Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Διδώ Σωτηρίου: Οι νεκροί περιμένουν

 


Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γράφηκε το έτος 1959 και αποτελεί ένα ηθικο-ιστορικό μωσαϊκό που εκτείνεται χρονικά λίγο πριν τη Μικρασιατική καταστροφή έως και την εγκατάσταση των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο.

Η οικογένεια Μάγη και οι πλησιέστεροι συγγενείς είναι μια οικογένεια, όπου κυριαρχούν η μορφή της πανέμορφης και ελκυστικής μητέρας – γυναίκας, ο εργοστασιάρχης πατέρας, τα 3 – στην αρχή – και μετέπειτα 4 παιδιά τους και η οικονομική τους ευρωστία. Φυσικά διανθίζονται από γιαγιάδες, θείους και θείες με διαφορετικές νοοτροπίες ο καθένας, άλλο πιο τίμιος, άλλος πιο ‘σφιχτός’ οικονομικά κ.ο.κ.

Ωστόσο, παρατηρώντας πιο προσεκτικά το  αφηγηματικό αυτό ‘μωσαϊκό’, βλέπουμε ξεκάθαρα τις ρωγμές του και κάποιους μικροοργανιασμούς που βρίσκουν χώρο να κατοικίσουν στο σπίτι της οικογένειας Μάγη.

Στην αρχή ο πατέρας φαίνεται ότι είναι ένας πλούσιος και χαρούμενος τύπος, ευτυχισμένος με την οικογένειά του και αιώνια ερωτευμένος με την καλλονή γυναίκα του. Υποβόσκει, ωστόσο, το αίσθημα της ζήλιας του και της κατωτερότητάς του, καθώς μάλιστα – όπως χαρακτηριστικά περιγράφει η συγγραφέας - υστερεί και σε ύψος  σε σχέση με τη γυναίκα του και ονειροβατεί μονίμως, προκειμένου να ωραιοποιεί δύσκολες καταστάσεις για να μην ταραχθεί η συνοχή και η καλοπέραση της οικογένειας. Προσπαθεί πάντα να κάνει τα χατήρια στη γυναίκα του, αποδεχόμενος τα διάφορα πάρτυ και – κάποιες φορές και τους μνηστήρες της - επισκέψεις, συνεστιάσεις κλπ, ώστε να την κρατά χαρούμενη, γιατί ξέρει σίγουρα πως αυτός από μόνος του δεν αρκεί.


Από την άλλη, η γυναίκα του είναι μια όμορφη κυρία, η οποία ξέρει την εντύπωση που προκαλεί στους γύρω της – και κυρίως στους άντρες όλων των ηλικιών - και κολακεύεται. Μάλιστα, κάποτε διαφαίνεται αμυδρά ο έρωτας κάποιου νεαρού προς αυτήν και ο κόπος που καταβάλει η μητέρα να μην τον ακολουθήσει. Την κρατάνε φυσικά τα παιδιά της.

Σιγά σιγά, αχνοφαίνεται η αρχή του τραγικού εκείνου πολέμου κι έτσι και στην οικογένεια Μάγη αρχίζει η οικονομική κρίση, με τον πατέρα να είναι εφιαλτικά και άνευ λόγου πια ακόμη πιο αισιόδοξος και τη μητέρα έντρομη να προσπαθεί να αφενός μεν να τον συνεφέρει όσο πιο κομψά γίνεται, αφετέρου δε να ζήσει όσο πιο φυσιολογικά γίνεται, μέσα στα πλαίσια που είχε μάθε. Ώσπου, τελικά η οικονομική τους καταστροφή και η φτώχεια τους, τους εξαναγκάζουν να δώσουν το ένα τους κορίτσι σε ένα ζευγάρι συγγενών που δεν έχουν παιδιά. Παρόλα αυτά, συνεχίζουν να προσπαθούν να έχουν κόσμο στο σπίτι τους σαν να μην τρέχει τίποτα. Η αγωνία και το γάντζωμα από την προηγούμενη ζωή τους δείχνει και το βαθμό της απελπισίας τους, η οποία είναι έντονη εσωτερικά, αλλά όχι ακόμη εξωτερικά.

Στη συνέχεια, περιγράφεται η αγωνία των μικρασιατών για το μέλλον τους και φυσικά η βιαιότητα και η φρίκη του πολέμου, με αποκορύφωμα το γεγονός του θανάτου όλων των μελών – πλην ενός – της οικογένειας του θείου Θανάση. Ένα βουβό μοιρολόγι διαρκείας.

Ακολουθεί η μικρασιατική καταστροφή και όλη η οικογένεια παίρνει το δρόμο του ξενιτεμού για την Ελλάδα – όπως κι άλλοι 1,5 εκατομμύριο μικρασιάτες – για να τους δούμε πάλι να ξανασμίγουν στον Πειραιά.

 


Ξεκινούν πάλι από την αρχή, ζώντας κυριολεκτικά σε μια παράγκα – σε σχέση με τα μεγαλεία τους στη Σμύρνη – και μέσα εκεί η μητέρα προσπαθεί από τα απομεινάρια μιας πολυτελούς εποχής να φτιάξει το νέο της σπιτικό. Ο πατέρας – αλκοολικός πια – και μετά από άπειρες αποτυχημένες προσπάθειες βρίσκει τελικά δουλειά. Η μητέρα ξεκινά κι αυτή να εργάζεται, εξαργυρώνοντας τις γνώσεις της ως καλλονής και φτιάχνει κρέμες και αρώματα. Ο γιος της οικογένειας – ο Στέφος - μπαρκάρει στα καράβια.

Στο τέλος του μυθιστορήματος, όλα τα παιδιά σμίγουν γύρω από τους γονείς και το έργο αυτό– παρά τις τραγικές στιγμές που περιγράφει – ολοκληρώνεται με τα παιδιά να μεγαλώνουν, να πολιτικοποιούνται, κάποια να ερωτεύονται, αλλά φαίνεται ότι η οικογένεια βρίσκει πάλι το δρόμο της.

Το ένστικτο της επιβίωσης των ανθρώπων και το ένστικτο των καλής επιβίωσης των Σμυρνιών τους βοηθά, ώστε να δημιουργήσουν νέες ισορροπίες, να βρουν και στην Ελλάδα όμορφα πράγματα, όπως μυρωδάτα λουλούδια, καλούς γείτονες, όμορφα ταίρια για τα παιδιά τους κι έτσι το μέλλον τους διαφαίνεται κάπως πιο αισιόδοξο.  Σίγουρα, δεν θυμίζει Σμύρνη, αλλά χτίζουν στην Ελλάδα μια νέα συνθήκη, με την οποία η ζωή τους γίνεται λιγάκι πιο γλυκιά – και για να μιλήσω στη γλώσσα της οικογένειας Μάγη -  όχι σαν τα σιροπιαστά της Σμύρνης, αλλά – τέλος πάντων – σαν ένα κομμάτι μπακλαβά του εμπορίου.

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Θράσος Καστανάκης: Ο Χατζημανουήλ

Το 1956 εκδίδεται ο Χατζημανουήλ του Καστανάκη και η γλώσσα, το ύφος και οι ιδέες του μυθιστορήματος είναι τόσο μοντέρνες, τόσο τολμηρές που αναρωτιέται κανείς πόσο μεγάλη εντύπωση θα έκανε στη συντηρητική εποχή που πρωτοδημοσιεύτηκε.

Το έργο διαδραματίζεται στην εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην Κωνσταντινούπολη, ο Χατζημανουήλ είναι ένας τύπος πρότυπο κυνισμού, αχαλίνωτου ερωτισμού και μηδενισμού ο οποίος ελίσσεται στους μαιάνδρους της ντόπιας οθωμανικής εξουσίας για να προσπορίζεται οφέλη, οικονομικά, κοινωνικά και ερωτικά. Το άλλο δίδυμο του έργου, ο Καϊμακάμης Ιμπραχίμ και το εκτελεστικό του όργανο, ο αιμοβόρος Κιορ Αλής συνθέτουν, μαζί με τον Χατζημανουήλ, ένα αρπακτικό τρίγωνο ανθρώπων που το χαρακτηρίζει ο ανόθευτος αμοραλισμός και η εντελώς κυνική ματιά στα γεγονότα της ζωής. 

Το έργο μπορεί να διαβαστεί και ως μανιφέστο αντιφεμινισμού ή μισογυνισμού, αλλά ετούτοι είναι νεώτεροι όροι που δεν μπορούν να καλύψουν την έκταση της γνώσης της ανθρώπινης (και γυναικείας) φύσης του κεντρικού ήρωα: "Δίνεις μια και παίρνεις τις άλλες, με το χρήμα, με τη φοβέρα, με τη βία". Ο λόγος του Χατζημανουήλ για τις γυναίκες ηχεί πιο τολμηρός και πιο μοντέρνος απ' αυτόν του Σοπενχάουερ. Αλλά και στις συναλλαγές του με τους ανθρώπους, ο Χατζημανουήλ εκφράζει όλο το σκοτεινό εύρος της ψυχής του: "Χαιρόταν η καρδιά του κάθε που λογάριαζε πόσο εύκολο ήτανε να ξεγελά τους ανθρώπους και να πετυχαίνει τις πιο κρυφές του υποθέσεις χωρίς ν' αφήνει αχνέρι πουθενά".

Θράσος Καστανάκης
Ο Καστανάκης πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα διαχρονικό έργο με αξέχαστους ήρωες. Δεν είναι μονάχα η βασική τριάδα που μένει αλησμόνητη, ειδικά όταν επιδίδεται στα θαυμάσια ερωτικά όργια με γυναίκες που τελικά θα υποταχθούν, αλλά και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, κυρίως οι γυναίκες μένουν στη μνήμη τόσο για τα μαρτύρια που περνούν όσο και για τον ερωτισμό που αποπνέουν μέσα από τα μαρτύρια αυτά. Ναι, προκαλεί απέχθεια ο ρόλος του Χατζημανουήλ στα σημερινά ευαίσθητα φεμινιστικά αυτιά, αλλά μήπως δεν έχει κάποιο δίκιο όταν ψυχολογεί θαυμάσια τις γυναίκες; "Η γυναίκα πρέπει να τιμωρηθεί για να καταλάβει τη δύναμη του άνδρα και να συνεφέρει ο νους της....". 

Το έργο δεν είναι ωστόσο μια αντιγυναικεία ωδή, αλλά και μια σπουδή στο ρεαλισμό της εξουσίας, αν και υπάρχει ένα αόρατο νήμα που συνδέει αυτά τα δύο. Ο Χατζημανουήλ διδάσκει το προληπτικό χτύπημα στους ενάντιους, αν θέλει να' χει το σχέδιο του καλή κατάληξη. Κινείται βέβαια στα όρια της ύβρεως που προκαλεί τη νέμεση, αλλά αυτό το παιχνίδι το γνωρίζει εφόσον γνωρίζει τα όρια της δύναμης και της συμπεριφοράς των ανθρώπων, γι' αυτό και στο τέλος καταλήγει σε έναν πεσσιμισμό τον οποίο διδάχτηκε από την κοινή εμπειρία: "Άμα ξεπεράσεις της τύχης τα γραμμένα ποιά ευτυχία να βρεις; Μόνο να παλέψεις σου απομένει. Να χτυπήσεις τους ανθρώπους όπως σε χτυπά κι εσένα η μοίρα, επειδή δρασκέλισες τα γραφτά της. Να μη λυπάσαι. Να μη φοβάσαι! Χτύπα, χτύπα....Όποιος στέκει εμπρός σου, χτύπα τον, κι ας μην σε πείραξε. Κι αν τύχει και σε πείραξε, χτύπα τον διπλά!".

Ένα αξέχαστο βιβλίο με ολοζώντανους χαρακτήρες, έντονες ερωτικές σκηνές, ενδιαφέρουσα πηγαία φιλοσοφία, προσωπικά διδάγματα που αν μη τι άλλο σε προκαλούν να τα στοχαστείς πριν τα απορρίψεις. Διότι, όπως λέει ο κεντρικός ήρωας, "δεν είναι τα γεγονότα που σε αλλάζουνε μα οι λεπτομέρειες".


Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

Τάσος Αθανασιάδης: ο Έλληνας Τόλκιν

Τάσος Αθανασιάδης

Για να μπούμε κατευθείαν στην ουσία του άρθρου, θεωρώ πως ο Τάσος Αθανασιάδης είναι μακράν ο καλύτερος Έλληνας λογοτέχνης και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο Έλληνας Τόλκιν, όχι για το fantasy στυλ του, αλλά για το πολύτομα έργα του, τα οποία κάλυψαν μεγάλες ιστορικές περιόδους της σύγχρονης Ελλάδας.
Θεωρώ  επίσης, πως αν και πολλοί γνωρίζουν κάποια από τα έργα του, αγνοούν όμως το δημιουργό τους. Γι’ αυτό οφείλω στους αναγνώστες τη βιογραφία του και θα δείτε πως όταν διαβάσετε τα έργα του θα σκεφθείτε “α… ώστε αυτός το έγραψε;”.

Γεννήθηκε στο Σαλιχλί της Μικράς Ασίας, γιος του επιχειρηματία Μιχαήλ Αθανασιάδη, που πέθανε όταν ο συγγραφέας ήταν ακόμη παιδί, και της Ανθής Παναγιωτοπούλου. Είχε τρεις μεγαλύτερες αδελφές. Μετά την καταστροφή του 1922 η μητέρα με τα τέσσερα παιδιά της εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου ο Τάσος σπούδασε νομικά, εργάστηκε για λίγα χρόνια ως δικηγόρος και ζούσε έως το θάνατό του. Παντρεύτηκε τη φιλόλογο Μαρία Δημητροπούλου. Διετέλεσε διευθυντής γραμματείας, δραματολογίου, προσωπικού και γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς επίσης προϊστάμενος καλλιτεχνικού προγραμματισμού του οργανισμού των ελληνικών κρατικών θεάτρων, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1972.  
Με τη λογοτεχνία άρχισε να ασχολείται από μαθητική ηλικία με δημοσιεύσεις διηγημάτων σε περιοδικά όπως η Νέα Εστία, τα Ελληνικά, η Πρωτοπορία και άλλα. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα γράμματα πραγματοποίησε το 1936 με τη δημοσίευση μιας μελέτης του για το Φώτο Πολίτη, την οποία διάβασε στην Αρχαιολογική Εταιρεία. Το 1943 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Θαλασσινοί προσκυνητές και ένα χρόνο αργότερα τη μυθιστορηματική βιογραφία Ταξίδι στη μοναξιά, έργα λυρικής υφής με έμφαση στην περιγραφή του εσωτερικού κόσμου των ηρώων τους. Γρήγορα ωστόσο στράφηκε στη μυθιστορηματική γραφή της κλασικής ρεαλιστικής τεχνοτροπίας, δείχνοντας ιδιαίτερη επιμέλεια στην περιγραφή του εξωτερικού κόσμου αλλά και στην ψυχογράφηση των προσώπων. Χαρακτηριστικά του έργου του είναι η προσπάθειά του να δείξει την επίδραση ενός συγκεκριμένου κάθε φορά κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου στη ζωή και τον ψυχισμό μεμονωμένων προσώπων και να προβάλει έτσι τη γενικότερη θεωρία του για την εξέλιξη της ζωής ως αποτέλεσμα συνεχούς πάλης ανάμεσα στις δυνάμεις του Καλού και του Κακού. Η περίπτωση του Τάσου Αθανασιάδη καλύπτει χρονικά μια περίοδο που φτάνει ως τη σύγχρονή μας πεζογραφία, υφολογικά βρίσκεται στην πεζογραφική παράδοση της γενιάς του Τριάντα.
Από το 1986 ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ διετέλεσε επίσης ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα, πρόεδρος της επιτροπής κρατικών λογοτεχνικών βραβείων (1979-1980), της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1994 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έργα του
Ντοστογιέφσκι, από το κάτεργο στο πάθος (Α΄Κρατικό βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας 1956)

Αλβέρτος Σβάιτσερ (Κρατικό βραβείο βιογραφίας 1963)

Ταξίδι στη Μοναξιά (χρονικό, 1944)

Τρία παιδιά του αιώνα τους (βιογραφικά χρονικά)

Τα παιδιά της Νιόβης (μυθιστόρημα, πρώτη τρίτομη μορφή 1948, 1953, 1961, δεύτερη τετράτομη: 1967-1968).Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές το Γρηγόρη Βαλτινό και τη Μαρία Τζομπανάκη.


Οι τελευταίοι εγγονοί (μυθιστόρημα, 2 τόμοι, 1984). Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές τη Σμάρω Στεφανίδου, τον Αντώνη Καφετζόπουλο και τη Βάσια Παναγοπούλου.  



Πάνθεοι (μυθιστόρημα) – τρίτομο (Πάνθεοι, Μάρμω Πανθέου, Ζωή Χαρισάμενη – 1948).Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές το Άγγελο Αντωνόπουλο και την Κάτια Δανδουλάκη.


Οι φρουροί της Αχαΐας (μυθιστόρημα, 2 τόμοι, 1975). Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές τη Μιμή Ντενίση και το Στράτο Τζώρτζογλου.


Η αίθουσα του θρόνου (μυθιστόρημα, 1969). Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με με πρωταγωνιστές – μεταξύ άλλων - τον Αλέκο Αλεξανδράκη και  το Νίκο Ρίζο στην τελευταία τηλεοπτική του εμφάνιση




Αναγνωρίσεις (δοκίμια)

Ο Γιος του Ήλιου (βιογραφία, 1978)

Αγία Νεότητα (διηγήματα)

Τιμήθηκε με:
·         το Κρατικό Βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας (1955 για το Ο Ντοστογιέβσκι από το κάτεργο στο πάθος και 1963 για τον Αλβέρτο Σβάιτσερ),
·         το βραβείο πεζογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (1959-1961 για τους Πανθέους),
·         το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος (1969 για την Αίθουσα του θρόνου και 1978 για τους Τελευταίους εγγονούς),
·         το Έπαθλο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1975 για τους Φρουρούς της Αχαΐας),
·    το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας και ειρήνης Ιπεκτσί (1989 για τα Παιδιά της Νιόβης),
·     το αργυρούν μετάλλιο του ιδρύματος της Γαλλικής Ακαδημίας Τέχνες-Επιστήμες-Γράμματα και το βραβείο Χέρντερ (1997).

Ο Αθανασιάδης ήταν ο βασικός εισηγητής του «μυθιστορήματος-ποταμού» (roman-fleuve) στην ελληνική γλώσσα. Διάβαζε ξένους μυθιστοριογράφους που τον επηρέασαν: Σταντάλ, Ουγκώ, Φλωμπέρ, Γκάλσγουορθυ, αλλά και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ. Έντονο είναι το επικό στοιχείο και η αφήγηση είναι πολυπρόσωπη ενώ διαπλέκεται ο μύθος ενός ήρωα με το μύθο ενός άλλου. Τα μυθιστορήματά δίνουν «έναν πλατύ και συνθετικό πίνακα της ελληνικής αστικής κοινωνίας» στα τρία τέταρτα περίπου του εικοστού αιώνα. Οι χαρακτήρες του-έντονες προσωπικότητες, αν και φαινομενικά αντιφατικοί, έχουν εσωτερική ενότητα και κινούνται στην ιστορία σαν να εκπληρώνουν ένα εσωτερικό πεπρωμένο, παρά να επηρεάζονται από τις εξωτερικές συνθήκες.

 
Bookman’s wife 


Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Μ. Καραγάτσης: Βασίλης Λάσκος

Μυθιστορηματική βιογραφία του θρυλικού κυβερνήτη του υποβρυχίου "Κατσώνης" που έδρασε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Λάσκος ανταποκρίνεται στο πρότυπο του καραγατσικού ήρωα έτσι όπως τον έχουμε γνωρίσει σε άλλα σπουδαιότερα έργα: άνθρωπος του καθήκοντος, φιλήδονος, λάγνος με τις γυναίκες, ακραίος διχοτόμος ψυχής και σώματος, γλεντζές, "ήρωας" ο οποίος κινείται στα όρια της αυτοθυσίας για ιδανικούς σκοπούς. 

Οι ακραίοι ήρωες και οι ιδιοσυγκρασίες τους που τους καθιστούν έρμαια αχαλίνωτων σαρκικών παθών αλλά και ένα κράμα από στενοκέφαλες συντηρητικές πεποιθήσεις που δίνουν προτεραιότητα στο φαίνεσθαι και όχι στην ουσία. 

Ο Καραγάτσης αναγνωρίζει τα προβλήματα που γεννιούνται από την σύγκρουση του "έξω" και του "έσω": "αλλά η ηθική είναι έννοια φοβερά ρευστή. Ανεβοκατεβαίνει σε μια ιδεατή σκάλα όπου περιπλέκονται μύριοι παράγοντες όπως το μήκος και το πλάτος, ο χρόνος, η κοινωνική αγωγή, η πνευματική ευρύτης, η θρησκευτική αντίληψη, τα ψυχικά πλέγματα του καθενός....αυτό που ο παρισινός διανοούμενος θεωρεί ηθικό, ο καλόγερος του αγίου όρους το θεωρεί ανήθικο".

Ο Καραγάτσης καμαρώνει λοιπόν τον Λάσκο γιατί του προσφέρει ως μορφή όλα τα γνωρίσματα εκείνα που συνθέτουν μια προσωπικότητα που αξίζει να μείνει στην ιστορία- αντιφατικός στο έπακρο, ηδονιστής γιατί αυτή είναι η χαρά της ζωής, προσηλωμένος στο ανιδιοτελές καθήκον που πηγάζει από την ψυχική πεποίθηση του ήρωα πως είναι γεννημένος για μεγάλα και σημαντικά πράγματα. Είναι ο Λάσκος δίπλα σε μεγάλες μορφές όπως ο Παπαφλέσας, ο Διάκος, ο Καραϊσκάκης και ο Νέλσονας γιατί "τον θρύλο μόνο ο χάρος από το βόλι του εχθρού μπορεί στον ήρωα να χαρίσει". Ο θάνατός του από ένα εχθρικό βόλι δεν σήμαινε τη λήθη αλλά το πέρασμα σε μια άλλη μορφή ζωής, "τη φλόγα της αιώνιας κι άφθαρτης ζωής στα μάτια" με την οποία τον βλέπουν στα όνειρά τους όσοι τον γνώρισαν. 

Η μεταφυσική του ήρωα, του καραγατσικού ήρωα, πλανιέται και μετά τον χαμό του πάνω στη γη και επιβάλλει τη δική του ηθική στους ζωντανούς, όπως στον μοναδικό του έρωτα, την Αλκμήνη, την οποία απέτρεψε να παντρευτεί άλλον άνδρα: "Τώρα που πέθανε, είναι η γυναίκα του". Παράξενη ηθική όπως παράξενοι και αλλόκοτοι είναι οι ήρωες της φαντασίας του Καραγάτση που διαπλέκονται με τους πραγματικούς ανθρώπους καθιστώντας δυσδιάκριτα τα αληθινά όρια τους.

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Μ. Περάνθη: Σουλιώτες

Το 1957 δημοσιεύτηκαν οι "Σουλιώτες" του Μιχ. Περάνθη, ένα βιβλίο αφιερωμένο από τον συγγραφέα στην Κύπρο και στον αγώνα της, δικαιολογημένα για την εποχή εκείνη. Αναρωτιέμαι αν εξακολουθεί ο Περάνθης να διαβάζεται και σήμερα, τα βιβλία του πάντως εξακολουθούν να επανεκδίδονται, και ειδικά οι Σουλιώτες, αυτή η καταπληκτική απόδοση μιας ηρωικής ιστορικής εποχής όπου κυριαρχούσε η αγάπη για την πίστη και η φιλοπατρία. 

Ο Περάνθης χρησιμοποιεί ιστορικό υλικό από την τότε βιβλιογραφία για ν' αποδώσει με μεγάλη πειστικότητα τον αγώνα τον Σουλιωτών κατά των Τούρκων, δίχως ωστόσο να παραγνωρίζει και τις εσωτερικές έριδες ανάμεσα στις φάρες που διοικούσαν την περιοχή του Σουλίου. Η γλώσσα του κειμένου σε μεταφέρει σ' εκείνη την εποχή, γι' αυτό και νεώτεροι αναγνώστες που δεν είναι συνηθισμένοι σε διαφορετική από τη σημερινή διάλεκτο της ελληνικής ίσως κουραστούν από την ανάγνωση του βιβλίου που δεν είναι και μικρό. Το γλωσσάρι στο τέλος της παλιάς έκδοσης που διάβασα σίγουρα βοηθά για κάποιες εξεζητημένες εκφράσεις. 

Μ. Περάνθης
Οι Σουλιώτες σύμφωνα με την παράδοση, αλλά και την μυθιστορηματική απεικόνιση από τον Περάνθη ήταν ένας λαός που ήξερε να πολεμά, γι' αυτό και ο Αλή Πασάς δεν είχε εύκολο έργο ως την τελική επικράτηση η οποία υπήρξε τελικά μια "πύρρειος νίκη" που επετεύχθη και από την έλλειψη εσωτερικής ενότητας των Σουλιωτών σε κάποιες κρίσιμες στιγμές. Ο Περάνθης εκτός από την ηρωική αντίσταση των Σουλιωτών, διανθίζει το έργο του και με αισθηματικές ιστορίες ανάμεσα στους πρωταγωνιστές βασιζόμενος στα ήθη εκείνης της εποχής- η διαπόμπευση μιας γυναίκας υπήρξε όντως χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των ορεσείβιων κοινωνιών, και όπως αναφέρει στο επίμετρο του ο Περάνθης "το πόμπεμα των γυναικών που αμάρταιναν ίσχυεν ως ποινή και σε πολλά χωριά. Είναι έθιμο διατηρημένο από την ελληνικήν αρχαιότητα".  

Οι Σουλιώτες, σύμφωνα με τον Περάνθη, είχαν χριστιανική συνείδηση, η πίστη τους ήταν αυτή που προσδιόριζε την αντίθεση τους με τους τουρκαλβανούς, η πίστη στην ιερά ιστορία που έρχεται από πολύ μακριά, συνέχει το γένος εκείνο που θεωρεί εαυτόν απόγονο των αρχαίων Ελλήνων και των Βυζαντινών. Η αίσθηση της ιστορικής ενότητας είναι αυτή που διαπαιδαγωγεί τα παιδιά των Σουλιωτών, σύμφωνα με τη διδασκαλία του καλόγερου Σαμουήλ: "Ο Κωνσταντίνος μας μαρμαρώθηκε μαζί με το άλογό του και την κορώνα του και το δικέφαλο αετό, αυτόν όπου'χομε στο μπαϊράκι μας, και τρέχει τις νύχτες και περπατεί στα πέρατα της ρωμηοσύνης, όσο να ιδούμε πάλι το σταυρό στον τρούλο της αγιά-Σοφιάς...Τώρα τα χρόνια πέρασαν κι οι καιροί ήρθαν. Κι εκεί που' ναι μόνο το Σούλι ελεύτερο, θα λευτερωθεί και η Ήπειρο, ύστερα παρακάτω κι η Ρούμελη και παρακάτω ο Μοριάς κι όλο το γένος....". Δίχως αυτήν την πίστη, πολλά πράγματα δεν μπορούν να εξηγηθούν μονάχα με το συσχετισμό δυνάμεων ή την εκμετάλλευση των αδυναμιών του αντιπάλου, χρειάζεται και η συνεκτική ιδέα που θα "δέσει" τον ποθούμενο σκοπό. Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα σε μια αντιηρωική εποχή.

 

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Αθηνά Κακούρη: Πριμαρόλια

Το πετυχημένο ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να είναι καρπός βαθιάς μελέτης από τον συγγραφέα της ιστορικής περιόδου που πρόκειται να ζωντανέψει. Κυριολεκτικά, πρέπει να καταβροχθίσει βιβλιοθήκες για να μεταφέρει τον αναγνώστη στο κλίμα της εποχής. 

Η Αθηνά Κακούρη με το προλογικό της σημείωμα στην "Πριμαρόλια" (Πρώτη Έκδοση 1999) απαριθμεί τα έργα εκείνα που την βοήθησαν να μπει στο κλίμα της εποχής, στην Πάτρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Κάτι ανάλογο, από τα έργα που διάβασα πρόσφατα, είχε κάνει και ο Πετσάλης Διομήδης με τα δύο έπη του 'Οι Μαυρόλυκοι" και "Ελληνικός Όρθρος"- προτού ο αναγνώστης εισέλθει στην ανάγνωση του μυθιστορήματος έχει ήδη κατατοπιστεί για το εύρος της βιβλιογραφίας και του μόχθου του συγγραφέα που απαιτήθηκε για τη συγγραφή του βιβλίου. Στην ουσία λειτουργεί και ως κίνητρο για περαιτέρω μελέτη, αν μας ενδιαφέρει να μάθουμε περισσότερα για τη συγκεκριμένη εποχή.

Αθηνά Κακούρη
Το βιβλίο είναι ογκώδες, αλλά η γραφή της Αθηνάς Κακούρη είναι κλασική, οι προτάσεις είναι καλοδουλεμένες, δεν κουράζει τον αναγνώστη, οι χαρακτήρες της είναι μελετημένοι, ζωντανοί, η εποχή του τέλους του 19ου αιώνα στην κοσμοπολίτικη Πάτρα παρουσιάζεται ανάγλυφη με έμφαση στην λεπτομέρεια των σχέσεων και των ηθών, των αντικειμένων, του φυσικού περιβάλλοντος. Ένα αστικό μυθιστόρημα μιας άλλης εποχής και μιας κουλτούρας που λόγω του εμπορικού  εξαγωγικού προσανατολισμού της οικονομίας της είχε ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. 

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον πρόλογό της η Κακούρη, η βασική πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι η σταφίδα. Το βασικό προϊόν που αποτέλεσε τον παράγοντα πλούτου και εξαστισμού της Πάτρας τον 19ο αιώνα, αλλά κι αυτό που όταν οι συνθήκες στην ευρωπαϊκή οικονομία άλλαξαν, συνέβαλε στην πτώση του βιοτικού επιπέδου και στην αναγκαστική μετανάστευση στο εξωτερικό εργατικών χεριών. Γύρω από τη σταφίδα, και τον πλούτο που αυτή κομίζει στην πατρινή κοινωνία, η Κακούρη στήνει μια ολόκληρη τοιχογραφία με καλούς και κακούς χαρακτήρες, όχι όμως μονόχνωτους ή γραμμικούς στην εξέλιξη τους, αλλά με τις αντιφάσεις τους και τον συνεχή επαναπροσδιορισμό της θέσης τους στον κόσμο. Από τους χαρακτήρες που μένουν στο νου, και μετά το πέρας της ανάγνωσης, είναι οι γυναικείες μορφές της Έλλης και της Φρόσως που εκπροσωπούν τον ρομαντισμό και τον κυνισμό αντίστοιχα, με τη δεύτερη ειδικά να έχει τα χαρακτηριστικά μιας ελληνίδας "Λολίτας", σύλληψη ευφάνταστη αλλά αρμονικά δουλεμένη και τοποθετημένη στο οικείο περιβάλλον. Σημαντική είναι επίσης η πολιτική διάσταση του σταφιδικού προβλήματος που παραθέτει η Κακούρη με την διαμάχη Τρικούπη και Δηλιγιάννη η οποία με σημερινούς όρους αποτελεί τη σύγκρουση ευρωπαϊστών και λαϊκιστών- τα πράγματα, τελικά, δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τότε. 

Τελειώνοντας την "Πριμαρόλια" έφερα στο νου μου αυτό που ο Νίκος Δήμου έγραφε για τη "Χαμένη Τάξη" εννοώντας την χαμένη αστική τάξη, τον κοινωνικό παράγοντα που είναι ο κατ' εξοχήν φορέας πολιτισμού αλλά που λόγω της ιδιόμορφης συγκρότησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, και του ρόλου του άτεχνου κράτους, δεν μπόρεσε να ηγεμονεύσει. Παρέμεινε περισσότερο ως επαναστατική φαντασίωση των αντιπάλων της ή ως θεωρητική κατασκευή παραμόρφωσης της πραγματικότητας. Έχουμε όμως κάποια μυθιστορήματα, όπως την "Πριμαρόλια", για να υπενθυμίζουν ότι κάποτε αναπτύχθηκε, έστω πρόσκαιρα, ένας ενδιαφέρων αστισμός.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Νίκος Μπακόλας: Η Μεγάλη Πλατεία

Εκδόσεις Κέδρος, 2014
Η Μεγάλη Πλατεία του Νίκου Μπακόλα βραβεύτηκε το 1988 με το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και αισίως έχει φθάσει στην 10η έκδοση. 

Η δομή και το περιεχόμενο ξαφνιάζουν, δεν πρόκειται για ένα τυπικό ελληνικό μυθιστόρημα. Ο Μπακόλας έχει επηρεαστεί από τον Φώκνερ, και αυτό φαίνεται από τον τρόπο που εξιστορεί, κυρίαρχο στοιχείο είναι η διάσπαση του χρόνου, η κατάτμηση της αφήγησης σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας με χαρακτήρες που εναλλάσσονται πάντα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, κάπου διασταυρώνονται, αλλά ο καθένας με τα δικά του στοιχεία, αναμετρώνται στον μικρόκοσμο τους και στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που ορίζεται από τις μεγάλες στιγμές του Μεσοπολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου.

Πρωτοποριακό στη σύλληψη του, αλλά η χαλαρότητα της δομής του και ιδίως η απουσία μιας συνεκτικής αφήγησης, δηλαδή μια ιστορία που να έχει αρχή, μέση και τέλος θα ξενίσει αρκετούς και ίσως κουράσει καθώς ακόμα και οι διάλογοι ακολουθούν μια συνειρμική ροή μέσα σε άλλες παρατηρήσεις και σκέψεις που αναπτύσσουν οι χαρακτήρες του βιβλίου. 

Παρά τον υπνωτικό, κάποιες φορές, χαρακτήρα του λόγου που ακολουθεί ο Μπακόλας, εξακολουθώ να εκφράζω αντιρρήσεις όσον αφορά την νεωτερική γραφή που πιστεύω δεν θ' αντέξει στο χρόνο και την κριτική της αξίας του κλασικού. Ο Μπακόλας δεν είναι και θα γίνει ποτέ κλασικός.  Πως μπορώ να το αποδείξω αυτό; Βλέποντας πως δεν κράτησα ούτε μια σημείωση, πως δεν έκανα ούτε μια υπογράμμιση πάνω στο βιβλίο όταν το ολοκλήρωσα. Διότι την "Μεγάλη Πλατεία" μονάχα ως μια πειραματική γραφή μπορείς να τη δεις, όχι ως μια ιστορία που σου αφήνει δυνατότητα να την ξανα-αφηγηθείς. Αυτή η έλλειψη, η μη δυνατότητα που σου δένει τα χέρια, ή μάλλον τη γλώσσα και τη σκέψη να επαναλάβεις το κείμενο σ' έναν άλλον ακροατή, εν δυνάμει αναγνώστη του βιβλίου, δεν εξυψώνει το βιβλίο στην περιωπή του κλασικού αναγνώσματος. 

Όταν με αποθαρρύνει η δομή, νιώθω πως το περιεχόμενο μου διαφεύγει επίσης. Παρ' όλ' αυτά, αυτό που αποκομίζει κανείς είναι μια αίσθηση μάλλον, της συντριπτικής δύναμης των ιστορικών γεγονότων που σημάδεψαν την πορεία της Θεσσαλονίκης, και όλης της Ελλάδας στον 20ο αιώνα, στη ζωή των ηρώων του βιβλίου. Η αποσπασματικά ποιητική γραφή του Μπακόλα, τούτη την αίσθηση μπορεί να την μεταδώσει, και καθώς γυρνάς τις σελίδες φθάνοντας ως το τέλος έχεις βιώσει την ακαταγώνιστη ισχύ της Ιστορίας καθώς συντρίβει τους πρωταγωνιστές.

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

Ηλίας Βενέζης: Έξοδος- Το βιβλίο της Κατοχής

Το 1950 εκδίδει ο Βενέζης αυτό το καταθλιπτικό, τραγικό αλλά τόσο ανθρώπινο και ρεαλιστικό αφήγημα γύρω από την κάθοδο, στην ουσία, μιας οικογένειας Καστοριανών προς την Αθήνα, κατά τη διάρκεια της εισβολής των Γερμανών κατακτητών στην Ελλάδα το 1941.

Ο Βενέζης εμπνέεται από τους αρχαίους μύθους, από την τραγική ποίηση υποδηλώνοντας τη συνέχεια της ελληνικής παράδοσης και των αξιών της. Η Αντιγόνη, ο Οιδίποδας, ο Λέων της Χαιρώνειας, οι αναστενάρηδες της Θράκης, όλη η ελληνική παράδοση συμπλέκεται και καθοδηγεί τις πράξεις και το ήθος του ηρώων του Βενέζη προς την έξοδο από τα δεσμά στην ελευθερία.

Γραμμένο σε ύφος κοφτό, απότομο, δίχως περιττά στολίδια, μια οδοιπορία στην έρημο θυμίζει περισσότερο η κάθοδος αυτή από τη Βόρεια Ελλάδα προς την Αθήνα. Ο Βενέζης έχει γράψει από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες γύρω από τα παθήματα του πολέμου, γι' αυτό και η ανάγνωση των έργων του προϋποθέτει εθνική συνείδηση, αλλά όχι εθνικισμό. Ο Βενέζης δεν είναι εθνικιστής γιατί είναι δίκαιος, αναγνωρίζει την ίδια τραγική μοίρα και σ' αυτούς που πράττουν το άδικο σε βάρος των Ελλήνων.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Μιχ. Περάνθη: Ο Αμαρτωλός

Ο Μιχάλης Περάνθης είναι γνωστός αφενός για το βραβευμένο του έργο "Οι Σουλιώτες", μια τοιχογραφία εποχής, αφετέρου για τις μυθιστορηματικές βιογραφίες που έγραψε για σημαντικές προσωπικότητες του νεοελληνικού πολιτισμού όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Κρυστάλλης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και ο Καβάφης. Είναι συγγραφέας τον οποίο θα χαρακτήριζε κανείς γλαφυρό, με καλογραμμένες προτάσεις και στρωτό ύφος που δεν κουράζει, με αίσθηση της εποχής και του υλικού που πραγματεύεται. 

Στον "Αμαρτωλό" γράφει, με ειλικρίνεια, στον πρόλογό του, για τις προθέσεις του: "'Αλλωστε αυτή καθ' εαυτή η ζωή του Καβάφη δεν ενδιαφέρει παρά μόνο ως πηγή ερμηνείας του έργου του- που αποτελούσε και την τελική μου επιδίωξη. Είναι τούτο ένα στοιχείο που ξεχωρίζει τον "Αμαρτωλό" από τον "Τσέλιγκα" και τον "Κοσμοκαλόγερο". Στον Κρυστάλλη στάθηκα με κατανόηση και συμπάθεια. Στον Παπαδιαμάντη με αγάπη και σεβασμό. Στον Καβάφη με θαυμασμό- αλλά σε απόσταση".

Μιχάλης Περάνθης
Από τη ζωή του Καβάφη, γράφει ο Περάνθης, έλειπε ο φυσιολογικός έρωτας που ομορφαίνει όχι μόνο τη ζωή αλλά και τα βιβλία. Διαπίστωση που σήμερα ηχεί παράταιρη και μοιάζει "εκτός εποχής". Αν ζούσε ο Καβάφης σήμερα θα ήταν ευτυχισμένος, καθώς το πάθος που τον κατέπνιγε θα έβρισκε διέξοδο , είτε υπογράφοντας κάποιο σύμφωνο συμβίωσης, είτε ζώντας με λιγότερο άγχος με κάποιον σύντροφο- θα έγραφε όμως την ποίηση που έγραψε;

Όλα λοιπόν στην ερμηνεία του Περάνθη περιστρέφονται γύρω από το ομοφυλοφιλικό πάθος του Καβάφη, της αγάπης που δεν τολμά να πει το όνομά της σύμφωνα με τον Όσκαρ Ουάιλντ, πνεύμα συγγενές με τον Αλεξανδρινό.  Αλλά πέρα από το πάθος, ο Περάνθης επισημαίνει και το ενδιαφέρον που έδειχνε ο Καβάφης για την αναγνώριση από τους ομότεχνους του και για την υστεροφημία του. Η σύγκρουση με τον Παλαμά και κάποιες αρνητικές κριτικές προβάλλονται στη μυθιστορηματική βιογραφία του ως αντίβαρο στην ευμενή κριτική άλλων.

Ο Περάνθης διαγνώσκει πως ο Καβάφης είχε επίγνωση του αυτοεξευτελισμού που του δημιουργούσε το άνομο ερωτικό πάθος. Στέκεται όμως ως μαθητής μπροστά στην διδαχή ζωής του ποιητή: "Η εγκατάλειψη στο ευτελές και η έφεση για το τέλειο συμβαδίζουν στο έργο του. Η πρώτη αποτελεί την αδυναμία του, η δεύτερη το ιδανικό του". Τελικά με τον τρόπο του, και ειδικά τη ζωή του, ο Καβάφης διδάσκει την ακεραιότητα της ύπαρξης. Τούτη τη διαχρονική διδαχή ο Περάνθης την επισημαίνει, και γι' αυτό η μυθιστορηματική βιογραφία του διαβάζεται ευχάριστα ακόμα και σήμερα.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Παύλος Μάτεσις: Πάντα καλά

Μετά το αριστουργηματικό "Η Μητέρα του Σκύλου" σκεφτόμουν τι να άλλο να διαβάσω από Μάτεσι, και έτσι δίχως κάποιο σκοπό ή πρόγραμμα έπεσα, μετά από μια βόλτα σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο, στο "Πάντα Καλά". Ένα αισθηματικό μυθιστόρημα όπως μας πληροφορεί ο υπότιτλός του.

Δεν χρειάζεται ένα βιβλίο να έχει υψηλή φιλοσοφία ή περισπούδαστα νοήματα για να έχει ενδιαφέρον, αρκεί να είναι καλογραμμένο και να περνάς καλά. Αρκεί να αισθάνεσαι πως και ο συγγραφέας πέρασε καλά γράφοντάς το για να σου μεταδώσει τούτη την ιλαρή αίσθηση και τη χαλαρή διάθεση. Το "Πάντα Καλά" δεν είναι ένα βιβλίο που θα το διαβάσεις και δεύτερη φορά, ανήκει λοιπόν σ' αυτό το είδος που αποστολή έχει να σε χαλαρώσει την ώρα εκείνη που γυρνάς τις σελίδες του. 

Ο Μάτεσις είναι ειδικός στο να πλάθει γυναικείους χαρακτήρες, με όλα τα γνωρίσματα του γυναικείου φύλου λεπτομερειακά δοσμένα, ακόμα και στην υπερβολή τους. Γιατί το βιβλίο είναι μια χιουμοριστική άσκηση στην υπερβολή και στην συμπεριφορική και λεκτική ασυδοσία γυναικών μιας λαϊκής συνοικίας που ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα μιλούν για τα πάθη, τις αδυναμίες και τους ανεκπλήρωτους έρωτες. Η ματιά του Μάτεσι αγκαλιάζει στοργικά όλο το γυναικομάνι του βιβλίου δημιουργώντας, εν τέλει, μια κατάσταση οικογενειακή, χαρακτήρες οικείους, σκωπτικούς, ατίθασους, προβληματικούς, γελοίους. 

Οι κατάστασεις διαδέχονται η μια την άλλη, τα επεισόδια ανάμεσα στις γυναίκες της γειτονιάς και τους διάφορους απίθανους άντρες που τις ερωτεύονται είναι καταγαιστικά. Το γλυκό και το πικρό αναμειγνύονται με ίσες δόσεις. Ο ρόλος του Μάτεσι, υποπτεύομαι, δεν είναι μονάχα να διασκεδάσει τον αναγνώστη, αφού πρώτα έχει διασκεδάσει με τους ρόλους που επινόησε ο ίδιος, αλλά και να τονίσει την ανθρώπινη διάσταση της γελοιότητας, να γίνει αποδεκτή η ανθρώπινη γελοιότητα με ιλαρή διάθεση. Αυτό αρκεί από τούτο το βιβλίο, η ζωντάνια του οποίου ξεχειλίζει σε κάθε σελίδα- όλες οι κυρίες ας είναι πάντα καλά!

Κώστα Κυριαζή: Ηράκλειος

Βιβλιοπωλείο της Εστίας (1998)
Το 1968 για το βιβλίο του "Ηράκλειος" ο Κώστας Κυριαζής τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος. Δεν είχα ξαναδιαβάσει Κώστα Κυριαζή, αλλά μετά αυτή την ανάγνωση θα το ξαναδιαβάσω, ελπίζω σύντομα. Δεν υστερεί σε τίποτα από άλλους Ευρωπαίους συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων- ειδικά για την περίοδο του Βυζαντίου, δεν πρέπει να υπάρχει άλλος καλύτερος ή πιο γλαφυρός. Υπάρχει βέβαια η "Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ" του Τερζάκη, αλλά αυτός δεν είναι συγγραφέας αποκλειστικά ιστορικών έργων για το Βυζάντιο, υπάρχει και ο Φινλανδός Μίκα Βαλτάρι, αλλά ο "Αιγύπτιος" με είχε απογοητεύσει και δεν προχώρησα πάρα πέρα.  Τον Γκάβριελ Κέι με το "Σαραντινό Ψηφιδωτό" δεν θέλω να τον αναφέρω καν καθώς κατά τη γνώμη μου πρόκειται για φαιδρή περίπτωση μιμητή, στην πρώτη του συγγραφική περίοδο, του Τόλκιν, ενώ στη συνέχεια έφτιαχνε δήθεν εναλλακτικούς κόσμους στηριζόμενος σε ιστορικά γεγονότα.

Ο Κυριαζής είναι παραστατικός, γλαφυρός, δεξιοτέχνης στη χρήση της γλώσσας, ξέρει και μπορεί να σε μεταφέρει πειστικά στην εποχή του Βυζαντίου, να σε κάνει παρατηρητή των μεγάλων γεγονότων που σημάδεψαν τη βασιλεία του Ηρακλείου. Δεν είναι όμως ένας απλός χρονικογράφος. Τα ιστορικά γεγονότα που όλοι γνωρίζουμε, τη νίκη επί των Αβάρων, τη σύνθεση του Ακάθιστου Ύμνου εξαιτίας αυτού του γεγονότος, τις μάχες με τους Πέρσες και τους μουσουλμάνους Άραβες, όλα αυτά παρουσιάζονται με ζωντανό τρόπο ενώπιον του αναγνώστη, όμως ο Κυριαζής μπαίνει βαθιά μέσα στην ψυχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου καταγράφοντας τους ενδοιασμούς, την αμφιταλάντευση και την αμφιβολία του για την εξουσία του και τη στρατηγική του. 

Κώστας Κυριαζής
Ο Ηράκλειος, στα μάτια του Κυριαζή, είναι ένας αυτοκράτορας βαθιά ανθρώπινος με πάθη και αδυναμίες- το μεγαλύτερο πάθος του είναι η Μαρτίνα, η ανηψιά του την οποία παντρεύεται σε πείσμα των αρχών της Εκκλησίας και ιδίως του Πατριάρχη Σεργίου ο οποίος, ωστόσο, επειδή διασθανόταν πως τα συμφέροντα της Εκκλησίας εξυπηρετούνται καλύτερα με τον Ηράκλειο στο θρόνο, κάνει τα στραβά μάτια δίνοντας έτσι προτεραιότητα στην πολιτική και όχι στην πνευματική διάσταση του θέματος, και τελικά δικαιώνεται. Ο Κυριαζής σκιαγραφεί θαυμάσια την πολιτική και εξουσιαστική σχέση που αναπτύσσει ο Ηράκλειος τόσο με την Εκκλησία όσο και με τα παιδιά που αποκτά με τη Μαρτίνα.  Τα πάντα είναι πολιτική.

-Σωστά το είπε ο Σέργιος, λέει ο Ηράκλειος. Ο Αύγουστος δεν φεύγει. Ο Αύγουστος θα πολεμήση τους εχθρούς της Πίστης μας!
-Ηράκλειε, η υπόσχεσή σου, φώναξε και η Μαρτίνα.
-Αύγουστε, δουλειές ανδρών είναι τούτες, έκανε αυστηρά ο Σέργιος......Αύγουστε, ντροπή σου, ύψωσε τη φωνή του ο Πατριάρχης. Δεν είσαι γεννημένος για να κυβερνιέσαι αλλά για να κυβερνάς! 

Από τις πιο χαρακτηριστικές, και ίσως επίκαιρες, σελίδες του βιβλίου είναι αυτές που ο Ηράκλειος έρχεται αντιμέτωπος με τη νέα θρησκεία που εμφανίζεται στο προσκήνιο, το Ισλάμ.  Οι πρώτες περιγραφές που παίρνει από τη νέα θρησκεία ανταποκρίνονται σ' αυτό που η κοινή συνείδηση των χριστιανών θεωρεί για την ουσία του Ισλάμ, ότι δηλαδή είναι ένας συγκερασμός δογμάτων και θεολογιών από διάφορες θρησκείες προσαρμοσμένες στην ψυχοσύνθεση του νομαδικού λαού των Αράβων. Διαβάζω με μεγάλη ευχαρίστηση τις εξής περιγραφές για τον ψευτοπροφήτη Μωάμεθ: "Κλέβει ό,τι τον συμφέρει από τα λόγια του Ιησού, ό,τι του κάνει από την Παλαιά Διαθήκη....Παίρνει απ' τους Οβρηούς το μονοθεϊσμό, από τους Αρειανούς το λόγο και το πνεύμα, από τους Νεστοριανούς την ανθρωπολατρεία". Την ίδια στιγμή όμως που παρουσιάζεται με τα αρνητικότερα χρώματα η νέα θρησκεία, εξαίρεται η πολεμαχαρής φύση της, ένα είδος προειδοποίησης για τους κατοπινούς αιώνες:  
"Αύγουστε, το θάνατο δεν τον φοβούνται. Σκοτώνονταν με το χαμόγελο στα χείλη. Φώναζαν το Θεό τους . Είναι βαθειά η πίστη τους, και στην πίστη, μόνο με πίστη μπορείς ν' αντιβγής".

Αναζητώντας σε κάθε βιβλίο πέρα από την αναγνωστική απόλαυση και ένα ηθικό θεμέλιο, η διαπίστωση αυτή του Κυριαζή που ασφαλώς απηχεί τις απόψεις εκείνης της εποχής έχει αξία και για τις μέρες μας καθώς το Ισλάμ φαίνεται πιο επιθετικό από ποτέ. Η αντιμετώπισή του ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει μονάχα με την επίκληση αντιμεταφυσικών αρχών και εννοιών όπως τα "ανθρώπινα δικαιώματα", η "δημοκρατία", ή εμμένοντας στην πολιτική της "πολυπολιτισμικότητας". Στην εποχή του Ηρακλείου αυτό το γνώριζαν, πως η μάχη κατά των άρθρων της μεταφυσικής πίστης που διέπει το Ισλάμ δεν μπορεί να γίνει, ούτε να εμπνεύσει, δίχως την αντίστοιχη επίκληση της πατρώας πίστης. Αυτό το μάθημα, προς το παρόν, δείχνει η Δύση να το λησμονεί. 

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Στη νέα σχολική χρονιά: "Σ' ένα Γυμνάσιο Θηλέων" της Κατίνας Παπά

"Τις μεγαλύτερες ζημιές στη ζωή μας τις δημιουργεί η βλακεία, αυτή είναι η μεγαλύτερη συφορά για τον άνθρωπο, γιατί είναι και αγιάτρευτη" (καθηγήτρια Πελέκη).

 


Το ξεχασμένο μυθιστόρημα της Κατίνας Παπά "Σ' ένα Γυμνάσιο Θηλέων" που εκδόθηκε το 1959 και περιλαμβάνει την αυτοβιογραφική μαρτυρία της συγγραφέως, αφιερώνεται "στον εκάστοτε Υπουργό της Παιδείας".  

Θα ήταν χρήσιμο για τον κάθε Υπουργό Παιδείας να το ξεφύλλιζε προτού αρχίσει "επί χάρτου" να αποδομεί προκειμένου να ανασυνθέσει εκ νέου τον χώρο της Παιδείας και της Εκπαίδευσης.

Μπορεί κάποια απ' όσα γράφει η Παπά να είναι στη σημερινή εποχή αναχρονισμοί, ή να έχουν ξεπεραστεί από μια σχετική πρόοδο, αλλά το βιβλίο διατηρεί και τη δροσιά, και το γλυκόπικρο χιούμορ του, και την αναγνώριση της ηρωικής προσπάθειας ορισμένων εκπαιδευτικών που υπό δυσμενείς συνθήκες προσπάθησαν να μάθουν γράμματα στους μαθητές τους. Απ' αυτή την άποψη το βιβλίο είναι επίκαιρο και ο εκάστοτε Υπουργός θα πρέπει να το γνωρίζει.

Για την Παπά, το κέντρο της εκπαίδευσης είναι ο εμπνευσμένος δάσκαλος.  Ποιός, όμως, είναι ο καλός εκπαιδευτικός; "Έπρεπε να είναι ένας φυσικός και ανυπόκριτος άνθρωπος, δίχως καμιά απολύτως πόζα, δίχως υποκριτικές γλύκες και δίχως επίδειξη εμβρίθειας, και να φέρεται στα παιδιά όπως θα φερνόταν και στα δικά του παιδιά...με στοργή, με καλοσύνη και με ευγένεια". 

 Δεν φτάνουν οι γνώσεις για να είναι κάποιος καλός δάσκαλος. Πρέπει, γράφει η Κατίνα Παπά, "να είναι άνθρωποι, και για την απλή αυτή ιδιότητα χρειάζονται πολυσύνθετα πράγματα, χρειάζεται πολιτισμός: κράμα από φυσικές ιδιότητες, από πολλές επίκτητες, από βαθιά μακρόχρονη καλλιέργεια και από οικογενειακή και κοινωνική αγωγή".

Απλό στη σύλληψη του, αλλά βαθυστόχαστο και διαχρονικό στα νοήματα του το βιβλίο της Παπά, καρπός της εμπειρίας της, προσφέρει παραδείγματα για συγκρίσεις και ιστορικές καταγραφές. Κάποια συμπεράσματα φαίνεται πως, δυστυχώς, διατηρούν ακόμα την ισχύ τους: "Στο γερμανικό σχολείο τα παιδιά μπαίνουνε ηλίθια και βγαίνουνε πανέξυπνα, στα δικά μας σχολεία τα παιδιά μπαίνουνε πανέξυπνα και βγαίνουνε ηλίθια". Αλλά η Παπά δεν ρίχνει το φταίξιμο στα παιδιά, αλλά στην οργάνωση της εκπαίδευσης η οποία δεν κοιτούσε παρά την "εξωτερική μορφή".
Υποχρεωτικό πρέπει να γίνει το διάβασμα του "Χρονικού" της Κατίνας Παπά για όσους ασχολούνται με την εκπαίδευση, για τους πολιτικούς, τους δασκάλους και τους μαθητές. Αυτό που ήταν τόσο πρωτοποριακό σαν γραπτό για την εποχή εκείνη, διατηρεί τη σοφία του όταν διαβάζουμε φράσεις σαν κι αυτή, δια στόματος της δασκάλας Πελέκη που είναι το alter ego της Κατίνας Παπά: "Τα παιδιά δεν θα διδαχτούνε από τους λογοτέχνες τους γραμματικούς κανόνες της αρχαίας αττικής διαλέκτου, αλλά θα χαρούν τη φαντασία τους, την πρωτοτυπία τους, την ποίησή τους, το ύφος τους. Θα γνωρίσουνε καλύτερα και θ' αγαπήσουν την Ελλάδα".

Αν υπάρχει κάποια ελπίδα είναι γιατί υπάρχουν τέτοια βιβλία σαν της Κατίνας Παπά για να μας υπενθυμίζουν το χρέος μας.

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Ηλίας Βενέζης: Ώρα Πολέμου

Έκδοση Εστίας, 1969
Οκτώ διηγήματα και μια μεγαλύτερη ενότητα αφηγημάτων υπό τον γενικό τίτλο "Το βιβλίο της Άννας" συνθέτουν τούτη τη σπαρακτική συλλογή αντιπολεμικών ιστοριών του Ηλία Βενέζη.

Η  απελπισία του ελληνικού λαού, όπως αυτή ορίζεται από τη δυστυχία που φέρνει ο άδικος πόλεμος του '40 αλλά και κάποιες στιγμές όπου αχνοφέγγει το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής είναι το βασικό μοτίβο των διηγημάτων αυτών που μέσα στη μαυρίλα τους κομίζουν  κάποτε ένα αισιόδοξο μήνυμα, ιδιαίτερα από τις πράξεις κάποιων ταπεινών ανθρώπων. 

Ηλίας Βενέζης
Στο πρώτο φερ΄ειπείν της συλλογής με τίτλο "Άνθρωποι στο Σαρωνικό", είναι συγκινητική η στιγμή της απόθεσης ενός σταυρού στο μνήμα του μισητού Ιταλού στρατιώτη από τον γέροντα- είχε προηγηθεί μια συγκλονιστική στιγμή, η περιγραφή του θανάτου της κόρης του μπαρμπά Φίλιππα, όταν το μουλάρι που ίππευε άρχιζε μανιασμένο να τρέχει λόγω της προθέσεως των Ιταλών να προξενήσουν το παιδί κακό. Για τον Βενέζη εχθρός όμως είναι μόνο ο πόλεμος και όχι οι άνθρωποι, γι' αυτό και την ίστατη στιγμή διασώζεται κάποιο στοιχείο ανθρωπισμού και το μίσος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.

Είναι όμως και πατριωτικά τα κείμενα αυτά με την έννοια ότι αναγνωρίζεται το δίκιο του αμυνόμενου λαού ο οποίος αγωνίζεται για την ιστορία του: "Όμως δεν ξέρανε καλά τους σκλάβους τους, γιατί δεν ξέρανε από πόσο παλιά χρόνια ζη μέσα τους το πάθος για την ξερή τους γη, για τα γυμνά νησιά τους, για τη δόξα των πατεράδων και των παππούδων τους". (από το διήγημα "Χρονικό του 1942").

Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι ανεπίκαιρα διηγήματα, ίσως και με ξεπερασμένη θεματολογία, αλλά δεν παύουν να δημιουργούν αισθήματα εσωτερικής ανάτασης για κάποιους ηρωισμούς, ακόμα και στο ηθικό πεδίο, που συνέβησαν όταν όλα έδειχναν πως  η ισχύς της ιστορικής συγκυρίας είχε να πει την τελευταία λέξη.