γενικό ηθικό ιδεώδες της Νέας Πίστης είναι πουριτανικό". Οχυρωμένοι πίσω από τα δόγματα πίστης τους, οι νέοι πιστοί των καθεστώτων μιλούν με μια γλώσσα που είναι μεν ξύλινη αλλά ταυτόχρονα τελετουργική: "Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι είπε κάποιος αλλά τι ήθελε να πει". Ο Μίλος ως Πολωνός απεχθάνεται τους Ρώσους και την ρωσική νοοτροπία που την χαρακτηρίζει οπισθοδρομική και προμοντέρνα, θρηνώντας για την επιβολή της σε χώρες με προηγμένη κουλτούρα σαν την πολωνική: "Ο ρωσικού τύπου διαλεκτικός υλισμός δεν είναι τίποτε άλλο από εκχυδαϊσμένη στο τετράγωνο επιστήμη του 19ου αιώνα". Η ανατολικού τύπου δεσποτεία που επιβλήθηκε στη χώρα του Μίλος και στις υπόλοιπες χώρες της ανατολικής Ευρώπης απεικονίζεται με θεολογικούς όρους ως μια καινούργια Πίστη: "Με τον δικό του τρόπο, το Κόμμα είναι επίσης μια εκκλησία. Η επί γης δικτατορία του και ο μετασχηματισμός του ανθρώπινου είδους εκ μέρους του εξαρτάται από την επιτυχία με την οποία θα διοχετεύσει τις ανορθολογικές ανθρώπινες ορμές προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς". Μ' αυτή την έννοια η σταλινική ιδεολογία επιδίωκε μια πνευματική μεταμόρφωση του ανθρώπου, μια αλλαγή όχι μονάχα της κοινωνίας αλλά και της φύσης του ανθρώπου.Αυτό όμως μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα με την βοήθεια του τρόμου και του φόβου: "Όταν κανείς αντιληφθεί το ζήτημα σε λογική βάση, είναι ολοφάνερο πως ο πνευματικός τρόπος αποτελεί ΄μια αρχή του Λενινισμού-Σταλινισμού την οποία δεν μπορεί ποτέ να εγκαταλείψει, ακόμη κι αν θριάμβευε σε πλανητικό επίπεδο".
Βιβλία σαν κι αυτά του Μίλος θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα. Οποιοσδήποτε παρατηρεί ολοκληρωτικές συμπεριφορές σε φίλους ή γνωστούς, είναι πρέπον να τους χορηγεί πνευματική τροφή, σαν κι αυτή του Μίλος ή άλλων παρόμοιων συγγραφέων, εν είδει πνευματικών φαρμάκων προκειμένου να αποτινάξουν από πάνω τους κάθε ψήγμα ουτοπικής σκόνης. Ας μην μας προβληματίζει ο αντιρωσικός τόνος της σκέψης του Μίλος. Ιδιαίτερα σήμερα που πολλοί θεωρούν μεγάλο ηγέτη τον Πούτιν, ας έχουν υπόψη πως η νοοτροπία του αιχμάλωτου πνεύματος δεν έφυγε ποτέ από την ρωσική ψυχή, αλλά διαποτίζει ίσαμε σήμερα την ρωσική αντίληψη του κόσμου που δεν έχει κοινό έδαφος με την δυτική σκέψη- ήδη στην εποχή του ο Τολστόι, όπως παρατηρεί ο Μίλος, εκφραζόταν αρνητικά, δηλαδή πουριτανικά, για το δυτικό πνεύμα που δημιούργησε έργα όπως του Σαίξπηρ ή του γαλλικού ρεύματος του ιμπρεσσιονισμού. Είναι πάντα επίκαιρη η εγρήγορση έναντι των διαδικασιών εκείνων που δημιουργούν την αιχμάλωτη σκέψη.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Σιμόν Βέιλ: Επιστολές και Δοκίμια

Σ’ αυτό το βιβλίο είναι συγκεντρωμένες οι σημαντικές επιστολές που απέστειλε η Σιμόν Βέιλ στον καθολικό ιερέα Περρέν καθώς και κάποια από τα εμβληματικά δοκίμια που έγραψε στη ζωή της. Ο τίτλος της συλλογής «Περιμένοντας τον Θεό» είναι και εύστοχος και ενδεικτικός των προθέσεων, ή μάλλον της επιθυμίας της Βέιλ, που σε όλη της τη ζωή περίμενε τον Θεό, με έναν τρόπο όμως διαφορετικό από τους υπόλοιπους πιστούς της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Στην πρώτη της επιστολή, εκφράζει τον δισταγμό της να προσχωρήσει και τυπικά στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μέσω του μυστηρίου του βαπτίσματος. Γράφοντας στον Πατέρα Περέν, θεωρεί τονε αυτό της ανάξια των μυστηρίων της Εκκλησίας. Εδώ βλέπουμε μια ταπείνωση η οποία φθάνει στα άκρα, μια ταπείνωση που συντελείται στην έρημο του κοσμικού χώρου και χρόνου, η οποία διαμαρτυρείται κατά της ευκολίας με την οποία μπορεί κάποιος να γίνει μέλος της Εκκλησίας. Γράφει η Βέιλ: «Αυτού του είδους το εμπόδιο που με σταματά εκτός της Εκκλησίας οφείλεται είτε στην δική μου ατελή κατάσταση, ή στο γεγονός πως η κλήση μου και η θέληση του Θεού, εναντιώνονται σ’ αυτό….αν είναι το θέλημα του Θεού να εισέλθω στην Εκκλησία, θα κάνει γνωστό το θέλημα του σε μένα στην κατάλληλη στιγμή, όταν θα είμαι άξια γι’ αυτό ώστε να μου επιβάλλει το θέλημα του». Δεν αποκλείει μια τέτοια κατάσταση στο μέλλον, στο παρόν όμως θεωρεί πως το θέλημα του Θεού επιβάλλει τη μη ένταξη της στην Εκκλησία. Εδώ ακούμε τη φωνή μιας ξεχωριστής ψυχής που στέκεται με δέος προ του γεγονότος της ολοκληρωτικής αφοσίωσης στην Εκκλησία, δίσταζοντας να κάνει το τελικό βήμα γιατί η ίδια παίρνει πολύ στα σοβαρά τούτη την αφοσίωση και ένταξη. Η αλλόκοτη ταπείνωση της δια Χριστόν σαλής Σιμόν Βέιλ φθάνει σ’ αυτό το σημείο παραδοχής: «Αν κάποια μέρα έλθει όπου θ’ αγαπώ τόσο πολύ τον Θεό ώστε να αξιωθώ της χάριτος του βαπτίσματος, θα αποδεχθώ τη χάρη αυτή την ίδια εκείνη μέρα, αληθινά, με τον τρόπο που ο Θεός επιθυμεί, είτε μέσω του βαπτίσματος με την αυστηρή έννοια του όρου ή με κάποιον άλλον τρόπο. Κατ’ αυτή την έννοια για ποιο λόγο να αγχώνομαι; Δεν είναι δουλειά μου να σκέφτομαι περί του εαυτού μου. Η δουλειά μου είναι να σκέφτομαι τον Θεό. Είναι δουλειά του Θεού να νοιάζεται για μένα». Η συγκλονιστική Σιμόν Βέιλ περιγράφει έναν τρόπο μέθεξης στο μυστήριο της Εκκλησίας καθόλου συνηθισμένο, που ίσως, με μια τολμηρή σκέψη, θυμίζει τη μετάνοια της οσίας Μαρίας Αιγυπτίας. Η επιφύλαξη της Βέιλ εξειδικεύεται περισσότερο στη δεύτερη επιστολή όπου εδώ αναπτύσσει τις σκέψεις της για την εξωτερική μορφή της Εκκλησίας ως «κοινωνικής δομής» η οποία την φοβίζει. Την φοβίζει ιδιαίτερα ο πατριωτισμός που εμφιλοχωρεί σε ρωμαιοκαθολικούς κύκλους, αλλά και μια αίσθηση πως θ’ ανήκει σε μια ένωση που θα την διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους ανθρώπους, σε ένα σώμα δήθεν σωσμένων: «αισθάνομαι πως είναι απαραίτητο και επιβεβλημένο να παραμείνω μόνη μου, μια ξένη και εξόριστη σε σχέση με κάθε ανθρώπινο κύκλο δίχως εξαίρεση». Η κοσμική μοναξιά που επιβάλλει στον εαυτό της θα μπορούσε κανείς να τη θεωρήσει εωσφωρική, ειδικά και στον δικό μας εκκλησιαστικό χώρο με την έντονη προδιάθεση μια τυπική και εξωτερική παρουσία στα γεγονότα της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά η Βέιλ δεν μιλούσε αφ’ υψηλού, αλλά στο πνεύμα της ταπείνωσης που χαρίζεται μονάχα στους αληθινά πνευματικούς ανθρώπους, άλλωστε η Βέιλ , όπως γράφει στην πνευματική της αυτοβιογραφία, «είχα υιοθετήσει την χριστιανική στάση ως τη μόνη δυνατή. Μπορώ να ισχυριστώ πως γεννήθηκα, ανατράφηκα, και διαρκώς παρέμεινα εντός της χριστιανικής έμπευσης». Αυτό που την συγκλόνισε εσωτερικά και μετέβαλλε την εξωτερική αποδοχή του χριστιανικού μυστηρίου σε εσωτερικό γεγονός σωτηρίας και αλήθειας είναι η ανάγνωση και η βαθύτερη κατανόηση της Κυριακής Προσευχής, και μάλιστα η ανάγνωση της στο ελληνικό πρωτότυπο: «η άπειρη γλυκύτητα αυτού του ελληνικού κειμένου με συνεπήρε τόσο πολύ, που για πολλές μέρες δεν μπορούσα να σταματήσω από το να την απαγγείλω διαρκώς». Όμως, παρά αυτή την μυστική εμπειρία, η Βέιλ αισθανόταν πως ο Θεός δεν την ήθελε στην Εκκλησία, τουλάχιστον στην παρούσα στιγμή της ζωής της. Σε ποια Εκκλησία όμως ο Θεός δεν την ήθελε; Στην Εκκλησία της εκκοσμικευμένης μορφής, η οποία «μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ήταν ολοκληρωτική, ήταν η σειρά της Εκκλησίας να εγκαθιδρύσει πρώτη εκείνη ένα είδος ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα, ύστερα από τον πόλεμο με τους Καθαρούς».
Σιμόν Βέιλ
Τούτη τη μορφή αμφισβητεί η Βέιλ, δίχως να αμφισβητεί τον Θεό ή την καθαρότητα και την ομορφιά της χριστιανικής πίστης καθώς και την ανάγκη για την παρουσία σύγχρονων αγίων στην σημερινή κοινωνία. Η σύγχρονη αγία είναι η Σιμόν Βέιλ με αυτόν τον παράδοξο λόγο που συμβάδιζε με τον παράδοξο σαλό της βίο. Ο λόγος της χάριτος αναβλύζει από τα γραπτά της σε κάθε σημείο: «Όταν, ωστόσο, ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, παραδίδεται τότε στο νόμο της βαρύτητας. Τότε νομίζει πως είναι ελεύθερος να αποφασίζει και να επιλέγει, αλλά είναι μονάχα ένα πράγμα, μια πέτρα που πέφτει».
Πέρα από τα αυτοβιογραφικά και πνευματικά αυτά κείμενα, στον τόμο αυτό υπάρχει και ένα άλλο δοκίμιο που προκαλεί συγκίνηση και θα έπρεπε υποχρεωτικά να διαβαστεί από καθέναν που θέλει να ασχοληθεί με την ακαδημαϊκή ζωή του πνεύματος, με κάποια επιστήμη. Το δοκίμιο έχει τον τίτλο «Στοχασμοί για την ορθή χρήση των σχολικών σπουδών υπό το φως της αγάπης του Θεού». Ένα δοκίμιο για κάθε μαθητή τελικά, ανεξάρτητα σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μάθησης βρίσκεται, είτε ξεκινά από το δημοτικό σχολείο, είτε βρίσκεται σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας, είτε στο πανεπιστήμιο και στη μεταδιδακτορική έρευνα, ή αποφασίζει έπειτα από πολλά χρόνια να αφιερωθεί σε έναν τομέα μελέτης για χάρη αυτής και της καλλιέργειας του εαυτού του. Η Βέιλ θεωρεί πως μονάχα οι σχολικές ασκήσεις αναπτύσσουν ένα υποδεέστερο είδος προσοχής, ωστόσο «είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές στην αύξηση της δύναμης της προσοχής η οποία θα είναι διαθέσιμη στον καιρό της προσευχής». Συνδέει λοιπόν την προσοχή με την δυνατότητα της προσευχής, αλλά προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Το πνεύμα μόνο μέσω της επιθυμίας να προοδεύσει, αλλά για να υπάρχει επιθυμία «πρέπει να υπάρχει ευχαρίστηση και χαρά στην εργασία….η χαρά της μάθησης είναι τόσο απαραίτητη στη σπουδή όσο είναι η αναπνοή στο τρέξιμο….όταν απουσιάζει δεν υπάρχουν αληθινοί σπουδαστές, αλλά μονάχα καρικατούρες εκπαιδευομένων που, στο τέλος της εκπαίδευσής τους, δεν θα έχουν καν μια ασχολία». Πόσο επίκαιρα ηχούν αυτά τα λόγια τον καιρό των επιδοτούμενων σεμιναρίων, τούτη την διαχρονική (αυτό)εξαπάτηση πολιτών, εκπαιδευτών και κρατικών υπηρεσιών! Αν δεν υπάρχει η χαρά στην σπουδή και στην πνευματική εργασία, τότε δεν μπορεί να υπάρχει προπαρασκευή για πνευματική χριστιανική ζωή. Γι’ αυτό και η Βέιλ ακόμα και στην επίλυση ενός προβλήματος γεωμετρίας βλέπει την ανόθευτη εικόνα της μοναδικής, αιωνίου και ζώσας Αλήθειας, δηλαδή του Ενσαρκωμένου Λόγου: «Κάθε σχολική εργασία, ιδωμένη μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι σαν ένα εκκλησιαστικό μυστήριο». Γι’ αυτό είναι αναγκαία η προσοχή και η σοβαρότητα στην αντιμετώπιση των σχολικών εργασιών: «ευτυχισμένοι είναι αυτοί που διάγουν την εφηβεία και τη νεότητά τους αναπτύσσοντας αυτή την δύναμη της προσοχής….οι σπουδές βρίσκονται εγγύτερα του Θεού εξαιτίας της προσοχής η οποία συνιστά την ψυχή τους. Όποιος περνά τα χρόνια των σπουδών του δίχως ν’ αναπτύσσει αυτήν την προσοχή μέσα του έχει απολέσει έναν μεγάλο θησαυρό». Στην ουσία αυτό που συνιστά η Βέιλ είναι μια ασκητικότητα ως απόλυτα συνυφασμένη με την ουσία των σπουδών και της μελέτης η οποία, με τη σειρά της, θα οδηγήσει σε ανώτερη πνευματική σφαίρα, θα αποτελέσει κατά κάποιον τρόπο την εισαγωγή στην χριστιανική πνευματική ζωή. Η γεωμετρία, η μελέτη των λατινικών, των ελληνικών, των ξένων γλωσσών, της φιλοσοφίας, της φυσικής, κάθε μάθησης, η ακαδημαϊκή εργασία που αρχίζει εξ απαλών ονύχων και δεν τελειώνει ποτέ «εμπεριέχει ένα τέτοιο πολύτιμο μαργαριτάρι που γι’ αυτό αξίζει κανείς να πουλήσει όλα την περιουσία του, κρατώντας τίποτα για τον εαυτό του προκειμένου να το αποκτήσει». Πόσο στενή και τεθλιμμένη αυτή η οδός για τους σύγχρονους σπουδαστές.
Ο λόγος της Βέιλ είναι  διαχρονικός , επίκαιρος και αξίζει να τον μελετάμε και να επανερχόμαστε σ’ αυτόν ακατάπαυστα.



Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Μαρκ Λίλλα: Ο Θνησιγενής Θεός. Θρησκεία, Πολιτική και η Νεότερη Δύση

Τροφή για σκέψη είναι το βιβλίο του καθηγητή ανθρωπιστικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια Μαρκ Λίλλα. Στην ουσία πρόκειται για μια μελέτη των σχέσεων θρησκείας και πολιτικής, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στους Νεότερους Χρόνους στη Δύση, αλλά κάνοντας αναφορές και στο κλασικό παρελθόν της Δυτικής Ευρώπης, προτού αυτονομηθεί η πολιτική φιλοσοφία από την θεολογία. Ο Λίλλα περιγράφει την διαπλοκή των δύο κυρίαρχων κοσμοθεωριών που διαμόρφωσαν την πολιτική παράδοση της Δύσης και το πως, κυρίως χάρη στον Χομπς, έγινε εφικτός ο Μεγάλος Διαχωρισμός της πολιτικής από την θεολογία, πως έπαψε να είναι κυρίαρχη η πολιτική θεολογία για να αναπτυχθεί πολιτική φιλοσοφία και επιστήμη. Αναγνωρίζει ο Λίλλα στον Αυγουστίνο την πρώτη μεγάλη θεολογικό-πολιτική σύνθεση της δυτικής σκέψης στο έργο του "Η Πολιτεία του Θεού". Ο Αυγουστίνος είναι αυτός που δίδει τον τόνο στην χριστιανική πολιτική θεολογία, αλλά είναι με την στέψη του Καρλομάγνου από τον Πάπα που συμβαίνει αυτό που χαρακτηρίζει ο Λίλλα ως "σύγχυση των συμβόλων" εξουσίας, της πολιτικής και της πνευματικής στη Δύση. Τα χρόνια αυτά (11ος και 12ος αιώνας) είναι άλλωστε κυρίαρχη στη Δύση η "περί περιβολής έριδα" , για το αν ο Πάπας θα κατέχει εκτός από το πνευματικό ξίφος και το πολιτικό, ή αν το δεύτερο δικαιωματικά ανήκει στον μονάρχη και στους αυτοκράτορες. Το πρόβλημα για τον Λίλλα σ' αυτήν την περίοδο εντοπίζεται στις εξουσιαστικές διεκδικήσεις της θεολογικής εκκλησιαστικής σκέψης που διεκδικεί και κερδίζει ρόλο στην διαμόρφωση της πολιτικής. Το σημείο καμπής εντοπίζεται στους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου αιώνα όπου οι χριστιανοί καταδίωκαν και φόνευαν τους χριστιανούς λόγω διαφορετικών δογματικών πεποιθήσεων: "αυτό που διέρρηξε την ενότητα της χριστιανικής πολιτικής ήταν η θεολογική αυτοσυνείδηση και ένταση των συγκρούσεων, οι οποίες πυροδότησαν νέες συγκρούσεις που ρίζωναν στις βαθύτερες αμφίσημες όψεις της χριστιανικής αποκάλυψης". Η χριστιανική βία αυτόν των αιώνα τροφοδοτούσε τον φανατισμό και το αντίθετο. Τότε ήταν που συνέβη αυτό που περιγράφει ο Λίλλα ως ο Μεγάλος Διαχωρισμός της πολιτικής φιλοσοφίας από την κοσμολογία και την θεολογία. Τα ονόματα που έρχονται στο προσκήνιο είναι αυτά του Χιούμ, του Λοκ και, κυρίως, του Χομπς, που εισάγει μια νέα ανθρωπολογία, ανατρέποντας την ίσαμε τότε θεώρηση της προτεραιότητας του Θεού έναντι της φύσης του ανθρώπου θεωρώντας πως "ο φόβος, η άγνοια και η επιθυμία αποτελούν τα βασικά κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς", στερώντας έτσι τον άνθρωπο από το μεταφυσικό του βάθρο. Ο Λίλλα θεωρεί πως οι βασικοί πολιτικοί θεσμοί της Δύσης θεμελιώνονται σ' αυτόν τον πνευματικό διαχωρισμό που επιτέλεσαν τα μεγάλα ονόματα της αγγλικής πολιτικής φιλοσοφίας. Στην ηπειρωτική Ευρώπη όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά, κυρίως χάρη στον μετριασμό της ρήξης που ήρθε από την Αγγλία, με προεξάρχοντες τον Ρουσσώ και τον Καντ οι οποίοι είδαν με περισσότερο καλοσύνη την ανθρώπινη φύση, αναδεικνύοντας τον ηθικό και παιδευτικό ρόλο της θρησκείας και την Εκκλησία ως την ηθική πολιτική δύναμη του σύγχρονου κόσμου, και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Λίλλα "έναν αιώνα μετά τον Χομπς, ο Καντ βρήκε τρόπο να επαναφέρει την θεολογία στο επίκεντρο του πολιτικού στοχασμού", ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τον Χέγκελ ο οποίος μεταφέρει την ιδέα της χριστιανικής συμφιλίωσης από τα έσχατα στο παρόν. Αλλά πλέον είναι μια πολιτική θεολογία που δεν αμφισβητεί τον νέο κυρίαρχο, το Κράτος, καθώς το κυρίαρχο δόγμα της βόρειας Ευρώπης , ο Προτεσταντισμός, επιταχύνει την σταθεροποίηση των θεσμών του σύγχρονου κράτους εφόσον ο άνθρωπος ως πιστός χριστιανός θεωρείται πως μπορεί να πετύχει αδιαμεσολάβητα την ηθική τελείωση και να γνωρίζει μέσω των θείων γραφών τον Λόγο του θεού που ομιλεί κυρίως στην καρδιά του. Εδώ οι δρόμοι της αγγλο-αμερικανικής παράδοσης και της ηπειρωτικής Ευρώπης (κυρίως της Γερμανίας) διαχωρίζονται, και όσο και αν δεν το ομολογεί ο Λίλλα μπορούμε να μιλάμε για έναν δεύτερο Μεγάλο Διαχωρισμό, ο οποίος βρίσκει πνευματική έκφραση στην ανάπτυξη της φιλελεύθερης θεολογίας, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Σλάϊερμάχερ, (αυτός είναι  ο Θνησιγενής Θεός), μιας "νέας ερμηνείας της σχέσης θρησκείας και πολιτικής που δεν ήταν φιλελεύθερη με την αγγλο-αμερικανική έννοια". Κατά της φιλελεύθερης θεολογίας στη Γερμανία, και του ανθρωπισμού που αυτή εισήγαγε, ήταν ο Καρλ Μπαρτ όπου με το θεμελιώδες έργο του "Η Επιστολή προς Ρωμαίους" κυριάρχησε στην εποχή του μεσοπολέμου στη Γερμανία, θεωρώντας την φιλελεύθερη θεολογία υπεύθυνη για το χάος, την ανορθολογικότητα και την διαφθορά των ηθών στην εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Λίλλα, ο Μπαρτ δεν κατόρθωσε  να διακρίνει την σύνδεση ανάμεσα στην ρητορική του θεολογικού μεσσανισμού και της αποκαλυπτικής ρητορείας  στην πολιτική σφαίρα που είχε ήδη αγκαλιάσει την γερμανική κοινωνία. Η οξύτατη παρατήρηση του Λίλλα πως η εσχατολογική γλώσσα γεννά και τρέφει την εσχατολογική πολιτική, με αναφορά στην πνευματική εξέλιξη της Γερμανίας και συνακόλουθα την έλευση του Γ΄ Ράϊχ, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου σε κάθε παρόμοια προσπάθεια να διαμορφωθεί η πολιτική εξέλιξη υπό το πρίσμα μυθοπλασιών, εθνικών ή θρησκευτικών. Την ίδια τάση πολιτικού μεσσιανισμού που υποκρύπτει θεολογικές αναφορές διακρίνει ο Λίλλα και στο έργο του Ερνστ Μπλοχ που είναι προσανατολισμένο προς την θεοποίηση του μπολσεβικισμού.
Mark Lilla
Είναι ξεκάθαρη η προτίμηση του Λίλλα στην αγγλο-αμερικανική παράδοση του Μεγάλου Διαχωρισμού που βρήκε τη νεότερη έκφραση της στα κείμενα των ιδρυτών πατέρων της αμερικανικής δημοκρατίας και που αποτυπώθηκαν στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Θεωρεί την πολιτική θεολογία ως την αρχέγονη μορφή της πολιτικής σκέψης η οποία παραμένει μια ζώσα εναλλακτική ακόμα και σήμερα, ακόμα και στις ΗΠΑ όπου η μεσσιανική ρητορική, κυρίως σε κύκλους της θρησκευτικής Δεξιάς μπορεί να είναι και η δεσπόζουσα πολιτική έκφραση. Ωστόσο η ιδιαιτερότητα των ΗΠΑ εξακολουθεί: "οι Αμερικανοί αποδέχονται την αρχή, που προέρχεται από την επίθεση του Χομπς στην πολιτική θεολογία, πως είναι η συναίνεση του "Εμείς, ο Λαός" που μονάχα αυτή καθιστά νομιμοποιημένο το Σύνταγμα". Δεν φοβάται τους αυτόκλητους προφήτες ο Λίλλα, καθώς επιστρέφουν στις εκκλησίες τους μόλις ρίξουν οι ψηφοφόροι την ψήφο τους στις εκλογές. Το γεγονός πάντως πως πολλοί Αμερικανοί δείχνουν να ανησυχούν για την επιστροφή της θρησκείας είναι για τον Λίλλα καλό σημάδι. Ο Μεγάλος Διαχωρισμός θεολογίας και πολιτικής υπήρξε αποτέλεσμα της έλλειψης συναίνεσης στον χριστιανικό κόσμο της Δύσης για τα όρια του θεϊκού νόμου, και αυτό σήμαινε την έναρξη μιας πνευματικής διαδικασία αναζήτησης εναλλακτικών σε κάθε μορφής πολιτικής θεολογίας. Το αποτέλεσμα δείχνει πως αυτός ο δρόμος που ακολούθησαν οι λαοί της Δύσης ήταν πετυχημένος ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά. Η πρόκληση που δέχεται σήμερα από το προ-νεωτερικό Ισλάμ και η απάντηση που θα δώσει η Δύση στην απειλή του φασιστικού ισλαμοφονταμενταλισμού θα καθορίσει το αν η ευημερία της θα συνεχιστεί. Ο Λίλλα πιστεύει πως δεν είναι δυνατή μια ξαφνική αποδοχή του Μεγάλου Διαχωρισμού από τον ισλαμικό κόσμο, το μόνο που μένει στη Δύση, αναφέρει, είναι να καλωσορίσει κάποιον μετριοπαθή μετασχηματισμό της ισλαμικής πολιτικής θεολογίας, θεωρώντας πάντως πως εναπόκειται σ' αυτές τις παραδόσεις να σκύψουν εντός τους και να βρουν τον τρόπο για μια συνετή πολιτική τάξη. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να προβλεφθεί για το εγγύς μέλλον. 

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Μάρθα Νουσμπάουμ: Η νέα θρησκευτική αδιαλλαξία. Υπερνικώντας την πολιτική του φόβου σε μια εποχή ανησυχίας.

Martha Nussbaum: The new religious intolerance (The Belknap Press of Harvard University Press, 2013)
Προσπαθώντας η Μάρθα Νουσμπάουμ να αντιμετωπίσει την ισλαμοφοβία, όπως αντιλαμβάνεται η ίδια πως υπάρχει κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την 11/9, καταφεύγει σε επιχειρήματα από την ηθική και πολιτική φιλοσοφία του Σωκράτη και των νεώτερων φιλελεύθερων στοχαστών. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, αυτή η προσέγγιση που προτείνει πρέπει να συνδυάζει τα εξής στοιχεία: 1) Πολιτικές αρχές που εκφράζουν ίσο σεβασμό για όλους τους πολίτες, 2) Αυστηρά ριζοσπαστικό στοχασμό που ξετρυπώνει και κριτικάρει αντιφάσεις, ιδιαίτερα εκείνες που προσλαμβάνουν τη μορφή εξαίρεσης για κάποιον, παρατηρώντας την ακίδα στον οφθαλμό του άλλου και όχι τη δοκό στο δικό του οφθαλμό και 3) τη συστηματική καλλιέργεια του «εσώτερου οφθαλμού», την φαντασιακή ικανότητα που μας επιτρέπει να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός προσώπου με διαφορετική θρησκεία και εθνότητα.

Στη ρίζα της έλλειψης κατανόησης του άλλου σε μια σύγχρονη κοινωνία όπως αυτή των ΗΠΑ βρίσκεται ο φόβος. Για να τον αντιμετωπίσει χρειάζεται, μας λέει , να συνδυαστούν τρία πράγματα: υγείες αρχές που εμπεριέχουν σεβασμό προς την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, επιχειρήματα που δεν εξυπηρετούν τις επιθυμίες μας, στοχεύοντας κάποιο νομιζόμενο ελάττωμα στη μειονότητα το οποίο είναι πανταχού παρόν στην κουλτούρα της πλειονότητας, και μια αξιοπερίεργη και συμπαθητική φαντασία. Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, η Νουσμπάουμ επισημαίνει τις διαφορετικές προσεγγίσεις ευρωπαίων και αμερικανών στο ζήτημα της ενσωμάτωσης και πολιτικής συμπεριφοράς έναντι των μεταναστών και των θρησκευτικών ή εθνικών μειονοτήτων. Οι ευρωπαίοι, σε αντίθεση με τους αμερικάνους, δεν ανέπτυξαν νομικά πλαίσια που επέμεναν στην ακριβοδικεία έναντι των μειονοτήτων σε ζητήματα όπου η πλειονότητα νομοθετεί, και ακόμα στην βαθμιαία προσαρμοστικότητα σε πρακτικές που υιοθετούν οι μειονότητες. Στην πολιτική ιστορία διακρίνει δύο βασικές τάσεις: η μια έχει την προέλευση της στον Άγγλο φιλόσοφο του 17ου αιώνα Τζων Λοκ, ο οποίος ισχυρίζεται πως για την προστασία ίσης ελευθερίας συνείδησης προϋποθέτει δύο πράγματα: νόμοι που δεν ποινικοποιούν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και νόμοι που δεν ενοχοποιούν θρησκευτικές δραστηριότητες. Η άλλη παράδοση είναι αυτή του Ρότζερ Γουίλλιαμς, ιδρυτή της αποικίας του Rhode Island (17ος αιώνας) ο οποίος θεωρεί πως οι νόμοι σε μια δημοκρατία απηχούν τις απόψεις της πλειονότητας και γι’ αυτό, πολλές φορές, μπορεί να αποβούν καταπιεστικοί για τις μειονότητες. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα ειδικής εξαίρεσης, την οποία αποκαλεί «προσαρμογή», η οποία πρέπει να προσφέρεται στον ηγέτη της εκάστοτε μειονότητας (λ.χ. η άρνηση κατάταξης στον στρατό αν το επιβάλλουν οι θρησκευτικές αρχές καθενός). Η Νουσμπάουμ αναλύοντας την προβληματική διαφόρων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ δείχνει πως οι δύο αυτές διαφορετικές προσεγγίσεις, ανάλογα με την υπόθεση, καθόρισαν την πολιτική έναντι των διαφόρων θρησκευτικών ή εθνικών μειονοτήτων. Η Νουσμπάουμ καλεί τον αναγνώστη και το νομοθέτη να καλλιεργούν πνεύμα περιεργείας, ανοικτότητας και συμπάθειας, καθώς και γενναιοδωρίας έναντι του πλησίον τους που εκτείνεται πέρα από τα δικά τους μονομερή ενδιαφέροντα.
Martha Nussbaum
Με βάση αυτές τις αρχές η Νουσμπάουμ επιχειρηματολογεί σε μεγάλο τμήμα του βιβλίου για τον παράλογο φόβο όσων καταφέρονται εναντίον της χρήσης της μπούργκα από τις μουσουλμάνες γυναίκες καθώς και στην διελκυστίνδα επιχειρημάτων που αναπτύχθηκε στην κοινότητα της Νέας Υόρκης για την ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους εγγύς του οικοδομικού τετραγώνου των δύο δίδυμων πύργων. Και στις δύο περιπτώσεις προσπαθεί με λογικά επιχειρήματα να καταδείξει τον φοβικό παραλογισμό των αντιπάλων  των δύο θρησκευτικών πρακτικών των μουσουλμάνων.

Όταν έγραφε η Νουσμπάουμ για την υπερνίκηση της πολιτικής του φόβου έναντι των μουσουλμάνων, δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί η φρικώδης ρητορεία και πρακτική του Ισλαμικού Κράτους. Δεν γνωρίζω κατά πόσο θα μετάβαλλε αυτό την ουσία των επιχειρημάτων της. Σε γενικές γραμμές, κανείς δεν έχει αντίρρηση στην προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων, στη βάση της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας της ανθρώπινης συνείδησης ή της γενικής παραδοχής περί ισότητας των ανθρώπων σε θέματα ελευθερίας άσκησης των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Πώς όμως μπορεί να γίνει αυτό όταν μια θρησκεία εξ ορισμού έχει πολεμικό χαρακτήρα, όπως είναι το Ισλάμ; Το Ισλάμ δεν πέρασε από αναγέννηση, διαφωτισμό, κριτική ερμηνεία του ιερού του βιβλίου, του Κορανίου. Παρέμεινε θρησκεία προνεωτερική, θρησκεία που έχει σαφώς διακηρυγμένη στάση περί υποταγής των απίστων. Η Νουσμπάουμ λέει η φιλία προϋποθέτει τον ένα μέσα από τα μάτια του άλλου, να «αποφεύγουν να βλέπουν τον κόσμο μέσω του ναρκισσισμού της ανησυχίας». Δυστυχώς, το επιχείρημα αυτό αν και αντλείται από τις κατακτήσεις του νεώτερου πνεύματος και μπορεί να γίνει καθολικά αποδεκτό σε συνθήκες ειρήνης και νηφάλιας προσέγγισης και αποδοχής της ιδιαιτερότητας του άλλου, δύσκολα, αν όχι αδύνατα, μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν εκπεφρασμένα ο άλλος επιδιώκει τον χαμό σου καθώς επικαλείται τα άρθρα πίστης της θρησκείας του. Η Νουσμπάουμ επιμένει πως το βλέμμα μας πρέπει να είναι στα άτομα μάλλον, τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους, και επειδή διαφέρουν αναπτύσσουν μια ευρεία γκάμα ανθρωπίνων επιδιώξεων και σκοπών. Ωστόσο τα άτομα όσο αγαπητά κι αν είναι, και όσο και αν πρέπει να προβλέπεται νομοθετική μέριμνα για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους είναι συγχρόνως και μέλη διαφορετικών κοινοτήτων οι οποίες επιδιώκουν σκοπούς. Η επίκληση των σωκρατικών και χριστιανών-καντιανών αρχών προϋποθέτει πως ο συνομιλητής μας δεν απεργάζεται το κακό και την εξόντωση μας. Διαφορετικά, αυτές οι αρχές γίνονται θανατηφόρο όπλο υπέρ αυτών που καταστατικά τις αρνούνται και τις χρησιμοποιούν προκειμένου να επιτύχουν τις αρχές που προβλέπει η θρησκεία και οι μεταφυσικές αρχές που ομνύουν. Μ’ αυτές τις σκέψεις και την κριτική προσέγγιση στις θέσεις της Νουσμπάουμ, η άδεια ανέγερσης μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα που ψήφισε η Βουλή των Ελλήνων ήταν μια πράξη άστοχη και, μακάρι να μην επιβεβαιωθεί, επικίνδυνη. Οι θρησκευτικές πρακτικές των μουσουλμάνων μπορούν να εξυπηρετηθούν στα αυτοσχέδια τζαμιά και οίκους που έχουν ιδρύσει. Το συμβολικό μέγεθος ανέγερσης τζαμιού (με μιναρέ;) στην Αθήνα αποτελεί ήττα για το ελληνικό κράτος. Η «εσώτερη θέαση» που επικαλείται η Νουσμπάουμ, δικαιολογημένα σε κάποιες περιπτώσεις, δεν πρέπει να μας οδηγήσει την απεμπόληση της «εξωτερικής θέασης» και αντίληψης των πραγμάτων που εκτυλίσσονται μπροστά μας.