Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία: Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία: Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Αλέξανδρος Κοζέβ: Λατινική Αυτοκρατορία

Εκδόσεις Εξάρχεια, μετάφραση Ιφ. Καμτσίδου
 "Η εποχή ανήκει στις αυτοκρατορίες, δηλαδή σε υπερεθνικές πολιτικές ενώσεις , αποτελούμενες όμως από έθνη συγγενή μεταξύ τους".- Αλ. Κοζέβ



Από τις εκδόσεις "Εξάρχεια" κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα από τα σημαντικότερα κείμενα γεωπολιτικής των τελευταίων ετών, ένα κείμενο ξεχασμένο καθώς γράφτηκε το 1945, αλλά ήρθε ξανά στην επικαιρότητα λόγω ενός κειμένου που έγραψε ο Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν σχετικά με την αναγκαιότητα ενός αντίβαρου στην γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη, αντλώντας επιχειρήματα από το κείμενο του Κοζέβ για τη "Λατινική Αυτοκρατορία".


Ο Κοζέβ γράφει το 1945 ένα σχέδιο δόγματος για τη γαλλική πολιτική έχοντας στο νου δύο πράγματα. Πώς μπορεί να επιβιώσει ένα έθνος, και σε ποιό συνασπισμό εξουσίας ("Αυτοκρατορία") πρέπει να εισέλθει. Για τον Κοζέβ το έθνος αν επιθυμεί να συνεχίσει να υπάρχει οφείλει να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης ολότητας την οποία αποκαλεί "αυτοκρατορία". Υπάρχουν ήδη, γράφει ο Κοζέβ το 1945, δύο ήδη σχηματισμές αυτοκρατορίες: αυτή των Αγγλοσαξώνων, στην οποία αναγκαστικά συμπεριλαμβάνει τη Γερμανία λόγω του Προτεσταντικού χαρακτήρα της ο οποίος είναι κυρίαρχος, και αυτή των Σλαβοορθοδόξων, με κυρίαρχη δύναμη φυσικά τη Ρωσία (ως Σοβιετική Ένωση τότε). Για τη Γαλλία επιφυλάσσει την ηγεμονική θέση εντός της Λατινικής Αυτοκρατορίας την οποία θα συναπαρτίσουν η Ιταλία και η Ισπανία.

Αλέξανδρος Κοζέβ
Ο Κοζέβ θεωρεί πως μια Γαλλία εκτός της "Λατινικής Αυτοκρατορίας" δεν μπορεί να επιβιώσει, όπως δεν μπορεί να επιβιώσει εντασσόμενη σε μια από τις υπόλοιπες δύο αυτοκρατορίες λόγω της ιδιαίτερης συνθήκης που γεννά η ιδιάζουσα λατινική της καταγωγή καθώς και η Ρωμαιοκαθολική της παράδοσης. 

Η Γαλλία οφείλει να λειτουργήσει ως εξισορροπητική δύναμη, ως μια σύνθεση ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες αυτοκρατορίες. Η λατινική ιδέα είναι εντελώς διαφορετική τόσο από τον τεχνοκρατικό προτεσταντισμό με την εμμονή στην παραγωγική βελτιστοποίηση όσο και στον κολλεκτιβιστικό χαρακτήρα της σλαβικής ορθοδοξίας. Η λατινική θέαση του κόσμου βασίζεται στην υπερτίμηση της "σχόλης", "αυτή τη γλυκιά απραξία η οποία δεν εκφυλίζεται σε σκέτη τεμπελιά παρά μόνον εάν δεν επακολουθήσει μια παραγωγική και γόνιμη εργασία". Αλλά πέρα απ' αυτές τις ανθρωπολογικές διαπιστώσεις, η θέση του Κοζέβ είναι βαθιά πολιτική: κανένα έθνος δεν μπορεί πλέον να σταθεί αυτόνομα παρά μόνο στο πλαίσιο μιας αυτοκρατορίας. Ίσως η λέξη ξενίζει σήμερα, ας την αντικαταστήσουμε με την λέξη "Ευρωπαϊκή Ένωση". Ο Κοζέβ θα ασχοληθεί αργότερα στον πολιτικό του βίο, δρώντας κυρίως από το παρασκήνιο, για την θεμελίωση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τον πρόδρομο της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αναγνωρίζοντας λοιπόν τον υποδέεστερο ρόλο που θα έπαιζε η Γαλλία στον μεταπολεμικό κόσμο και φοβούμενος ιδιαίτερα την προοπτική μιας επαναξοπλισμένης και αχαλίνωτης Γερμανίας, ο Κοζέβ στοχάστηκε πάνω στην ιδέα υπέρβασης του κράτους-έθνους και την δυνατότητα θέσπισης ομοειδών αυτοκρατοριών πάνω στη βάση ενός ελάχιστου κοινού πολιτισμού. Η Λατινική Αυτοκρατορία θα μπορούσε κανείς να πει σήμερα πως αποτελεί μια διέξοδο από την ατελέσφορη νομισματική ένωση που επιχειρήθηκε στην Ευρώπη με  την επικυριαρχία του μεταμφιεσμένου γερμανικού μάρκου σε ευρώ. Δεν απαντά όμως στο γενικότερο πρόβλημα της ενότητας του Δυτικού Κόσμου (μέρος του οποίου είναι η Γαλλία και η Γερμανία) απέναντι στις πολυποίκιλες προκλήσεις τόσο από την οικονομική υπεροχή της Κίνας και των λοιπών ασιατών, όσο και από την αλαζονική επίδειξη δύναμης του Ισλάμ.  Η γεωπολιτική αρχιτεκτονική που πρότεινε ο Κοζέβ το 1945 διασπά τη Δύση, και σ' αυτό το σημείο δεν δικαιώθηκε από τις κατοπινές εξελίξεις. Βέβαια η οικονομική καχεξία των λατινινογενών χωρών σήμερα ίσως γεννά στα μυαλά ορισμένων κάποιες σκέψεις, και σ' αυτό το σημείο η εξέλιξη της ιστορίας παραμένει διάπλατα ανοιχτή για νέες επεξεργασίες και ανατροπές. 

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο (με αναφορά στην γενικότερη σκέψη του Κοζέβ στα "Επιλεγόμενα" από τον Γιώργο Μερτίκα), το οποίο καλεί σε προβληματισμό και για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. 

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Νηλ Μακ Γκρέγκορ: Γερμανία. Μνήμες ενός έθνους.

Ο  γνωστός ιστορικός του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου Antony Beevor λέει για το συγκεκριμένο βιβλίο πως "όποιος θέλει να κατανοήσει τη Γερμανία οφελει να διαβάσει το βιβλίο του Νηλ Μακ Γκρέγκορ".

Ο Μακ Γκρέγκορ δεν είναι ιστορικός αλλά υπήρξε ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου από το 2002 έως το 2015. Το ερευνητικό του ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στην ανίχνευση της ιστορίας μέσω σημαντικών αντικειμένων, τεχνουργημάτων, με τα οποία μπορεί να αναγνώσει την πνευματική εξέλιξη του κόσμου. 

Κάτι τέτοιο πραγματοποιεί και σ' αυτό το βιβλίο, που δεν είναι μια ιστορία του γερμανικού έθνους όπως ένας επαγγελματίας ιστορικός θα την είχε συγγράψει αλλά μια καταγραφή των σημαντικότερων στιγμών της ιστορίας των Γερμανών μέσω εμβληματικών αντικειμένων, γεγονότων και στιγμών που σημάδεψαν το μεγάλο αυτό έθνος από τις απαρχές της ιστορίας του έως σήμερα. 

Είναι μια καταγραφή των μνημείων της Γερμανίας και του πως αυτά "μιλάνε" για την ιστορία και τη διαδρομή του έθνους μέσα στο χρόνο. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος: "Αυτό το βιβλίο δεν επιχειρεί να είναι- δεν μπορεί να είναι- με καμιά έννοια μια ιστορία της Γερμανίας, αλλά προσπαθεί να εξερευνήσει μέσω αντικειμένων και κτηρίων, ανθρώπων και τόπων, κάποια διαμορφωτικά νήματα στην σύγχρονη εθνική ταυτότητα της Γερμανίας".

Το βιβλίο διανθίζεται από ωραίες ασπρόμαυρες και έγχρωμες εικόνες που συνοδεύουν την ανάλυση του συγγραφέα καθώς επεξηγεί τάσεις και μορφές της γερμανικής ιστορίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της ιστορίας της Γερμανίας είναι η αργόσυρτη και βασανιστική πολιτική και εθνική ενοποίηση που τελικά επιτεύχθηκε δια πυρός και σιδήρου αργότερα από όλα τα υπόλοιπα σημαντικά ευρωπαϊκά έθνη. Η αδυναμία αυτή οφειλόταν μεταξύ των άλλων και στην ασάφεια της γερμανικής επικράτειας που χαρακτήριζε η έλλειψη σαφούς προσδιορισμού των συνόρων της Γερμανίας στον ευρωπαϊκό χάρτη εφόσον γερμανόφωνοι πληθυσμοί κατελάμβαναν μια τεράστια έκταση στο κέντρο και στα ανατολικά της ηπείρου. 

Νηλ Μακ Γκρέγκορ
Ο Νηλ Μακ Γκρέγκορ λαμβάνοντας αυτό υπόψη θεωρεί πως είναι δύσκολο να ομιλούμε για μια γερμανική ιστορία αλλά για πολλές και διαφορετικές ιστορίες όσες και τα διαφορετικά κρατίδια. Διαφορετική είναι η ιστορία της Πρωσσίας, διαφορετική η ιστορία της Σαξωνίας ή της Βαυαρίας. Την διαφορετικότητα αυτή αντανακλούν οι φοβερές θρησκευτικές έριδες του 16ου και 17ου αιώνα που ως κέντρο τους είχαν τη γερμανική γη. Ο ξεχασμένος σήμερα Τριακονταετής Πόλεμος προκάλεσε στη Γερμανία μεγαλύτερες καταστροφές απ' ότι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ενώ οι πόλεμοι με τη Γαλλία και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους διαμόρφωσε τη ψυχοσύνθεση του γερμανικού έθνους. Μάλιστα σε αντίθεση με τους Γάλλους οι οποίοι έβλεπαν τους εαυτούς τους ως διάδοχοι των Ρωμαίων, οι Γερμανοί για να δείξουν την αντίθεση τους θεωρούσαν εαυτούς ως συνεχιστές της νοοτροπίας των αρχαίων Ελλήνων, γι' αυτό και το πάθος τους με τη γλώσσα, τη φιλολογία και την φιλοσοφία.

Αδελφοί Γκριμ, Λούθηρος, Γκαίτε, Μπίσμαρκ, Μπαουχάους: ο Μακ Γκρέγκορ διαβάζει τη γερμανική ιστορία μέσα από τις σημαντικές προσωπικότητες που ανέδειξε το έθνος και μέσα από την πρωτοπορία της καλλιτεχνικής έκφρασης. Αλλά δεν παραλείπει και τον λαό, ιδίως αυτόν, τα εκατομμύρια των προσφύγων που εγκατέλειψαν προγονικές εστίες αιώνων στην ανατολική Ευρώπη και κατέφυγαν στα νέα σύνορα της Γερμανίας μετά την ήττα στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την πιο μαζική προσφυγική κρίση που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη η οποία όμως είναι ξεχασμένη, για πολλούς, σήμερα. Η ιστορία της Γερμανίας είναι μια συνεχής διαδικασία αναζήτησης συνόρων που να εμπερικλείουν την γερμανική ταυτότητα και την ψυχή του έθνους. Τα νέα σύνορα που καθορίστηκαν με τις συνθήκες που τερμάτισαν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και την εν νέου ενοποίηση της Γερμανίας το 1989 φαίνεται πως συνιστούν την οριστική απάντηση της ιστορίας σ΄ αυτή την περιπέτεια του γερμανικού έθνους- ακόμα και αυτή η ιστορική Καινιξβέργη, η πατρίδα του Καντ, το σημερινό Καλινίνγκραντ, έχει χάσει την όποια συμβολική του σημασία καθώς είναι πλήρως εκρωσισμένη. 

Ο Νηλ Μακ Γκρέγκορ προσφέρει μια συναρπαστική αφήγηση. Ο πιο χαρισματικός καλλιτεχνικός διευθυντής της Βρετανίας, αυτός που με λογικά επιχειρήματα αρνήθηκε την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα θεωρώντας το αίτημα των Ελλήνων ως σωβινιστικό και εθνικιστικό, προβαίνει σε μια ισορροπημένη ανάλυση, δίχως να κρύβει όμως τον θαυμασμό του, για τα επιτεύγματα του γερμανικού έθνους. Ως Βρετανός είναι αρκετά φλεγματώδης για να αναγνωρίσει την υπεροχή των Γερμανών σε πολλά σημεία, και κυρίως την προσπάθεια τους να αντιμετωπίσουν το παρελθόν τους. Ένα έθνος που δεν σταμάτησε να επινοεί τον εαυτό του ακόμα και μέσα από την καταστροφή.

 

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Joachim Fest: Όχι Εγώ. Ο Ναζισμός μέσα από τα μάτια ενός παιδιού

Εκδόσεις Μεταίχμιο (2015). Μετάφραση: Αλεξάνδρα Παύλου
Η μαρτυρία του Γιόαχιμ Φεστ εκδόθηκε λίγο προτού πεθάνει, έτσι πρόλαβε και είδε και σε έντυπη μορφή αυτά που είδε και έζησε στο ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας.

Η οικογένεια του Φεστ ήταν ένα σπάνιο είδος στη Γερμανία της ανόδου του Χίτλερ. Ήταν μια οικογένεια, με δεσπόζουσα μορφή τον πατέρα, που είπε Όχι στην ναζιστική κυριαρχία, χρησιμοποιώντας μια ρήση από το ευαγγέλιο του Ματθαίου: Etiam si omnes, ego non. Αλλά πώς εξηγείται αυτό το αναπάντεχο όχι; Ο πατέρας του Φεστ "παρά τις ανεπάρκειες της ιδρυτικής πράξης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, τις οποίες και παραδεχόταν, ήταν δημοκράτης από πεποίθηση". Ο πατέρας του Φεστ κατά περίεργη στάση της ιστορίας, ενστερνίστηκε την γερμανική αρχή περί αφοσίωσης στους θεσμούς και το κράτος ήδη από την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στάση ολότελα γερμανική, σε αντίθεση με την πλειονότητα των συμπατριωτών του που αποδέχτηκαν το ναζιστικό καθεστώς ως το τέλος, ακόμα και όταν η πολεμική ήττα φαινόταν βέβαιη αρκετά χρόνια προτού τελειώσει επίσημα ο πόλεμος των ναζί.
Όσες φορές και αν διαβάσουμε μαρτυρίες, αυτοβιογραφίες, μνήμες απ' αυτήν την περίοδο, το βασικό ερώτημα που επανέρχεται διαρκώς είναι πως η Γερμανία, αυτή η τόσο βαθιά πολιτισμένη χώρα, οδήγησε εαυτήν και τον κόσμο στον όλεθρο του ναζισμού. Ο Φεστ προσπαθεί από την εμπειρία του να απαντήσει σ' αυτό το ερώτημα ενδοσκοπώντας τη φύση του γερμανικού λαού, μέσα από τα λόγια ξανά του πατέρα του: "για τους Γερμανούς ο νόμος είναι σημαντικότερος από το Δίκαιο". 

Ο πατέρας δεσπόζει παντού και δίνει τον τόνο της συμπεριφοράς, ψυχικής και κοινωνικής, απέναντι στην δεσποτεία των ναζί. Ακόμα και όλοι συμπράξουν, εμείς θα διαφοροποιηθούμε: "Ένα κράτος όπου όλα είναι ένα ψέμα τουλάχιστον ας μην περάσει το κατώφλι μας. Δεν θέλω να υποταχθώ στην κυρίαρχη ψευτιά, έστω κι αν η άρνηση αυτή περιορίζεται μέσα στον οικογενειακό κύκλο".  Αναδεικνύεται διαρκώς μέσα από την μαρτυρία του Γιόαχιμ Φεστ ο ρόλος του πατέρα και η οφειλή του στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Σταθερός στις αρχές του, δημοκράτης εκ φύσεως, αλλά και βαθιά καλλιεργημένος, με αληθινή και όχι επίπλαστη μόρφωση η οποία βασίστηκε στις αρχές του πολιτισμού οι οποίες ως βάση είχαν "τις Δέκα Εντολές, τις φιλοσοφικές περί ηθικής πραγματείες, τη σπουδαία λογοτεχνία αλλά και πολλά ακόμα, τα οποία καταμαρτυρούν ολόκληρες βιβλιοθήκες. Και όλα αυτά, επί της ουσίας, δεν έχουν παρά ένα ταπεινό σκοπό: να μάθουν στον άνθρωπο τα αυτονόητα".


Έτσι λοιπόν ανατράφηκε ο μικρός Γιόαχιμ καθώς και τα αδέλφια του, μια ζωή ως άσκηση στα αυτονόητα όπως την είχε προδιαγράψει η μορφή του πατέρα.  Ο πατέρας είναι πρότυπο για τον μικρό Γιόαχιμ και ο θαυμασμός του γι' αυτόν απεριόριστος. Γράφει κάπου: "Εγώ δεν χαιρετώ ούτε καν με το ελεύθερο χέρι" (αναφέρεται στο ναζιστικό χαιρετισμό) αποκρίθηκα κομπάζοντας και πρόσθεσα: Ο πατέρας μου δεν το κάνει ούτε καν με δύο ελεύθερα χέρια". Ο Γιόαχιμ μεγαλώνει διαβάζοντας τους Γερμανούς κλασικούς της λογοτεχνίας, αλλά μερικές φορές κάνει και κάποια τολμηρά αναγνωστικά βήματα επιλέγοντας και πιο σύγχρονους συγγραφείς, όπως ο Τόμας Μαν, αλλά είναι και πάλι ο πατέρας που τον ελέγχει για αυτή του την επιλογή επισημαίνοντας πόσο διαβρωτική επιρροή άσκησε το βιβλίο "Οι στοχασμοί ενός απολιτικού" του Τόμας Μαν στην αποξένωση της μικροαστικής τάξης από την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ίσως περισσότερο και από τον Χίτλερ ακόμα.  



Στο βιβλίο πέρα από την επιβλητική μορφή του πατέρα Φεστ, παρελαύνουν άνθρωποι που σημάδεψαν την πρώιμη και εφηβική ηλικία του Γιόαχιμ, άνθρωποι με τους οποίους αντάλλασσε σκέψεις και παρατηρήσεις για την τέχνη και τη λογοτεχνία, διότι πέρα από την καταγραφή της εμπειρίας ενός παιδιού στην περίοδο του Τρίτου Ράιχ, το βιβλίο αποτελεί και μια αυτοβιογραφική γραφή της πορείας προς την πνευματική ανάπτυξη- πρωτεύοντα ρόλο σ' αυτήν την πορεία έχουν, φυσικά, τα ποικίλα αναγνώσματα, κυρίως αυτά των Γερμανών κλασικών, αλλά και η μεγάλη μουσική παράδοση της Γερμανίας. 


Οι ανάγκες του πολέμου επιστρατεύουν και τον νεαρό Γιόαχιμ.  Στις μονάδες που θα υπηρετήσει θα γνωρίσει από κοντά τον ανθρωπόμορφο τύπο του ναζί αξιωματικού. Έχει όμως κάποια παρηγοριά όταν τα στρατιωτικά καθήκοντα του τον καταβάλλουν: "όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις, εγώ δραπέτευα στα βιβλία". Σε μια μάχη κοντά στην Κολωνία συλλαμβάνεται από αμερικανικές δυνάμεις και στην ουσία σώζεται από βέβαιο θάνατο. Θα επιχειρήσει να αποδράσει όμως από την φύλαξη των αμερικάνων φοβούμενος πως η περιοχή του θα πέσει στα χέρια των Γάλλων, αλλά δεν θα τα καταφέρει. Ωστόσο, δεν θα περάσει από δίκη ποτέ, καθώς η διευθέτηση των ζωνών κατοχής θα τον βρει τελεσίδικα στην πλευρά των αμερικάνων που θα τον αφήσουν ελεύθερο στη συνέχεια να επιστρέψει στο σπίτι του.

Η ζωή του Γιόαχιμ Φεστ διαφέρει από τη ζωή των περισσότερων Γερμανών εκείνη την περίοδο, τουλάχιστον στην πολιτική στράτευση. Και άλλοι Γερμανοί διάβαζαν Σίλερ, Γκαίτε, άκουγαν Μότσαρτ, αλλά λίγοι επέλεξαν σταθερά να ταχθούν, όχι μόνο ως εσωτερική διάθεση αλλά και ενεργά, κατά του χιτλερικού καθεστώτος, αλλά αυτό το οφείλει κατά βάθος στην συνολική στάση του πατέρα του που σημάδεψε την εξέλιξη του. Ο Γιόαχιμ Φεστ, ωστόσο, παρατηρεί και μόνος του πως αυτό που οδήγησε στην έλευση του ναζισμού ήταν "η κατάρρευση του μεσοαστικού κόσμου". Η κατάρρευση της μεσαίας τάξης και η άνοδος του λαϊκισμού, ως απάντηση στα προβλήματα που αυτή έφερε τελικά αποδείχτηκε ολέθριο ιστορικό σφάλμα, σε συνδυασμό με την παθητική στάση των Γερμανών έναντι της έννοιας του δικαίου, αλλά και το πνεύμα της εποχής που ευνοούσε τα απολυταρχικά συστήματα. Σε στιγμές συλλογικής κρίσης, διδάσκει ο Γιόαχιμ και ο πατέρας του, δεν υπάρχουν συλλογικές απαντήσεις ή στάσεις συμπεριφοράς, δεν υπάρχουν ιδεολογικά συστήματα που μπορούν να απαντήσουν στην πρόκληση του πολιτικού πρωτογονισμού, αλλά μονάχα προσωπικές επιλογές: Ego non! Γράφει ο Φεστ: "Το δίδαγμα των εθνικοσοσιαλιστικών χρόνων ήταν να αντιστέκομαι στο ρεύμα, να μην επηρεάζομαι από αυτό".  

Αυτό, μπορεί να γίνει κανόνας; Μονάχα ως έμπνευση και ηθικό δίδαγμα για τον καθένα ξεχωριστά σε ανάλογες στιγμές, αλλά τούτο προϋποθέτει ξεχωριστά άτομα και προσωπική αντίσταση σε κάθε είδους πειρασμούς. Όσο δύσκολο κι αν είναι, αξίζει να το παλέψει κανείς.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Νόρμπερτ Ελίας: Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015, μεταφρ. Γ. Πεδιώτης, Γ. Θωμαδάκης
Στο πολύ σημαντικό αυτό δοκίμιο ο μεγάλος κοινωνιολόγος Νόρμπερτ Ελίας επιχειρεί να ερμηνεύσει μέσα από γεγονότα της γερμανικής ιστορίας  τη διαμόρφωση του πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος που οδήγησε στην άνοδο του Τρίτου Ράιχ στην εξουσία. Το βασικό ερώτημα που, αν πρέπει να απαντηθεί με κάποια πειστικότητα χρειάζεται να ψηλαφίσει κανείς βαθιά στη ψυχή του γερμανικού έθνους, είναι πως αυτός ο λαός με τέτοια πνευματικά χαρίσματα μπόρεσε να φθάσει με άκρα αποτελεσματικότητα στο σχεδιασμό και την υλοποίηση του Ολοκαυτώματος.

Πράγματι, ο Ελίας γράφει, "οι διωγμοί κατά των Εβραίων είχαν ένα ισχυρό στοιχείο ρεαλισμού και ορθολογικότητας". Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο προϋπόθεση ήταν πέρα από την τεχνική κατάρτιση η οποία έφθασε σε ακρότατα όρια λόγω της γραφειοκρατικοποίησης των ενεργειών των αξιωματούχων και ένα απαραίτητο ψυχικό στοιχείο που κινητοποιούσε την βούληση έτσι ώστε οι διαταγές του Χίτλερ και του Χίμλερ να εκτελούνται με ακρίβεια ως τον τελευταίο δεσμοφύλακα σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης: το αρχέγονο αυτό στοιχείο ήταν το μίσος κατά των Εβραίων. 

Ένα μίσος που λογικά δεν ερμηνεύεται, μπορεί όμως να ερμηνευτεί ως ιδεολογική κατασκευή: "Αποτελούσε (για τον Χίτλερ και τους οπαδούς του) απλώς πεποίθηση τους ότι τούτο υπαγόρευε η φύση, η τάξη του κόσμου και ο δημιουργός της". Η εξόντωση των Εβραίων από πολεμικής απόψεως δεν εξυπηρετούσε κανένα στόχο των Ναζί. Ήταν το φυλετικό μίσος εκείνο που τύφλωσε τους Ναζί και μετέτρεψε τους Εβραίους σε αποδιοπομπαίους τράγους στην ιστορία. 

Ο Χίτλερ δεν είχε κρύψει τα πιστεύω του, αν και υπήρχαν και κυκλοφορούσαν αντισημιτικές αντιλήψεις στην Ευρώπη, ο Χίτλερ προσέδωσε σ' αυτές ένα μυστικιστικό τόνο, μια αντίληψη περί θεοδικίας, ένα κίνημα μεσσιανικού χαρακτήρα σαν κι αυτά που είχαν γεννηθεί τον Μεσαίωνα. Η διαφορά είναι βέβαια πως οι Ναζί είχαν την τεχνική ικανότητα να υλοποιήσουν το σχέδιο τους.

Ο Ελίας ανατρέχει στον τρόπο διαμόρφωσης του γερμανικού κράτους και στη διαφορά της εξέλιξης του από τα ανταγωνιστικά του έθνη, τους Γάλλους και τους Βρετανούς. Η γερμανική ιστορία και ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους οι Γερμανοί ιστορικά σε σχέση με τη Γαλλία και τη Βρετανία έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η Γερμανία είναι στην ουσία ένα σύγχρονο κράτος που έφθασε στην ενοποίηση των γερμανικών κρατιδίων μέσω "ενός ισχυρού ηγέτη που θα κατάφερνε να αποκαταστήσει την ενότητα και την ομόνοια".  

Η πολιτική ως σχέση ισχύος ανάμεσα σε κράτη δεν ήταν το παιχνίδι που είχαν μάθει να παίζουν επί ίσοις όροις οι Γερμανοί με πολύ εμπειρότερους παίκτες. Η γερμανική αυτοσυνείδηση μέχρι την εποχή του Μπίσμαρκ ήταν μια έννοια ακαθόριστη, "δεν υπήρχε κάποιος τρόπος ζωής ο οποίος να λογίζεται στη σκέψη και στον λόγο ως χαρακτηριστικά γερμανικός". Την ώρα που οι Βρετανοί κυριαρχούσαν σε όλες τις θάλασσες, οι Γερμανοί ανέπτυσσαν την έννοια της Bildung, της καλλιέργειας εκείνης που ξεφεύγει από τα όρια της τυπικής παιδείας.

 Έτσι όταν ήρθε η ώρα να μπουν κι αυτοί στο παιχνίδι κατανομής ισχύος μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων, μπήκαν με δυσμενείς όρους.  Ο απολυταρχικός μονάρχης ήταν αυτός που όριζε την τύχη της Γερμανίας, αυτός που ενσάρκωνε το όραμα της ενότητας με μέσο την πειθαρχία στην εξουσία του. Καθήκον λοιπόν του κάθε ατόμου ήταν να δώσει τα πάντα σ' αυτή την ενότητα, στην ιδέα της Γερμανίας ως κάτι του ξεχωριστού: "την ώρα που η πατρίδα τους είχε ανάγκη, έπρεπε να υπακούσουν στο κάλεσμα των όπλων με κάθε τίμημα". 

Αυτό που έχει ενδιαφέρον στην ανάλυση του Ελίας για την άνοδο του Χίτλερ είναι πως δεν αποδίδει τόση σημασία στους όρους που επιβλήθηκαν στη Γερμανία μετά την ήττα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά αναζητά τη γενεσιουργό αιτία στην ίδια τη γερμανική ιστορία με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, ένα από τα οποία ήταν η ταύτιση των Γερμανών με κάποιον δυνάστη. Αυτό συνεπαγόταν την ύπαρξη ενός ζωτικού χώρου, στην Ευρώπη φυσικά, όπου η Γερμανία θα ανέπτυσσε την αυτοκρατορική της ισχύ, διότι, όπως γράφει ο Ελίας "οι Γερμανοί ήταν πρακτικά οι μόνοι για τους οποίους η εικόνα μιας αυτοκρατορίας στην Ευρώπη αποτελούσε μέρος της παράδοσής τους".

Αντιλαμβάνοντας ο Ελίας την ιστορία της Γερμανίας ως μια ιστορία παρακμής, συγκρινόμενη βέβαια με τις άλλες χώρες της Δύσης, θεωρεί πως οι Γερμανοί αναζήτησαν στον Χίτλερ τον παράγοντα εκείνο που θα τους έδινε το δικαίωμα να υπάρχουν όχι απλώς σαν ισότιμα μέλη αλλά ως ηγέτες τουλάχιστον στην Ευρώπη. Εκχώρησαν έτσι τη συνείδηση τους στο Κράτος και σ' αυτό απόθεσαν τις προσδοκίες τους, με αποτέλεσμα "κάθε σύγκρουση ανάμεσα στον έλεγχο που ασκούσε το κράτος και σ' εκείνον που ασκούσε η δική τους συνείδηση τους προκαλούσε έντονη δυσφορία. Ως εκ τούτου, με τρόπο αντανακλαστικό, κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να απωθήσουν όποιο συμβάν απειλούσε να προκαλέσει μια τέτοια σύγκρουση".

Ο Ελίας δεν απαντά στο ερώτημα αν ένα τέτοιο φαινόμενο μπορεί να ξαναγεννηθεί, αφήνει όμως τον υπαινιγμό πως μπορεί να υπάρξουν ξανά οι κοινωνικές εκείνες συνθήκες που ευνόησαν την γέννηση αυτής της βαρβαρότητας. Η μόνη διέξοδος, λέει, είναι η γνώση αυτών των συνθηκών προκειμένου ν' αποτραπεί μια παρόμοια κατάσταση γενικευμένης αταξίας στο μέλλον. Είναι μια αισιόδοξη αντίληψη την οποία δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε ως προς τα κίνητρα της, δεχόμενοι ωστόσο και την απλοϊκή άποψη πως η ιστορία, τελικά, δεν διδάσκει τίποτα.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Ρίτσαρντ Έβανς: Η έλευση του Τρίτου Ράϊχ

Richard Evans: The Coming of the Third Reich, Penguin 2004
Δεν έχει εξαντληθεί η ιστορική προσέγγιση και η καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν στη μία από τις δύο λαίλαπες της ανθρωπότητας στον 20ο αιώνα, σ' αυτή της ναζιστικής Γερμανίας; Όσο υπάρχουν συνθέσεις σαν κι αυτή του Άγγλου ιστορικού Ρίτσαρντ Έβανς, η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Οι συνθετικές μελέτες μιας ολόκληρης περιόδου είναι κατ' αρχάς έργο κοπιώδες και απαιτητικό προκειμένου να τιθασευτεί όλο το υλικό της βιβλιογραφίας, που στην περίπτωση της τριλογίας του Έβανς εκτείνεται σε δεκάδες σελίδες.
Μια τέτοια συνθετική μελέτη, αν και ξεπερασμένη, ήταν "Η άνοδος και η πτώση του Τρίτου Ράϊχ" του Γουίλλιαμ Σίρερ, ενώ η πιο πρόσφατη του Ίαν Κέρσοου επικεντρώνεται περισσότερο στο πρόσωπο του Χίτλερ, γράφοντας την βιογραφία του δικτάτορα παρά αναλύοντας σε βάθος την ιστορική εξέλιξη και τη δομή του Τρίτου Ράϊχ όπως το επιχειρεί ο καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ Ρίτσαρντ Έβανς. Ήδη από την εισαγωγή του πρώτου αυτού τόμου ο Έβανς προειδοποιεί για την διαφορετική μεθοδολογική προσέγγιση που είχαν επιχειρήσει κάποιοι ιστορικοί για την ερμηνεία της ανόδου του ναζιστικού φαινομένου, αλλά όπως αναφέρει "πρέπει να διεισδύσουμε στο νου των ίδιων των ναζί" για να τους κατανοήσουμε, ένα εντελώς ιδιαίτερο και μοναδικό ιστορικό φαινόμενο που δεν είχε όμοιο του, ακόμα και αν την ίδια εποχή ο κόκκινος τρόμος βασίλευε στη Σοβιετική Ένωση- ο Έβανς επισημαίνει τη μοναδικότητα του ναζισμού και η κατανόηση του ως ιστορικού φαινομένου ανάγεται ως βασικός σκοπός της ιστορικής του έρευνας.
Ρίτσαρντ Έβανς
Αναλύοντας τις γερμανικές ιστορικές ιδιαιτερότητες από το 1871 ως το 1914, ο Έβανς επισημαίνει πως το συνταγματικό καθεστώς του Μπίσμαρκ δεν περιείχε καμιά "διακήρυξη αρχών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες", ένα γεγονός που είναι ιστορικά δικαιολογημένο καθώς το Ράϊχ δημιουργήθηκε χάρη στη στρατιωτική δύναμη και την στρατιωτική δράση, με συνέπεια να νομιμοποιηθεί η χρήση της βίας και της δύναμης προς εξυπηρέτηση πολιτικών στόχων.Ενδημικές ταυτόχρονα την περίοδο αυτή ήταν οι τάσεις εθνικισμού, ρατσισμού και φανατικού αντισημιτισμού. Το σημείο καμπής της γερμανικής ιστορίας όμως στον 20ο αιώνα ήταν η ήττα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, μια ήττα που ποτέ δεν πίστεψαν οι Γερμανοί πως ήρθε στο πεδίο των μαχών αλλά γερά εδραιωμένη στο συλλογικό εθνικό ασυνείδητο ήταν η θεωρία της πισώπλατης μαχαιριάς του εσωτερικού εχθρού. Βαθιά σημάδια όμως άφησε και η αποτυχημένη σοσιαλιστική επανάσταση των σπαρτακιστών τον Ιανουάριο 1919 που διαίρεσε ακόμα πιο βαθιά την γερμανική κοινωνία και πολιτική τάξη ανάμεσα στους εθνικιστές και στους κομμουνιστές.  Το βιβλίο όσο προχωρεί κανείς στην ανάγνωση του γίνεται όλο και πιο σκοτεινό, η ιστορία είναι γνωστή αλλά η συστηματική καταγραφή των γεγονότων ίσαμε την άνοδο του Χίτλερ, η οποία δεν ήταν προδιαγεγραμμένη επιμένει ο Έβανς δημιουργεί συναισθήματα φόβου και τρόμου ακόμα και σήμερα- πώς είναι δυνατό αυτό το έθνος με την απίστευτη συνεισφορά σε κάθε τομέα του πολιτισμού να οδηγήσει εαυτόν και όλο τον κόσμο στην αφάνεια και την καταστροφή και μάλιστα αναδεικνύοντας τον Χίτλερ με δημοκρατικές διαδικασίες πρώτο κόμμα το 1933; Ο Έβανς προσφέρει κάποια συμπεράσματα που αξίζει να αναφερθούν: "Οι ρίζες της επιτυχίας των Ναζί βρίσκονταν στην αποτυχία του γερμανικού πολιτικού συστήματος να δημιουργήσει ένα βιώσιμο, εθνικό συντηρητικό κόμμα που θα ένωνε τόσο τους Καθολικούς όσο και τους Προτεστάντες στα δεξιά (σημαντικές είναι οι αναλύσεις του Έβανς για τη διαφορετική εκλογική συμπεριφορά των δύο αυτών κυρίαρχων εκκλησιαστικών δογμάτων), στην ιστορική αδυναμία του γερμανικού φιλελευθερισμού, στην πικρή μνησικακία σχεδόν όλων των Γερμανών για την ήττα στον πόλεμο και τους σκληρούς όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, στον φόβο και στην έλλειψη προσανατολισμού που προκλήθηκε σε πολλούς Γερμανούς της μεσαίας τάξης από τον κοινωνικό και πολιτισμικό μοντερνισμό των χρόνων της Βαϊμάρης, και τον υπερπληθωρισμό του 1923". Ο ναζισμός δεν ήταν μονάχα ένα πολιτικό κίνημα, έστω ένα κίνημα διαμαρτυρίας που γεννήθηκε και ανδρώθηκε από τα προηγούμενα γεγονότα. Ήταν συγχρόνως ένα κίνημα που επιδίωκε να δημιουργήσει έναν καινούργιο κόσμο, έναν καινούργιο άνθρωπο, μια νέα ανθρώπινη φύση, ότι ακριβώς επιδίωκε για τους δικούς του λόγους να δημιουργήσει ο σοβιετικός σταλινισμός. Η κοσμοϊστορική αποστολή που αντιλαμβανόταν για τον εαυτό του ο Ναζισμός έφθανε στο σημείο, λέει ο Έβανς, στην καταστροφή του έργου της Γαλλικής Επανάστασης και στο "γύρισμα προς τα πίσω των δεικτών του ρολογιού, με την πολιτική έννοια του όρου, πολύ περισσότερο πίσω: στα πρώτα χρόνια του Μεσαίωνα.....Η Ναζιστική Επανάσταση έμελλε να είναι η κοσμοϊστορικών διαστάσεων άρνηση της Γαλλικής Επανάστασης, όχι η ιστορική της εκπλήρωση". Βασικό λοιπόν στοιχείο για τη ναζιστική κοσμοεικόνα δεν ήταν μονάχα η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, αλλά το αναποδογύρισμα όλων των επιτευγμάτων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στο ιδεολογικό και πολιτιστικό επίπεδο. Ο Ναζισμός ως κοσμοθεωρία ήταν μια συνολική απάντηση στα δομικά προβλήματα της γερμανικής κοινωνίας μετά το 1918 στη βάση της έννοιας της φυλής, της κουλτούρας και της ιδεολογίας. Ο πρώτος τόμος της τριλογίας του Ρίτσαρντ Έβανς που διαβάζεται απνευστί σαν πολιτικό θρίλερ εκδόθηκε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις "Αλεξάνδρεια"
σε μια ιδιαίτερα πολυτελή έκδοση και σε πολύ καλή μετάφραση από τον Κώστα Αντύπα και επιμέλεια Κώστα Λιβιεράτου.

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Χέρμαν Μπροχ: Ο Χόφμανσταλ και η εποχή του

Χέρμαν Μπροχ: Ο Χόφμανσταλ και η εποχή του (εκδόσεις Πατάκη, μεταφρ. Δ. Πολυχρονάκης)
Ο Χέρμαν Μπροχ εκτός από μυθιστοριογράφος γνωστός για τις μεγάλες του συνθέσεις «Οι Υπνοβάτες» και ο «Θάνατος του Βιργίλιου» έχει γράψει εξίσου σημαντικά θεωρητικά έργα, ένα από τα οποία μετέφρασε έξοχα ο Δ. Πολυχρονάκης για τις εκδόσεις «Πατάκη», τη μελέτη «Ο Χόφμανσταλ και η εποχή του». Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Η τέχνη και η έλλειψη του ύφους της στα τέλη του 19ου αιώνα» είναι και το σημαντικότερο διότι εδώ αναπτύσσονται οι θεωρητικές σκέψεις του Μπροχ για το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, εποχή στην οποία έζησε ο Χόφμανσταλ. Τα χαρακτηριστικά της εποχής είναι η ψευδότητα των αξιών: «ήταν μία από τις πιο άθλιες εποχές της παγκόσμιας ιστορίας, καθώς επρόκειτο για μια περίοδο  εκλεκτικισμού, για την περίοδο ενός ψευδο-μπαρόκ, ψευδο-αναγεννησιακού και ψευδο-γοτθικού ύφους». Η εποχή αυτή κυριαρχείται από το στοιχείο της διακόσμησης που είναι αποτέλεσμα του ορθολογισμού του ανθρώπου του 19ου αιώνα, και εξαιτίας «του ορθολογισμού του, ήταν ατομικιστής, ρομαντικός και συνάμα ιστορικιστής». Την πιο υψηλή καλλιτεχνική της έκφραση, λόγω της επιθυμίας για διακόσμηση, βρήκε η εποχή αυτή στην όπερα. Η έλευση του ιμπρεσιονισμού σηματοδότησε μια αλλαγή στάσης απέναντι στην πραγματικότητα, «καθώς ανακάλυψε το ίδιο το μέσον ως πραγματικότητα». Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί το κίνημα «η τέχνη για την τέχνη», μια στάση δημιουργίας που χαρακτηριστικό της υπήρξε η κοινωνική αδιαφορία- ποιο υπήρξε το μεγάλο επίτευγμα αυτής της θεωρίας για την τέχνη: να οδηγήσει «την καλλιτεχνική έκφραση σε μια ολοκληρωτικά άλογη σφαίρα».
Χέρμαν Μπροχ
Οι απόψεις του Μπροχ συνιστούν ένα φιλοσοφικό δοκίμιο γεμάτο πρωτότυπες και γεμάτες ενάργεια σκέψεις. Όπως ακριβώς στον τρίτο τόμο των «Υπνοβατών» που διασπάται η αφήγηση για να παρεμβληθούν στοχασμοί που πιάνουν αρκετές σελίδες, έτσι και εδώ ο Μπροχ βρίσκεται στο στοιχείο του όταν καταπιάνεται με την ανάλυση της εξέλιξης των ιδεών. Το κενό των αξιών που δημιούργησε η έλευση του ατομικισμού είχε ως συνέπεια την κατάρρευση των έως τότε οικουμενικών και συνεκτικών αξιών, κυρίως των θρησκευτικών: «η καθολική αποδοχή των ηθικών συμπεριφορών, που μέχρι τότε κυριαρχούσε, άρχισε να χαλαρώνει και άρχισε η αποχαλίνωση των ορμών, που μέχρι τότε ήταν υποταγμένες στην ηθική». Εξίσου σημαντικές είναι οι αναφορές που κάνει για την σταδιακή αποσάρθρωση της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας με την ανάδυση των εθνικών μειονοτήτων που την συναποτελούσαν και τη μεταστοιχείωση των ηθικών αξιών σε κενό περιεχομένου αισθητισμό ο οποίος, ειδικά στη Βιέννη, το κέντρο της πολιτιστικής ζωής, μετατράπηκε σε κιτς.
Ούγκο φον Χόφμανσταλ
Τα επόμενα κεφάλαια διαπραγματεύονται την θέση και την καλλιτεχνική προσφορά του Χόφμανσταλ σ’ αυτό το πνευματικό περιβάλλον. Είναι οπωσδήποτε ένα ειδικό θέμα που αφορά την ιστορία των ιδεών, της ιστορία της πνευματικής εξέλιξης της Βιέννης του 19ου αιώνα, αλλά οι παρατηρήσεις του Μπροχ για το φαινόμενο του κιτς, με αναφορά σ’ αυτήν την περίοδο, νομίζω βρίσκουν εφαρμογή και στην σύγχρονη εποχή η οποία συνεχίζει από κει που διασπάστηκε η ηθική τελείωση από την αισθητική έκφρασή της: «Το κιτς είναι η σύγχυση του ηθικού με το αισθητικό, και σ’ αυτήν ακριβώς τη σύγχυση εντοπίζεται η σχέση του με το ριζικά Κακό…..το μιμητικό σύστημα που εμφανίζεται μέσω της τέχνης είναι το σύστημα του κιτς, το οποίο δεν συνιστά μια κακή τέχνη, αλλά μάλλον μια αντι-τέχνη, και ως εκ τούτου καταλαμβάνει τη θέση που σε σχέση με πρωταρχικό σύστημα κατείχε το Κακό…..όσο ασήμαντο κι αν μοιάζει το φαινόμενο του κιτς, εντούτοις είναι μέσα σε αυτό που για πρώτη φορά εκδηλώνεται (μυστικιστικά μιλώντας) η επερχόμενη απανθρωπιά του κόσμου». Η τέχνη λοιπόν δεν μπορεί να είναι ποτέ ηθικά αδιάφορη, είναι βαρύτατες οι συνέπειες αν απεμπολήσει τον ηθικό της χαρακτήρα, και δεν διστάζει ο Μπροχ να στιγματίσει την καλλιτεχνική δημιουργία της Γερμανίας εκείνης της εποχής που σιγά σιγά θα διολισθήσει στην πνευματική έκπτωση, και αυτό θα έχει οδυνηρές συνέπειες για την ίδια και για τον κόσμο τα επόμενα χρόνια: «στη Γερμανία οι μάζες των καταστηματαρχών που είχαν ξεπηδήσει τόσο ξαφνικά εγκατέλειπαν άσκεπτα μια μεγάλη και εσωτερική πολιτισμική παράδοση. Η νέα γερμανική αυτοκρατορία έγινε η πιο αμερικάνικη χώρα της Δύσης χωρίς όμως με τα αντίστοιχα αμερικάνικα πλεονεκτήματα, ήτοι μια χώρα κενή από τον ατομικισμό, κι ωστόσο χωρίς δημοκρατία, μια χώρα του προλεταριάτου, κι ωστόσο χωρίς επανάσταση». Πολύ ορθά κατανοεί και ο μεταφραστής του Μπροχ το σημείο κλειδί της σκέψης του: «Το μείζον γνώρισμα του μοντερνισμού κατά τον Μπροχ είναι ακριβώς ότι με τη διάλυση ενός κεντρικού συστήματος αξιών. Εμφανίζονται πολυποίκιλα περιφερειακά συστήματα που θέτουν τον άνθρωπο κάτω από μια πληθώρα  ετερόκλητων προσταγών, με αποτέλεσμα αυτός να παραμένει συγχυσμένος και αδρανής».

Η έλευση του μεταμοντερνισμού θα επιτείνει φυσικά αυτή την έλλειψη προσανατολισμού του ανθρώπου και θα συμβάλλει στην γένεση, για να το πούμε με το όνομά τους, αφύσικων καταστάσεων, όπως λ.χ είναι ο γάμος των ομοφυλόφιλων που αναγνωρίζεται ως έγκυρη μορφή συμβίωσης από διάφορα κράτη. Η έλλειψη ηθικού θεμελίου όχι απλώς γιγαντώνει το κιτς, αλλά αποαισθητικοποιεί την ίδια την αισθητική ακόμα. Μπορούμε πλέον να μιλάμε για οντολογία και να σκεπτόμαστε τον άνθρωπο;

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Χάϊνριχ Βίνκλερ: Βαϊμάρη, Η Ανάπηρη Δημοκρατία 1918-1933

Εκδόσεις Πόλις,2013, μτφρ: 'Αντζη Σαλταμπάση
O Χάινριχ Βίνκλερ
Ο Γερμανός ιστορικός Χάϊνριχ Βίνκλερ γεννήθηκε το 1938 στην πατρίδα του Καντ Κενιξβέργη, και από το 1991 διδάσκει ιστορία στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου. Σήμερα είναι ομότιμος καθηγητής. Το βιβλίο του για τη "Δημοκρατία της Βαϊμάρης" στην ουσία αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο από το δίτομο magnum opus του "Ο Μακρύς Δρόμος προς τη Δύση" (Der Lange Weg nach Westens).
H αγγλική μετάφραση του Der Lange Weg nach Westens
Στο βιβλίο ο Βίνκλερ περιγράφει αναλυτικά και με αρκετές λεπτομέρειες τη βασανιστική πορεία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, δηλαδή από την ήττα της Γερμανίας το 1918, έως την κατάλυση της από το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα του Αδόλφου Χίτλερ το 1933. Είναι μια πολιτική επισκόπηση των ταραγμένων χρόνων της Γερμανίας που σημαδεύτηκαν από την ταπεινωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, την αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να συνεννοηθούν μεταξύ τους έχοντας απέναντι τους ενδυναμωμένα τα άκρα, τους κομμουνιστές και τους εθνικοσοσιαλιστές, καθώς και μια βαθιά οικονομική κρίση, συνέπεια των κυρώσεων που επέβαλαν οι νικήτριες δυνάμεις του 1918 και της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 1929. To 1918 έτος καμπής στη γερμανική ιστορία, εγκαταλείπεται η μοναρχία, συνέπεια της ήττας στον πόλεμο, και ανακηρύσσεται η δημοκρατία η οποία "αποτελούσε για τους μετριοπαθείς τόσο εγγύηση ειρήνης στο εξωτερικό μέτωπο, όσο και ένα μέσο αποφυγής του εμφυλίου πολέμου" (σ. 11). Οι πρώτες εκλογές υπό το νέο καθεστώς έγιναν το 1919, και το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Βίνκλερ ήταν πως "οι περισσότεροι Γερμανοί επιθυμούσαν κοινωνικές μεταρρυθρίσεις στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και όχι πολιτική επανάσταση και ριζική αλλαγή των κοινωνικών δομών" (σ.39).  Ωστόσο το σημείο καμπής για την πορεία της νεοσυσταθείσας δημοκρατίας ήταν οι όροι που επιβλήθηκαν στην ηττημένη Γερμανία από τις νικητήτριες δυνάμεις με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, όροι οι οποίοι στέρησαν τη Γερμανία το ένα έβδομο των εδαφών της και το ένα δέκατο του πληθυσμού της, πέρα από τις δυσβάστακτες πολεμικές επανορθώσεις. Οι σκληροί όροι των Βερσαλλιών δεν βοήθησαν στην ιστορική αποτίμηση που όφειλε να κάνει η Γερμανία, ισχυρίζεται ο Βίνκλερ, αλλά αντίθετα καλλιέργησαν δύο μύθους: της ισότιμης ενοχής της Γερμανίας και των υπόλοιπων εμπόλεμων δυνάμεων, και την θεωρία της "πισώπλατης μαχαιριάς" που υπέστη ο ανίκητος γερμανικός στρατός στην πατρίδα. Το άλλο σημαντικό γεγονός που προδιέγραψε τη μοίρα της Γερμανίας ήταν το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, όπου ιδαίτερο ρόλο επιφύλασσε στον Πρόεδρο του Ράιχ, παρά τις προειδοποιήσεις που είχαν ακουστεί κατά τη συζήτηση των διατάξεων του Συντάγματος: "Πρέπει να σκεφθούμε σοβαρά το γεγονός ότι μια μέρα θα βρεθεί σ' αυτή τη θέση ένας άλλος πολιτικός από ένα άλλο κόμμα, ενδεχομένως από ένα αντιδραστικό κόμμα με πραξικοπηματικές διαθέσεις". (σ. 61). Είναι σημαντικές οι παρατηρήσεις του Βίνκλερ σχετικά την αδυναμία του νομοθέτη της Βαϊμάρης να προστατέψει το Σύνταγμα και το πολίτευμα από πιθανό σφετεριστή του: "Εκχωρώντας στον πρόεδρο του Ράιχ την εξουσία να αναλαμβάνει τον ρόλο του νομοθέτη σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, που ήταν αρκετά ασαφείς, η Εθνοσυνέλευση ενίσχυσε τον οπορτουνισμό των κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών". (σ. 67). Τέτοια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης άρχισε να προκύπτει με το τέλος της κυβέρνησης του Μεγάλου Συνασπισμού του 1928 (Σοσιαλδημοκράτες, Λαϊκοί και Κέντρο), κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης του 1929, και "η μεταβίβαση της εξουσίας από το κοινοβούλιο στον πρόεδρο ήταν πλέον αναμενόμενη. Η κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική Δεξιά επιθυμούσε αυτή την εξέλιξη για να συντρίψει το κοινωνικό κράτος της Βαϊμάρης" (σ. 223). Σ' αυτό το σημείο ο Βίνκλερ κατηγορεί και την Αριστερά η οποία αποδέχθηκε δίχως να αντιδράσει ουσιαστικά την εγκατάλειψη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναλύσεις γύρω από την εκλογική άνοδο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Σύμφωνα με την διατύπωση ενός σοσιαλδημοκράτη κοινωνιολόγου, του Theodor Geiger, αυτή αποτυπώνει τον "πανικό της μεσαίας τάξης". Αλλά δεν ήταν μόνο αυτοί που στήριξαν στην πρώτη φάση τον Χίτλερ, αλλά και εργατικές μάζες, με συνέπεια ήδη από το 1930 το κόμμα των Ναζί να έχει τα χαρακτηριστικά λαϊκού κόμματος.
Διδακτικές είναι οι παρατηρήσεις του Βίνκλερ για τα αίτια που η Γερμανία οδηγήθηκε στην παράδοσή της στον Χίτλερ. Η κατάρρευση της Βαϊμάρης, για τον Γερμανό ιστορικό, βρίσκεται "στην ιστορική καθυστέρηση της πραγμάτωσης της ελευθερίας τον 19ο αιώνα....δηλαδή στον ασύμμετρο πολιτικό εκσυγχρονισμό της Γερμανίας και τον καθυστερημένο εκδημοκρατισμό του συστήματος διακυβέρνησης" (σ. 340) . Ένα ακόμα σημείο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και στοχασμού, με αναφορές στο σήμερα, είναι ο τρόπος που έβλεπαν οι Γερμανοί το "Ράϊχ" και τι σήμαινε αυτός ο τρόπος για την υπόλοιπη Ευρώπη. Η ιδέα του Ράϊχ ήταν "η ανάμνηση του μεγαλείου του γερμανικού Μεσαίωνα και της αποστολής την οποία είχε αναλάβει τότε η Γερμανία εν ονόματι όλης της χριστιανικής Δύσης: να αποκρούει τους κινδύνους που έρχονταν από την ειδωλολατρική Ανατολή" (σ. 347). Υπήρχε μέσω του Ράϊχ, και ότι αυτό αντιπρόσωπευε, ο πόθος για κυριαρχία της Γερμανίας στην Ευρώπη, καθώς πίστευαν πως "μόνο εκείνοι διέθεταν την οικουμενική εντολή, η οποία τους ανύψωνε πάνω από τα υπόλοιπα έθνη και τα εθνικά κράτη". (σ. 348). Ο τρόπος που επέλεξαν, μέσω του Χίτλερ, κατέληξε στην ολοκληρωτική καταστροφή της Ευρώπης αλλά και των ίδιων. Διαφορετικά όμως απ'ότι συνέβη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ίσως επειδή την ιστορία ανέλαβαν να την γράψουν οι Αμερικανοί και όχι οι Ευρωπαίοι, η Γερμανία εντάχθηκε γρήγορα στην διεθνή κοινότητα και δεν εξουθενώθηκε όπως συνέβη στις Βερσαλλίες. Η ιδέα του Ράϊχ όμως; Αν το 1933-1945 υπήρξε παρένθεση στην ιστορία της Γερμανίας, η αυτοκρατορική ιδέα εξακολουθεί να διαποτίζει και σήμερα την γερμανική πολιτική, όχι πλέον με τα όπλα, αλλά με τη δύναμη της οικονομίας της και τον τρόπο που έχει σμιλέψει την ευρωπαϊκή πολιτική της ζώνης του ευρώ. Αυτή είναι μια δύναμη που στηρίζεται στον ορθολογισμό και την αξιοσύνη του γερμανικού λαού να οικοδομήσει στέρεα θεμέλια στην Ευρώπη. Η Γερμανία είναι αδύνατο να μην έχει ή να μην θέλει να έχει ηγεμονική θέση στην Ευρώπη. Τα επιτεύγματά της αυτό φανερώνουν. Στο μέτρο που δεν υπάρχουν άλλα αντίθετα (ή και αντίζηλα) παραδείγματα, δεν υπάρχει και άλλος δρόμος για την Ελλάδα παρά να ακολουθήσει κι αυτή τον "μακρύ δρόμο προς την Δύση". Ίσως θα έπρεπε να εμπνέει και την Ελλάδα ο αρχικός στίχος του εθνικού ύμνου της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, για ένα νέο ξεκίνημα, σαν κι αυτό που έκανε η Γερμανία (Δυτική και Ανατολική) με τη βοήθεια όλων μετά το 1945: "Auferstanden aus Ruinen" (Αναστημένοι  μέσα από τα ερείπια).

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Πήτερ Γουότσον: Η ιδιοφυία των Γερμανών. Η τρίτη Αναγέννηση της Ευρώπης, η δεύτερη επιστημονική επανάσταση και ο 20ος αιώνας

Peter Watson: The German Genius, Simon & Schuster, 2010
Το βιβλίο του Πήτερ Γουότσον παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά, και ίσως δικαιολογημένα, αφενός λόγω του μεγάλου του όγκου, αφετέρου γιατί δεν πρόκειται για ένα εύπεπτο βιβλίο για τα γούστα του Έλληνα αναγνώστη καθώς το θέμα του, ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό, δεν είναι και τόσο "δημοφιλές". Ο Πήτερ Γουότσον δεν είναι κάποιος ακαδημαϊκός, ωστόσο τα βιβλία του άνετα εκπληρώνουν, και με το παραπάνω, τις προϋποθέσεις επιστημονικής έρευνας, μπορούν να θεωρηθούν και βιβλία αναφοράς.
Ο Πήτερ Γουότσον
Ο Γουότσον εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε μεγάλες βρετανικές εφημερίδες, αλλά αρθρογραφούσε και στους Τάιμς της Νέας Υόρκης. Ο Γουότσον έγραψε το βιβλίο για τη Γερμανία προκειμένου να απαντήσει στα στερεότυπα γύρω από το λαό και τον πολιτισμό της Γερμανίας που επικρατούν στη βρετανική κοινή γνώμη και στη βρετανική σχολική εκπαίδευση. Το πρόβλημα στη Βρετανία είναι η έμμονη αντίληψη για την περίοδο του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, δικαιολογημένα μάλλον, εφόσον ακόμα ακούγεται σαν μακρινή ηχώ η ρήση του Ουίνστον Τσώρτσιλ "This was their finest hour", αναφερόμενος στην ανδρεία που έπρεπε οι Βρετανοί στη Μάχη της Αγγλίας να επιδείξουν. Τούτη η αντιγερμανική νοοτροπία έχει βαθιά ριζώσει στην βρετανικη ψυχή: σε μια έρευνα το 2004, ρωτήθηκαν νεαροί βρετανοί τι συσχετισμούς φέρνει στο νου τους η Γερμανία, και αυτοί κατά 78% απάντησαν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ένα 50% απάντησε ο Χίτλερ. Αυτό το στερεότυπο προσπαθεί να διαλύσει ο Πήτερ Γουότσον, να δείξει πως η περίοδος 1933-1945 δεν είναι αυτό που χαρακτηρίζει το γερμανικό πνεύμα, δεν είναι αυτός ο γερμανικός πολιτισμός ο οποίος έχει συνεισφέρει σε κάθε τομέα του επιστητού.


Για τον Γουότσον, η έννοια της "Γερμανικότητας" αρχίζει να αναπτύσσεται στα τέλη του 17ου αιώνα, αρχές του 18ου, και συνδέεται με δύο βαθιές τομές στην πνευματική και πολιτική ιστορία του γερμανικού έθνους: την ανάδυση της Πρωσίας ως πολιτικής οντότητας που κυριαρχεί στην υπόλοιπη Γερμανία, και στην πνευματική διάσταση του Πιετισμού. Η ανάδειξη της ιδέας του Πανεπιστημίου, της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και έρευνας, την εποχή αυτή αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία η άρτια γραφειοκρατία, αλλά και η αγάπη για τη γνώση καθεαυτή. Κεντρική ιδέα η έννοια της Wissenschaft όπου ενσωματώνει τόσο την επιστήμη, αλλά και την μάθηση, τη γνώση, την λογιοσύνη, ενώ εξυπονοεί "ένα στοιχείο που βασίζεται στην έρευνα, μια ιδέα πως η γνώση είναι μια δυναμική διαδικασία, άξια ανακάλυψης για τον ερευνητή, παρά ως κάτι που παραδίδεται" (σ. 53). Είναι η εποχή που αναπτύσσεται η Διδακτορική Διατριβή, απαραίτητο συστατικό για να σταδιοδρομήσει κανείς στις δημόσιες υπηρεσίες της Γερμανίας, και μαζί μ' αυτήν υπάρχει "η ανάπτυξη των κλασσικών και φιλολογικών επιστημών καθώς και της βιβλικής κριτικής" οι οποίες άσκησαν σημαντικότερη επίδραση απ' όσο κανείς υποθέτει. Εδώ βασική θέση καταλαμβάνει η έννοια της Bildung, όρος που στα ελληνικά μπορεί να μεταφραστεί ως παιδεία, αλλά μάλλον σημαίνει κάτι περισσότερο απ' αυτό, σημαίνει παιδευτική διαμόρφωση, καλλιέργεια, αγάπη για τη γνώση, μια εσωτερική προδιάθεση μάλλον για την κατάκτηση της γνώσης που δεν τελειώνει ποτέ. Για την έννοια της Bildung ο Γουότσον αφιερώνει στην αρχή του βιβλίου του ένα μεγάλο κεφάλαιο που χρησιμεύει ως καθοδηγητικός μίτος για την κατανόηση της πνευματικής εξέλιξης της Γερμανίας. Χαρακτηριστική είναι η ερμηνεία του: "Η Bildung προσέφερε ένα μέσο εκκοσμικευμένης σωτηρίας διαμέσου της κουλτούρας..... ήταν, στην ουσία, μια εκκοσμικευμέμη μορφή Πιετισμού.....η έννοια της Ιδιοφυίας (υποκείμενα των οποίων οι δημιουργίες προσέφεραν φευγαλέες ματιές θεϊκής σοφίας, φευγαλέες ματιές τελειότητας) σήμαινε πως η αυτο-καλλιέργεια, μέσω της μελέτης των επιτευγμάτων των ιδιοφυιών, προσέφερε στο καλλιεργημένο άτομο την προοπτική να επιτευχθεί προσέγγιση της θεϊκής σοφίας εδώ πάνω στη γη".
Στο υπόλοιπο έργο του ο Γουότσον προσφέρει στον αναγνώστη ένα εκπληκτικό πανόραμα της γερμανικής σοφίας και δημιουργίας. Δεν είναι μια απλή εγκυκλοπαιδική παράθεση ονομάτων, χρονολογιών ή ρευμάτων.
Εμμάνουελ Καντ
 Ο συγγραφέας αναλύει, δεν παραθέτει απλώς, σκύβει στη γενεσιουργό αιτία της εμφάνισης των ιδιοφυιών εκείνων που διαμόρφωσαν τον γερμανικό κόσμο, στην ουσία διαμόρφωσαν συνολικά τον κόσμο, διότι δεν υπάρχει τομέας γνώσης που να μην επηρέαστηκε θεμελιακά από τα επιτεύγματα των Γερμανών.
Μαξ Πλανκ
Υπάρχει πάντως ένα υποκεφάλαιο άξιο αναφοράς, και εδώ θα άξιζε αυτό να μελετηθεί σε μεγαλύτερο βάθος με αναφορές και στην τωρινή εποχή προκειμένου να ερμηνευτούν κάποιες στάσεις και συμπεριφορές. Η παράγραφος αυτή φέρει τον τίτλο "Η Τυραννία της Ελλάδας πάνω στη Γερμανία" (σ. 100) και αναφέρεται σε ένα βιβλίο που εξέδωσε το 1935 ο Ε.Μ. Butler, ερευνώντας την επιρροή που άσκησε ο Βίνκελμαν (και συνακόλουθα η Ελλάδα) πάνω στο έργο των Λέσσινγκ, Γκαίτε, Σίλερ, Χέλντερλιν, Σίνκελ, Λάνγκανς, Σλήμαν, Νίτσε και Γκεόργκε. Γράφει ο Butler: "η Ελλάδα μετασχημάτισε βαθιά όλο το εύρος του σύγχρονου πολιτισμού, επιβάλλοντας τον στοχασμό της, τα κριτήρια της, τις φιλολογικές μορφές της, την κοσμοεικόνα της, τα οράματα και τα όνειρα της παντού. Αλλά η Γερμανία είναι εκείνο το υπέρτατο παράδειγμα της θριαμβεύουσας πνευματικής τυραννίας της. Οι Γερμανοί ήταν εκείνοι που μιμήθηκαν τόσο δουλικά τους Έλληνες: έχουν εμμονή μ' αυτούς στον ύψιστο βαθμό". Ενδιαφέρουσα παρατήρηση που ίσως εξηγεί κάποια πράγματα και στο σήμερα. Όπως  έλεγε και ο Τόμας Μαν: "Εμείς οι φουκαριάρηδες Γερμανοί! Είμαστε ολομόναχοι, ακόμα και όταν είμαστε διάσημοι! Κανείς στον κόσμο δεν μας συμπαθεί". Σίγουρα ο Πήτερ Γουότσον δεν είναι ένας απ' αυτούς που δεν συμπαθούν τους Γερμανούς. Αναδεικνύοντας όμως το μεγαλείο αυτών των πνευμάτων που όρισαν τη μορφή που έχει σήμερα ο κόσμος, παραδέχεται πως "τα επιχειρήματα σ' αυτό το βιβλίο δεν θα ευχαριστήσουν τους πάντες". Γι' αυτό μας λέει έγραψε το βιβλίο, για να δείξει πως πέρα από το Χίτλερ υπάρχει ένα γερμανικό πνεύμα που διαποτίζει την οικουμένη. Δύσκολο βιβλίο για έναν σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Enzo Traverso: Δια πυρός και Σιδήρου. Περί του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914-1945

Οι εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου έχουν εκδώσει μέχρι σήμερα τρία σημαντικά κείμενα του ιταλού στοχαστή Έντσο Τραβέρσο και το "Δια Πυρός και Σιδήρου"  (Τίτλος πρωτοτύπου: A feu et a sang. De la guerre civile europeenne 1914-1945. Mετάφραση: Γιάννης Ευαγγέλου, Επιμέλεια: Νίκος Κούρκουλος).
που είναι απ' αυτά πραγματεύεται όψεις της πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών, του παρατεταμένου εμφυλίου πολέμου που στην ιστορία χαρακτηρίζεται με την ονομασία Α και Β Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Έντσο Τραβέρσο
Έντσο Τραβέρσο

 θήτευσε σε διάφορα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια προτού ενταχθεί στο ακαδημαϊκό δυναμικό του Πανεπιστημίου Κορνέλ των ΗΠΑ στο Τμήμα των Ρωμανικών Σπουδών όπου και διδάσκει ως σήμερα. Για τον Τραβέρσο το πρωτεύον πρόταγμα είναι η εξήγηση των φρικαλεοτήτων που σημάδεψαν την ευρωπαϊκή ήπειρο το πρώτο ήμισυο του 20ου αιώνα. Δηλώνοντας μετριοπάθεια και ταπείνωση απέναντι τα γεγονότα στην ουσία προσφέρει στον αναγνώστη μια περιήγηση στον χώρο των ιδεών που , αναπτύχθηκαν σ' αυτά τα ταραγμένα χρόνια και λειτούργησαν ανταγωνιστικά, πολεμικά, όπως και λαοί. ως φορείς συγκεκριμένων κοσμοθεωριών, αναμεταξύ τους. Όπως αναφέρει στην Εισαγωγή του: "Οι ηττημένοι του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου ανήκουν σε όλα τα μέτωπα: ονομάζονται Ρόζα Λούξεμπουργκ, Αντόνιο Γκράμσι, Μανουέλ Αθάνια, Λέον Τρότσκι, Βάλτερ Μπένγιαμιν αλλά και Ερνστ Γιούνγκερ ή Καρλ Σμιτ. Γι' αυτό και οι ιδέες τους κατέχουν περίοπτη θέση σ' αυτό το έργο". Η έννοια του ευρωπαϊκού εμφύλιου πολέμου ανάγεται στον γερμανό ζωγράφο Φραντς Μαρκ (σ. 38), όπου σε μια επιστολή του κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου αναφέρει πως ο "ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος είναι ένας πόλεμος ενάντια στον αόραρο εχθρό του ευρωπαϊκού πνεύματος".Υπενθυμίζει ο Τραβέρσο τον ισχυρισμό του ιστορικού  Έρνστ Νόλτε
Έρνστ Νόλτε
πως ο 20ος αιώνας μπορεί να ερμηνευτεί ως μια σύγκρουση ανάμεσα στην υπερβατικότητα και την αντίσταση στην υπερβατικότητα, όπου στην πρώτη τοποθετεί τον κομμουνισμό και στη δεύτερη τον φασισμό. Ανατρέχοντας στους προφήτες της ευρωπαϊκής κρίσης του 20ου αιώνα, ο Νόλτε επισημαίνει (και αυτό είναι κοινός τόπος σε πολλούς ερμηνευτές) πως ο Νίτσε είχε ήδη αρκετές δεκαετίες πριν προβλέψει την έλευση του ευρωπαϊκού μηδενισμού, που για τον Νόλτε στο ηθικό επίπεδο εκφράζεται μέσω της εξέγερσης των σκλάβων, δηλαδή του πιο σκλαβωμένου λαού στον κόσμο, των Εβραίων που ηγούνται του κόμματος των Μπολσεβίκων. Την πνευματική διχοτόμηση της Ευρώπης θα υπογραμμίσει και ο Έρικ Χομπσμπάουμ ο οποίος χρησιμοποιεί την έννοια του "διεθνούς ιδεολογικού εμφυλίου πολέμου" (σ. 45) για να απεικονίσει το μέγα χάσμα ανάμεσα στους κληρονόμους του Διαφωτισμού (εδώ ανήκει η Ρώσικη Επανάσταση) και των υποστηρικτών του αντιδιαφωτισμού (φασισμός). Ο Φρανσουά Φυρέ
Φρανσουά Φυρέ
αντίθετα δεν ξεχωρίζει δύο διαφορετικά στρατόπεδα, αλλά τοποθετεί εξίσου τον κομμουνισμό και τον φασισμό στην ίδια πλευρά εκείνου του φάσματος ιδεών που προέκυψαν μετά την κατάρρευση του δημοκρατικού φιλελευθερισμού κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, "ένα από τα πιο αινιγματικά γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας" (σ.46).
Ο Τραβέρσο θεωρεί πως η κατάσταση σύγκρουσης στην Ευρώπη από το 1914 έως το 1945 έχει τα χαρακτηριστικά εμφυλίου πολέμου καθώς δεν διεξάγεται με τους κανόνες και τις αρχές του jus ad bellum και του jus in bello,αλλά με την αγριότητα, τη βαναυσότητα και τον ολοκληρωτικό πόλεμο που είναι ίδιον της εμφύλιας διαμάχης. Δεν είναι όμως κάτι νέο, διότι "οι σφαγές που στιγμάτισαν την ιστορία της αποικιοκρατίας δημιούργησαν ένα μοντέλο για τους ολοκληρωτικούς πολέμους του 20ου αιώνα" (σ. 98). Φόβος, βία, εξολόθρευση του εχθρού. Ο Τραβέρσο παραθέτει τις απόψεις του αυτόπτη μάρτυρα στα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 1917 και εξής Βίκτωρ Σερζ "σάμπως το κενό που δημιουργείται όταν καταρρέουν οι νόρμες να γεμίζει με νέο υπαρξιακό περιεχόμενο". Με ανάλογους όρους ομιλεί και ο Καρλ Σμιτ θεωρώντας πως κάθε πλευρά που συμμετέχει σ' έναν εμφύλιο πόλεμοτοποθετεί τον εχθρό εκτός του δικαίου, τα λόγια του χρησιμοποιεί ερμηνεύουν ανάγλυφα την πραγματικότητα: "η εχθρότητα γίνεται τόσο απόλυτη, που ακόμη και η πανάρχαια ιερή διάκριση μεταξύ εχθρού και εγκληματία εξαλείφεται μέσα στον παροξυσμό και την αυτοδικαίωση" (σ. 103). Είναι ενδιαφέρον που ο Τραβέρσο φέρνει σ' έναν αόρατο διάλογο μεταξύ τους τις απόψεις που διατυπώθηκαν από τα αντίθετα στρατόπεδα. Για την έννοια της δικτατορίας η οποία στον 20ο αιώνα μεταβάλλει το περιεχόμενο της και μετατρέπεται σε συνώνυμο του αυταρχισμού και του τρόμου, ο Τραβέρσο συνδυάζει τις απόψεις του Σμιτ και του Τρότσκι, όπου για τον δεύτερο η επαναστατική τρομοκρατία που άσκησαν οι μπολσεβίκοι ήταν αναγκαίο εργαλείο μιας νέας εξουσίας. Ο Σμιτ στο πρόσωπο του Χίτλερ έβλεπε εκείνον τον κυρίαρχο που επειδή μπορούσε να αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης νομιμοποίησε την τρομοκρατία και την τακτική του εμφύλιου πολέμου. Σε συνθήκες εξαιρετικά έκτακτης ανάγκης, έκτακτα μέτρα υιοθετούνται προκειμένου να εδραιωθεί η νέα εξουσία και να δημιουργήσει δικό της δίκαιο. Στον ολοκληρωτισμό της βίας που βυθίστηκε η Ευρώπη η διαμάχη μπολσεβικισμού-φασισμού έλαβε υπαρξιακές διαστάσεις και γι' αυτό η βία ήταν άμμετρη και ανελέητη καθώς ενέπλεξε και κινητοποίησε όλη την κοινωνία, ένστολη και άμαχη, άνδρες και γυναίκες, βία που ασκούνταν σε κάθε κατεύθυνση. Ο μηδενισμός αυτής της βίας φαινόταν από τα χαρακτηριστικά του ολοκληρωτικού πολέμου, το βασικότερο του οποίου ήταν ο βομβαρδισμός των αμάχων. Η κάθαρση στο τέλος του πολέμου θα δινόταν σε δύο επίπεδα: αφενός στο όνομα της πολιτικής δικαιοσύνης (οι δίκες στη Νυρεμβέργη), όπου γινόταν επίκληση από τους νικητές κατήγορους των αρχών του φυσικού δικαίου και δίχως προσφυγή στην έννοια της συλλογικής ευθύνης (η χάρη της ιστορίας έναντι του γερμανικού έθνους), και με την πρακτική της αμνηστίας που για τον Καρλ Σμιτ αποτελεί το μοναδικό μέσο για να τερματιστεί νε ανθρώπινο τρόπο ο εμφύλιος πόλεμος (σ. 197).
Βίκτωρ Σερζ


για τον οποίο ο εμφύλιος πόλεμος συνδυάζει την ανομία με την ακραία έξαρση των παθών
Ο Τραβέρσο φέρνει στο προσκήνιο τις ιδέες εκείνες που κυριάρχησαν το κρίσιμο διάστημα στην Ευρώπη, το διάστημα της κρίσης του πολιτισμού διαπιστώνοντας πως "τα άκρα δεν συναντιούνται, αλλά η αντίθεση τους μπορεί να ξεκινάει από την ίδια διαπίστωση: την κρίση της Ευρώπης, την οριστική κατάρρευση μιας πολιτικής τάξης πραγμάτων και την ανάγκη να βρεθεί μια ριζοσπαστική λύση για το μέλλον" (σ. 308). Σ' αυτό το πλαίσιο, και αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του βιβλίου, ο Τραβέρσο συζητά τις απόψεις, αντιπαραθέτοντας τις, του Καρλ Σμιτ και του Βάλτερ Μπένγιαμιν. "σχέση μεταξύ Μπένγιαμιν και Σμιτ απεικονίζει την πόλωση που άσκησε στο πνευματικό πεδίο του Μεσοπολέμου ο ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος" (σ. 318).
Καρλ Σμιτ
Για τον Σμιτ η ανάγκη να υπάρχει κράτος και έννομη τάξη (γράφει κατά την περίοδο της ασταθούς δημοκρατίας της Βαϊμάρης) προϋποθέτει την παρουσία ενός κυρίαρχου όπου μπορεί να αποφασίσει για την κατάσταση εξαίρεσης. Απηχώντας τον υπαρξιακό φόβο του Χομπς, ο κυρίαρχος του Σμιτ πρέπει να ενδυθεί απεριόριστη εξουσία και να επιζητήσει την υποταγή των υπηκόοων του. Μόνο έτσι θα καταστεί δυνατή η υπέρβαση της αδυναμίας των κοινοβουλευτικών θεσμών.
Βάλτερ Μπένγιαμιν
Αντίθετα, για τον Μπένγιαμιν ο κυρίαρχος ενσαρκώνει μια άδεια κυριαρχία, είναι περισσότερο τραγική μορφή που αδυνατεί να διαφύγει από τη μόνιμη κρίση. Ποιητική αδεία ο Μπένγιαμιν μιλά για τη βία από την σκοπιά του εβραϊκού μεσσιανισμού, μια βία δηλαδή που δεν γεννά το δίκαιο (όπως για τον Σμιτ) αλλά είναι καταστροφική γι' αυτό και γι' αυτό λυτρωτική, βαθιά επαναστατική. Ο μεσσιανισμός του Μπένγιαμιν αντιλαμβάνεται την έλευση του Μεσσία (με τους όρους της πολιτικής θεολογίας είναι το προλεταριάτο) σαν νικητή επί του αντιχρίστου (δηλαδή του ναζισμού). Οι διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις και θεωρήσεις της βίας για τον Σμιτ και τον Μπένγιαμιν είναι πλέον διακριτές: για το Σμιτ η κατάσταση εξαίρεσης επενεργεί εναντίον της λυτρωτικής βίας του Μπένγιαμιν. Ο αντίχριστος με δύο δηλαδή πρόσωπα: αυτό του ναζισμού και εκείνο του άθεου μπολσεβικισμού. Η πνευματική διχόνοια της Ευρώπης που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο. Το τελευταίο κεφάλαιο με το οποίο κλείνει το βιβλίο του Τραβέρσο τιτλοφορείται "Οι αντινομίες του αντιφασισμού" , ενός ρεύματος σκέψης που δεν είναι φυσικά ενιαίο αλλά διασπασμένο σε μαρξιστικό, χριστιανικό, φιλελεύθερο και ρεπουμπλικανικό, αλλά οριοθετείται από την παρουσία του κοινού εχθρού όλων , του φασισμού. Σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει να νοηθεί και η εμβέλεια της αποδοχής από ένα μέρος των διανοουμένων του φαινομένου του σταλινισμού. Στο όνομα του κοινού εχθρού και του καταστροφέα του πολιτισμού που υπήρξε ο φασισμός και ο ναζισμός, ανατιμήθηκε πολιτικά και θεωρητικά το εγχείρημα της κομμουνιστικής ουτοπίας το οποίο, βέβαια, μόλις εξοντώθηκε ο κοινός εχθρός, άρχισε να αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο.  Ευθύνη γι΄αυτό έχει η κληρονομημένη από τον 19ο αιώνα ιδέα της προόου που χρησιμοποιήθηκε ως πολεμικό όπλο κατά του ναζισμού. Ωστόσο, το Άουσβιτς και το Ολοκαύτωμα, όπως αναφέρει ο Τεοντόρ Αντόρνο, δεν μπορούν να ειδωθούν εκτός από αυθεντικά προϊόντα της Δύσης, πολιτικά εργαλεία του ναζισμού, ο οποίος θεωρείται γέννημα της εποχής του Διαφωτισμού, της έκπτωσης προφανώς του Διαφωτισμού από απελευθερωτικό πρόταγμα σε πρόταγμα κυριαρχίας (σ. 360). Οι φρικτές πράξεις απαιτούν εξήγηση, μας λέει στην εισαγωγή του ο Τραβέρσο. Ο διαρκής στοχασμός πάνω σ' αυτές είναι η μόνη προϋπόθεση που υπάρχει προκειμένου να τις αναγνωρίσουμε μόλις τις ξαναδούμε, και το βιβλίο του ιταλού συγγραφέα είναι μια καλή αφορμή γι' αυτό.