Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βικτωριανή Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βικτωριανή Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017
Σάββατο 12 Μαρτίου 2016
Mary Elizabeth Braddon: Το μυστικό της Λαίδης Ώντλεϋ
![]() |
| Εκδόσεις Wordsworth (2007) |
Η Mary Elizabeth Braddon ανήκει ως συγγραφέας στη μεγάλη εκείνη περίοδο της παγκόσμιας λογοτεχνίας που δημιούργησε υπερβολικά πολλά αριστουργήματα- ανήκει στην εποχή της βικτωριανής Αγγλίας όπου οι συνθήκες μιας κοινωνίας εν τω γίγνεσθαι παρήγαγε σπουδαία λογοτεχνικά κείμενα.
Είναι το πρώτο κείμενο της συγκεκριμένης συγγραφέως που διάβασα και θα της έδινα άνετα και δεύτερη και τρίτη ευκαιρία αν ήξερα πως δεν υπήρχαν τα άλλα μεγάλα "τέρατα" της εποχής αυτής των οποίων, ακόμα, δεν έχω διαβάσει το σύνολο του έργου τους. Πάντως, το "Μυστικό της Λαίδης 'Ωντλεϋ" θεωρείται το magnum opus της Braddon, και ας καλύψουμε τα κενά μας όσον αφορά αυτή την συγγραφέα απ' αυτό το βιβλίο.
Το 1860 ο ανυπέρβλητος Ουίλκι Κόλλινς δημοσιεύει τη "Γυναίκα με τα Άσπρα" και το έργο της Braddon εκδίδεται δύο χρόνια μετά. Καθόλου συμπτωματική δεν είναι αυτή η χρονική σειρά καθώς και μέσα στο μυθιστόρημα εμμέσως αλλά σαφώς η Braddon αναγνωρίζει την οφειλή της στον Αλέξανδρο Δουμά (προφανώς έχει υπόψη της τον "Κόμη Μοντεχρήστο") και τον Ουίλκι Κόλλινς. Ανήκει λοιπόν το είδος που διακονεί σ' αυτό που οι Άγγλοι κριτικοί αποκαλούν "Sensation Fiction" το οποίο ως χαρακτηριστικά έχει την ακραία χρησιμοποίηση ρεαλιστικών αλλά και ρομαντικών στοιχείων, ενώ είναι σαφείς και οι επιρροές από το γοτθικό είδος μυθιστορήματος. Το είδος αυτό ήκμασε κυρίως στη Βικτωριανή Περίοδο όπου το αναγνωστικό κοινό έλκονταν από συνταρακτικά γεγονότα όπως σκανδαλώδεις μοιχείες, ειδεχθή εγκλήματα, νοσηρές ηθικές καταστάσεις.
Το μυθιστόρημα της Braddon είναι κατάφορτο απ' αυτά τα τυπικά γνωρίσματα του Sensation Fiction καθώς και από τη λεπτομερή περιγραφή των ψυχικών καταστάσεων των χαρακτήρων της καθώς και του εξωτερικού κόσμου, της φύσης, η οποία ζωγραφίζεται με ανάλογα της ψυχικής διάθεσης των ηρώων της χρώματα. Ο σημερινός βιαστικός αναγνώστης οφείλει να οπλιστεί με αρκετή υπομονή για να διαβάσει και ν' απολαύσει ένα μυθιστόρημα αυτής της εποχής καθώς δεν προσφέρεται για εκπλήξεις ή επιφανειακά τρικ, αλλά για μια αργή μεν αλλά λογοτεχνικά άρτια αποτίμηση της ηθικής συμπεριφοράς των προσώπων όπου αναγνωρίζεται η πρωτοκαθεδρία του αγαθού έναντι του κακού.
![]() |
| M.E.Braddon |
Το μυστικό της Λαίδης Ώντλεϋ αποκαλύπτεται αρκετά βαθιά μέσα στο κείμενο, ο αναγνώστης όμως το έχει ήδη υποψιαστεί από τις πρώτες περιγραφές. Μια όμορφη, αλλά τίποτα περισσότερο απ' αυτό γυναίκα, που ως επιδίωξη έχει μια άνετη ζωή μέσα στα λούσα, ανακαλύπτει στο πρόσωπο του Σερ Μάικλ Ώντλεϋ τον άνδρα εκείνο που θα της προσφέρει την άνετη αυτή ζωή της χλιδής και της καλοπέρασης. Για να επιτύχει όμως τον σκοπό της πρέπει να κρύψει το παρελθόν της, έναν άλλο σύζυγο και ένα παιδί. H Braddon σκιαγραφεί μια από τις πλέον επιτυχημένες "κακές" ηρωίδες της λογοτεχνίας, και είναι αρκετά ενδιαφέρουσα η διαπίστωση που κάνει μια γυναίκα συγγραφέας να κατηγορεί το γυναικείο φύλο για τη μοχθηρότητα του, μέσα από τα λόγια του βασικού άρρενος πρωταγωνιστή, του Ρόμπερτ Ώντλεϋ, ανιψιού του δεύτερου συζύγου της, ο οποίος στο πρόσωπο της θυμάται "όλα τα αποκρουστικά πράγματα που πραγματοποιήθηκαν από γυναίκες, από την ημέρα εκείνη που η Εύα δημιουργήθηκε για να γίνει η σύντροφος του Αδάμ και η συνοδοιπόρος του στον Κήπο της Εδέμ". Βέβαια αυτή η μοχθηρότητα εξισορροπείται τελικά από την σχέση του με την Κλάρα Ταλμπόϊς, την αδελφή του αγαπημένου του φίλου Τζωρτζ και πρώτου συζύγου της Λαίδης Ώντλεϋ, αλλά μέχρι να φθάσουμε στην αγαθή τους ένωση διαπνεόμαστε και μεις από αγανάκτηση για την κακουργία της Λαίδης Ώντλεϋ.
Δεν υπάρχουν όμως ελαφρυντικά για τη δράση της, δεν ενσταλάζει έστω λίγο οίκτο γι' αυτή στις καρδιές μας η Braddon; Προφανώς την εποχή εκείνη δύο μόνο θα μπορούσαν να είναι οι επιλογές που είχε μια τέτοια μορφή ενώπιον της: είτε την κρεμάλα είτε το κλείσιμο σ' ένα τρελάδικο. Η Braddon επιλέγει την δεύτερη λύση, αν και η προσφυγή στην κληρονομική προδιάθεση για "τρέλα" την οποία επικαλείται η Λαίδη Ώντλεϋ δεν γίνεται αποδεκτή ούτε από τον ειδικό ιατρό που την εξετάζει, ωστόσο ο εγκλεισμός της στο ίδρυμα γίνεται γιατί έπρεπε να αποδοθεί δικαιοσύνη κάποιου είδους εφόσον, τελικά, το πραχθέν έγκλημα της ίσως δεν επέφερε την θανατική καταδίκη αν κρινόταν από κάποιο δικαστήριο. Αυτή όμως είναι η μυθιστορηματική λύση που επέλεξε η Braddon για να δικαιώσει, στο τέλος, το αγαθό κριτήριο και να καταδικάσει την ηρωίδα της στον αργό θάνατο της συνείδησης μέσα στο ψυχιατρικό ίδρυμα.
![]() |
| Η σκηνή όπου η Λαίδη Ώντλεϋ σπρώχνει τον Τζωρτζ στο πηγάδι |
Το τέλος είναι αυτό που κάποιος θα χαρακτήριζε ως happy end, με την έννοια ότι αποκαθίσταται η ηθική τάξη του κόσμου- ένα τέτοιο κριτήριο είναι ικανό να με πείσει να διαβάσω ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα μιας άλλης εποχής από τη δικιά μας όπου δυστυχώς έχουν ξεθωριάσει αυτές οι αρχές. Από τα άξια λόγου, επίσης, στοιχεία αναφοράς για το βιβλίο είναι η αδελφική σχέση φιλίας που διέπει τον Τζωρτζ Τάλμποϊς και τον Ρόμπερτ Ώντλεϊ, που στην ουσία αποτελεί το κίνητρο του δεύτερου για να ξεσκεπάσει το μυστήριο της εξαφάνισης του πρώτου. Οι μορφές που ζωγραφίζει η Braddon, τόσο οι αγαθές όσο και οι κακές, μένουν έντονα στη μνήμη μας και μετά το πέρας της ανάγνωσης του βιβλίου και αυτό συνιστά μια συγγραφέα άξια αναφοράς.
Άξιο βιβλικής υποσημείωσης είναι και το τέλος της διήγησης: "Ελπίζω πως ουδείς θα εναντιωθεί στην εξιστόρησή μου διότι στο τέλος της μένουν όλοι οι καλοί άνθρωποι ευτυχισμένοι και εν ειρήνη".
Καταστατική θέση για κάθε έργο τέχνης.
Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016
Σαρλότ Μπροντέ: Βιλέτ
Ο μοναδικός τρόπος για να διαβαστούν τα μυθιστορήματα της βικτωριανής εποχής είναι αργά αργά, με σημειώσεις, αν έχουν πολλά πρόσωπα, που συνήθως έχουν, και με απόλυτη προσοχή στο γραπτό κείμενο προκειμένου αυτό να διεισδύει με ρέγουλα στον πνευματικό οργανισμό.
Τα μυθιστορήματα της Σαρλότ Μπροντέ δεν έχουν τη χαοτική δομή και το πολυδαίδαλο χαρακτήρων και υπο-υποθέσεων που έχουν άλλα μυθιστορήματα της ίδιας εποχής, δεν παύουν όμως να είναι πραγματικά διαμάντια γραφής που προσφέρουν αισθητική απόλαυση. Η Βιλέτ γράφτηκε το 1853, είναι το τέταρτο μυθιστόρημα που βγήκε από την πένα της Σαρλότ Μπροντέ και πολλοί αναρωτιούνται αν αυτό, και όχι η Τζέην Έϋρ αποτελεί το magnum opus της αγγλίδας συγγραφέως. Η άποψη μου είναι πως η Βιλέτ έχει περισσότερα ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως για τα δικά μου γούστα είναι η σύγκριση ρωμαιοκαθολικισμού και προτεσταντισμού που επιχειρεί μέσω των δύο βασικών χαρακτήρων του έργου η Μπροντέ.
Η βασική πρωταγωνίστρια είναι μια από τις πιο ωραίες γυναικείες ηρωίδες, η Λούσι Σνόου, μια 23χρόνη κοπέλα η οποία αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα της για τη φανταστική πόλη της Γαλλίας Βιλέτ όπου θα καταλήξει να βρει απασχόληση, να διδάξει την αγγλική γλώσσα, σε ένα προπαρασκευαστικό σχολείο που φοιτούν κορίτσια, διευθύντρια στο οποίο είναι η κυρία Μπεκ- οι κριτικοί επισημαίνουν την πραγματική απασχόληση της Σαρλότ Μπροντέ στις Βρυξέλλες κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης απουσίας της από την Αγγλία. Εκεί η Λούσι Σνόου θα βρεθεί αντιμέτωπη με διάφορες καταστάσεις και ερωτικά σκιρτήματα που κανένα δεν θα έχει ευτυχή κατάληξη.
Η περίπτωση της Λούσι Σνόου αποτελεί την επιτομή της θηλυκής αξιοπρέπειας. Στο πρόσωπο της αναγνωρίζουμε μια θετική ηρωίδα η οποία αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής με αγνό βλέμμα. Εξηγεί στην Κυρία Μπεκ όταν αυτή ερευνά την προσωπικότητα της: "Της είπα πως εγκατέλειψα την πατρίδα μου με σκοπό να διευρύνω τις γνώσεις μου, κερδίζοντας το ψωμί μου. Πως ήμουν πρόθυμη να στραφώ σε οποιοδήποτε χρήσιμο πράγμα με τον όρο πως δεν ήταν σφαλερό ή εξευτελιστικό". Δεν είναι άσχημη η εμπερία που αποκτά σ' αυτή τη σχολή η Λούσι, όμως στις σκέψεις της φαίνεται ένας προβληματισμός: "Φαινόταν να έχω δυο ζωές- τη ζωή της σκέψης και εκείνης της πραγματικότητας, και στο μέτρο που η πρώτη θρεφόταν με την αποτελεσματικότητα των αξιοπερίερφων νεκρομαντικών απολαύσεων της φαντασίας, τα προνόμια της δεύτερης περιορίζονταν στο καθημερινό ψωμί, τις ώρες εργασίες και μια στέγη κατοικίας". Σ' αυτούς τους δύο κόσμους, λοιπόν, θα κινείται η Λούσι και όλο το βιβλίο είναι μια διαρκής καταγραφή σκέψεων, στοχασμών, παρατηρήσεων των απόψεων και των πράξεων των άλλων χαρακτήρων με τους οποίους έρχεται σε επαφή, μια διαρκής εξέταση του εαυτού της, των εσώτερων διεργασιών της ψυχής της αλλά και των ψυχών των ανδρών και γυναικών που συναναστρέφονταν.
Η βασική πλοκή των σχέσεων της Λούσι είναι αυτή με τον Πωλ Εμμανουέλ, έναν συνάδελφο της καθηγητή στη σχολή της Κυρίας Μπεκ. Εδώ συγκρούονται δύο κόσμοι, δύο παραδόσεις. Ο Πωλ Εμμανουέλ είναι πιστός Ρωμαιοκαθολικός ο οποίος επιθυμεί να μεταστρέψει στο παπικό δόγμα την αγγλικανή και πιστή στην πάτρια εκκλησία Λούσι. Θα αποτύχει όμως καθώς "Ο Θεός δεν είναι με το μέρος της Ρώμης" όπως λέει η Λούσι. Αλλά η δεύτερη ερωτική ιστορία της Λούσι είναι με τον δόκτωρα Τζον, κι αυτή θα αποτύχει καθώς αυτός έχει μάτια μόνο για τη φανταχτερή Τζινέρβα Φάνσοου. Η Λούσι ζώντας λοιπόν σε ένα ξένο περιβάλλον και έχοντας ν' αντιμετωπίσει την δική της συγκρατημένη αντίληψη και διεκδίκηση της πραγματικότητας και τα εμπόδια που θέτουν πολιτισμικοί, οικονομικοί και θρησκευτικοί παράγοντες.
![]() |
| Σαρλότ Μπροντέ |
Το μυθιστόρημα εκπέμπει μια γλυκόπικρη καλοσύνη. Ακόμη και εκεί που όλα πάνε στραβά για τη Λούσι, έχει έναν τρόπο να αντιμετωπίζει τα πράγματα που διακρίνεται από κατανόηση, καλοσύνη και συγκατάβαση. Η Σάλλυ Μινόγκ που γράφει την Εισαγωγή στις εκδόσεις Wordsworth επισημαίνει πως είναι η Βιλέτ εκείνο το βιβλίο που προτίμησε να διαβάσει για να καταπραϋνει το πνεύμα και το σώμα της έπειτα από μια δυνατή καταιγίδα, έναν τυφώνα που έζησε το 1987, διαβάζοντας τις σελίδες του βιβλίου υπό το φως των κεριών. Είναι ένα βιβλίο που δεν συγκινεί με την δράση ή την περιπετειώδη εξέλιξη, δεν εντυπωσιάζει τον εθισμένο στην εναλλαγή των εικόνων αναγνώστη του σήμερα, αλλά προσφέρει απλόχερα λεπτεπίλεπτες ψυχολογικές παρατηρήσεις της Σαρλότ Μπροντέ δια στόματος Λούσι Σνόου καθώς και μια αρκετά ενδιαφέρουσα θεολογική αντιπαράθεση που όμως δεν καταλήγει σε κραυγές θρησκευτικού φανατισμού- η καρδιά της Λούσι μπορούσε να διακρίνει την αλήθεια στον Πωλ Εμμανουέλ: "Όλη η Ρώμη δεν μπορούσε να τον φανατίσει, ούτε κι αυτή η Προπαγάνδα της πίστεως να τον μεταστρέψει σε έναν πραγματικό Ιησουίτη. Ήταν εκ φύσεως τίμιος, όχι κάλπικος". Ένα βιβλίο, αληθινή αργή απόλαυση.
Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015
Γουίλκι Κόλλινς: Man and Wife
Ο Κόλλινς ξεκίνησε να γράφει το "Ανδρόγυνο" το 1870, όπως πάντα σε συνέχειες προκειμένου να δημοσιευτεί σε φύλλα εφημερίδας. Το ερώτημα που απασχολεί τους μελετητές του έργου του είναι κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ένα έργο που εντάσσεται στα αριστουργήματα της πρώτης συγγραφικής του περιόδου, όπως είναι η "Φεγγαρόπετρα" ή "Η Γυναίκα με τα Άσπρα", ή μήπως πρέπει να ενταχθεί στην ύστερη περίοδο της συγγραφικής δουλειάς του όπου συμπεριλαμβάνονται έργα όχι τόσο επιτυχημένα από καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας. Τέτοιες κατηγοριοποιήσεις όμως δεν ικανοποιούν παρά μονάχα το σχολαστικό πνεύμα ενός οκνηρού μελετητή ή επιφανειακού αναγνώστη που αναζητά ετικέτες τις οποίες επικολλά για να διευκολύνει την προσπάθεια κατανόησης του, αλλά έτσι χάνεται η αυθύπαρκτη παρουσία του έργου και η δυνατότητα αυτόνομης τοποθέτησης μας έναντι του περιεχομένου και της δομής του.
Ο Κόλλινς εδώ πραγματεύεται ένα εντελώς ιδιαίτερο θέμα που φαίνεται απασχολούσε στην εποχή του την επικαιρότητα. Πώς ορίζεται η νομιμότητα ενός γάμου, πότε ένα ζευγάρι θεωρείται σύμφωνα με το νόμο και τα ισχύοντα έθιμα στη Σκωτία και την Αγγλία θεωρείται παντρεμένο; Ο Κόλλινς στη βάση αυτού του προβληματισμού χτίζει ένα μυθιστόρημα με αρκετά μελοδραματικά στοιχεία, με μακροσκελείς διαλόγους, και αναλυτικές περιγραφές όπως συνηθιζόταν στη λογοτεχνία της βικτωριανής περιόδου, αλλά και με στοιχεία μυστηρίου, σασπένς και αβυσσαλέα πάθη. Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα στοιχεία, έτσι κι αλλιώς έντονα σε όλα τα βιβλία του Κόλλινς. Υπάρχει και κριτική διάθεση απέναντι στα ήθη της εποχής του και ιδιαίτερα σ' αυτό το απίθανο και παρανοϊκό πλέγμα που διέπει τις νομικές σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους καθορίζοντας την έννοια του γάμου με βάση την απλή και μόνο συγκατάθεση, ή δημόσια κοινοποίηση παρουσία μαρτύρων της δήλωσης πως ένας άνδρας και μια γυναίκα είναι παντρεμένοι. Αυτό, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σκωτίας, μπορούσε να γεννήσει πλήθος παρεξηγήσεων και άκυρων γαμήλιων ενώσεων ή ακόμα και γάμους υποτίθεται νόμιμους και έγκυρους αλλά δίχως την ουσιαστική επιθυμία ή συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων ανδρών και γυναικών. Ιδιαίτερα επιβαρυντική σ' αυτήν την περίπτωση ήταν η θέση των γυναικών που βρίσκονταν παγιδευμένες σε γάμους που δεν ήθελαν και δεν συναινούσαν. Ο Κόλλινς είναι επικριτικός σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος γι' αυτό το ζήτημα. 'Ετσι λοιπόν στο βιβλίο έχουμε τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, την αγνή, ευγενική και αξιαγάπητη Άννα Σιλβέστερ η οποία θεωρείται νυμφευμένη με βάση αυτούς τους παρανοϊκούς νομοθετικούς κανόνες με τον αδίστακτο Τζέφρυ Ντελαμάιν ο οποίος τη μισεί αφάνταστα και μηχανεύεται τρόπους για να την εξοντώσει. Η απεικόνιση των γυναικείων μορφών σ' αυτό, όπως και σε κάθε άλλο έργο του Κόλλινς είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη, καθώς περιγράφει τόσο πειστικά όλη την κλίμακα των γυναικείων συναισθημάτων και των μυστικών προδιαθέσεων της γυναικείας καρδιάς, και ενώ γράφει λίγο μετά το μέσο του 19ου αιώνα, η ψυχολογία των γυναικείων μορφών του μπορεί να γίνει αποδεκτή και σήμερα ως έγκυρη και πραγματική. Αλλά πέρα από τα θέματα του γάμου και των σχέσεων, το βιβλίο είναι εντυπωσιακά σύγχρονο όσον αφορά την κριτική που επιχειρεί ο Κόλλινς στο αθλητικό φαινόμενο, την μανία με τον πρωταθλητισμό και την προπόνηση πέρα από τα φυσικά όρια προκειμένου να επιτευχθεί μια μεγάλη επίδοση. Πόσο απόκοσμη θα έμοιαζε η κριτική αυτή ειδικά στην Αγγλία με το καταγεγραμμένο πάθος των Άγγλων για τα σπορ και την αθλητική ρώμη! Όμως και σήμερα ακόμη, όπου σε πλανητικό επίπεδο δεσπόζει η λατρεία της μεγάλης επίδοσης και των υπερανθρώπινων προσπαθειών για υπέρβαση των δυνατοτήτων του σώματος, η κριτική του Κόλλινς αποκτά προφητική διάσταση και αξία. Χρησιμοποιώντας τον χαρακτήρα του Σερ Πάτρικ Λάντι, αυτού του ευγενούς και καλλιεργημένου με την κλασική έννοια ανθρώπου, ο Κόλλινς προβαίνει σε μια δριμεία κριτική των υπερβολών γύρω από τον αθλητισμό και τις επιδόσεις, για να χτυπήσει την αρρενωπή μορφή του Τζέφρυ Ντελαμάιν που επιδίδεται σ' αυτές τις δραστηριότητες και προσελκύει πλήθος θαυμαστριών που λατρεύουν τους μυς και τις γραμμώσεις του σώματος του. Λέει ο Σερ Πάτρικ: "Η κοινή γνώμη στην Αγγλία, έχω την εντύπωση, δεν θεωρεί μονάχα την καλλιέργεια των μυών να έχει ίση σημασία με την καλλιέργεια του πνεύματος, αλλά να διευρύνει στην πράξη, ίσως και στην θεωρία, την ανόητη και επικίνδυνη άποψη της προπόνησης του σώματος στην πρώτη θέση από απόψεως σημασίας , και την πνευματική εκγύμναση στην δεύτερη...... Πού είναι η επιρροή αυτού του σύγχρονου ξεσπάσματος αρρενωπού ενθουσιασμού στα σημαντικά ζητήματα της ζωής;".
![]() |
| Wilkie Collins |
Ο Σερ Πάτρικ σ' αυτό στο σημείο αγγίζει τις καρδιές μας. Εμείς που θεωρούμε την εμμονή με τα σπορ, όπως και ο Σερ Πάτρικ, εκδήλωση βαρβαρότητας όταν η ενασχόληση μ' αυτά φθάνει σ' αυτό το ακρότατο όριο, εκδήλωση βαρβατίλας και έκκριση άχρηστης τεστοστερόνης, αισθανθήκαμε πως άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μέσα μας καθώς διατύπωνε ήδη από τόσο παλιά και δίχως να έχουν ακόμα εκδηλωθεί όλα τα σύγχρονα φαινόμενα απαξίωσης του αθλητικού φαινομένου (χουλιγκανισμός, ντόπινγκ, κίτρινος αθλητικός τύπος κλπ), την πιο ουσιαστική κριτική: "Όταν η αντίληψη του κοινού εκθειάζει άμεσα την σωματική εκγύμναση πάνω από τα βιβλία, τότε ισχυρίζομαι πως η αίσθηση του κοινού βρίσκεται σε ένα επικίνδυνο άκρο". Ή ακόμα: "Μπορούν αυτές οι φυσικές επιτεύξεις (η δεξιότητα στην κωπηλασία, η ταχύτητα στο τρέξιμο κλπ), να τον βοηθήσουν έτσι ώστε να κερδίσει μια ανόθευτη ηθική νίκη επί του ατομικού εγωισμού και της σκληροκαρδίας του; Δεν μπορούν καν να τον βοηθήσουν να δει πως αυτός είναι εγωισμός και πως αυτή είναι σκληροκαρδία". Και μόνο αυτές οι σελίδες, αυτή η διεξοδική και προφητική φυσικά κριτική του Σερ Πάτρικ Λάντι με αφορμή τον αρρενωπό, αλλά αδίστακτο Τζέφρι Ντελαμάιν, αρκεί για να θυμόμαστε το "Ανδρόγυνο" του Γουίλκι Κόλλινς ως ένα σημαντικό λογοτεχνικό επίτευγμα με ηθικές αναφορές και σωστά πρότυπα.
Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015
George Gissing: Οι Κονδυλοφόροι (New Grub Street)
Σε κάθε λίστα με τα καλύτερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί στην αγγλική γλώσσα, το New Grub Street του George Gissing συμπεριλαμβάνεται σ' αυτές, δείγμα της αξίας του και της διαχρονικότητάς του. Δυστυχώς δεν είχα τη δυνατότητα να το απολαύσω στο πρωτότυπο, αλλά η μετάφραση του Βασίλη Καλλιπολίτη ήταν εξαιρετική και γλαφυρή, οπότε όσα χάθηκαν στην απόλαυση του πρωτοτύπου κερδήθηκαν από την ανάγνωση της μετάφρασης. Όπως αναφέρει μάλιστα στο εισαγωγικό του σημείωμα, η ελληνική απόδοση του τίτλου οφείλεται στον Κώστα Σιμόπουλο, επιτυχημένη, και μέσα στο πνεύμα του βιβλίου καθώς ο αγγλικός τίτλος αν έμενε ως είχε δεν θα έλεγε και πολλά πράγματα στο κοινό, καθώς η οδός Grub ήταν ο δρόμος στο Λονδίνο που κατοικούσαν, τον 18ο αιώνα, εξαθλιωμένοι γραφιάδες που έβγαζαν τα προς το ζην εξαιρετικά δύσκολα.
Το μυθιστόρημα διαβάζεται άνετα και στις μέρες μας γιατί το θέμα του είναι εξαιρετικά επίκαιρο, ο τρόπος της καλλιτεχνικής δημιουργίας και ο ρόλος του χρήματος σ' αυτήν. Δύο ανθρώπους του πνεύματος μας απεικονίζει σε όλες τις αντιθέσεις και την κοσμοθεωρία τους ο Γκίσσιγκ, τον Τζάσπερ Μίλβεν και τον Έντουιν Ρίρντον, και κοντά σ' αυτούς μια γυναίκα που επηρεάζει και διαμορφώνει την μοίρα τους, την Έμι Γιουλ. Ο Τζάσπερ είναι ο άνθρωπος που βάζει το χρήμα πάνω από την τέχνη, είναι ο άνθρωπος της εποχής μας, αυτός που θεωρεί την λογοτεχνία ως επάγγελμα και μάλιστα επικερδές.
![]() |
| George Gissing |
Για να πετύχει επαγγελματικά σ' αυτόν τον χώρο, δεν χρειάζεται κανενός είδους ιδεαλισμός αλλά μονάχα η παραδοχή πως το χρήμα είναι το βασικό κίνητρο και ο σκοπός που κάποιος γράφει, και ειδικά στο ευρύ κοινό που αρέσκεται να τρέφεται από σκουπίδια. Θα έλεγε κανείς πως η σύγχρονη γυναικεία αισθηματική ροζ λογοτεχνία τύπου Μαντά και Δημουλίδου έχει ως πρότυπο τις απόψεις του Τζάσπερ Μίλβεν. Οι απόψεις του ταιριάζουν μ' αυτό το είδος της γραφής: "Να προσφέρουμε στη μάζα το φαγητό που της αρέσει..... Για να ευχαριστήσεις τους άξεστους πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να ενσαρκώνεις το πνεύμα της κακογουστιάς". Ο Τζάσπερ είναι λοιπόν ο άνθρωπος της εποχής, της φρικτής παραλογοτεχνίας που πλουτίζει τους εμπνευστές της (ένα άλλο διεθνές παράδειγμα ο Νταν Μπράουν, ή ακόμα και η δημιουργός του Χάρυ Πόττερ) προσφέροντάς τους σκουπίδια. Η αντίθεση στον Τζάσπερ είναι ο Ρίρντον και το alter ego του, ο Χάρολντ Μπίφεν, δύο ταπεινοί γραφιάδες που ενώ θέλουν να δημιουργήσουν σπουδαίο έργο, δεν αντέχουν την πίεση της εμπορικής επιτυχίας και της παραγωγής συγκεκριμένης ποσότητας σελίδων, αφού αυτό επιδιώκει η εμπορική διάσταση της λογοτεχνίας. Μάλιστα η Έμι, η σύζυγος του Ρίρντον που θα τον οδηγήσει έμμεσα στο χαμό του είναι κατηγορηματική και κυνική συγχρόνως: "Είσαι υποχρεωμένος να γράψεις για την αγορά", του λέει, και πόσο δραματικές είναι εκείνες οι σελίδες του βιβλίου όπου ο Ρίρντον μη αντέχοντας την πίεση της αναγγέλλει πως θα αφήσει τον χώρο αυτό για να γίνει απλός υπάλληλος, μεροκαματιάρης, πόσο ψυχρά τον αντιμετωπίζει τότε η Έμι. O Γκίσσιγκ προβαίνει μέσω των χαρακτήρων του σε κοινωνιολογικές παρατηρήσεις που δεν έχουν χάσει την αξία τους: "η κατάρα της φτώχειας είναι για τον σύγχρονο άνθρωπο ο,τι ήταν για τον αρχαίο η δουλεία", θυμίζοντας σ' αυτό το σημείο τις φιλοσοφικές αναφορές περί χρήματος που έκαμε ο Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844. Ο Ρίρντον και ο Μπίφεν θα οδηγηθούν σ' έναν λυρικό χαμό, αλλά ο αναγνώστης αυτούς θα συμπαθήσει και θα ταυτιστεί μαζί τους. Παρά το κυνικό τέλος του βιβλίου και τον θρίαμβο της λογικής του χρήματος και των υπολογισμένων συναισθημάτων που ενσαρκώνουν ο Τζάσπερ και η Έμι ("ποτέ δεν συνάντησα γυναίκα τόσο κατάλληλη να με βοηθήσει στην καριέρα μου" λέει ο Τζάσπερ), η καρδιά του αναγνώστη βρίσκεται μαζί μ' αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους των γραμμάτων που προσπάθησαν να δικαιώσουν έναν ιδεαλισμό που από τα πράγματα και την εποχή ήταν καταδικασμένος: "η τέχνη της ζωής είναι η τέχνη του συμβιβασμού", λέει ο Ρίρντον, αλλά αυτή η διαπίστωση δεν αφορούσε τους ίδιους ως μη πρακτικά πνεύματα που ήσαν. Ο Ρίρντον πεθαίνοντας αναφωνεί πως "δεν θα πάω μαζί σας στην Ελλάδα", θεωρώντας το ταξίδι στην Ελλάδα σαν ένα προσκύνημα στην καρδιά, στον τόπο του καθαρού καλλιτεχνικού θεάματος. Αυτό δεν θα γίνει βέβαια από τον Ρίρντον, αλλά από τον Γκίσσιγκ με το New Grub Street, και την αναγνωστική χαρά που πρόσφερε ως γνήσιος καλλιτέχνης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











