Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία της Κούβας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία της Κούβας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ντανιέλ Τσαβαρία: Είδα να φτάνει ένας γέρος

Τον Τσαβαρία δεν τον ήξερα, αλλά η υπογραφή της μετάφρασης από τον Κρίτωνα Ηλιόπουλο σε συνδυασμό με το ότι ήταν ένα πολυσέλιδο βιβλίο ήταν δύο λόγοι σημαντικοί, και αρκετοί, για ν' αγοράσω και αν διαβάσω την αυτοβιογραφία του πολιτογραφημένου Κουβανού συγγραφέα. Αργότερα διαπίστωσα πως ο Ανταίος Χρυσοστομίδης του είχε πάρει συνέντευξη στην Κούβα, για την εκπομπή "Οι Κεραίες της εποχής μας".  
Στη συνέντευξη αυτή ο Τσαβαρία λέει για τις πολλές περιπέτειες της ζωής του, τις οποίες δεν προκάλεσε ο ίδιος όπως ισχυρίζεται. 

Το βιβλίο αποτελεί μια επιτομή, μια σύνοψη των κυριότερων σταθμών της ζωής του Τσαβαρία, μια ζωή σαν μυθιστόρημα. Αν ο Τσαβαρία έγραφε μόνο για τη ζωή του, έστω με κάποιες λογοτεχνικές προσθέσεις, δεν θα είχε ανάγκη την φαντασία του να πλάσει άλλους κόσμους, αρκούσε η μνήμη του ίδιου του συγγραφέα προκειμένου να συγγράψει μια απίστευτα πολυτάραχη και, τελικά, συναρπαστική ζωή.
Εκδόσεις Opera (2015), μεταφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος

Γεννημένος το 1933 στην Ουρουγουάη ο Τσαβαρία θα περιπλανηθεί στον κόσμο γνωρίζοντας ανθρώπους από όλες τις κοινωνικές τάξεις, συγχρωτιζόμενος με πνευματικούς ανθρώπους, ανθρώπους της αρετής αλλά και πάμπολλα κοινωνικά κατακάθια που τα γνώριζε σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, από την Ευρώπη ως την Λατινική Αμερική. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Τσαβαρία αποτυπώνονται με απόλυτη ειλικρίνεια από τον ίδιο για να γοητεύσουν τον αναγνώστη, είτε συμφωνεί είτε όχι με την ζωή και τις ιδέες του. 

Πρόκειται για έναν άνθρωπο αυτοδίδακτο στην ουσία για τον οποίο το Πανεπιστήμιο όπου πήγε και παρακολούθησε μαθήματα κλασικών σπουδών σε μεγάλη ηλικία δεν τον έκανε σοφότερο, καθώς ο ίδιος είχε φροντίσει και πολλές ξένες γλώσσες να μάθει, και τα σημαντικότερα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας να διαβάσει. Ήταν όμως τυχερός διότι το σύστημα παιδείας που προσέφερε η Ουρουγουάη στα χρόνια της διαμόρφωσης του ήταν εξαιρετικό- ίσως θα άξιζε οι ανύπαρκτοι ιθύνοντες σ' αυτόν τον τόπο να έριχναν ένα βλέμμα σ' αυτά που λέει ο Τσαβαρία: "Πολύ εύστοχα, το εκπαιδευτικό σύστημα έδινε έμφαση στο να αναπτύξουν οι μαθητές την ικανότητα να διαβάζουν στις γλώσσες του πρωτοτύπου τα μελλοντικά πανεπιστημιακά τους συγγράμματα" 

Φαντάζει αυτό τελείως εξωτικό για εκείνη την εποχή σε μια τριτοκοσμική χώρα, φαντάζει εξίσου εξωτικό για την τελευταία τριτοκοσμική χώρα της Νοτίου Ευρώπης, την Ελλάδα σήμερα. Όμως ο Τσαβαρία εκμεταλλεύτηκε τις δυνατότητες αυτές και σε συνδυασμό με την πνευματική του αρετή κατόρθωσε να μορφωθεί σε βάθος. Αυτή είναι η μία πλευρά της προσωπικότητας του η οποία τον ακολουθεί έως σήμερα. 

Ο περιπετειώδης Τσαβαρία είναι αυτός που περιπλανιέται ανά την Ευρώπη, και αργότερα στην Λατινική Αμερική, γνωρίζοντας τον κόσμο και τις διάφορες κουλτούρες, βρίσκοντας διάφορες δουλειές του ποδαριού ή περισσότερο σοβαρές δουλειές σε κάθε χώρα προκειμένου να ζήσει, διαβάζοντας με πάθος, ερωτευόμενος διάφορες γυναίκες, μπλέκοντας σε αναρίθμητες περιπέτειες και δοσοληψίες με το νόμο σε σημείο ν' αναρωτιέται κανείς για την τύχη αυτού του ανθρώπου και το ότι σήμερα είναι ακόμα ζωντανός- το ομολογεί, όμως, και ο ίδιος για το πόσο τυχερός στάθηκε στη ζωή του. 

Γνωρίζοντας τον κόσμο "από τα μέσα" και όχι μόνο από τα βιβλία θα αναπτύξει πολιτική δράση εντασσόμενος στην αριστερή ιδεολογία, αν και πρωτεύοντα ρόλο σ' αυτό έπαιξε η αίσθηση της αδικίας που γεννήθηκε μέσα του καθώς διάβαζε τις περιπέτειες που γνώρισε ο Γιάννης Αγιάννης των "Αθλίων" του Ουγκώ: "Τα διαβάσματά μου για τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη και η επιρροή της μαρξιστικής σκέψης, απογύμνωσαν τη γαλλική μπουρζουαζία αποκαλύπτοντας όλη την κτηνωδία της". Ο Ουγκώ και οι "Άθλιοι" του ήταν το πνευματικό κεντρί που διαπέρασε την ύπαρξη του και τον έστρεψε οριστικά στην προάσπιση των αδυνάμων και των κοινωνικά απόκληρων. Αλλά δεν έμεινε μόνο σ' αυτό. Ο Τσαβαρία ήταν και άνθρωπος της δράσης, και το βιβλίο του είναι κατάφορτο με άφθονα περιπετειώδη γεγονότα. Ο ίδιος το είχε φιλοσοφήσει το πράγμα: "Τελικά, όταν κάνουμε ασκητική ζωή ή όταν συμβαίνει μια καθημερινή ρουτίνα, σχεδόν ποτέ δεν μας συμβαίνει τίποτα που ν' αξίζει τον κόπο να το συζητήσουμε. Η αλήτικη και ρέμπελη ζωή είναι που σε γεμίζει γεγονότα...".

Τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια του βιβλίου αφορούν τα γεγονότα που έζησε ο συγγραφέας σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής στα αριστερά αντάρτικα που συμμετείχε. Κάποτε μάλιστα στην Κολομβία έφθασε πολύ κοντά στη σύλληψη από τις αρχές αλλά για γλυτώσει δεν φοβήθηκε να κάνει αεροπειρατεία προκειμένου να καταφύγει στην Κούβα η οποία την εποχή εκείνη φάνταζε ως ο επίγειος παράδεισος για τους κάθε λογής αριστερούς οραματιστές.  Ο Τσαβαρία είναι θαυμαστής του Φιντέλ Κάστρο, και παραμένει ακόμα και σήμερα. Θα τον χαρακτήριζε κανείς "αμετανόητο" οπαδό του σοσιαλιστικού πειράματος που έγινε στην Κούβα. 

Σε κάποια στιγμή ειλικρίνειας (αν και, για μένα, οι πιο ειλικρινείς σελίδες του βιβλίου αφορούν τις εκμυστηρεύσεις του για την αποτυχία των οικογενειακών και συζυγικών του σχέσεων) αναφέρει πως η πραγματική Κούβα δεν είναι αυτό που φαίνεται στα μάτια του απρόσεκτου τουρίστα, δεν είναι η φανερή φτώχεια με ότι αυτό συνεπάγεται, αλλά η αληθινή Κούβα είναι αυτή που "βρίσκεται στα πανεπιστήμια, στις σχολές Καλών Τεχνών, στα επιστημονικά ινστιτούτα, στους τριάντα πέντε χιλιάδες γιατρούς της που υπηρετούν στον Τρίτο Κόσμο, στις χιλιάδες οφθαλμολογικές επεμβάσεις στους φτωχούς της γης από τις πιο μακρινές γωνιές της". Ο Τσαβαρία χρωστά τη συγγραφική του σταδιοδρομία στην Κούβα και στην υποστήριξη που το καθεστώς του Κάστρο του προσέφερε καθώς και στο βιοπορισμό του από το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα αυτής της χώρας. Θεωρώ, υπ' αυτές τις συνθήκες, πως ο Τσαβαρία δεν μπορούσε να πει κάτι διαφορετικό, αφήνει όμως κάποιους υπαινιγμούς όπως λ.χ για το πόσο κυνηγήθηκαν από το καθεστώς οι ομοφυλόφιλοι. 

Ρεϊνάλντο Αρένας
Όμως στο νου έρχεται ένας άλλος μεγάλος Κουβανός συγγραφέας, ο Ρεϊνάλντο Αρένας, και τα όσα μαρτυρικά υπέφερε από το καθεστώς της σοσιαλιστικής ουτοπίας του Κάστρο, όπως και τόσοι άλλοι βέβαια που είτε φυλακίστηκαν λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων είτε αναγκάστηκαν να αυτοεξοριστούν στο Μαϊάμι καταγγέλοντας την έλλειψη ελευθερίας στην Κούβα του Κάστρο. Ο Τσαβαρία δεν λέει τίποτα για όλ' αυτά.  Εμμέσως όμως αναγνωρίζει πως ο Κάστρο, λόγω της ιστορικής αναγκαιότητας, έπρεπε να ενδυθεί τις εξουσίες ενός δικτάτορα έτσι ώστε να αλλάξει την φυσιογνωμία της κουβανικής κοινωνίας.  Ο Ντανιέλ Τσαβαρία μου άφησε τη γεύση ενός ανθρώπου που θέλει να είναι ειλικρινής, και σε πολλά σημεία του βιβλίου του δεν χαρίζεται στον εαυτό του, αλλά φαίνεται πως υπάρχουν και κάποια όρια που δεν μπορεί να υπερβεί, όπως η παραδοχή πως το καστρικό καθεστώς και η σοσιαλιστική ουτοπία των θαυμαστών και μιμητών του (λ.χ. του Ούγκο Τσάβες) δεινά περισσότερα έφεραν παρά την ευημερία που υπόσχονταν στους λαούς τους.

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Λεονάρδο Παδούρα: Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά

Μετάφραση: Κώστας Αθανασίου (Εκδόσεις Καστανιώτη)
Το βιβλίο του Λεονάρδο Παδούρα «Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά» (και θα το πούμε για άλλη μια φορά ακόμα, η καλύτερη λογοτεχνία των τελευταίων 50 χρόνων γράφεται στην ισπανική γλώσσα) μπορεί να διαβαστεί και ως πολιτικό θρίλερ και ως ιδεολογικοπολιτικό μανιφέστο καταγγελίας της πιο φρικαλέας ουτοπίας που γνώρισε ο κόσμος, της πολιτικής θεολογίας του σοβιετικού κομμουνισμού. 
Λεονάρδο Παδούρα
Η δολοφονία του Τρότσκι από τον Ραμόν Μερκαντέρ, δεν μπορεί να ιδωθεί με άλλον τρόπο παρά ως μια ακόμα στιγμή στην πραγμάτωση της ουτοπίας με κάθε μέσο από τους στυγνούς εκπροσώπους της, ένας από τους οποίους φυσικά υπήρξε και ο Τρότσκι, θύτης και θύμα συγχρόνως, όπως τόσοι άλλοι, του πολιτικού τέρατος με μεταφυσικό μανδύα που υπηρέτησε στην ζωή του. Ο Παδούρα εικονογραφεί με ακρίβεια την εποχή του σταλινικού ολοκληρωτισμού, την εποχή της γένεσης των τεράτων. 
Λέων Τρότσκυ
Το βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί επειγόντως από κάθε εναπομείναντα νοσταλγό ή αφελή υποστηρικτή της μεταφυσικής ουτοπίας του «δήθεν καλύτερου κόσμου» στο εντεύθεν, κινείται σε τρία επίπεδα: εξιστορεί τις τελευταίες στιγμές και τις σκέψεις του Τρότσκι που κυνηγημένος από την μανία του Στάλιν περιφέρεται αναζητώντας κάποια φωλιά ασφαλείας που δεν υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο, την ιστορία του Ραμόν Μερκαντέρ, του Ισπανού εκτελεστή του, έναν ασήμαντο άνθρωπο ιστορικά που μεταπλάθεται σε μαριονέτα και εκτελεστικό όργανο της σταλινικής εξουσίας, και του απόηχου της ιστορίας αυτής στη σύγχρονη Κούβα, άλλη μια απόπειρα εγκαθίδρυσης μεταφυσικής πολιτικής ουτοπίας μέσω της παράλληλης αφήγησης και της τραγικής ιστορίας του Ιβάν που γνώρισε τον Μερκαντέρ και συγκλονίστηκε οδηγούμενος σε έναν θάνατο εξ αντανακλάσεως, ένα ακόμα θύμα της σταλινικής παράνοιας.
Η ιστορία του 20ου αιώνα είναι η σύγκρουση δύο ολοκληρωτικών φαινομένων που κινητοποίησαν τον κόσμο συνθλίβοντας την ατομική ύπαρξη του ανθρώπου. Μετά την ήττα και των δύο, η ατομικότητα του ανθρώπου προβάλλει ως η μοναδική κληρονομιά που οφείλουμε να προασπιστούμε από κάθε λογής μεταφυσική εικασία που εκφέρει πολιτικό λόγο, μεταβάλλοντας την πραγματικότητα σε «εικονική πραγματικότητα» (σ. 98) Αν αποδεχτείς πως υπάρχει αυτή η εικονική πραγματικότητα, δηλαδή κάτι άλλο πέρα από το υπαρκτό που οφείλεις κινούμενος από κάποια μεταφυσική ορμή να παλέψεις τότε μπορείς να δικαιολογήσεις κάθε ενέργεια και μέσο που υπηρετεί τον σκοπό αυτό όσο ποταπή κι αν είναι, αφήνεσαι στην αποδοχή της άποψης πως «Το Κόμμα έχει πάντα δίκιο, και αν δεν το καταλαβαίνεις δεν έχει σημασία, πρέπει υπακούς» (σ. 108). Αυτό σε συνδυασμό με μια ισχυρή προσωπικότητα που προκαλεί τον φόβο και στηρίζεται σ’ αυτόν για να εμπεδώσει την κυριαρχία του (αλλά πίσω από την κυριαρχία της προσωπικότητας υπάρχει η σκιά της υπερκυριαρχίας της Ιδέας), διαμορφώνει τους εκτελεστές του Στάλιν και τους εκτελεστές των εκτελεστών του Στάλιν κ.ο.κ. 
Επομένως μπορούμε να σταθούμε κριτικά απέναντι στην διαπίστωση του Τρότσκι πως αυτό που κατηγορούσε τον εαυτό του, η έλλειψη ρεαλισμού και πολιτικής διορατικότητας απέναντι στο φαινόμενο Στάλιν, αρκεί να εξηγήσει την πολιτική του συντριβή. Ο Τρότσκι μοιραζόταν τις ίδιες ιδέες με τον Στάλιν, τις είχε εφαρμόσει μάλιστα  κατά την εξέγερση των ναυτών της Κροστάνδης, αλλά η πολιτική αδεξιότητα του (δεν υπήρξε τόσο σταλινικός όσο ο Στάλιν) την κρίσιμη ώρα τον άφησε χωρίς συμμάχους τον καιρό της διαδοχής του Λένιν, αναρωτιέται μάλιστα: «Πώς δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ένας  άνθρωπος με τέτοιο βλέμμα ερπετού ήταν ένα ον εξαιρετικά επικίνδυνο;»  Δεν ήταν όμως η κακή φύση του Στάλιν που εξόντωσε όλους τους παλιούς μπολσεβίκους, χιλιάδες κομμουνιστές, και ανθρώπους κάθε εθνικότητας στην πολυεθνική Σοβιετική Ένωση, αν και η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του γεωργιανού δεν μπορεί να αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο, αλλά κυρίως ήταν η παράνοια της ιδέας πως υπάρχει ένας άλλος καλός και αγαθός  κόσμος στη θέση αυτού που είναι εφικτός, είναι η μοχθηρή ιδέα της αταξικής κοινωνίας, του σοσιαλισμού/κομμουνισμού που ως δολοφονικό εργαλείο χρησιμοποιήθηκε από τους σοβιετικούς ηγέτες και τους μιμητές τους. Ένας τέτοιος μιμητής υπήρξε και ο Ραμόν Μερκαντέρ ο οποίος με την κατάλληλη χειραγώγηση θα μεταλλαχθεί, θα αλλάξει ταυτότητα στην κυριολεξία προκειμένου να εισέλθει στον εσώτερο κύκλο του Τρότσκι και στην κατάλληλη στιγμή να δολοφονήσει τον εχθρό της επανάστασης. Είναι ίσως οι κορυφαίες στιγμές αυτές του βιβλίου του Παδούρα όπου περιγράφεται η σχέση του Ραμόν με τη μοχθηρή μητέρα του Καριδάδ (ποτέ άλλοτε τέτοια απόσταση δεν υπήρχε σε ένα όνομα από το περιεχόμενο του!), άλλο τέρας κι αυτό του σταλινικού φαινομένου, και στη συνέχεια η εκπαίδευση του, η μεταμόρφωση του σε ένα είδος μαριονέττας που ανά πάσα στιγμή ήταν έτοιμο να υπακούσει στα νεύματα του καθοδηγητή του Κάτοφ, της άλλης σκοτεινής προσωπικότητας που θα καθορίσει την ύπαρξη του Ραμόν στην πορεία προς την άβυσσο.
Τι ήταν εκείνο που χαρακτηρίζει το σταλινικό φαινόμενο και οδήγησε εκατομμύρια ανθρώπων στην καταστροφή; Στη σκέψη του Παδούρα υπάρχει μόνο μία λέξη: ο φόβος. Ο φόβος ήταν αυτός που παρέλυε τα θύματα του σταλινισμού, αλλά και τους θύτες. Ο Μπουχάριν γυρνά από την εξορία στην Ρωσία, βέβαιος φυσικά πως πρόκειται να συλληφθεί, να δικαστεί στις περιβόητες στημένες δίκες της Μόσχας και να εκτελεστεί, λέγοντας «Γυρίζω από φόβο». Είναι αποκαλυπτικά οι σκέψεις που ο Παδούρα βάζει στον Τρότσκι: «Ο Στάλιν είχε δηλητηριάσει την τελευταία γωνιά της ψυχής της επανάστασης και το μόνο που θα είχε πλέον να κάνει ήταν να καθίσει να δει να έρχεται το ψυχορράγημά της, αύριο, σε δέκα χρόνια, σε είκοσι χρόνια. Η μόλυνση όμως ήταν μη αντιστρεπτή και μοιραία» (σ. 187). Αυτή η ιδέα επανέρχεται διαρκώς στο μυαλό του Τρότσκι, που ωστόσο ούτε μια στιγμή δεν αναρωτιέται για το τι γέννησε τον σταλινικό φόβο, και αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από την ίδια την πίστη στη σοσιαλιστική ιδέα και την βούληση να υπάρξει ένα ιστορικό προηγούμενο που θα ανέτρεπε την κοινωνική ανισότητα. Αν το Κόμμα έχει πάντα δίκιο, τότε αυτός που εκφράζει τη συνείδηση και τη φωνή του Κόμματος, ο Ηγέτης, έχει φυσικά δίκιο, και διαθέτει εξουσία ζωής ή θανάτου πάνω σε όλους τους ανθρώπους τους οποίους βουλιάζει στον φόβο και το αίμα για να δικαιολογεί και την δικιά του παρουσία στην Ιστορία: «Η τρομοκρατία και η καταστολή εγκαθιδρύονταν ως πολιτική μιας κυβέρνησης που τοποθετούσε τον διωγμό και το ψέμα ως μεθόδους του κράτους και ως τρόπο ζωής για το σύνολο της κοινωνίας» (σ. 310). Το βιβλίο του Λεονάδρο Παδούρα μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί οι «Δαιμονισμένοι» του 21ου αιώνα, όχι μονάχα για το πολιτικό του περιεχόμενο αλλά και την βαθιά υπαρξιστική ανάλυση που περιλαμβάνει, διάχυτη σε όλο το εύρος του, με χαρακτηριστικότερη την ομολογία του Κάτοφ προς τον Ραμόν, που συμπυκνώνει την παράνοια του σταλινισμού  και τη μεταμόρφωση των ανθρώπων σε εργαλεία μίσους και τρόμου: «Κοίτα, υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό που μου δίδαξαν με το που μπήκα στην Τσεκά: οι άνθρωποι εναλλάσσονται, αντικαθίστανται. Το άτομο δεν είναι μια ανεπανάληπτη μονάδα, αλλά μια έννοια που αθροίζεται με τα υπόλοιπα άτομα και σχηματίζουν όλα μαζί τη μάζα, που, ναι, είναι πραγματική. Ο άνθρωπος όμως όσο είναι άτομο δεν είναι ιερός και ως εκ τούτου δεν είναι αναντικατάστατος. Γι’ αυτό έχουμε επιτεθεί σε όλες τις θρησκείες και ειδικά στον χριστιανισμό που λέει αυτή τη βλακεία, ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος καθ’ ομοίωσιν του Θεού. Αυτό μας επιτρέπει να είμαστε ανηλεείς, να απαλλαγούμε από τη συμπόνοια που δημιουργεί κάθε είδους ευσέβεια: η αμαρτία δεν υπάρχει…Το όνειρο έχει σημασία, όχι ο άνθρωπος, και ακόμα λιγότερο το όνομα. Κανένας δεν είναι σημαντικός, όλοι είμαστε αναλώσιμοι» (σ. 338). Αφ’ ης στιγμής οι άνθρωποι πιστέψουν πως είναι όργανα της ιστορίας και της εκπλήρωσης κάποιου ανωτέρου ιδανικού, τότε είναι προετοιμασμένοι να επιτελέσουν οποιαδήποτε φρικαλεότητα στο όνομα ακριβώς αυτού του ιδανικού που έχει οντολογικά ανατιμηθεί και ενδυθεί κανόνα πίστεως. Η συμπόνοια σ’ αυτό το σύμπαν είναι λοιπόν περιττή.  Κάπου κάπου όμως μια ρωγμή ανοίγει και τακτοποιούνται οι λογαριασμοί με την ιστορία, μονάχα όμως σε προσωπικό επίπεδο. 
Αυτό διαφαίνεται στην ιστορία του Ιβάν ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τον Ραμόν Μερκαντέρ
Ο Ραμόν Μερκαντέρ με το παράσημο του ήρωα της εργατικής τάξης
εξόριστο πλέον στην Κούβα και του διηγείται την ιστορία του προκειμένου να την καταγράψει σε βιβλίο. Η σχέση του Ιβάν με το Ραμόν ανοίγει στον Παδούρα τη δυνατότητα να μιλήσει για τη συμπόνοια ως συναίσθημα όχι μόνο ανθρώπινο αλλά και βαθιά πολιτικό το οποίο, σε αντίθεση με τον φόβο και το δέος, φέρει τον ένα άνθρωπο να κατανοεί τον άλλο: «Όταν διάβασα αυτά τα χαρτιά και είχα μια πλήρη εικόνα για το τι είχε κάνει ο Ραμόν Μερκαντέρ, ένιωσα αηδία. Αλλά επιπλέον ένιωσα και συμπόνοια γι’ αυτόν, για τον τρόπο που τον είχαν χρησιμοποιήσει, για τη ντροπή που του προκαλούσε να είναι αυτός που ήταν. Το ξέρω πια, ήταν ένας δολοφόνος και δεν αξίζει συμπόνοια, αλλά ακόμα δεν μπορώ να ξεφύγω απ’ αυτήν, γαμώτο!» (σ. 673)

Θα μπορούσε κανείς να αισθανθεί συμπόνοια για τον Στάλιν; Δεν θα μάθουμε ποτέ τι αισθάνονταν γι’ αυτόν τα θύματα των δικών της Μόσχας. Μπορεί να αισθανθεί κανείς συμπόνοια για τον δήμιο του; Μόνο αν κατανοηθεί πως κι αυτός υπήρξε θύμα, θύμα της ίδιας της Ιδέας και της ιστορικής της αποστολής, του μεταφυσικού τέρατος που τους κατάπιε όλους, και αυτόν ακόμα τον Στάλιν, έστω μετά θάνατο, όταν γκρεμίστηκε όλος ο κόσμος-φυλακή που έχτισε για τον εαυτό του και τον λαό του. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την διαρκή πολιτική εκπαίδευση και μόρφωση των κατοπινών γενιών γύρω από την δολιότητα της Ιδέας εκείνης που οδήγησε στο χαμό εκατομμύρια απλούς ανθρώπους. Το γεγονός πως σήμερα μπορούμε να μιλάμε ελεύθερα και να σκεφτόμαστε ελεύθερα φανερώνει την ήττα της Ιδέας, αλλά για να συμβεί αυτό έπρεπε να θυσιαστούν άνθρωποι σε όλη την οικουμένη. Η συνειδητοποίηση αυτή ίσως εμποδίσει κάθε σκέψη αναζωπύρωσης της εγκόσμιας ουτοπίας. Το βιβλίο του Λεονάρδο Παδούρα αποτελεί σημαντική συμβολή σ’ αυτό και ουσιαστικό πολιτικό εργαλείο που πρέπει να μελετάται. 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες: Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα

"Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα" (μτφρ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη)
Ένας Γκουτιέρες δεν είναι ποτέ αρκετός, και μετά από την βρώμικη τριλογία του, συμπλήρωμα απαραίτητο κρίνεται "Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα" (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη) και ίσως εκεί μπει μια τελεία, αν και ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος με τους γοητευτικούς λατίνους. Οι απεγνωσμένες νοικοκυρές που διαβάζουν εκστασιασμένες τα φληναφήματα των "50 αποχρώσεων του γκρι" ούτε κατά διάνοια δεν θα μπορούσαν να ακουμπήσουν τον Γκουτιέρες, οι σελίδες του είναι βουτηγμένες στα βιολογικά υγρά ανδρών και γυναικών και το σεξ είναι αληθινό και όχι κατασκευασμένο στο μυαλό μιας αργόσχολης βρετανίδας housewife. Με τα χαρακτηριστικά λόγια του Γκουτιέρες: "λερώνοντας το χαρτί με αίμα και σάλιο και σκατά και ούρα και μύξες και δάκρυα", και ακόμα, φυσικά, άφθονο σπέρμα.
Μια από τις χαρακηριστικές πόζες του Γκουτιέρες
Σε δύο απόψεις της ζωής κινείται ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, το άλτερ έγκο του συγγραφέα, οι οποίες ενσαρκώνονται από δύο γυναίκες φορείς δύο διαφορετικών μεταξύ τους πολιτισμών. Από τη μια είναι η Γκλόρια, κορίτσι της Κούβας, ζωώδης, αισθησιακή, που γνωρίζει τα μυστικά του καλού σεξ, που είναι γεννημένη για να ευχαριστεί τους άνδρες αλλά συνάμα ζει και στην Κούβα της φτώχειας όπου λίγα δολλάρια από έναν τουρίστα που ζητά κουβανικό σεξ είναι αρκετά για να την βγάλει αυτή και η οικογένεια της. Η σχέση μαζί της αποπνέει ελευθερία και τονώνει τα ατίθασα γούστα του συγγραφέα πρωταγωνιστή: "Έτσι είναι η ζωή. Πόνος και ηδονή.....Φοράω ένα κόκκινο μπλουζάκι χωρίς μανίκια και αισθάνοπμαι δυνατός σαν ταύρος. Με το τατουάζ μου ακάλυπτο κάτω από τον ήλιο. Μ' αρέσει ναγαμιέμαι άγρια με την Γκλόρια. Άγρια. Να ιδρώνω για ένα δίωρο και μετά να βγαίνω βόλτα μόνος μου. Με το άρωμα μου από ιδρώτα, σπέρμα, Γκλόρια, κρεβάτι. Ένα δυνατό και υγιές ζώο" (σ.127). Από την άλλη, υπάρχει η αντίθεση, η Σουηδή ερωμένη Ανιέτα. Φορέας ενός διαφορετικού πολιτισμού στον οποίο σπανίζουν οι ζεστές ακτίνες του ήλιου. Ο πρωταγωνιστής βρίσκεται στη Σουηδία για να προωθήσει το έργο του και εκεί θα γνωρίσει από κοντά την φίλη του Ανιέτα με την οποία είχε ήδη επικοινωνία όσο βρισκόταν στην Κούβα, αλλά θα γνωρίσει και έναν διαφορετικό πολιτισμό, οργανωμένο, τακτοποιημένο, προγραμματισμένο, εν τέλει αποστειρωμένο. Είναι και η Ανιέτα καλή ερωμένη, αλλά μαζί της δεν υπάρχει η μαγεία της βρωμιάς, ο αυθορμητισμός, το σπέρμα και το σάλιο μοιάζουν να έχουν καθαρθεί από την βιολογική τους υπόσταση. Παρά την απόλαυση που του προσφέρει, κάποτε και ο συγγραφέας φθάνει στα όρια του και τότε ξεσπά: "Δεν θέλεις να το κάνουμε ούτε να μου πάρεις πίπα στις σκάλες, δεν θέλεις καφέ, κατεβάζεις τα μούτρα. Ε ναι, μου την σπάς, μωρό μου. Relax, please" (σ. 261).
Η πρωτότυπη έκδοση
Οι δύο κόσμοι έχουν περιγραφεί ιδεοτυπικά. Σαφώς και υπάρχουν αποχρώσεις διαφορετικές στην πραγματικότητα, οι δύο κόσμοι δεν είναι μονοκόμματοι. Η προσαρμογή όμως σ' έναν από τους δύο για τον φορέα μιας άλλης κουλτούρας είναι υπόθεση δύσκολη και περιγράφεται με ειλικρίνεια από τον συγγραφέα. Στο τέλος υπερισχύει αυτό που γνωρίζει καλύτερα, με όλα τα στραβά και την ανυπόφορη κατάσταση που λυγίζει την ύπαρξη, εντούτοις η αυτογνωσία και η νοσταλγία οριοθετεί τα βήματά του προς την εστία του: "Πολλές φορές προσπαθεί κανείς να αλλάξει τη ζωή του. Να αποκτήσει περισσότερο έλεγχο, να προβλέψει κάποια πράγματα. Αλλά όχι. Είμαστε σαν εκείνα τα τρελά μυρμήγκια που τρέχουν στον κήπο και πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο και χάνουν το δρόμο τους ξανά και ξανά" (σ. 315).  Αυτό σημαίνει πως κάθε αλλαγή είναι αδύνατη και αδιανόητη; Δεν υπάρχει μονοσήμαντη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Στον κόσμο του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες η Κούβα, με όλα τα κακά της, υπερισχύει της πιο αναπτυγμένης Σουηδίας.  Ίσως δεν χρειάζεται και πολλά για να είναι κανείς ευτυχισμένος (λιτός βίος;): "Δεν θέλω υπολογιστές, ούτε e-mail, ούτε Internet, ούτε θέλω να με πρήζουν άλλο" (σ. 405). Ίσως πρέπει να πάμε στηνΚούβα για να μην μας πρήζουν και μας. Αυτό θα ήταν μια ενδιαφέρουσα σύγκριση πολιτισμών, όχι ίσως τόσο μακρινών όσο ανάμεσα στην Κούβα και τη Σουηδία.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες: Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας

Εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Κλ. Ελαιοτριβιάρη
Η κουβανέζικη λογοτεχνία είναι αρκετά γνωστή στην Ελλάδα καθώς έχουν μεταφραστεί σημαντικά έργα από την λογοτεχνική παραγωγή του νησιού της Καραϊβικής, ιδιαίτερα τα έργα του Αλέχο Καρπεντιέρ, του Λεσάμα Λίμα, του Ρεϊνάλντο Αρένας, του Καμπρέρα Ινφάντε Γκιγιέρμο και τα περισσότερα του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες. Ο Γκουτιέρες έχει συχνά πυκνά αποκληθεί ο "Μπουκόβσκι της Καραϊβικής", και μπορεί κανείς να δει ομοιότητες όσον αφορά την ελευθεριακή γραφή των δυό τους, αλλά κατά τη γνώμη μου ο Γκουτιέρες δεν πάσχει από τον μηδενισμό που διαπερνά την σκέψη του Μπουκόβσκι.
Ο Γκουτιέρες γεννήθηκε to 1950 σε μια επαρχιακή πόλη της Κούβας, αλλά μετακόμισε στην Αβάνα όταν ήταν 37 ετών. Σπούδασε δημοσιογραφία και άσκησε αυτό το επάγγελμα για αρκετά χρόνια. Η "Βρόμικη Τριλογία της Αβάνας" κυκλοφόρησε στα ισπανικά το 1998
και μεταφράστηκε στην αγγλική γλώσσα to 2002 από την πολύ ικανή μεταφράστρια από τα ισπανικά στην αγγλική γλώσσα Natasha Wimmer. Εν μέρει αυτοβιογραφικό και εν μέρει έργο φαντασίας, αλλά βαθιά ριζωμένο στα βιώματα του, ο Γκουτιέρες περιγράφει έναν κόσμο "βρόμικου ρεαλισμού" όπως έχει χαρακτηριστεί το είδος της λογοτεχνίας του. Πρόκειται κατ' αρχήν για την Κούβα της δεκαετίας του 1990 που βιώνει το σοκ της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης το οποίο επιφέρει, πέραν της απώλειας του ιδεολογικού σημείου αναφοράς, ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα διότι στο αιματηρό εμπάργκο που έχουν επιβάλλει οι ΗΠΑ θα προστεθεί και η αδυναμία της πρώην συμμάχου, της ΕΣΣΔ, να συνεισφέρει οικονομικά στους ισπανόφωνους "συντρόφους". Η αντίληψη του Γκουτιέρες για τη ζωή, που μας την καταθέτει πολύ νωρίς στο μυθιστόρημα του, είναι η κοινή αντίληψη του λαού του εκείνα τα χρόνια: "Προσπαθούσα να εξασκηθώ στο να μην είμαι τόσο απόλυτος, αλλιώς δεν θα επιβίωνα. Είχα ζήσει όλη μου τη ζωή με κάποιου είδους έλλειψη. Ανήσυχος, ήθελα να τα έχω όλα με τη μία, παλεύοντας δυναμικά για κάτι περισσότερο. Τώρα μάθαινα να μην τα έχω όλα με τη μία. Να ζω σχεδόν χωρίς τίποτα. Διαφορετικά θα συνέχιζα με την τραγική μου άποψη για τη ζωή. Γι' αυτό τώρα η μιζέρια δεν μου έκανε πολύ κακό". Αυτό δεν συνιστά μηδενιστική αντίληψη για τη ζωή, αλλά συνειδητοποίηση του αγώνα και της ανάγκης για επιβίωση. Αυτό διαπερνά όλο το βιβλίο. Δεν υπάρχουν αφηρημένες θεωρήσεις (όπως ίσως θα έκανε κάποιος Ρώσος), αλλά όλα μετριούνται υλικά, με βάση τα πρωτογενή στοιχεία της ζωής: σεξ, φαγητό, ποτό. Κάθε ιστορία έχει σεξ απαλλαγμένο από καθωσπρεπισμούς, σεξ που μυρίζει βιολογικά υγρά, σε ένα περιβάλλον κάθε άλλο παρά αποστειρωμένο όπως αυτό που φαντασιώνει τις μεσήλικες νοικοκυρές στο "Πενήντα αποχρώσεις του γκρι". Στο έργο του Γκουτιέρες η σαπίλα είναι διάχυτη παντού, ανάκατη με τον αγώνα επιβίωσης των κατοίκων της Αβάνας: "Το θέμα είναι ότι το σεξ δεν είναι για ανθρώπους με αναστολές. Το σεξ είναι ανταλλαγή υγρών, ρευστών, σάλιου, ανάσας και δυνατών μυρωδιών, ούρων, σπέρματος, σκατών, ιδρώτα, μικροβίων, βακτηρίων". Στα φτωχικά δωμάτια που μένουν, ο ένας πάνω στον άλλο, με τις κοινές τουαλέτες, την ανυπόφορη μπόχα από τα περιττώματα, το σεξ είναι πάντα εκεί, μαζί με το ρούμι, τη μαριχουάνα, τα ελάχιστα δολλάρια, την ανάγκη για επιβίωση σ' ένα περιβάλλον ανεργίας και ριζωμένων πολιτισμικών διαφορών μεταξύ λευκών, μιγάδων και μαύρων της Κούβας. Αλλά δεν απελπίζεσαι ως αναγνώστης. Ξεχειλίζει η χαρά της ζωής, αναρωτιέσαι πόσο όμως ονειρικός ή πραγματικός είναι ο κόσμος εκεί: πόσο θα ήθελες να πιστέψεις ότι μπορείς να κοιτάξεις σε μια γωνιά κάποιου σκοτεινού δρόμου και να δεις ανενόχλητα αυνανιζόμενους άνδρες να κοιτάνε κάποιο άλλο ζευγάρι που κάνει σεξ δημόσια; Παρόλη την ελευθεριότητα του, το βιβλίο δεν είναι πορνογράφημα όπως αφελώς θα ισχυριστούν κάποιοι σχολιαστές της αγγλικής έκδοσης στο αμερικάνικο Amazon. Ο Γκουτιέρες αποδομεί την σοσιαλιστική ουτοπία της Κούβας, άλλοτε υπαινικτικά και άλλοτε πιο τολμηρά: "Οι χωριάτες είναι που έχουν τα φράγκα. Πλουτίζουν από την πείνα του κόσμου. Είναι μια καινούργια περίοδος. Ξαφνικά λείπουν τα λεφτά. Όπως πάντα. Τα λεφτά τα ιδοπεδώνουν όλα. Τριάντα πέντε χρόνια οικοδόμησης του νέου ανθρώπου. Πάει, τέλειωσε". Δεν φτάνει βέβαια στην ίδια βίαιη καταγγελία όπως ο Ρεϊνάλντο Αρένας που υπέφερε ως δηλωμένος αντιφρονών από το καθεστώς του Κάστρο, αλλά ίσως δεν είναι αυτός ο στόχος του. Απλά είναι τα πράγματα για τον Γκουτιέρες, στον αγώνα για το πώς θα ξημερώσει η επόμενη μέρα, δεν υπάρχει χώρος για βαθυστόχαστες αναλύσεις: "Οι τελευταίες μέρες είχαν υπερβολικό σεξ. Χρειάζεται και λίγη ξεκούραση. Ξεκούραση και να ευχαριστούμε το Θεό και να του ζητάμε δύναμη και υγεία. Μόνο αυτό. Δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο. Πρέπει ν απαοφεύγω τους δαίμονες και να είμαι δυνατός. Στην τελική, χωρίς πίστη, κάθε μέρος είναι άλλη μια κόλαση". Γενναίοι ή αδαείς, οι ήρωες του Γκουτιέρες είναι πάντα σε επιφυλακή, αναζητώντας χαραμάδες ηδονής σε ένα περιβάλλον που δεν διαμόρφωσαν οι ίδιοι.