Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Π.Δέλτα: Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου

Αναζητώντας βιβλία γραμμένα στην ελληνική γλώσσα που να έχουν ένα ηθικό υπόβαθρο και νόημα, δεν μπορεί παρά να σκοντάψεις στο όνομα της Π. Δέλτα. Ο παλαιοβιβλιοπώλης της πόλης, ευτυχώς, έχει τέτοιου είδους βιβλία σε καλές τιμές, κι έτσι συνδυάζω την παλαιότητα ενός αντίτυπου με το αιώνιο περιεχόμενο του. 

Συνήθως Π. Δέλτα διαβάζουν σήμερα εκείνοι οι συνεπείς αναγνώστες που δεν την είχαν διαβάσει στο παρελθόν, συστηματικά, όσο ήταν παιδιά ή έφηβοι, αλλά για κάποιο λόγο την αμέλησαν, είτε παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν διαβάσει στο παρελθόν Π. Δέλτα και οι μνήμες δεν έσβησαν ποτέ, γι' αυτό στα σίγουρα θα προτείνουν ένα καλό βιβλίο στα παιδιά τους μόλις φθάσουν σε ώριμη αναγνωστική ηλικία- η οποία, φυσικά, διαφέρει από παιδί σε παιδί.

Αλλά η Π. Δέλτα είναι λάθος να την θεωρούμε ως παιδική συγγραφέα. Είναι μια πολύ σοβαρή συγγραφέας που απευθύνεται σε όλους διότι στα βιβλία της αυτό το στοιχείο που φωτίζει το νου του αναγνώστη είναι το ηθικό θεμέλιο των ιστοριών και των περιπετειεών της. "Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου" που διαβάζεται απνευστί, έχει όλα τα στοιχεία, ανάλογα με την ηλικία που θα διαβαστεί, να διαμορφώσει ηθικές προσωπικότητες: αν κάποιος είναι νέος και δεκτικός στα μηνύματα του κειμένου, ίσως αναζητήσει περαιτέρω αναφορές και ερεθίσματα γύρω από όσα διαβάσει εδώ, δηλαδή θα αναζητήσει να μάθει έτι περαιτέρω για την βυζαντινή ιστορία, για την ιστορία της εκκλησίας, για τους εθνικούς αγώνες. Αν είναι μεγαλύτερος στην ηλικία θα καταλάβει πόσο ο σύγχρονος εθνικισμός διαστρέφει το νόημα της αγνής φιλοπατρίας, αντιστρέφοντας την ιεραρχία των όρων "εθνικό" και "αληθινό". Ο σύγχρονος εθνικιστής δεν θα νιώσει άνετα με ένα βιβλίο της Π. Δέλτα, γιατί εδώ η ιστορία δεν γράφεται με το μίσος για τους άλλους αλλά μονάχα με την αγάπη προς το ιδεατό μέγεθος της πατρίδας- ή της αντίληψης για το τι εστί πατρίδα που έχει η Π. Δέλτα.

Οι Βούλγαροι, αυτός ο εχθρός του έθνους των Ελλήνων, παρουσιάζεται με τις ίδιες αρετές και τα ελαττώματα που έχουν οι Βυζαντινοί. Ο Σαμουήλ είναι άξιος αντίπαλος του Βασιλείου. Τα πρωτοπαλίκαρα του βουλγαρικού στρατού είναι εξίσου πολυμήχανα και αιμοβόρα, όταν χρειάζεται, με τους αντίστοιχους Βυζαντινούς. Μοιράζονται την ίδια ορθόδοξη πίστη, προσκυνούν με την ίδια ζέση τις εκκλησιαστικές εικόνες, είναι κι αυτοί άξιοι πατριώτες για το δικό τους το σκοπό. Αυτό που δεν ανέχεται η Δέλτα και στηλιτεύει είναι η ανανδρεία και η υπέρμετρη σκληρότητα όταν υπάρχει η δυνατότητα του ελέους, αυτό είναι το ηθικό της μήνυμα. Με τα λόγια που βάζει στο στόμα του Βασιλείου μιλώντας για έναν αντίπαλο Βούλγαρο: "Λύσετέ τον και φερθείτε του σαν βολιάς που είναι. Πολέμησε παλικαρίσια και νικήθηκε. Τιμή σε τέτοιους νικημένους. Τον Ιβάτζη όμως.....". 

Η ηθική ανωτερότητα των Βυζαντινών και των χαρακτήρων του βιβλίου φαίνεται στην σκιαγράφηση του Μιχαήλ και του Κωνσταντίνου ως προσώπων αφοσιωμένων σε ανώτερα ιδανικά: της πατρίδας, της φιλίας, της ανυπόκριτης αγάπης. Η σχέση αυτή δεν διαλύεται όταν η Αλεξία γίνεται το μήλον της έριδος, αλλά δείχνει το μέγεθος της φιλίας, η οποία δεν έχει όρια, όταν ο ένας επιζητεί την υποχώρηση για χάρη του άλλου.  Ένα μυθιστόρημα που έχει αντέξει την δοκιμασία του χρόνου.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου: 1915 Εθνικός Διχασμός

(εκδ. Πατάκη, 2015)
Η ιστορική περίοδος του Εθνικού Διχασμού το 1915, είναι η ειδικότητα και το πάθος του σπουδαίου ιστορικού Γ.Θ. Μαυρογορδάτου, οι παραδόσεις του οποίου στο ελληνικό πανεπιστήμιο ήταν από τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις μου- από τις πλέον ευγενικές μορφές και με τη σεμνότητα, αλλά και άρτια επιστημονική κατάρτιση που πρέπει να χαρακτηρίζουν έναν πνευματικό άνθρωπο.
Ο Μαυρογορδάτος που έχει μελετήσει τη συγκεκριμένη περίοδο όσο λίγοι προσφέρει μια αρκετά εκτεταμένη και εμβριθή καταγραφή των γεγονότων που συγκλόνισαν το ελληνικό κράτος έναν αιώνα πριν και ο απόηχος των οποίων συνεχιζόταν ως το 1935, για να συνεχιστεί ο Διχασμός με άλλο πρόσημο στη συνέχεια και άλλους πρωταγωνιστές την δεκαετία του 1940. Αν το καλοσκεφθεί κανείς, η ελληνική ιστορία από το 1821 και εξής είναι η ιστορία εθνικών διχασμών ή εμφυλίων πολέμων. Ακόμα και όταν δεν βαρούν τα όπλα, ο διχασμός σε θεμελιώδη ζητήματα είναι υπαρκτός και μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, ακόμα και μορφές καρικατούρας όπως ήταν το δημοψήφισμα του 2015 που θα μπορούσε να  εκληφθεί ως επανάληψη της ιστορίας, έναν αιώνα πριν, αφού το υπέρτατο διακύβευμα ήταν ο στρατηγικός διεθνής προσανατολισμός της χώρας. Ευτυχώς, όμως, που αυτό κατέληξε να είναι μια φάρσα.
Γ.Θ.Μαυρογορδάτος
Το πρώτο μέρος του βιβλίου ασχολείται με την ιστορική καταγραφή των γεγονότων όπως συνέβησαν. Αφετηρία, το κίνημα του 1909 στο Γουδί, η πρώτη προσπάθεια αστικού εκσυγχρονισμού η οποία καταλήγει στην άνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία. Η αφήγηση του Μαυρογορδάτου είναι γλαφυρή, διηγείται τα γεγονότα σαν να γράφει μυθιστόρημα. Περιγράφει τη σύγκρουση Κωνσταντίνου και Βενιζέλου, τα γεγονότα που οδήγησαν στη συγκρότηση της προσωρινής κυβέρνησης, τις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις έως τις μοιραίες εκλογές του 1920, τη μικρασιατική καταστροφή και τη δίκη και εκτέλεση των έξι υπαιτίων. Η άποψη του Μαυρογορδάτου είναι πως μόνο ο Βενιζέλος είχε ένα συνεκτικό σχέδιο για την Ελλάδα, σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο και, κυρίως, τους πολιτικούς αντιπάλους του οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από την αντίθεση τους και μόνο σε ότι έκανε ο Βενιζέλος. Σημαντική η διαπίστωση που κάνει πως ο Βενιζέλος χαρακτηριζόταν "από έναν ευρωπαϊκό πατριωτισμό"- όσο και αν οι εποχές είναι διαφορετικές, δεν μπορεί κανείς να μην δει παρόμοιες αναφορές στην διχαστική πολιτική που συνέχει ευρύτερες ομάδες και στρώματα του πληθυσμού ακόμα και σήμερα. Οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις εκείνης της εποχής, δηλαδή οι αντιβενιζελικοί, είναι σύμφωνα με το Μαυρογορδάτο, υπεύθυνες για την έκρηξη του εθνικού διχασμού: "Όχι η παραίτηση του Βενιζέλου, αλλά η πρωθυπουργοποίηση του Γούναρη ήταν εκείνο που κατέστησε οριστική και αμετάκλητη την ιστορική σύγκρουση που εύλογα ονομάστηκε "Εθνικός Διχασμός" (σ. 53).
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αποτελείται από προσπάθειες ερμηνείας των γεγονότων βάσει της πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας. Σημαντική είναι η εξήγηση του διχασμού, μεταξύ των άλλων, ως σύγκρουση δύο χαρισματικών προσωπικοτήτων, του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου, αν και τα κίνητρα του δεύτερου μπορούν να ανιχνευτούν στη σύνδεση της οικογένειάς του με το γερμανικό μιλιταρισμό και όχι στην ανταπόκριση του στον ρόλο που οι οπαδοί του πίστευαν πως διαδραμάτιζε, αυτόν του συνεχιστή της δυναστείας των Παλαιολόγων. Εξαιρετικές είναι επίσης οι αναλύσεις του Μαυρογορδάτου όσον αφορά την κοινωνική και ταξική διάσταση του διχασμού, αναφέροντας με συγκεκριμένα στοιχεία και ανάλυση των πηγών ποιές συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και τάξεις, αλλά και ποιές εθνικές ομάδες υποστήριζαν την πολιτική Βενιζέλου και των Αντιβενιζελικών. Οι διακριτές αυτές συμμαχίες καθόρισαν και την πολιτική του κράτους τόσο όσον αφορά το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης και των διεθνών συμμαχιών όσο και της εσωτερικής πολιτικής- το συμπέρασμα που βγαίνει είναι πως ο Βενιζέλος και ο βενιζελισμός παρά τα λάθη ή τις θεσμικές τους αστοχίες είχαν όραμα μεγέθυνσης του έθνους και όραμα αστικού εκσυγχρονισμού των δομών του, ενώ οι αντιβενιζελικοί έμειναν πιστοί στο πρόταγμα της μικρής και φοβικής Ελλάδας, και η ίδια αυτή διάσταση, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές, χαρακτηρίζει και τη σύγχρονη πραγματικότητα.  Ο Μαυρογορδάτος είναι δίκαιος: "στην περίπτωση του Εθνικού Διχασμού, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι δικαιώθηκε ιστορικά ο Βενιζέλος, και κατ' επέκταση ο Βενιζελισμός". Μεταξύ των πρωταγωνιστών της εποχής εκείνης, αναδείχθηκε αληθινός ο κατ' εξοχήν οραματιστής και χαρισματικός.
Η εργασία του Γ. Μαυρογορδάτου μας κάνει να σκεφθούμε, αυτό νομίζω βγαίνει αβίαστα από τα συμπεράσματα του βιβλίου, για το είδος των συμμαχιών εκείνων που μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα χρειάζεται να συνάψει προκειμένου να βρεθεί με το μέρος της ιστορίας και όχι της μυθολογίας. Ο συγγραφέας προβαίνει στην εισαγωγή σε μια καίρια διαπίστωση: "Μπορούν ακόμη να προβληματιστούν οι σημερινοί αναγνώστες για την αναγκαιότητα συμμάχων και συμμαχιών. Ειδικότερα, για τα ολέθρια αποτελέσματα που έχει η παραγνώριση αυτής της αναγκαιότητας, όπως αποτυπώθηκε τότε στη συνθηματολογία για την μικράν αλλ' έντιμον Ελλάδα και για την αυτοτέλειά της". Με αφορμή αυτή τη σκέψη, δεν μπορώ παρά να σκεφθώ  πως ευτυχώς οι χοροί και τα πανηγύρια στο Σύνταγμα το βράδυ του δημοψηφίσματος του 2015 κράτησαν ελάχιστα.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Πολυμέρης Βόγλης: Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου.

Ο Πολυμέρης Βόγλης
Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα αποτελεί ένα αντικείμενο μελέτης η βιβλιογραφία του οποίου συνεχίζει να αυξάνει. Στα σχολικά εγχειρίδια όμως αποσιωπάται τελείως, λες και η πιο σημαντική στιγμή της ελληνικής ιστορίας τον 20ο αιώνα θα πρέπει να παραμείνει terra ingognita για τους μαθητές. Αλλά είναι αυτή η στιγμή που εν πολλοίς έχει διαμορφώσει συνειδήσεις και συνεχίζει να ρίχνει τη σκιά της στον πολιτικό βίο της χώρας ως σήμερα. Ο Πολυμέρης Βόγλης εντάσσει τη μελέτη του, όπως αναφέρει στην εισαγωγή του, στην "ιστοριογραφική στροφή στην κοινωνία, και επιδιώκει να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αποτελεί υποκείμενο και ταυτόχρονα αντικείμενο της πολιτικής". Βασικό χαρακτηριστικό της ερμηνευτικής του είναι η η άποψη  πως ο ελληνικός εμφύλιος είναι επανάσταση, αλλά μια αποτυχημένη επανάσταση. Πώς δικαιολογεί αυτόν τον χαρακτηρισμό του όμως; Παίρνοντας, κατ' αρχάς, μετρητοίς την άποψη του ΚΚΕ πως κάνει "επανάσταση" και πως ο ΔΣΕ υπήρξε ένας λαϊκός "επαναστατικός στρατός". Κατόπιν, αν είχε επικρατήσει το ΚΚΕ θα εγκαθιδρυόταν ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα παρόμοιο μ' αυτά της Ανατολικής Ευρώπης (ποιό όμως; Αυτό της Αλβανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Πολωνίας;) Τέλος, προσφεύγει τη διεθνή βιβλιογραφία για τις επαναστάσεις προκειμένου να τεκμηριώσει την θέση του αυτή. Για τον Βόγλη καθοριστικοί ήσαν οι παράγοντες , το συγκρουσιακό υπόβαθρο, που δημιουργήθηκε στα χρόνια της κατοχής και το κενό εξουσίας που δημιούργησε η κρίση της κρατικής εξουσίας, η οποία ήταν αποτέλεσμα της κατοχής και της ήττας του ελληνικού στρατού. Το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε τα χρόνια της κατοχής ανέλαβε να το καλύψει το ΕΑΜ ως η πιο αποτελεσματική και ενεργή πολιτικοκοινωνική δύναμη που απέκτησε και ένοπλα χαρακτηριστικά. Αλλά η εξουσία δεν χαρίζεται, μονάχα διεκδικείται.
Πολυμέρης Βόγλης: Η αδύνατη επανάσταση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Στο κενό εξουσίας το ΕΑΜ δεν υπήρξε ο μόνος παράγοντας που επιδίωκε την κάλυψη του αλλά και ο αστικός κόσμος που, αν και ηττημένος κοινωνικά, πολιτικά και στρατιωτικά, διασώθηκε χάρη στην ξένη επέμβαση και την ένταξη της Ελλάδας στη σφαίρα επιρροής των δυτικών δυνάμεων. Ήδη λοιπόν από τα Δεκεμβριανά του 1944 φαινόταν προς τα που θα έγερνε η πάλη για την εξουσία. Όπως γράφει ο Βόγλης: "Η άμεση εμπλοκή τόσο πολλών βρετανικών στρατευμάτων στην ενδοελληνική σύγκρουση του Δεκεμβρίου του 1944 αποτελούν μοναδική περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης ξένης δύναμης στην ελληνική ιστορία.....απ' αυτήν την άποψη, τα Δεκεμβριανά προεικόνιζαν τη συνθήκη περιορισμένης κυριαρχίας που θα επικρατούσε τα επόμενα χρόνια, δηλαδή την εξάρτηση του ελληνικού κράτους από τις ξένες δυνάμεις". Η διάσταση αυτή δεν κατανοήθηκε εγκαίρως από την ηγεσία του ΚΚΕ, για να διολισθήσει στη συνέχεια σε σωρεία πολιτικών λαθών, που ως αφετηρία είχαν την λανθασμένη ανάγνωση της πραγματικότητας. Ακόμα και το 1949, όταν όλα έδειχναν πως είχαν χαθεί, το ΚΚΕ στην 5η Ολομέλεια του διακήρυττε πως "η λαϊκή επανάσταση συνεχίζει το δύσκολο, μα νικηφόρο αγώνα της". Όπως ο Χίτλερ είχε πάρει διαζύγιο με την πραγματικότητα ύστερα από ήττα στο Στάλινγκραντ και συνέχιζε έναν καταδικασμένο στη συντριβή γι' αυτόν πόλεμο, έτσι και η ηγεσία του ΚΚΕ άρχισε και διεξήγαγε έναν "επαναστατικό" πόλεμο που ήταν εξαρχής καταδικασμένος. Το λέει , νομίζω, ξεκάθαρα ο Βόγλης αυτό: "Με αυτό τον τρόπο η επαναστατική αφήγηση ανασχημάτιζε τον πραγματικό κόσμο, ερμήνευε την αντικειμενική πραγματικότητα, κινητοποιούσε συλλογικά υποκείμενα και προσανατόλιζε την εμπρόθετη δράση τους κάτω από την καθοδήγηση μιας "φωτισμένης" ηγεσίας". Ο Βόγλης έχει μελετήσει σε βάθος τις πηγές και το αρχειακό υλικό, ενώ και η δευτερεύουσα βιβλιογραφία είναι πλήρης. Το βιβλίο είναι γλαφυρά γραμμένο, έχει λογοτεχνικές αρετές και, όσο και αν το θέμα είναι στενάχωρο και εν πολλοίς γνωστό ως προς τα βασικά του στοιχεία, διαβάζεται απνευστί. Δεν εστιάζει τόσο στη στρατιωτική ιστορία του Εμφυλίου, όπως το δίτομο έργο του Μαργαρίτη, όσο στην κοινωνικοπολιτική διάσταση. Βέβαια, διατηρώ επιφυλάξεις για την απροθυμία του συγγραφέα να πάρει θέση ως προς το κεντρικό ερώτημα κάθε πολεμικής σύγκρουσης: Ποιός φταίει; Τον ενδιαφέρει περισσότερο η έρευνα του για την φύση του εμφυλίου, "ώστε να μπορέσουμε να συσχετίσουμε τα αίτια με την εξέλιξη που είχε και να διαμορφώσουμε τους όρους για την κατανόησή του". Η κατανόηση των αιτίων όμως εμπεριέχει μια πρώτη απόπειρα να υπερβούμε την περιγραφική απεικόνιση του πολέμου για να οδηγηθούμε στην δράση των πρωταγωνιστών και των επιλογών που είχαν ή δεν είχαν.
Τελικά πόσο άλλαξε η ελληνική κοινωνία μετά τον Εμφύλιο; Τα συμπεράσματα του Βόγλη είναι αισιόδοξα: "Το τραύμα του Εμφυλίου, που διαιρούσε επί δεκαετίες την ελληνική κοινωνία, δεν την διαιρεί πλέον". Ωστόσο, υπάρχει και ένα άλλο τραύμα το οποίο δεν έκλεισε, αυτό της έλλειψης μεταρρυθμιστικού πνεύματος από την πλευρά των νικητών της εποχής εκείνης, που συνεχίζεται ως τις μέρες μας ανεξάρτητα από ποιά παράταξη κυβερνά. Ένα απόσπασμα στη σελ. 258 δείχνει πως η ελληνική πολιτική ζωή παραμένει προσκολλημένη στον αρχαϊσμό της: "Πολλές από τις προτάσεις των Αμερικανών αποσκοπούσαν στον εξορθολογισμό της λειτουργίας και τον εκσυγχρονισμό τη ςοργάνωσης του κράτους, όπως για παράδειγμα η μείωση του υπερδιογκωμένου στην Κατοχή δημοσίου τομέα.....ωστόσο αυτές οι προτάσεις προσέκρουαν στα συμφέροντα των πολιτικών ελίτ και των πελατειακών δικτύων που αυτές είχαν συγκροτήσει, με συνέπεια να πραγματοποιηθούν ελάχιστες μεταρρυθμίσεις". Ο Βόγλης λέει πως ο εμφύλιος ήταν  μια αδύνατη επανάσταση. Όμως, αδύνατη ήταν και η αντεπανάσταση, η νίκη της Δεξιάς. Η συνέχεια επιβεβαιώνει και τα δύο συμπεράσματα.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Να καταργηθεί η 25η Μαρτίου ως εθνική επέτειος.

Το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας
Η καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως εθνικής επετείου συνιστά τη θεσμοποίηση της βίας ως συσταστικό, ιδρυτικό στοιχείο του ελληνικού κράτους. Δεν έχει σημασία αν την ημερομηνία αυτή δεν ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση, αρκεί το συμβολικό αφετηριακό σημείο, να ορίζεται κάποια ημερομηνία ως έναρξη της επαναστατικής βίας, και αυτή η ημερομηνία να θεσπίζεται εθνική επέτειος. Άλλωστε δίχως την επέμβαση των ξένων δυνάμεων η ελληνική επανάσταση θα είχε αποτύχει. Επίσης με την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου η εκκλησιαστική εορτή του Ευαγγελισμού, κατεξοχήν δεσποτική εορτή, χάνει την σημασία που θα έπρεπε να είχε, ο ευαγγελισμός της σωτηρίας του ανθρώπου σκιάζεται από την κλαγγή των όπλων. Η κατάργηση της 25ης Μαρτίου, όπως και η καθιέρωσή της, θα συμβόλιζε μια νέα αρχή, έναν διαφορετικό συμβολισμό. Εθνική Επέτειος θα πρέπει να καθιερωθεί η 3η Φεβρουαρίου, τότε που υπογράφεται το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας στο Λονδίνο το 1830. Είναι η ημερομηνία ίδρυσης του ελληνικού κράτους με πρώτο κυβερνήτη τον Καποδίστρια, αλλά δίχως την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων δεν θα γινόταν εφικτή. Αναγνωρίζοντας την 3η Φεβρουαρίου αναγνωρίζουμε τη νίκη της διπλωματίας και όχι της βίας.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Κώστας Κωστής: Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας

Ο Κώστας Κωστής
Ο Κώστας Κωστής είναι καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το πιο δημοφιλές βιβλίο του, αυτό φαίνεται από το ότι έχει ήδη μπει στην 6η έκδοση, είναι τα "Κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας. Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους 18ος-21ος αιώνας" (εκδόσεις Πόλις), αν και το πιο αγαπημένο του, όπως λέει ο ίδιος σε μια συνέντευξη στην "Καθημερινή" είναι το "Κράτος και επιχειρήσεις στην Ελλάδα, η ιστορία του "Αλουμινίου της Ελλάδας".
"Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας" (Εκδόσεις Πόλις)
Το βιβλίο επισκοπεί τη νεώτερη ελληνική ιστορία φθάνοντας μέχρι τα γεγονότα της σύγχρονης χρεωκοπίας του ελληνικού κράτους, είναι όμως μια ιστορία που αναφέρεται στην οργάνωση και διαμόρφωση του ελληνικού κράτους, δεν είναι μια γενική ελληνική ιστορία, δεν αναλύονται φυσικά σε βάθος όψεις της πολεμικής ή της κοινωνικής ιστορίας αν και περιλαμβάνονται αρκετά πρωτότυπα στοιχεία όπως είναι η εξέταση της υγειονομικής πολιτικής του κράτους  ή της εκπαίδευσης σε διάφορες εποχές. Στον βιβλιογραφικό οδηγό που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας επιλέγει τα κατά τη γνώμη του σημαντικότερα βοηθήματα. Είναι σαφές πως πρόκειται για δευτερεύουσα βιβλιογραφία, δεν γίνεται καμιά αναφορά σε πρωτογενείς πηγές, αλλά και τούτο είναι ευεξήγητο αφού  δεν πρόκειται για πρωτότυπη έρευνα μιας συγκεκριμένης περιόδου αλλά μια γενικότερη επισκόπηση επί της οποίας προτείνεται μια ιδιαίτερη ερμηνευτική προσέγγιση που έχει τη σημασία της και αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί. Από την πρώτη στιγμή κιόλας ο Κώστας Κωστής αμφισβητεί κάποια παραδεδεγμένα σχήματα της ιστοριογραφίας μας: "παρά τον μεγάλο αριθμό μελετών πολιτικής ιστορίας, γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους και το φαινόμενο της πατρωνείας εξακολουθεί να αποτελεί το passe-partout κάθε θεωρητικής εμπλοκής, παρά τις αμφισβητήσεις που δέχεται για την περιορισμένη ευρετική ικανότητά του". Η συγκρότηση ανεξάρτητου κράτους των ελληνόφωνων χριστιανών υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η πορεία αυτού του κράτους προς την εθνική ολοκλήρωση αποτελεί το δραματικό αφήγημα του συγγραφέα οριοθετώντας τις βασικές παραμέτρους της ιστορίας που διαμόρφωσαν την πορεία αυτή, τις νίκες και τις παταγώδεις αποτυχίες του. Σ' αυτή την πορεία το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να στηριχτεί μόνο στις δυνάμεις του έθνους. Η παρουσία των ξένων υπήρξε καταλυτική και αποφασιστική τόσο για τη συγκρότηση όσο και για την ύπαρξή του ακόμα: "η δημιουργία του ελληνικού κράτους υπήρξε δημιούργημα των Μεγάλων Δυνάμεων, που εξυπηρετούσε τις δικές τους αναζητήσεις ισορροπιών στις συνθήκες της Παλινόρθωσης και εξαρχής είχαν καταστήσει σαφές ότι δεν θα άφηναν τον έλεγχο του να ξεφύγει από τα χέρια τους" (σ. 178). Αυτή η αλήθεια καταγράφει την αδυναμία των Ελλήνων να συγκροτηθούν σε μια πολιτεία η οποία θα οριζόταν από τις επιθυμίες όσων αγωνίστηκαν γι' αυτή. Ο εξωτερικός μεσολαβητής, όπως λέει ο Κωστής, υπήρξε μια αναγκαιότητα τελικά. Η δολοφονία του Καποδίστρια, το πιο τραγικό γεγονός της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, σήμαινε την πραγματική αδυναμία των Ελλήνων να έλθουν σε συνεννόηση μεταξύ τους. Είναι εξαιρετικό το απόσπασμα που παραθέτει ο Κωστής στην προμετωπίδα του τρίτου κεφαλαίου με τίτλο "Οι Βαυαροί στην Ελλάδα" από το διάγγελμα του Όθωνα κατά την άφιξη του στην Ελλάδα: "ο,τι καλόν ο έρως της πατρίδος απέκτησε δια σας, δια του πλέον ευγενούς ενθουσιασμού, το αφανίζει η εσωτερική διχόνοια του πλέον βδελυρούς εγωϊσμού". Ίσως να αποτελούσε κίνηση ευγνωμοσύνης και οπωσδήποτε χειρονομία ιστορικής αναγνώρισης αν ο πρωθυπουργός Τσίπρας μετά την επίσκεψη του στην καγκελάριο της Γερμανίας ταξίδευε προς το Μόναχο για να καταθέσει στεφάνι στην λάρνακα του πρώτου βασιλιά των Ελλήνων Όθωνα, αναγνωρίζοντας έτσι την οφειλή του ελληνικού λαού προς αυτόν και τους Γερμανούς της εποχής εκείνης οι οποίοι προσπάθησαν να στήσουν εκ του μηδενός κρατικούς θεσμούς την καθημαγμένη Ελλάδα και από τα βελανίδια να τους προσγειώσουν στον πολιτισμό, Ο Κωστής σ' αυτό το σημείο είναι έντιμος και παραδέχεται πως "το έργο που έφεραν (οι Βαυαροί) σε πέρας ήταν από κάθε άποψη σημαντικό, αν όχι εντυπωσιακό, και στην πραγματικότητα θα θέσει τις βάσεις για τη διαμόρφωση ενός κράτους που ξέφευγε από τα παραδοσιακά πρότυπα διακυβέρνησης των πληθυσμών. Μπόρεσαν να καλύψουν θεσμικά και οργανωτικά, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία, όλους τους τομείς της κρατικής οργάνωσης και ανεξαρτήτως του κατά πόσον τελικά οι ρυθμίσεις αυτές μπόρεσαν να λειτουργήσουν, διαμόρφωσαν ένα προηγούμενο που στη συνέχεια δεν ήταν δυνατό να ανατραπεί". (σ. 248).
Η ιστορική πορεία του ελληνικού κράτος είναι μια πορεία προς τον ανέφικτο εκδυτικισμό. Ο στόχος έχει τεθεί από παλιά, η κατάληξη όμως δεν υπήρξε ποτέ ευτυχής, και αυτό οφείλεται αφενός στο ότι πριν από τη δημιουργία λειτουργικών και σύγχρονων κρατικών δομών είχε τεθεί το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης ως ιδεολογικού υπόβαθρου, αφετέρου το ζήτημα των συμμαχιών με τις ξένες δυνάμεις το οποίο οδηγούσε σε διχασμούς και εμφύλιες συγκρούσεις. Δεν είναι όμως ξέχωρα αυτά τα δύο: αντικατοπτρίζουν την ριζική αδυναμία του ελληνόφωνου πληθυσμού να σκεφθεί το ζήτημα της δημιουργίας κοινωνίας και κράτους αυτόβουλα. Αλλά και όταν μπορούσε να σκεφθεί, οι επιλογές του προσέκρουαν στην έλλειψη συναίνεσης και συνεννόησης αναμεταξύ του. Η βία γεννά το ελληνικό κράτος, η βία διαποτίζει την ιστορική πορεία του στον 20ο αιώνα. Ο ανέφικτος εκδυτικισμός κατέληγε, ιδίως όταν αναφύονταν ανεπίλυτα οικονομικά προβλήματα, στο ερώτημα περί της ταυτότητας του ελληνόφωνου πληθυσμού. Όπως αναρωτιέται ο Κωστής Παπαγιώργης σ' ένα άρθρο του: "Αυτό που κατέστησε τη χώρα άλυτο γρίφο είναι το πού επιτέλους ανήκει. Είναι χώρα της Ανατολής; Χαμένο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας; Βαλκανικό κρατίδιο με όλα τα συμπαρομαρτούντα; Κληρονόμος του μεγαλύτερου πολιτισμού; Ιστορικό λάθος;" Αυτό που ισχυρίζεται ο Κωστής είναι εντούτοις αισιόδοξο καθώς βλέπει πως "στη διάρκεια της ιστορίας της η Ελλάδα πέτυχε να γίνει ευρωπαϊκή χώρα, κάτι που δεν ήταν απαραίτητα αυτονόητο", όπως όμως δεν μπορεί να είναι αυτονόητη και η συνέχεια αυτή. Εδώ φαίνεται πως συμφωνεί με την προηγούμενη διαπίστωση του Παπαγιώργη γράφοντας πως "η κατάκτηση του ευρωπαϊκού πεπρωμένου δεν μπορεί και δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ως κεκτημένο. Θα αποτελεί στο εξής μια διαρκή πρόκληση για τους Έλληνες" (σ. 869). Γιατί όμως "κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας" ως τίτλος; Επειδή, γράφει ο Κωστής, οι Έλληνες θεωρούν πως δικαιούνται ειδική μεταχείριση επειδή οι πρόγονοί τους θεμελίωσαν τον δυτικό πολιτισμό. Την ειδική αυτή μεταχείριση την είχαν, το γεγονός της συνεχούς επιβίωσης του ελλαδικού κρατιδίου μάλλον απροκάλυπτη έκπληξη προκαλεί παρά θαυμασμό.