Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία της Αγγλίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία της Αγγλίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Σώμερσετ Μωμ: The Moon and Sixpence

Το 1919 εκδόθηκε ένα από τα πιο γνωστά έργα του Σώμερσετ Μωμ που μαζί με το "Of Human Bondage" και το "The Razor's Edge" συνιστούν τη βασική μυθιστορηματική τριάδα του έργου του, εξαιρουμένων βέβαια των θεατρικών και των διηγημάτων που αποτελούν δύο κατηγορίες από μόνες τους.

Για την εξήγηση του περίεργου τίτλου, ο ερευνητής του Μωμ Robert Lorin Calder δίνει την ακόλουθη εξήγηση: 

"'Like so many young men he [Philip of Human Bondage] was so busy yearning for the moon that he never saw the sixpence at his feet.' Somerset Maugham adopted the phrase as the title of his next novel. The author explained its meaning in a note which was intended to precede the text, but which did not appear, ' ... In his childhood he was urged to make merry over the man who, looking for the moon, missed the sixpence at his feet, but having reached years of maturity he is not so sure that this was so great an absurdity as he was bidden to believe. Let him who will pick up the sixpence; to pursue the moon seems the most amusing diversion". (Πηγή: https://www.theguardian.com/notesandqueries/query/0,,-1448,00.html)

Ανεξάρτητα από την προέλευση του τίτλου, το έργο καταπιάνεται με την πνευματική εξέλιξη του ζωγράφου Στρίκλαντ ο οποίος είναι η μυθιστορηματική μορφή του Πωλ Γκωγκέν, αγαπημένο φαίνεται θέμα για δεξιοτέχνες συγγραφείς αφού πολλά χρόνια αργότερα και ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στο έργο του "El paraíso en la otra esquina" καταπιάστηκε με το έργο και τη μορφή του Γκωγκέν.

Σώμερσετ Μωμ
Ο Μωμ είναι δεξιοτέχνης συγγραφέας διότι στο έργο του δεν ακολουθεί καμιά μοντέρνα τεχνοτροπία ούτε προσπαθεί να αποδείξει πόσο μέτριος είναι ο αναγνώστης που τον διαβάζει και πόσο μεγάλος και καινοτόμος ο συγγραφέας, αλλά ακολουθεί μια γραμμική πορεία στο ξεδίπλωμα της ιστορίας του με αρχή, μέση και τέλος, γεμίζοντάς την όμως με ερωτήματα και προβληματισμούς τα οποία συνοδεύουν τον αναγνώστη και μετά το πέρας της ανάγνωσης. Είναι μια όμορφη αισθητική εμπειρία η ανάγνωση των βιβλίων του Μωμ, ακόμη και στο πρωτότυπο, καθώς η γλώσσα του δεν έχει ούτε περιττά στολίδια, ούτε περίεργες γλωσσικές καινοτομίες, αλλά έχει αντίθετα δουλεμένες φράσεις οι οποίες μες την απλότητά τους δημιουργούν ωραίες εικόνες. Ενώ είναι εύκολος στην ανάγνωση, δεν είναι σε καμιά περίπτωση ρηχός. Το βαθύ νόημα μιας φράσης θα το διαβάσουμε όχι σε εξεζητημένη γλώσσα αλλά σε άψογα αγγλικά, γνώρισμα αληθινά μεγάλων συγγραφέων.

Ο Στρίκλαντ είναι ο Γκωγκέν όπως τον αντιλαμβάνεται ο Μωμ, ο οποίος ενώ έχει μια άνετη και πλούσια ζωή, μέσα του τον "τρώει" το σαράκι του δαιμόνιου πνεύματος που τον καλεί σε καλλιτεχνική δημιουργία και αναζήτηση νοήματος- θέματα εξόχως Μωμ-ικά, που τα συναντούμε σε όλα σχεδόν τα μεγάλα μυθιστορήματα του. Ο Στρίκλαντ εγκαταλείπει την γυναίκα του, η οποία φαντάζεται ένα τρίτο πρόσωπο ως αιτία της απομάκρυνσής του, για ν' ακολουθήσει την φωνή του πνεύματος που στη δική του περίπτωση ονομάζεται ζωγραφική: "I seemed to feel in him some vehement power that was struggling within him....He looked upon privation as no hardship. There was something impressive in the manner in which he lived a life wholly of the spirit".

Ο Μωμ προσπαθεί σ' αυτό το έργο να θέσει και να απαντήσει στο ερώτημα του δαιμονικού χαρακτήρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας ως αναζήτηση υπαρξιακού νοήματος στη ζωή και τις αντιδράσεις που η αναζήτηση αυτή προκαλεί στον συγγενικό και κοινωνικό περίγυρο του καλλιτέχνη. Προσεγγίζει τον δημιουργό ως μια ασκητική μορφή που θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της πραγμάτωσης του οράματος του, θυσιάζει όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τους άλλους τους οποίους αντιμετωπίζει πότε ως εμπόδια και πότε ως έμπνευση την ώρα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Θυσιάζει ακόμα και αυτόν τον έρωτα της γυναίκας, για τον οποίο μιλά με περιφρονητικά λόγια εφόσον θεωρεί πως αυτός είναι μια αρρώστια που εμποδίζει το όραμα της ψυχής του καλλιτέχνη. Δεν υπάρχει βιβλίο του Μωμ, τουλάχιστον απ' αυτά που έχω ήδη διαβάσει, και είναι αρκετά, που να μην προβληματίζει τον σύγχρονο αναγνώστη. Ας αφήσουμε κατά μέρος τις επιφανειακές λογοτεχνικές πρωτοπορίες και ας αφεθούμε στη σαγήνη του κλασσικού, του οποίου επιφανής εκπρόσωπος παραμένει ο Σώμερσετ Μωμ.





Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

E. M. Forster: Howards End

"Ήταν γνωστό πως λάτρευε το παρελθόν, και πως η ενστικτώδης σοφία που μονάχα το παρελθόν μπορούσε να απονείμει είχε εισχωρήσει μέσα της- εκείνη τη σοφία στην οποία αποδίδουμε το αδέξιο όνομα της αριστοκρατίας".

"Ο κόσμος θα έμοιαζε μ' ένα γκρίζο και αναιμικό τόπο αν αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από τις δεσποινίδες Σλέγκελ. Αλλά έτσι όπως ήταν ο κόσμος, μάλλον ακτινοβολούσαν μέσα του σαν αστέρια".

"Δεν μας ενδιαφέρουν οι πάμφτωχοι. Είναι σαν να μην υφίστανται, και αποτελούν πεδίο σκέψης μονάχα για τους στατιστικολόγους και τους ποιητές. Τούτη η ιστορία ασχολείται με τους ευγενείς ή μ' αυτούς που υποχρεώνονται να προσποιούνται πως είναι ευγενείς".

"Ο Γερμανός επαγρυπνεί διαρκώς αναζητώντας την ομορφιά. Μπορεί να την απωλέσει λόγω ηλιθιότητας ή να την παρερμηνεύσει, ωστόσο διαρκώς αναζητά την ομορφιά να εισέλθει στη ζωή του, και πιστεύω πως στο τέλος θα έλθει".

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Antonia Byatt: Αιχμάλωτα πάθη (Possession)

Το 1990 η Antonia Byatt έλαβε το βραβείο Booker για το "Possession", αλλά αυτό δεν μας λέει, κατ' αρχάς, και πολλά πράγματα για την αξία του έργου αν δεν προηγηθεί η κοπιαστική ανάγνωσή του. Ειδικά γι' αυτό το βιβλίο η ανάγνωση υπήρξε αρκετά κοπιαστική σε σημείο, προκειμένου να απαλλάξω τον εαυτό μου από το μαρτύριο της ανάγνωσης από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα με τη σοβαρότητα που απαιτεί ένα βιβλίο που έχει βραβευτεί με σημαντικό βραβείο. 

Ανάγκάστηκα λοιπόν να "πηδήξω" πολλές σελίδες και να παραλείψω την ανάγνωση ολόκληρων κεφαλαίων, και πραγματικά δεν έχασα τίποτα από την γενική εικόνα και εποπτεία του μυθιστορήματος, ίσα ίσα ξεκούρασα τα μάτια και το νου μου από την ιστορία της Byatt που ενώ σαν σύλληψη ήταν ικανοποιητική, αν και όχι πρωτότυπη, η υλοποίηση της υπήρξε αρκετά προβληματική.

'Οπως αναφέρει στην Εισαγωγή του βιβλίου η Byatt, έγραψε το βιβλίο κατά τη διάρκεια  δύο καλοκαιριών όπου είχε διακόψει την πανεπιστημιακή της διδασκαλία στο University College του Λονδίνου.  Αφορμή για το περιεχόμενο του βιβλίου ήταν η ειδική ερευνήτρια του έργου του Coleridge, Kathleen Coburn, η οποία πηγαινοερχόταν πέρα δώθε στον διάδρομο των αρχειακών καταλόγων, και αναρωτιόταν η Byatt αν ο ποιητής είχε γίνει έμμονη ιδέα στην ερευνήτρια, η αν η ερευνήτρια ήταν αυτή που ήταν το θύμα της προσωπικότητας του ποιητή. Ένα άλλο σημαντικό σημείο στην Εισαγωγή της Byatt είναι οι εκδότες του βιβλίου σε Αγγλία και Αμερική είχαν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για το αν έπρεπε να συμπεριληφθούν στην τελική έκδοση του κειμένου οι ατελείωτες σελίδες με τα ποιήματα των δύο φανταστικών Βικτωριανών ποιητών ή να κοπούν, κάτι που τελικά επιλύθηκε με την βράβευση του βιβλίου κι έτσι έμειναν ως έχουν. Επίσης, και αυτό λέει κάτι για τις επιρροές της Byatt, θεωρεί πως πολλά οφείλονται στο έργο του Ουμπέρτο Έκο.

Antonia Byatt

Η ιστορία του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από δύο φανταστικές μορφές της βικτωριανής λογοτεχνίας (αυτό από μόνο του ήταν κίνητρο για μένα να διαβάσω το βιβλίο, αν και δεν είχα υπολογίσει πως δεν είναι γραμμένο από συγγραφέα της βικτωριανής εποχής!) που επινοεί η Byatt, τον ποιητή Ράντολφ Χένρυ Ας και της ποιήτριας Κρίσταμπελ Λα Μοτ. Ο ακαδημαϊκός ερευνητής του ποιητή Ας στη σύγχρονη εποχή είναι ο Ρόλαντ Μίτσελ ο οποίος ανακαλύπτει σε μια παλιά έκδοση της "Νέας Επιστημονικής Γνώσης" του Βίκο, στη Βιβλιοθήκη του Λονδίνου, κάποιες επιστολές του Ας προς τη Λα Μοτ. Οι επιστολές αυτές υπονοούν μια ερωτική σχέση την οποία δεν γνώριζαν μέχρι πρότινος οι ερευνητές τόσο του έργου και της ζωής του Ας όσο και της Λα Μοτ. Ξεκινά λοιπόν μια συστηματική προσπάθεια ανακάλυψης του είδους της σχέσης των δύο βικτωριανών ποιητών προκειμένου να ξαναγραφτεί η ιστορία της λογοτεχνικής περιόδου της Αγγλίας που σημαδεύτηκε από την συγγραφή αθάνατων αριστουργημάτων. Εδώ θα εμπλακούν οι κυριότεροι λόγιοι ακαδημαϊκοί ερευνητές καθώς ο Μίτσελ και η ειδικός στο έργο της Λα Μοτ Μοντ Μπέϊλι που συνιστούν τους δύο ερασιτέχνες "ντετέκτιβ" του έργου, θα αντιμετωπίσουν τη δυσπιστία του ακαδημαϊκού κατεστημένου που μόλις ψυλλιάζεται πως τούτοι οι δύο βρίσκονται ενώπιον μιας μεγάλης ανακάλυψης θα κάνουν τα αδύνατα δυνατά να αποσπάσουν το μυστικό πρώτοι αυτοί, να το καρπωθούν και να κατοχυρώσουν τη θέση τους στην επιστημονική κοινότητα των επαγγελματιών της λογοτεχνίας.

Η ελληνική έκδοση (Λιβάνης)
Σαν σύλληψη η υπόθεση δεν είναι κακή, αλλά η εκτέλεση της χωλαίνει σημαντικά με αποτέλεσμα ο συνεπής αναγνώστης να αγωνίζεται να φέρει εις πέρας το βιβλίο. Πρώτα απ' όλα, το βιβλίο είναι γεμάτο από δεκάδες σελίδων υποτιθέμενων ποιημάτων του Ας και της Λα Μοτ, καθώς και δεκάδων επιστολών που αντάλλασσαν οι δυο μυστικοπαθείς εραστές. Το υλικό αυτό, για το μέγεθος του βιβλίου, θα έπρεπε να περικοπεί κατά 90%. Έχω την εντύπωση ότι η Byatt προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια σοβαρή εκδοχή του "Κώδικα Ντα Βίντσι" του Νταν Μπράουν, εξού και η χρήση αρκετά λόγιων και περίτεχνων εκφράσεων της αγγλικής γλώσσας, και σε μια μυθιστορηματική ελεγεία τύπου "Ονόματος του Ρόδου" του Έκο, αλλά αποτυγχάνει και στα δύο. Το βιβλίο  δεν έχει μυστήριο, ο υπομονετικός αναγνώστης πρέπει να αναμένει ως τις τελευταίες σελίδες για να δει κάτι να γίνεται όταν ο Νταν Μπράουν προσφέρει απαντήσεις σε γρίφους σε κάθε σελίδα, ενώ δεν έχει και τη φιλοσοφική έμπνευση του Ουμπέρτο Έκο. 

Αν η Byatt είχε σκοπό να περιγράψει το βρετανικό ακαδημαϊκό μικρόκοσμο των επαγγελματιών της λογοτεχνίας, και μόνο αυτό, με τα μίση, τους ανταγωνισμούς, τις υπερφίαλες επιδιώξεις (αλλά πάντα με τη μορφή του βρετανικού φλέγματος), τα άχρηστα διδακτορικά και τις ακόμα πιο ασήμαντες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά κειμένων που προκαλούν τη βαρεμάρα ακόμα και των ίδιων των συγγραφέων τους, τότε έχει πετύχει. Αλλά δεν χρειαζόταν να γράψει μυθιστόρημα γι' αυτό το λόγο προκειμένου να περιγράψει έναν βαρετό κόσμο. 

Ο φανταστικός βικτωριανός κόσμος της με τους δύο ποιητές, έχει μεγαλύτερη αξία από τον σύγχρονο ακαδημαϊκό κόσμο που δεν αντιλαμβάνεται την ποίηση ως υπαρξιακή του ανάγκη αλλά μονάχα ως επαγγελματική καταξίωση- εδώ για μένα είναι και η μεγάλη διαφορά με το έργο του Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο φανταστικός κόσμος του οποίου που αποτελείται από ποιητές, συγγραφείς, στοχαστές, διαθέτει απίστευτη ζωή και αλήθεια διότι γι' αυτούς η ποίηση είναι πρωταρχική ανάγκη επιβίωσης, ζήτημα ζωής ή θανάτου. 

Η Byatt, αντίθετα, δεν μας προσφέρει χαρακτήρες με τους οποίους μπορούμε να ταυτιστούμε. Αποτυγχάνει τόσο σαν συγγραφέας μιας ιστορίας μυστηρίου, όσο και στην δημιουργία ρομαντικής ατμόσφαιρας στη σύγχρονη εποχή. Αυτό που μένει είναι μονάχα το πάθος για την ερευνητική εκείνη ανακάλυψη που θα ανατρέψει παραδεδεγμένα γεγονότα της λογοτεχνικής ιστορίας- αλλά αυτό δεν είναι ποίηση. Αν αυτό είναι το "αιχμάλωτο πάθος" όπως μεταφράστηκε αρκετά εύστροφα ο τίτλος του βιβλίου στα ελληνικά, τότε πρόκειται για ένα ασήμαντο πάθος που δεν μετουσιώνει αλλά μάλλον πρόκειται για κάτι πρόσκαιρο, μέχρι τη νέα ανακάλυψη που θα διαγράψει την προηγούμενη.

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Έντμουντ Γκος: Πατέρας και Γιος

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (Μετάφραση: Π. Σουλτάνης)
Ο Έντμουντ Γκος (1849-1928) είναι κυρίως γνωστός για το αυτοβιογραφικό κείμενο που έγραψε περιγράφοντας τη σχέση του με τον πατέρα του Φίλιπ Χένρυ Γκος. Όπως λέει και ο υπότιτλος είναι σπουδή πάνω σε δύο ιδιοσυγκρασίες- από τη μια ο εξαιρετικός επιστήμονας Πατέρας ο οποίος όμως είχε μια στενή και εν πολλοίς ιδιάζουσα αντίληψη περί θρησκείας, καθώς ανήκε στον κύκλο των Αδελφών του Πλύμουθ, ένα αιρετικό ρεύμα στους κόλπους της προτεσταντισμού, και από την άλλη ο Γιος που μεγαλώνει μέσα σ' αυτόν τον χώρο της θρησκευτικής απομόνωσης, αλλά δεν πείθεται, και μια σειρά γεγονότων τελικά συμβάλλουν στην διάσωσή του από την ολοκληρωτική βύθιση σ' αυτόν τον κόσμο.

Δεν ήταν όμως μόνο ο Πατέρας, αλλά και η Μητέρα του Γκος που είχε παρόμοιες τάσεις, αν όχι πιο αυστηρές ακόμη και επιθυμούσε την αυστηρή πουριτανική ανατροφή του νεαρού Έντουαρντ. Ήταν και οι δύο γονείς, λοιπόν, ολότελα θρησκευτικές προσωπικότητες, που χαρακτηρίζονταν από την εμμονή και τον φανατισμό κάποιου που ανήκει σε μια κλειστή σέκτα: "Απόλυτα πεπεισμένοι για τη γνησιότητα της σχέσης τους με τον Θεό, δεν ζητούσαν καμιά άλλη καθοδήγηση. Δεν αναγνώριζαν κανέναν άνθρωπο ως πνευματική αυθεντία, δεν δέχονταν ως οδηγό τους κανέναν ιερέα ή ποιμένα, δεν τους απασχολούσε καμία από τις τρέχουσες θρησκευτικές απόψεις. Ζούσαν σ΄ένα διανοητικό κελί που το όριζαν ολόγυρα οι τοίχοι του δικούς τους σπιτιού....".

Κυριαρχεί λοιπόν στη ζωή του μικτού Γκος η θρησκεία και η Βίβλος, και μάλιστα η κατά γράμμα ερμηνεία αυτής σύμφωνα με την διδαχή των Αδελφών του Πλύμουθ, η απουσία λατρευτικής ζωής έτσι όπως την βίωνε η επίσημη αγγλικανική εκκλησία. Ο σκοπός των δύο γονιών ήταν η διαμόρφωση μιας τέλειας θρησκευτικής προσωπικότητας: "μου μιλούσαν μόνο για ιεραπόστολους, ποτέ για πειρατές". Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβάλλον υπήρχε, όπως ήταν αναμενόμενο, ασφυκτικός έλεγχος στα διαβάσματα του νεαρού Γκος- δεν είναι τυχαίο πως δεν γνώρισε παρά σε μεγάλη σχετική ηλικία τα αριστουργήματα της κλασικής αγγλικής λογοτεχνίας. Τηρουμένων των αναλογιών, η θρησκευτική εμπειρία του Γκος θυμίζει τα όσα περιέγραψε ο Χρήστος Γιανναράς στο "Καταφύγιο Ιδεών", αν και τον ρόλο του Πατέρα στη δική του περίπτωση τον έπαιζε η οργάνωση "Ζωή". Πάντως οι τεχνικές και οι μέθοδοι ήσαν οι ίδιες. 

Edmund Gosse
Ο Γκος έζησε τηνν παιδική και την πρώτη εφηβική ηλικία του στον απομονωμένο κόσμο της θρησκευτικής αίρεσης των Αδελφών του Πλύμουθ. Ακόμα και μετά τον θάνατο της μητέρας του όπου το κύριο βάρος, πλέον, της ανατροφής του το είχε ο Πατέρας, συνεχίστηκε αυτή η ιδιάζουσα μορφή πνευματικής ανάπτυξης: "με έτρεφε με θεολογικό κρέας που εγώ ήταν αδύνατο να χωνέψω".

H επανάσταση του Γιού υπήρξε σταδιακή, οφειλόμενη τόσο στην ιδιαίτερη κράση της ψυχής του, όσο και σε διάφορα σκόρπια ερεθίσματα από τον χώρο του διαβάσματος και του βιβλίου που άνοιξαν απρόοπτες ρωγμές στον γρανιτένιο κόσμο που έχτιζε δίπλα του ο Πατέρας. Παρά την εμμονή του Πατέρα, και την καλοπροαίρετη διάθεση του Γιού να τον σεβαστεί και τον ακούσει, η ιδιαίτερη φύση του θα του μιλήσει με την δική της φωνή: "Όσο δεχόμουν πίεση από το περιβάλλον μου παραιτούμουν από οτιδήποτε άλλο, από τις σκέψεις μου, τα λόγια μου, τις προσδοκίες μου, τις βεβαιότητεςμου, υπήρχε όμως κάτι από το οποίο δε παραιτούμουν ποτέ, τον εσώτερο και επίμονο εαυτό μου". Η υποκειμενική ερμηνεία της Βίβλου, η μοναδική αυτή αίσθηση πως υπάρχεις μόνο εσύ και το γραπτό κείμενο της θεόπνευσης γραφής και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ανάγκη μεσολαβητών, όρισε ,αλλά για άλλους σκοπούς, την αίσθηση της ατομικότητας του Έντουντ Γκος. Κάπως έτσι θα προκύψουν και τα ατομικά διαβάσματα, εκείνα που ξέφευγαν από την θρησκευτική εκπαίδευση, που άνοιξαν το νου και τους πνευματικούς ορίζοντες του νεαρού Γκος, αλλά και το γεγονός της ύπαρξης μιας μητριάς στο σπίτι που δεν είχε τόσο αυστηρές αρχές όσες η μητέρα του.

Το βιβλίο είναι σπαρακτικό δίχως να φθάνει σε μελοδραματικές εξάρσεις, είναι σπαρακτικό λόγω της ειλικρίνειας του συγγραφέα και της ψύχραιμης αποτίμησης της σχέσης με τον Πατέρα του, για τον οποίο πέρα από την κριτική που τον ασκεί δείχνει και τον απερίγραπτο σεβασμό προς το πρόσωπο του. Το βιβλίο όμως μπορεί να διαβαστεί και ως κριτική ενός θρησκευτικού φαινομένου, μιας τελείως υποκειμενικής προσέγγισης του μυστηρίου του Θεού η οποία βασίζεται στο θεμελιώδες αξίωμα πως η Βίβλος είναι η πηγή κάθε αυθεντίας και αλήθειας, την οποία όμως δεν χρειάζεται κάποιος άλλος έξω από τον εαυτό σου για να την κατανοήσεις. Αυτή η λατρεία του γραπτού κειμένου, με κάποιο τρόπο, οδήγησε τον Έντμουντ Γκος στην ανακάλυψη και άλλων βιβλίων, όχι μόνο θρησκευτικών, που έμελλε να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του. Αν έγινε κάποιο όνομα στο χώρο των αγγλικών γραμμάτων το χρωστά ο Γκος και στην εμμονή του Πατέρα στην θρησκευτική παιδεία του Γιού του μέσω της λατρείας της ανάγνωσης της Αγίας Γραφής.

Ο Πατέρας Γκος
Ο Έντμουντ μιλά σκληρά για την άκαμπτη ευσέβεια του Πατέρα του, αυτή που ορθωνόταν σαν εμπόδιο ανάμεσα στις απαιτήσεις της παιδικής του ψυχής και στην αγάπη του Πατέρα του γι' αυτόν. Διαβάζοντας το βιβλίο δεν αποκόμισα την αίσθηση πως ο Πατέρας δεν νοιαζόταν γι' αυτόν ή πως ήταν απόμακρος- στην ουσία, πρόκειται για την σχέση δύο διαφορετικών ιδιοσυγκρασιών. Σαν τον άσωτο υιό της ευαγγελικής παραβολής, ο Πατέρας δίνει τα πάντα στον υιό και εκείνος φεύγει μακριά του. Στην ευαγγελική διήγηση ο υιός θα επιστρέψει πάλι κοντά του αφού δοκίμασε τον εμπειρικό κόσμο και του φάνηκε άσχημος και αισχρός συγκρινόμενος με την οικία του πατέρα του. Στην περίπτωση του Γκος, αυτός δεν θα επιστρέψει πίσω, ο εμπειρικός κόσμος του φάνηκε πολύ πιο όμορφος από τον κόσμο που είχε χτίσει ο Πατέρας του. Και οι δύο γιοί ασκούν το δικαίωμα στην ατομικότητα- αλλά το γεγονός πως ο Έντμουντ βρήκε τον έξω κόσμο πιο θελκτικό γι' αυτόν και δεν επιθύμησε την επιστροφή στον Πατέρα σημαίνει πως αυτός δεν είχε ποτέ μπορέσει να καταλάβει τον Γιο του, ή μάλλον να τον προσεγγίσει ερχόμενος στο δικό του επίπεδο. Όπως λέει κάπου ο Έντμουντ, και νομίζω αυτό δίνει το κλειδί για την κατανόηση της σχέσης τους, "ο Πατέρας μου, χωρίς να το συνειδητοποιεί, μιλούσε στο δικό του επίπεδο, όχι στο δικό μου....επιδίωξε να χτίσει επιστεγάσματα και επάλξεις χωρίς να προνοήσει να θέσει θεμέλια κάτω από αυτά".


Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Γκράχαμ Γκρην: Η εξουσία και η δόξα

Η κοσμική εξουσία καταδιώκει την αληθινή εξουσία που σ' αυτόν τον κόσμο κρύβει το πρόσωπο της στη δόξα του Κυρίου, αλλά υπάρχουν κάποιες στιγμές που κι αυτή η εξουσία θυμάται όταν ζούσε στο χώρο της δόξας, νοσταλγικές αναμνήσεις- "θυμόταν τη μυρωδιά του λιβανιού στις εκκλησιές της παιδικής του ηλικίας, τα κεριά και τα άμφια και την αυτοεκτίμηση", λέει ο εκπρόσωπος της κοσμικής εξουσίας. 

Ο Γκράχαμ Γκρην αναγνωρίζει πως μέσα του ο υπολοχαγός έκρυβε έναν ιερέα "έναν θεολόγο που επιστρέφει στα σφάλματα του παρελθόντος προκειμένου να τα καταστρέψει και πάλι". Αλλά, η σύγκρουση που γίνεται στην ψυχή του είναι αμείλικτη, καθώς ως εκπρόσωπος της κοσμικής εξουσίας καλείται να ενστερνιστεί ιδέες και να υλοποιήσει αποφάσεις που δεν αρέσκονται στον ανταγωνισμό με άλλες μορφές εξουσίας- το μονοπώλιο της δύναμης το έχει αυτός μόνο, διαφορετικά η αμφισβήτηση της σημαίνει την σχετικότητα και της δικής του εξουσίας: "Τον εξόργιζε να πιστεύει πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι στην πολιτεία που πιστεύουν στον Θεό της αγάπης και του ελέους. 

Υπάρχουν μύστες που λέγεται πως είχαν άμεση εμπειρία του Θεού. Ήταν κι αυτός ένας μύστης, και αυτό που γεύτηκε ήταν το κενό- μια απόλυτη βεβαιότητα στην ύπαρξη ενός θνήσκοντος, ψυχρού κόσμου, ανθρώπινων όντων που εξελίχθηκαν από τα ζώα δίχως κανέναν σκοπό". Έχουν τεθεί λοιπόν οι συντεταγμένες της παρουσίας της δύναμης στον κόσμο. Εκεί που υπάρχει μηδενισμός, δεν υπάρχει Θεός. 

Από την άλλη, ο ιερέας, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι το πρότυπο της αρετής που φανταζόμαστε. Όσο μακριά από την αρετή κι αν βρίσκεται, εντούτοις δεν είχε χάσει εντελώς την ορθή σκέψη: "στο κέντρο της πίστης του βρισκόταν πάντα το πειστικό μυστήριο- ότι είμαστε δημιουργημένοι κατ' εικόνα του Θεού. Ο Θεός ήταν ο γονιός, αλλά ήταν επίσης και ο αστυνόμος, ο εγκληματίας, ο ιερέας, ο μανιακός και ο δικαστής". Αυτός ο ταπεινός ιερέας που βαρύνεται με πολλά αμαρτήματα, εξομολογείται ενώπιον των αδελφών του αμαρτωλών για την αποτυχία του να είναι σωστός ιερέας.  Στην πραγματικότητα, όλα παίζονται στο ζήτημα της εξομολόγησης των αμαρτιών, ιερέα και υπολοχαγού, καθώς εκεί ορίζονται τα όρια της εξουσίας που έχει ο ένας πάνω στον άλλο.

Με κοσμικά κριτήρια και ο υπολοχαγός νοιάζεται για τη σωτηρία των ανθρώπων του, δίχως Θεό όμως:"Όχι άλλα λεφτά για προσευχές, όχι άλλα λεφτά για να φτιάχνονται ευκτήριοι οίκοι. Θα προσφέρουμε φαγητό στους ανθρώπους, θα τους διδάξουμε να διαβάζουν, θα τους δώσουμε βιβλία. Θα νοιαστούμε ώστε να μην υποφέρουν". Και ο ιερέας αντιμέτωπος μ' αυτήν την επίθεση, δεν λησμονεί την δική του ευθύνη καθώς αισθάνεται την ανάγκη να καταδικάσει τον εαυτό του αν έστω κι ένας αδελφός του απολέσει την σωτηρία του. Στην κατάσταση της αμαρτίας, όμως, που βρίσκεται με θλίψη σκέφτεται πως αυτό που μετράει τελικά είναι μόνο να είχε υπάρξει άγιος. Ήταν τόσο εύκολο αυτό! Είναι όμως μαζί με τους ανθρώπους που υποφέρουν, μ' αυτούς που τον έχουν περισσότερο ανάγκη. Είμαι μέθυσος και πόρνος. 

Είχε όμως αγάπη γι'αυτούς τους ελάχιστους που τον είχαν ανάγκη, γι' αυτό και δεν φεύγει μακριά από το πεπρωμένο του και συλλαμβάνεται από την κοσμική εξουσία. Ο Γκρην με μια μεγαλειώδη φράση συνοψίζει την σχέση των δύο εξουσιών που μάχονται για την καρδιά του ανθρώπου: "Το μίσος είναι απλώς η αποτυχία της φαντασίας".

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Χένρυ Τζέημς: Τα χαρτιά του Άσπερν

Ο Χένρυ Τζέημς είναι το ίδιο απολαυστικός όταν γράφει διηγήματα όσο και μυθιστορήματα ποταμούς. Τα δεύτερα λόγω των πολλών λεπτεπίλετων αποχρώσεων και των συνεχών υπαινιγμών, καθώς και των μεγάλων προτάσεων κατάφορτων από συνειρμούς σκέψεων είναι δύσκολο να τα παρακολουθήσεις αν δεν είσαι εντελώς προσηλωμένος στο κείμενο, λίγο να αφαιρεθείς έχασες κάτι από τη μαγεία της λεπτομέρειας του Τζέημς- και δεν κρύβεται μονάχα ο διάβολος στις λεπτομέρειες αλλά ενίοτε και ο αναγνωστικός παράδεισος, και σ' αυτό ειδικεύονται τα μεγάλα μυθιστορήματα του Τζέημς. Αλλά και οι νουβέλες του θέλουν εξίσου προσοχή και αφοσίωση, αν και σαφώς διαβάζονται ευκολότερα και δεν εξουθενώνουν τον βιαστικό αναγνώστη. Τα "Χαρτιά του Άσπερν" γράφτηκαν το 1888, λίγο πριν την τελευταία φάση της δημιουργικής πορείας του Τζέημς στην οποία δεσπόζουν τα εμβληματικά "Χρυσό Κύπελλο" και τα "Φτερά της Περιστεράς". Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο Τζέημς είχε την έμπνευση να γράψει την συγκεκριμένη νουβέλα από μια αληθινή ιστορία που άκουσε όταν βρισκόταν στην Ιταλία, και αφορούσε την προσπάθεια του ηλικιωμένου ναυτικού Εδουάρδο Αύγουστο Σιλσμπέε να έρθουν στην κατοχή του ντοκουμένα που αντήλλαξαν μεταξύ τους οι μεγάλοι ποιητές Σέλλεϋ και Μπάϋρον, και τα οποία είχε στην κατοχή της η Κλαιρ Κλαιρμόντ, ετεροθαλής αδελφή της Μαίρυ Σέλλεϋ. 
Στο διήγημα του Τζέημς, τα αντίστοιχα λάφυρα ονομάζονται χαρτιά του διάσημου ποιητή Άσπερν τα οποία αναζητά με μανία ο αφηγητής της ιστορίας που δηλώνει μέγας θαυμαστής του έργου του και προκειμένου να τα πάρει στην κατοχή του και να τα διαβάσει, πιστεύοντας ότι αποκαλύπτουν μυστικά του αγαπημένου του συγγραφέα, είναι διατεθειμένος να κάνει οτιδήποτε, να φθάσει μέχρι τα άκρα που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι να νοικιάσει έναντι ενός εξωπραγματικού ενοικίου δωμάτια στην τεράστια βίλλα που κατέχει η Κυρία Μπορντερώ, μια ηλικιωμένη γεροντοκόρη που ζει με την ανιψιά της Μις Τίνα. Εκεί πλέον μηχανεύται τρόπους για να αποκτήσει αυτά τα ντοκουμένα που θα ξεδιψάσουν τη μανία του για τον μεγάλο ποιητή Άσπερν.
Λέγεται πως ο Τζέημς μ' αυτή την ιστορία αναμετρήθηκε επίσης με τον εαυτό του και τα όρια που μπορεί να έχει μια βιογραφική αφήγηση, δηλαδή για το πόσο μακριά μπορεί να το πάει ένας βιογράφος όταν αρχίζει να συνθέτει την εξιστόρηση, και τις ιδιαίτερες στιγμές του φυσικά, ενός διάσημου προσώπου. 

Ο Τζέημς σχεδίαζε μια τέτοια βιογραφία για τον Ναθάνιελ Χώθορν και αναρωτιόταν για τα ηθικά όρια των πληροφοριών που έπρεπε ή σκόπευε να έχει πρόσβαση προκειμένου να γράψει τη βιογραφία. Ο αφηγητής του διηγήματος αποκαλείται από την Κυρία Μπορντερώ ως "παλιάνθρωπος εκδότης" μόλις εκείνη αντιλαμβάνεται πως είναι έτοιμος να αποσπάσει με δόλιο τρόπο τα πολύτιμα αρχεία του ποιητή Άσπερν που με τόση επιμέλεια κρύβει. Η εμμονή του αφηγητή είναι τόσο αρπακτική που από την αρχή ακόμα, μόλις μαθαίνει που κρύβονται τα περίφημα χαρτιά, θεωρεί πως μονάχα με την υποκρισία και την διπλοπροσωπία μπορεί να τα αποσπάσει. 

Κάτι ανάλογο δηλαδή με την τακτική των λεγόμενων δημοσιογράφων οι οποίοι χρησιμοποιούν δόλιες μεθόδους για να φθάσουν στην αποκάλυψη κάποιας πραγματικότητας, παραβιάζοντας ενίοτε την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων που έχουν σταμπάρει λόγω της έρευνάς τους. Μπορεί λοιπόν η συγκεκριμένη νουβέλα του Τζέημς να διαβαστεί και ως ένα σχόλιο γύρω από την ελευθερία και τα όρια της αναζήτησης πηγών και αρχείων καθώς και των μέσων που χρησιμοποιεί κανείς για να φθάσει στην πηγή της γνώσης. 

Ο Τζέημς δείχνει βέβαια και τα όρια της θυσίας που πρέπει να κάνει κάποιος γι' αυτό, καθώς εγκλωβίζει τον αφηγητή στην δυνατότητα απάρνησης του εγώ και της ελευθερίας του για να αποκτήσει αυτό που ποθεί περισσότερο- να δώσει αίμα για να αποκτήσει πνεύμα, αλλά δεν είναι τελικά τόσο εύκολο όσο ακούγεται, είναι όμως μονάχα αυτό το αληθινό κριτήριο για να διαπιστωθεί αν μια αναζητήση έχει ευγενή ή εγωιστικά κίνητρα. 

Η λογοτεχνική ιδιοφυία του Τζέημς μετατρέπει μια πραγματική ιστορία σε ένα μεταφυσικό δοκίμιο γύρω από τα κίνητρα των επιθυμιών μας προσφέροντας μεθόδους ελέγχου αυτών. Ο αφηγητής πίστευε πως θα μπορούσε να πληρώσει το τίμημα, ήταν όμως αργά- υπολόγισε περισσότερο τα δικά του "θέλω" παραγνωρίζοντας πως δεν αρκεί η καταβολή του τιμήματος αλλά και η έγκαιρη απόδοσή του.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Γκράχαμ Γκρην: Μπράιτον Ροκ

Η αγγλική έκδοση Penguin του 2004 
"Ο Χέϊλ γνώριζε, τρεις ώρες προτού φθάσει στο Μπράϊτον, ότι σχεδίαζαν να τον δολοφονήσουν". Έτσι ξεκινά, και σε βάζει αμέσως στο κλίμα νουάρ, ο Γκράχαμ Γκρην το δημοσιευμένο το 1938 μυθιστόρημα του "Μπράϊτον Ροκ", ένας τίτλος που πήρε το όνομα του από ένα είδος ζαχαρωτού που πρόσφεραν την εποχή εκείνη στην πόλη του Μπράϊτον. 
Το μυθιστόρημα έχει βασικούς πρωταγωνιστές τον νεαρό, εντελώς προβληματικό χαρακτήρα του Πίνκι, ο οποίος όνειρό του έχει να ηγηθεί συμμορίας εκβιαστών στο Μπράϊτον και να πάρει τα ηνία του τοπικού εγκλήματος από τον Κολεόνι, παλιό μούτρο στην πιάτσα, και δύο γυναίκες που σχετίζονται μαζί του με διαφορετικούς τρόπους, την Άϊντα Άρνολντ και την αγαθή Ρόουζ. Ο Γκρην σκιαγραφεί την σκοτεινή ψυχή του Πίνκι καθώς αυτός αισθάνεται να τον καταδιώκει η προδοσία στενών του συνεργατών , όπως ο Χέιλ, και αργότερα ο Σπάϊσερ, τους οποίους και δολοφονεί. Η ψυχοπαθολογία του νεαρού Πίνκι περιγράφεται, ως συνήθως σε έργα του Γκρην, με υπαρξιακούς όρους: "Αυτή ήταν η δύναμη του. Δεν μπορούσε να δει μέσω των οφθαλμών άλλων ανθρώπων, ή να  συναισθανθεί το κουράγιο τους". Η ψυχρότητα που αποπνέει, αν και μόλις 17 ετών, παγώνει το αίμα όσων βρίσκονται δίπλα του.Ήθελε να γίνει κάποιος σημαντικός, να τον σέβονται και να τον φοβούνται στον χώρο που διάλεξε να κινείται, να γίνει σεβαστός από τους μεγαλύτερους του κακοποιούς: "έπρεπε να αποδείξει σε κάποιον ότι ήταν- ένας άνδρας".
Σ' αυτό το αρνητικό κλίμα της παράνοιας και της καχυποψίας, όμως, υπάρχει ένα φως. Η επίσης ανήλικη, αλλά με στοχαστική διάθεση Ρόουζ, θα γίνει η φιλενάδα του Πίνκι και αργότερα η επίσημη μνηστή του, θα τον παντρευτεί με πολιτικό γάμο, αλλά ο γάμος αυτός από την πλευρά του Πίνκι αποτελεί ένα ακόμα σχέδιο του για να κλείσει το στόμα της Ρόουζ την οποία υποπτεύεται ότι καθώς γνωρίζει πως έχει βάψει τα χέρια του στο αίμα θα τον καρφώσει στην αστυνομία. Την παντρεύεται για να τις κλείσει κι αυτής το στόμα, πείθοντάς την σε μια δραματική σκηνή ν' αυτοκτονήσει. 
Grahan Greene
Αν έμενε σ΄αυτό το επίπεδο το μυθιστόρημα θα ήταν μια σπουδή πάνω στην εγκληματικότητα ανηλίκων στη Βρετανία. Αλλά ο Γκράχαμ Γκρην είναι μεταφυσικός συγγραφέας, δεν κατανοεί την σφαίρα του Πονηρού παρά μονάχα με θεολογικούς όρους, γι' αυτό και η ερμηνεία των κινήτρων των ηρώων του, ή ακόμα και η δική του ματιά στις πράξεις τους, επηρεάζεται από την προβληματική της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέλη της οποίας είναι ο Πίνκι και η Ρόουζ. Ίσως γι' αυτό, ακόμα και εκεί στο βαθύτερο σκοτάδι που βρίσκονται οι ψυχές των ηρώων του να αναδεικνύεται η παράλογη υποψία της Χάριτος, πως δηλαδή υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα, την οποία δραματοποιεί η αντίθεση ανάμεσα στην προσωπικότητα της Άιντα Άρνολντ που προσπαθεί να σώσει την Ρόουζ από τον χαμό μιας ολέθριας σχέσης με τον Πίνκυ και της ίδιας της Ρόουζ η οποία προβάλλει το παράλογο της αγάπης. Η Άιντα με την αυθεντία που θα μπορούσε να προβάλλει κάποιος που δεν γνωρίζει άλλες αποχρώσεις εκτός του άσπρου και του μαύρου, δηλώνει απερίφραστα πως "γνώριζε τι ήταν σωστό και τι ήταν λάθος", και αναλαμβάνει έργο κοσμικού ιεραποστόλου προκειμένου να σώσει το απολωλός. Αλλά δεν βρίσκεται υπό την ηγεμονία της Χάριτος. Τούτη, κι εδώ είναι το χριστιανικό παράδοξο, βρίσκεται στην Ρόουζ: "ήταν δύο ρωμαιοκαθολικοί μαζί στον γκρίζο δρόμο. Καταλάβαινε ο ένας τον άλλο". Το παράδοξο σώζει καθώς έχουν εγκαταλειφθεί οι βεβαιότητες. Το φινάλε του βιβλίου θα μπορούσε να είναι ένα θεολογικό δοκίμιο περί σωτηρίας και χάριτος. Στον κόσμο της απόγνωσης και της μοναξιάς που δημιούργησε ο Γκράχαμ Γκρην στο "Μπράϊτον Ροκ", υπάρχουν στιγμές σαν ρωγμές όπου αναφαίνεται μια κάποια διαφορετική ελπίδα, όχι της δικαιοσύνης που επιθυμούσε η Αϊντα, αλλά αυτή της υπερβάλλουσας αγάπης. Παράξενο μήνυμα για όσους δεν συμμερίζονται την ίδια πίστη με τον Γκράχαμ Γκρην.