Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Τάσος Αθανασιάδης: Αλβέρτος Σβάϊτσερ

Εκδόσεις Εστία (2008)
Εκπρόσωπος της λογοτεχνικής γενιάς του '30, και ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους του 20ου αιώνα, ο Αθανασιάδης έγραψε και σπουδαίες βιογραφίες καθώς και δοκιμιακό έργο άξιο προς μελέτη ακόμα και σήμερα. 

Η μυθιστορηματική βιογραφία του για έναν από τους μεγαλύτερους χριστιανούς ανθρώπους και καθολικό άνθρωπο του πνεύματος, τον Αλβέρτο Σβάϊτσερ, διαβάζεται με ενδιαφέρον παρά τον μισό αιώνα ζωής που έχει το έργο. Ευτύχησε ο Αθανασιάδης να έχει την "έγκριση" του μεγάλου Αλσατού γι' αυτό το κείμενο, όπως μας πληροφορεί η εισαγωγική επιστολή του Σβάϊτσερ στον Έλληνα συγγραφέα: "Τελείωσα την ανάγνωση του κειμένου σας, κι έμεινα κατάπληκτος απ' αυτό. Δίνετε μια πολύ σαφή ανάλυση των σκέψεων μου. Σας ευχαριστώ μ' όλη μου την καρδιά. Νιώθω πραγματικά συμπάθεια για το βιβλίο σας. Με καταλάβατε". Πόση ευτυχία θα ένιωσε ο Αθανασιάδης διαβάζοντας τούτες τις γραμμές!

Ο Αθανασιάδης, ουμανιστής συγγραφέας και ο ίδιος, είναι φυσικό να έλκεται από τη μορφή του στοχαστή και χριστιανού ανθρώπου της ηθικής πράξης Αλβέρτου Σβάϊτσερ. Ο Αλσατός ενσαρκώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν έναν άνθρωπο άξιο του ονόματος αυτού: μέγιστος θεολόγος, πάστορας, μουσικός εκτελεστής των έργων του Μπαχ, αφιερωμένος στην ιεραποστολή ανάμεσα στους ελάχιστους εκείνους αδελφούς του Ιησού, ιατρός που θυσιάζεται για την υγεία και την αξιοπρέπεια των Αφρικανών, ειρηνιστής, συγγραφέας σημαντικών θεωρητικών κειμένων, αλλά και κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης. Είχε όλα εκείνα τα στοιχεία ικανά να γοητεύσουν έναν στοχαστή σαν τον Αθανασιάδη ο οποίος στο μυθιστορηματικό του έργο προβάλλει ως πρότυπα ηθικές μορφές.

Ο Σβάϊτσερ, όπως τον κατανοεί ο Αθανασιάδης, δεν μπορεί να ερμηνευτεί σωστά αν δεν ληφθεί υπόψη η χριστιανική του κλήση- "ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν, ος δ' αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν". Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την εντολή αυτή,  θα σπουδάσει ιατρική εγκαταλείποντας μια μεγάλη καριέρα στο χώρο των θεολογικών γραμμάτων προκειμένου να συνδράμει στην ίαση των αφρικανών αδελφών του που μαστίζονται από μεταδοτικές ασθένειες.  Έτσι ξεκινά ένα έργο που με ανθρώπινα δεδομένα θα ήταν αδύνατο να καρποφορήσει αν δεν υπήρχε η ολοζώντανη παρουσία του αγίου πνεύματος σε κάθε εκδήλωση της αφρικανικής περιπέτειας του Σβάϊτσερ στη χώρα της Γκαμπόν. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά η εκ του μηδενός δημιουργία ενός νοσοκομείου την οποία ο Σβάϊτσερ είχε θέσει ως σκοπό ζωής, αντιπαλεύοντας στοιχεία της φύσης και εμπόδια που έθεταν οι ιστορικές συνθήκες.

O Αλβέρτος Σβάϊτσερ είχε ως φιλοσοφικό οδηγό τον "σεβασμό προς τη ζωή", μια αντίληψη την οποία ο ίδιος θεωρεί ως προσωπική συμβολή στο χώρο του πνεύματος αλλά με καθολικές αξιώσεις- η ζωή του δικαιολογεί αυτόν τον χαρακτηρισμό και, μπορούμε να πούμε, την ετικέττα. Ο σεβασμός προς τη ζωή σημαίνει να βλέπεις τον άλλο άνθρωπο όπως τον είδε ο Χριστός, απαλλαγμένος από κάθε είδους ιδιοτέλεια ή προσωπικό συμφέρον. Έτσι εξηγείται και η αντιαποικιοκρατική του στάση: 'Όταν χρειάστηκε να ρωτήσει αν έχουμε- εμείς οι "πολιτισμένοι" - το δικαίωμα να επιβάλουμε την κυριαρχία μας σε λαούς πρωτόγονους, δε δίστασε ν' απαντήσει ο ίδιος μ' ένα κραυγαλέο "όχι", όσο ο μοναδικός σκοπός μας είναι ν' αποσπάσπυμε απ' τις χώρες τους υλικά κέρδη".

Τάσος Αθανασιάδης
Η ζωή του Αλβέρτου Σβάϊτσερ συνιστά άφθαρτο ηθικό πρότυπο ακόμα και στην εποχή μας. Ευτυχήσαμε να έχει ασχοληθεί μαζί του ο Τάσος Αθανασιάδης, ένας πραγματικός καλλιτέχνης του λόγου και να μας δώσει κάτι από το μεγαλείο του μεγάλου ανθρωπιστή και αληθινού χριστιανού ανθρώπου.  Ισχύουν ακόμα και σήμερα τα εισαγωγικά λόγια του Αθανασιάδη: "σε μια εποχή, που καλλιεργεί συστηματικά την εχθρότητα,  η μορφή του Αλβέρτου Σβάϊτσερ αναδίνει ένα παρήγορο μεγαλείο".

Κώστας Ουράνης: Ισπανία

Εκδόσεις Εστία (1997)
Η λογοτεχνία ταξιδεύει το νου, αλλά η ταξιδιωτική λογοτεχνία, η λογοτεχνική αποτίμηση ενός ταξιδιού ταξιδεύει ακόμα περισσότερο. Για την Ισπανία έχει γράψει και ο Καζαντζάκης, περιγράφοντας μάλιστα τις φρικαλεότητες του εμφυλίου πολέμου, αλλά η αντικαζαντζακική μου προδιάθεση δεν μου δίνει κάποιο κίνητρο να τον διαβάσω, αν και τα ταξιδιωτικά του κρητικού συγγραφέα είναι , ίσως, τα μόνα που διαβάζονται.

Ο Κώστας Ουράνης καταγράφει τις εντυπώσεις του από την ισπανική γη κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου ταξιδιού που έκαμε την δεκαετία του 1930 αλλά δεν πρόλαβε τον Εμφύλιο Πόλεμο.  Φυσικά η Ισπανία της εποχής που ταξιδεύει ο Ουράνης δεν έχει καμιά σχέση με την σημερινή Ισπανία, αλλά γι' αυτόν τον λόγο δεν έχει η περιγραφή του μουσειακό χαρακτήρα. Εντυπωσιάζεται κανείς κατ' αρχήν από την ωραία, ρέουσα γλώσσα του συγγραφέα, τη γλώσσα των λογοτεχνών εκείνης της περιόδου όπου χρησιμοποιούσαν άφθονες λεπτομερειακές περιγραφές προσπαθώντας να μεταδώσουν όσο δυνατό πιστότερα την εμπειρία τους. Δεν είναι ούτε δημοσιογραφική γλώσσα, ούτε μια ξερή περιγραφή, δίχως συναίσθημα, αλλά αποτελείται από δυνατές εικόνες που μονάχα το ταλέντο καλών συγγραφέων μπορεί να αποτυπώσει. 

Ο Ουράνης ταξιδεύει όχι μόνο τουριστικά, αλλά αναζητώντας την ψυχή της Ισπανίας. Πηγαίνει στην Καστίλλη, την καρδιά της Ισπανίας, την οποία αποτιμά με σκοτεινά χρώματα, "η θλίψη που πλανιέται στα γυμνά και δραματικά τοπία της, που έχει κατασταλάξει στις μεσαιωνικές πολιτείες και που είναι αποτυπωμένη στις φυσιογνωμίες των κατοίκων της, είναι η θλίψη των μεγάλων φυλών των πεσμένων στο περιθώριο της ζωής, των μεγάλων πεπρωμένων που έσβησαν για πάντα". Μιλά τελείως αρνητικά για τη Μαδρίτη, μια πόλη χτισμένη στο μέσο που πουθενά, ¨μια πόλη τεχνητή-χωρίς άλλους πόρους, εκτός από κείνους που αντλεί από τον προϋπολογισμό του κράτους για τον εξωραϊσμό της κι αυτήν ακόμα τη συντήρησή της: μια πόλη κρατικών υπαλλήλων".

Αν είναι τόσο αρνητικός για τη Μαδρίτη, εντούτοις μιλά με θαυμασμό για το Εσκοριάλ, το μνημείο-τάφος του Φιλίππου Β' και για την Άβιλα, την μεταφυσική όψη της Ισπανίας, ο τόπος όπου έζησε η Τερέζα της Άβιλα: "η ερωτική περιπέτεια της μοναχής της Άβιλα, όσο κι αν αποτελεί φαινόμενο μέσα στην ιστορία του ισπανικού μυστικισμού, δεν παύει να' ναι φαινόμενο καθαρά ισπανικό".  Ο Ουράνης ταξιδεύει στην πνευματική ζωή της Ισπανίας, μιλώντας με θαυμασμό για το Τολέδο, την Γρανάδα, το φαινόμενο της Αλάμπρα, μέμφεται τη χρήση των αραβικών μνημείων ως χριστιανικών ναών. Οι αναλύσεις του θα ήταν επίκαιρες ακόμα και σήμερα: "Έτσι όμως που (η Εκκλησία) παρεμβάλλει το βάρος της, την κατήφεια της και τα σύμβολα της μέσα στις αναρίθμητες φαντασμαγορικές κολόνες, στο θάμπος των αραβουργημάτων και στην ονειρώδη ατμόσφαιρα του μαγικού τζαμιού, γεμίζει το θεατή αποτροπιασμό κι αγανάκτηση". Ο πνευματικός τζιχαντισμός είχε επισημανθεί ακόμα και την περίοδο του 1930 αλλά γι΄αυτό απαιτούνταν πένες καλλιτεχνικά ευαίσθητες σαν κι αυτή του Ουράνη.

Κώστας Ουράνης
Ταυρομαχίες, ο μύθος του Δον Ζουάν, Γκρέκο, Θερβάντες και Δον Κιχώτης, ο μεγάλος Γκόγια, όλα αυτά περνάνε από την μνήμη και την πένα του Ουράνη στο μυαλό και την καρδιά του αναγνώστη. Το φως της Ανδαλουσίας, η βιομηχανική Καταλωνία, η δημοκρατική επανάσταση και το αντικληρικό της πνεύμα καθώς και οι αντιφάσεις που το διαπότιζαν- η γλαφυρότητα του Κώστα Ουράνη είναι έκδηλη σε κάθε σελίδα των αναμνήσεων του. Στην εποχή της γρήγορης πληροφορίας, της τηλεοπτικής εικόνας και των εμπορικών ταξιδιωτικών οδηγών, αυτό το βιβλίο, και τόσα ακόμα, μοιάζουν παράταιρα. Αλλά  η ταξιδιωτική λογοτεχνία, ειδικά αυτή μιας κάποιας εποχής, έχει ακόμη πολύ μαγεία μέσα της, δεν είναι μόνο λογοτεχνία αλλά και ιστορία. Δεν πήγε ποτέ κανείς στη χαμένη Ατλαντίδα του Πλάτωνα, κι όμως θέλει να διαβάζει περιγραφές της, δεν πήγε ποτέ κανείς στην Ισπανία του Κώστα Ουράνη, κι όμως διαβάζοντας την ήταν ήδη εκεί.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Σέργουντ Άντερσον: Ουάινσμπεργκ, Οχάϊο

 Από το διήγημα "Ο Φιλόσοφος":

"Η ιδέα είναι πολύ απλή, τόσο απλή που αν δεν είσαι προσεκτικός θα την λησμονήσεις. Πρόκειται γι' αυτό- πως καθένας που βρίσκεται στον κόσμο είναι ο Χριστός, και είναι όλοι σταυρωμένοι. Μην το ξεχάσεις αυτό. Οτιδήποτε συμβεί, μην τολμήσεις να το ξεχάσεις".

Από το διήγημα "Περιπέτεια":

"Τι συμβαίνει με μένα; Θα κάνω κάτι φοβερό αν δεν είμαι προσεκτική" σκέφθηκε, και στρέφοντας το πρόσωπό της προς τον τοίχο, ξεκίνησε προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της να αντιμετωπίσει με γενναιότητα το γεγονός πως, ακόμα και στο Ουάινσμπεργκ, πολλοί άνθρωποι πρέπει να ζουν και να πεθάνουν μονάχοι".

Από το διήγημα "Μοναξιά":

"Δεν επιθυμούσε να έχει φίλους για τον απλούστατο λόγο πως κανένα παιδί δεν επιθυμεί φίλους. Ήθελε περισσότερο από κάθε άλλο τους ανθρώπους που έφτιαχνε με το μυαλό του, ανθρώπους με τους οποίους μπορούσε να συνομιλήσει, ανθρώπους που θα είχε λεκτικούς διαξιφισμούς και θα επιτιμούσε κάθε συγκεκριμένη στιγμή, υπηρέτες, καταλαβαίνεις, της φαντασίας του".

Από το διήγημα "Αφύπνιση":

 Ο Τζωρτζ Ουίλλαρντ βγήκε από το κενό διάστημα και στάθηκε ξανά στη διάβαση των πεζών ατενίζοντας τα σπίτια. Αισθανόταν πως όλοι οι άνθρωποι σ' αυτό τον μικρό δρόμο πρέπει να είναι δικά του αδέλφια και αδελφές και ευχήθηκε να είχε το θάρρος να τους φωνάξει να βγουν από τα σπίτια τους και να τους σφίξει τα χέρια".

Σε όλα τα διηγήματα του Σέργουντ Άντερσον που διαδραματίζονται σ' αυτή την μικρή πόλη της πολιτείας του Οχάιο στη δεκαετία του 1920, βλέπουμε αυτόν τον αγώνα για ανθρώπινη επικοινωνία μεταξύ των κατοικούντων σ' αυτή τη μικρή γωνιά του κόσμου, βλέπουμε την υπαρξιακή ανησυχία που γεννά η επαφή μεταξύ των ανθρώπων που από τη μια αντιλαμβάνονται και βασανίζονται από τη μοναξιά τους, την οποία μερικές φορές εξειδανικεύουν για να μπορούν να ζήσουν μαζί της, και άλλοτε ρίχνονται στη σχέση αλλά με ολέθρια αποτελέσματα. 

Δεν είναι εύκολη υπόθεση η αίσθηση του ανήκειν κάπου. Τα πάθη που μπορεί να κρύβουν οι χαρακτήρες μια μκρής κοινωνίας ανθρώπων περιγράφονται από τον Άντερσον με χαμηλούς τόνους αλλά αισθάνεσαι τη σοβαρότητα της κατάστασης και πως το πραγματικό πάθος που υποβόσκει είναι αυτό που σηματοδοτεί με περιεχόμενο τον λόγο: "Ο καθένας μιλά και μιλά, άρχισε. Τα σιχάθηκα όλ' αυτά. Θα κάνω κάτι, θα πιάσω κάποια δουλειά όπου δεν θα μετρά το να μιλά κανείς" (από το διήγημα "Ο Στοχαστής"). Πράγματι, οι λέξεις και ο λόγος αποσυντονίζουν και ενώνουν, διασπούν την ησυχία αλλά και ενώνουν μεταξύ τους τους ανθρώπους. Κάπου αλλού (στο διήγημα "Εκζήτηση") γράφει: "Τις φαινόταν πως ο κόσμος όλος ήταν γεμάτος από  αστόχαστους ανθρώπους που απλώς έλεγαν λόγια". Και στο διήγημα "Θάνατος" επίσης διαβάζουμε: " Σε όλη τη φούσκα των λέξεων που έπεφτε από τα χείλη των ανδρών με τους οποίους είχε στενές σχέσεις, προσπαθούσε να ανακαλύψει ποιά θα ήταν για κείνη η αληθινή λέξη".

Ο Σέργουντ Άντερσον είναι ο διηγηματογράφος των χαμένων λέξεων, αυτών που ειπώθηκαν χωρίς να έπρεπε να ειπωθούν, και αυτών που δεν ειπώθηκαν ποτέ όταν υπήρχε κάποιος που ανέμενε εναγωνίως να τις ακούσει. Τούτο όμως συνιστά μια αδυναμία επι-κοινωνίας. Ακόμα και η έλλειψη σεξουαλικής σχέσης και επαφής, την οποία τόσοι χαρακτήρες επιζητούν στα διηγήματα του, είναι αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας μετάδοσης συναισθημάτων μέσω του λόγου, ή τουλάχιστον, των σωστών λέξεων. Όπως λέει στα επιλεγόμενα ο Ντην Κουντζ "οι πολίτες του Ουάινσμπεργκ, Οχάιο, είναι χαμένοι και βρίσκονται σε αναζήτηση, αλλά ενώ ίσως επιθυμούν να ξεφύγουν από την κλειστότητα και την αποξένωση της μικρής αμερικάνικης πόλης, την ίδια στιγμή λαχταρούν την κοινωνικότητα και την αίσθηση του ανήκειν η οποία κάποτε ήταν η ουσία της κουλτούρας τους". 

Μια εξαιρετική γραφή από την οποία δεν λείπουν και οι θεολογικές παράμετροι, με τον Θεό να είναι ο , αθέατος ορισμένες φορές, πρωταγωνιστής σε αρκετά διηγήματα. Και όταν παραουσιάζεται, έχει πάντα τη μορφή κάποιου κατοίκου της μικρής αυτής πόλης, όπως λέει ο Κρις Χάρτμαν στο διήγημα ¨Η ισχύς του Θεού": "Βρήκα το φως" φώναξε δυνατά. "Ύστερα από δέκα χρόνια σ' αυτήν την πόλη, ο Θεός μου παρουσιάστηκε με τη μορφή μιας γυναίκας".

Ο Σέργουντ Άντερσον δεν έχει ενδιαφέρον μόνο ως διηγηματογράφος αλλά και ως θεολογικός σχολιαστής, και αυτό καταδεικνύει τη στόφα μεγάλων συγγραφέων. Όπως έλεγε και ο Ουίλλιαμ Φώκνερ, ο Άντερσον "ήταν ο πατέρας όλης της δικιής μου γενιάς συγγραφέων".

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Γκράχαμ Γκρην: Η εξουσία και η δόξα

Η κοσμική εξουσία καταδιώκει την αληθινή εξουσία που σ' αυτόν τον κόσμο κρύβει το πρόσωπο της στη δόξα του Κυρίου, αλλά υπάρχουν κάποιες στιγμές που κι αυτή η εξουσία θυμάται όταν ζούσε στο χώρο της δόξας, νοσταλγικές αναμνήσεις- "θυμόταν τη μυρωδιά του λιβανιού στις εκκλησιές της παιδικής του ηλικίας, τα κεριά και τα άμφια και την αυτοεκτίμηση", λέει ο εκπρόσωπος της κοσμικής εξουσίας. 

Ο Γκράχαμ Γκρην αναγνωρίζει πως μέσα του ο υπολοχαγός έκρυβε έναν ιερέα "έναν θεολόγο που επιστρέφει στα σφάλματα του παρελθόντος προκειμένου να τα καταστρέψει και πάλι". Αλλά, η σύγκρουση που γίνεται στην ψυχή του είναι αμείλικτη, καθώς ως εκπρόσωπος της κοσμικής εξουσίας καλείται να ενστερνιστεί ιδέες και να υλοποιήσει αποφάσεις που δεν αρέσκονται στον ανταγωνισμό με άλλες μορφές εξουσίας- το μονοπώλιο της δύναμης το έχει αυτός μόνο, διαφορετικά η αμφισβήτηση της σημαίνει την σχετικότητα και της δικής του εξουσίας: "Τον εξόργιζε να πιστεύει πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι στην πολιτεία που πιστεύουν στον Θεό της αγάπης και του ελέους. 

Υπάρχουν μύστες που λέγεται πως είχαν άμεση εμπειρία του Θεού. Ήταν κι αυτός ένας μύστης, και αυτό που γεύτηκε ήταν το κενό- μια απόλυτη βεβαιότητα στην ύπαρξη ενός θνήσκοντος, ψυχρού κόσμου, ανθρώπινων όντων που εξελίχθηκαν από τα ζώα δίχως κανέναν σκοπό". Έχουν τεθεί λοιπόν οι συντεταγμένες της παρουσίας της δύναμης στον κόσμο. Εκεί που υπάρχει μηδενισμός, δεν υπάρχει Θεός. 

Από την άλλη, ο ιερέας, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι το πρότυπο της αρετής που φανταζόμαστε. Όσο μακριά από την αρετή κι αν βρίσκεται, εντούτοις δεν είχε χάσει εντελώς την ορθή σκέψη: "στο κέντρο της πίστης του βρισκόταν πάντα το πειστικό μυστήριο- ότι είμαστε δημιουργημένοι κατ' εικόνα του Θεού. Ο Θεός ήταν ο γονιός, αλλά ήταν επίσης και ο αστυνόμος, ο εγκληματίας, ο ιερέας, ο μανιακός και ο δικαστής". Αυτός ο ταπεινός ιερέας που βαρύνεται με πολλά αμαρτήματα, εξομολογείται ενώπιον των αδελφών του αμαρτωλών για την αποτυχία του να είναι σωστός ιερέας.  Στην πραγματικότητα, όλα παίζονται στο ζήτημα της εξομολόγησης των αμαρτιών, ιερέα και υπολοχαγού, καθώς εκεί ορίζονται τα όρια της εξουσίας που έχει ο ένας πάνω στον άλλο.

Με κοσμικά κριτήρια και ο υπολοχαγός νοιάζεται για τη σωτηρία των ανθρώπων του, δίχως Θεό όμως:"Όχι άλλα λεφτά για προσευχές, όχι άλλα λεφτά για να φτιάχνονται ευκτήριοι οίκοι. Θα προσφέρουμε φαγητό στους ανθρώπους, θα τους διδάξουμε να διαβάζουν, θα τους δώσουμε βιβλία. Θα νοιαστούμε ώστε να μην υποφέρουν". Και ο ιερέας αντιμέτωπος μ' αυτήν την επίθεση, δεν λησμονεί την δική του ευθύνη καθώς αισθάνεται την ανάγκη να καταδικάσει τον εαυτό του αν έστω κι ένας αδελφός του απολέσει την σωτηρία του. Στην κατάσταση της αμαρτίας, όμως, που βρίσκεται με θλίψη σκέφτεται πως αυτό που μετράει τελικά είναι μόνο να είχε υπάρξει άγιος. Ήταν τόσο εύκολο αυτό! Είναι όμως μαζί με τους ανθρώπους που υποφέρουν, μ' αυτούς που τον έχουν περισσότερο ανάγκη. Είμαι μέθυσος και πόρνος. 

Είχε όμως αγάπη γι'αυτούς τους ελάχιστους που τον είχαν ανάγκη, γι' αυτό και δεν φεύγει μακριά από το πεπρωμένο του και συλλαμβάνεται από την κοσμική εξουσία. Ο Γκρην με μια μεγαλειώδη φράση συνοψίζει την σχέση των δύο εξουσιών που μάχονται για την καρδιά του ανθρώπου: "Το μίσος είναι απλώς η αποτυχία της φαντασίας".

Η βιβλιοθήκη του πατέρα


Χόρχε Λουίς Μπόρχες: 
"Αν με ρωτούσαν για το ποιό ήταν το καθοριστικό γεγονός της ζωής μου, θα έλεγα η βιβλιοθήκη του πατέρα μου".


Joachim Fest: Όχι Εγώ. Ο Ναζισμός μέσα από τα μάτια ενός παιδιού

Εκδόσεις Μεταίχμιο (2015). Μετάφραση: Αλεξάνδρα Παύλου
Η μαρτυρία του Γιόαχιμ Φεστ εκδόθηκε λίγο προτού πεθάνει, έτσι πρόλαβε και είδε και σε έντυπη μορφή αυτά που είδε και έζησε στο ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας.

Η οικογένεια του Φεστ ήταν ένα σπάνιο είδος στη Γερμανία της ανόδου του Χίτλερ. Ήταν μια οικογένεια, με δεσπόζουσα μορφή τον πατέρα, που είπε Όχι στην ναζιστική κυριαρχία, χρησιμοποιώντας μια ρήση από το ευαγγέλιο του Ματθαίου: Etiam si omnes, ego non. Αλλά πώς εξηγείται αυτό το αναπάντεχο όχι; Ο πατέρας του Φεστ "παρά τις ανεπάρκειες της ιδρυτικής πράξης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, τις οποίες και παραδεχόταν, ήταν δημοκράτης από πεποίθηση". Ο πατέρας του Φεστ κατά περίεργη στάση της ιστορίας, ενστερνίστηκε την γερμανική αρχή περί αφοσίωσης στους θεσμούς και το κράτος ήδη από την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στάση ολότελα γερμανική, σε αντίθεση με την πλειονότητα των συμπατριωτών του που αποδέχτηκαν το ναζιστικό καθεστώς ως το τέλος, ακόμα και όταν η πολεμική ήττα φαινόταν βέβαιη αρκετά χρόνια προτού τελειώσει επίσημα ο πόλεμος των ναζί.
Όσες φορές και αν διαβάσουμε μαρτυρίες, αυτοβιογραφίες, μνήμες απ' αυτήν την περίοδο, το βασικό ερώτημα που επανέρχεται διαρκώς είναι πως η Γερμανία, αυτή η τόσο βαθιά πολιτισμένη χώρα, οδήγησε εαυτήν και τον κόσμο στον όλεθρο του ναζισμού. Ο Φεστ προσπαθεί από την εμπειρία του να απαντήσει σ' αυτό το ερώτημα ενδοσκοπώντας τη φύση του γερμανικού λαού, μέσα από τα λόγια ξανά του πατέρα του: "για τους Γερμανούς ο νόμος είναι σημαντικότερος από το Δίκαιο". 

Ο πατέρας δεσπόζει παντού και δίνει τον τόνο της συμπεριφοράς, ψυχικής και κοινωνικής, απέναντι στην δεσποτεία των ναζί. Ακόμα και όλοι συμπράξουν, εμείς θα διαφοροποιηθούμε: "Ένα κράτος όπου όλα είναι ένα ψέμα τουλάχιστον ας μην περάσει το κατώφλι μας. Δεν θέλω να υποταχθώ στην κυρίαρχη ψευτιά, έστω κι αν η άρνηση αυτή περιορίζεται μέσα στον οικογενειακό κύκλο".  Αναδεικνύεται διαρκώς μέσα από την μαρτυρία του Γιόαχιμ Φεστ ο ρόλος του πατέρα και η οφειλή του στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Σταθερός στις αρχές του, δημοκράτης εκ φύσεως, αλλά και βαθιά καλλιεργημένος, με αληθινή και όχι επίπλαστη μόρφωση η οποία βασίστηκε στις αρχές του πολιτισμού οι οποίες ως βάση είχαν "τις Δέκα Εντολές, τις φιλοσοφικές περί ηθικής πραγματείες, τη σπουδαία λογοτεχνία αλλά και πολλά ακόμα, τα οποία καταμαρτυρούν ολόκληρες βιβλιοθήκες. Και όλα αυτά, επί της ουσίας, δεν έχουν παρά ένα ταπεινό σκοπό: να μάθουν στον άνθρωπο τα αυτονόητα".


Έτσι λοιπόν ανατράφηκε ο μικρός Γιόαχιμ καθώς και τα αδέλφια του, μια ζωή ως άσκηση στα αυτονόητα όπως την είχε προδιαγράψει η μορφή του πατέρα.  Ο πατέρας είναι πρότυπο για τον μικρό Γιόαχιμ και ο θαυμασμός του γι' αυτόν απεριόριστος. Γράφει κάπου: "Εγώ δεν χαιρετώ ούτε καν με το ελεύθερο χέρι" (αναφέρεται στο ναζιστικό χαιρετισμό) αποκρίθηκα κομπάζοντας και πρόσθεσα: Ο πατέρας μου δεν το κάνει ούτε καν με δύο ελεύθερα χέρια". Ο Γιόαχιμ μεγαλώνει διαβάζοντας τους Γερμανούς κλασικούς της λογοτεχνίας, αλλά μερικές φορές κάνει και κάποια τολμηρά αναγνωστικά βήματα επιλέγοντας και πιο σύγχρονους συγγραφείς, όπως ο Τόμας Μαν, αλλά είναι και πάλι ο πατέρας που τον ελέγχει για αυτή του την επιλογή επισημαίνοντας πόσο διαβρωτική επιρροή άσκησε το βιβλίο "Οι στοχασμοί ενός απολιτικού" του Τόμας Μαν στην αποξένωση της μικροαστικής τάξης από την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ίσως περισσότερο και από τον Χίτλερ ακόμα.  



Στο βιβλίο πέρα από την επιβλητική μορφή του πατέρα Φεστ, παρελαύνουν άνθρωποι που σημάδεψαν την πρώιμη και εφηβική ηλικία του Γιόαχιμ, άνθρωποι με τους οποίους αντάλλασσε σκέψεις και παρατηρήσεις για την τέχνη και τη λογοτεχνία, διότι πέρα από την καταγραφή της εμπειρίας ενός παιδιού στην περίοδο του Τρίτου Ράιχ, το βιβλίο αποτελεί και μια αυτοβιογραφική γραφή της πορείας προς την πνευματική ανάπτυξη- πρωτεύοντα ρόλο σ' αυτήν την πορεία έχουν, φυσικά, τα ποικίλα αναγνώσματα, κυρίως αυτά των Γερμανών κλασικών, αλλά και η μεγάλη μουσική παράδοση της Γερμανίας. 


Οι ανάγκες του πολέμου επιστρατεύουν και τον νεαρό Γιόαχιμ.  Στις μονάδες που θα υπηρετήσει θα γνωρίσει από κοντά τον ανθρωπόμορφο τύπο του ναζί αξιωματικού. Έχει όμως κάποια παρηγοριά όταν τα στρατιωτικά καθήκοντα του τον καταβάλλουν: "όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις, εγώ δραπέτευα στα βιβλία". Σε μια μάχη κοντά στην Κολωνία συλλαμβάνεται από αμερικανικές δυνάμεις και στην ουσία σώζεται από βέβαιο θάνατο. Θα επιχειρήσει να αποδράσει όμως από την φύλαξη των αμερικάνων φοβούμενος πως η περιοχή του θα πέσει στα χέρια των Γάλλων, αλλά δεν θα τα καταφέρει. Ωστόσο, δεν θα περάσει από δίκη ποτέ, καθώς η διευθέτηση των ζωνών κατοχής θα τον βρει τελεσίδικα στην πλευρά των αμερικάνων που θα τον αφήσουν ελεύθερο στη συνέχεια να επιστρέψει στο σπίτι του.

Η ζωή του Γιόαχιμ Φεστ διαφέρει από τη ζωή των περισσότερων Γερμανών εκείνη την περίοδο, τουλάχιστον στην πολιτική στράτευση. Και άλλοι Γερμανοί διάβαζαν Σίλερ, Γκαίτε, άκουγαν Μότσαρτ, αλλά λίγοι επέλεξαν σταθερά να ταχθούν, όχι μόνο ως εσωτερική διάθεση αλλά και ενεργά, κατά του χιτλερικού καθεστώτος, αλλά αυτό το οφείλει κατά βάθος στην συνολική στάση του πατέρα του που σημάδεψε την εξέλιξη του. Ο Γιόαχιμ Φεστ, ωστόσο, παρατηρεί και μόνος του πως αυτό που οδήγησε στην έλευση του ναζισμού ήταν "η κατάρρευση του μεσοαστικού κόσμου". Η κατάρρευση της μεσαίας τάξης και η άνοδος του λαϊκισμού, ως απάντηση στα προβλήματα που αυτή έφερε τελικά αποδείχτηκε ολέθριο ιστορικό σφάλμα, σε συνδυασμό με την παθητική στάση των Γερμανών έναντι της έννοιας του δικαίου, αλλά και το πνεύμα της εποχής που ευνοούσε τα απολυταρχικά συστήματα. Σε στιγμές συλλογικής κρίσης, διδάσκει ο Γιόαχιμ και ο πατέρας του, δεν υπάρχουν συλλογικές απαντήσεις ή στάσεις συμπεριφοράς, δεν υπάρχουν ιδεολογικά συστήματα που μπορούν να απαντήσουν στην πρόκληση του πολιτικού πρωτογονισμού, αλλά μονάχα προσωπικές επιλογές: Ego non! Γράφει ο Φεστ: "Το δίδαγμα των εθνικοσοσιαλιστικών χρόνων ήταν να αντιστέκομαι στο ρεύμα, να μην επηρεάζομαι από αυτό".  

Αυτό, μπορεί να γίνει κανόνας; Μονάχα ως έμπνευση και ηθικό δίδαγμα για τον καθένα ξεχωριστά σε ανάλογες στιγμές, αλλά τούτο προϋποθέτει ξεχωριστά άτομα και προσωπική αντίσταση σε κάθε είδους πειρασμούς. Όσο δύσκολο κι αν είναι, αξίζει να το παλέψει κανείς.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ντανιέλ Τσαβαρία: Είδα να φτάνει ένας γέρος

Τον Τσαβαρία δεν τον ήξερα, αλλά η υπογραφή της μετάφρασης από τον Κρίτωνα Ηλιόπουλο σε συνδυασμό με το ότι ήταν ένα πολυσέλιδο βιβλίο ήταν δύο λόγοι σημαντικοί, και αρκετοί, για ν' αγοράσω και αν διαβάσω την αυτοβιογραφία του πολιτογραφημένου Κουβανού συγγραφέα. Αργότερα διαπίστωσα πως ο Ανταίος Χρυσοστομίδης του είχε πάρει συνέντευξη στην Κούβα, για την εκπομπή "Οι Κεραίες της εποχής μας".  
Στη συνέντευξη αυτή ο Τσαβαρία λέει για τις πολλές περιπέτειες της ζωής του, τις οποίες δεν προκάλεσε ο ίδιος όπως ισχυρίζεται. 

Το βιβλίο αποτελεί μια επιτομή, μια σύνοψη των κυριότερων σταθμών της ζωής του Τσαβαρία, μια ζωή σαν μυθιστόρημα. Αν ο Τσαβαρία έγραφε μόνο για τη ζωή του, έστω με κάποιες λογοτεχνικές προσθέσεις, δεν θα είχε ανάγκη την φαντασία του να πλάσει άλλους κόσμους, αρκούσε η μνήμη του ίδιου του συγγραφέα προκειμένου να συγγράψει μια απίστευτα πολυτάραχη και, τελικά, συναρπαστική ζωή.
Εκδόσεις Opera (2015), μεταφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος

Γεννημένος το 1933 στην Ουρουγουάη ο Τσαβαρία θα περιπλανηθεί στον κόσμο γνωρίζοντας ανθρώπους από όλες τις κοινωνικές τάξεις, συγχρωτιζόμενος με πνευματικούς ανθρώπους, ανθρώπους της αρετής αλλά και πάμπολλα κοινωνικά κατακάθια που τα γνώριζε σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, από την Ευρώπη ως την Λατινική Αμερική. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Τσαβαρία αποτυπώνονται με απόλυτη ειλικρίνεια από τον ίδιο για να γοητεύσουν τον αναγνώστη, είτε συμφωνεί είτε όχι με την ζωή και τις ιδέες του. 

Πρόκειται για έναν άνθρωπο αυτοδίδακτο στην ουσία για τον οποίο το Πανεπιστήμιο όπου πήγε και παρακολούθησε μαθήματα κλασικών σπουδών σε μεγάλη ηλικία δεν τον έκανε σοφότερο, καθώς ο ίδιος είχε φροντίσει και πολλές ξένες γλώσσες να μάθει, και τα σημαντικότερα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας να διαβάσει. Ήταν όμως τυχερός διότι το σύστημα παιδείας που προσέφερε η Ουρουγουάη στα χρόνια της διαμόρφωσης του ήταν εξαιρετικό- ίσως θα άξιζε οι ανύπαρκτοι ιθύνοντες σ' αυτόν τον τόπο να έριχναν ένα βλέμμα σ' αυτά που λέει ο Τσαβαρία: "Πολύ εύστοχα, το εκπαιδευτικό σύστημα έδινε έμφαση στο να αναπτύξουν οι μαθητές την ικανότητα να διαβάζουν στις γλώσσες του πρωτοτύπου τα μελλοντικά πανεπιστημιακά τους συγγράμματα" 

Φαντάζει αυτό τελείως εξωτικό για εκείνη την εποχή σε μια τριτοκοσμική χώρα, φαντάζει εξίσου εξωτικό για την τελευταία τριτοκοσμική χώρα της Νοτίου Ευρώπης, την Ελλάδα σήμερα. Όμως ο Τσαβαρία εκμεταλλεύτηκε τις δυνατότητες αυτές και σε συνδυασμό με την πνευματική του αρετή κατόρθωσε να μορφωθεί σε βάθος. Αυτή είναι η μία πλευρά της προσωπικότητας του η οποία τον ακολουθεί έως σήμερα. 

Ο περιπετειώδης Τσαβαρία είναι αυτός που περιπλανιέται ανά την Ευρώπη, και αργότερα στην Λατινική Αμερική, γνωρίζοντας τον κόσμο και τις διάφορες κουλτούρες, βρίσκοντας διάφορες δουλειές του ποδαριού ή περισσότερο σοβαρές δουλειές σε κάθε χώρα προκειμένου να ζήσει, διαβάζοντας με πάθος, ερωτευόμενος διάφορες γυναίκες, μπλέκοντας σε αναρίθμητες περιπέτειες και δοσοληψίες με το νόμο σε σημείο ν' αναρωτιέται κανείς για την τύχη αυτού του ανθρώπου και το ότι σήμερα είναι ακόμα ζωντανός- το ομολογεί, όμως, και ο ίδιος για το πόσο τυχερός στάθηκε στη ζωή του. 

Γνωρίζοντας τον κόσμο "από τα μέσα" και όχι μόνο από τα βιβλία θα αναπτύξει πολιτική δράση εντασσόμενος στην αριστερή ιδεολογία, αν και πρωτεύοντα ρόλο σ' αυτό έπαιξε η αίσθηση της αδικίας που γεννήθηκε μέσα του καθώς διάβαζε τις περιπέτειες που γνώρισε ο Γιάννης Αγιάννης των "Αθλίων" του Ουγκώ: "Τα διαβάσματά μου για τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη και η επιρροή της μαρξιστικής σκέψης, απογύμνωσαν τη γαλλική μπουρζουαζία αποκαλύπτοντας όλη την κτηνωδία της". Ο Ουγκώ και οι "Άθλιοι" του ήταν το πνευματικό κεντρί που διαπέρασε την ύπαρξη του και τον έστρεψε οριστικά στην προάσπιση των αδυνάμων και των κοινωνικά απόκληρων. Αλλά δεν έμεινε μόνο σ' αυτό. Ο Τσαβαρία ήταν και άνθρωπος της δράσης, και το βιβλίο του είναι κατάφορτο με άφθονα περιπετειώδη γεγονότα. Ο ίδιος το είχε φιλοσοφήσει το πράγμα: "Τελικά, όταν κάνουμε ασκητική ζωή ή όταν συμβαίνει μια καθημερινή ρουτίνα, σχεδόν ποτέ δεν μας συμβαίνει τίποτα που ν' αξίζει τον κόπο να το συζητήσουμε. Η αλήτικη και ρέμπελη ζωή είναι που σε γεμίζει γεγονότα...".

Τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια του βιβλίου αφορούν τα γεγονότα που έζησε ο συγγραφέας σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής στα αριστερά αντάρτικα που συμμετείχε. Κάποτε μάλιστα στην Κολομβία έφθασε πολύ κοντά στη σύλληψη από τις αρχές αλλά για γλυτώσει δεν φοβήθηκε να κάνει αεροπειρατεία προκειμένου να καταφύγει στην Κούβα η οποία την εποχή εκείνη φάνταζε ως ο επίγειος παράδεισος για τους κάθε λογής αριστερούς οραματιστές.  Ο Τσαβαρία είναι θαυμαστής του Φιντέλ Κάστρο, και παραμένει ακόμα και σήμερα. Θα τον χαρακτήριζε κανείς "αμετανόητο" οπαδό του σοσιαλιστικού πειράματος που έγινε στην Κούβα. 

Σε κάποια στιγμή ειλικρίνειας (αν και, για μένα, οι πιο ειλικρινείς σελίδες του βιβλίου αφορούν τις εκμυστηρεύσεις του για την αποτυχία των οικογενειακών και συζυγικών του σχέσεων) αναφέρει πως η πραγματική Κούβα δεν είναι αυτό που φαίνεται στα μάτια του απρόσεκτου τουρίστα, δεν είναι η φανερή φτώχεια με ότι αυτό συνεπάγεται, αλλά η αληθινή Κούβα είναι αυτή που "βρίσκεται στα πανεπιστήμια, στις σχολές Καλών Τεχνών, στα επιστημονικά ινστιτούτα, στους τριάντα πέντε χιλιάδες γιατρούς της που υπηρετούν στον Τρίτο Κόσμο, στις χιλιάδες οφθαλμολογικές επεμβάσεις στους φτωχούς της γης από τις πιο μακρινές γωνιές της". Ο Τσαβαρία χρωστά τη συγγραφική του σταδιοδρομία στην Κούβα και στην υποστήριξη που το καθεστώς του Κάστρο του προσέφερε καθώς και στο βιοπορισμό του από το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα αυτής της χώρας. Θεωρώ, υπ' αυτές τις συνθήκες, πως ο Τσαβαρία δεν μπορούσε να πει κάτι διαφορετικό, αφήνει όμως κάποιους υπαινιγμούς όπως λ.χ για το πόσο κυνηγήθηκαν από το καθεστώς οι ομοφυλόφιλοι. 

Ρεϊνάλντο Αρένας
Όμως στο νου έρχεται ένας άλλος μεγάλος Κουβανός συγγραφέας, ο Ρεϊνάλντο Αρένας, και τα όσα μαρτυρικά υπέφερε από το καθεστώς της σοσιαλιστικής ουτοπίας του Κάστρο, όπως και τόσοι άλλοι βέβαια που είτε φυλακίστηκαν λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων είτε αναγκάστηκαν να αυτοεξοριστούν στο Μαϊάμι καταγγέλοντας την έλλειψη ελευθερίας στην Κούβα του Κάστρο. Ο Τσαβαρία δεν λέει τίποτα για όλ' αυτά.  Εμμέσως όμως αναγνωρίζει πως ο Κάστρο, λόγω της ιστορικής αναγκαιότητας, έπρεπε να ενδυθεί τις εξουσίες ενός δικτάτορα έτσι ώστε να αλλάξει την φυσιογνωμία της κουβανικής κοινωνίας.  Ο Ντανιέλ Τσαβαρία μου άφησε τη γεύση ενός ανθρώπου που θέλει να είναι ειλικρινής, και σε πολλά σημεία του βιβλίου του δεν χαρίζεται στον εαυτό του, αλλά φαίνεται πως υπάρχουν και κάποια όρια που δεν μπορεί να υπερβεί, όπως η παραδοχή πως το καστρικό καθεστώς και η σοσιαλιστική ουτοπία των θαυμαστών και μιμητών του (λ.χ. του Ούγκο Τσάβες) δεινά περισσότερα έφεραν παρά την ευημερία που υπόσχονταν στους λαούς τους.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Νόρμπερτ Ελίας: Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015, μεταφρ. Γ. Πεδιώτης, Γ. Θωμαδάκης
Στο πολύ σημαντικό αυτό δοκίμιο ο μεγάλος κοινωνιολόγος Νόρμπερτ Ελίας επιχειρεί να ερμηνεύσει μέσα από γεγονότα της γερμανικής ιστορίας  τη διαμόρφωση του πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος που οδήγησε στην άνοδο του Τρίτου Ράιχ στην εξουσία. Το βασικό ερώτημα που, αν πρέπει να απαντηθεί με κάποια πειστικότητα χρειάζεται να ψηλαφίσει κανείς βαθιά στη ψυχή του γερμανικού έθνους, είναι πως αυτός ο λαός με τέτοια πνευματικά χαρίσματα μπόρεσε να φθάσει με άκρα αποτελεσματικότητα στο σχεδιασμό και την υλοποίηση του Ολοκαυτώματος.

Πράγματι, ο Ελίας γράφει, "οι διωγμοί κατά των Εβραίων είχαν ένα ισχυρό στοιχείο ρεαλισμού και ορθολογικότητας". Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο προϋπόθεση ήταν πέρα από την τεχνική κατάρτιση η οποία έφθασε σε ακρότατα όρια λόγω της γραφειοκρατικοποίησης των ενεργειών των αξιωματούχων και ένα απαραίτητο ψυχικό στοιχείο που κινητοποιούσε την βούληση έτσι ώστε οι διαταγές του Χίτλερ και του Χίμλερ να εκτελούνται με ακρίβεια ως τον τελευταίο δεσμοφύλακα σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης: το αρχέγονο αυτό στοιχείο ήταν το μίσος κατά των Εβραίων. 

Ένα μίσος που λογικά δεν ερμηνεύεται, μπορεί όμως να ερμηνευτεί ως ιδεολογική κατασκευή: "Αποτελούσε (για τον Χίτλερ και τους οπαδούς του) απλώς πεποίθηση τους ότι τούτο υπαγόρευε η φύση, η τάξη του κόσμου και ο δημιουργός της". Η εξόντωση των Εβραίων από πολεμικής απόψεως δεν εξυπηρετούσε κανένα στόχο των Ναζί. Ήταν το φυλετικό μίσος εκείνο που τύφλωσε τους Ναζί και μετέτρεψε τους Εβραίους σε αποδιοπομπαίους τράγους στην ιστορία. 

Ο Χίτλερ δεν είχε κρύψει τα πιστεύω του, αν και υπήρχαν και κυκλοφορούσαν αντισημιτικές αντιλήψεις στην Ευρώπη, ο Χίτλερ προσέδωσε σ' αυτές ένα μυστικιστικό τόνο, μια αντίληψη περί θεοδικίας, ένα κίνημα μεσσιανικού χαρακτήρα σαν κι αυτά που είχαν γεννηθεί τον Μεσαίωνα. Η διαφορά είναι βέβαια πως οι Ναζί είχαν την τεχνική ικανότητα να υλοποιήσουν το σχέδιο τους.

Ο Ελίας ανατρέχει στον τρόπο διαμόρφωσης του γερμανικού κράτους και στη διαφορά της εξέλιξης του από τα ανταγωνιστικά του έθνη, τους Γάλλους και τους Βρετανούς. Η γερμανική ιστορία και ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους οι Γερμανοί ιστορικά σε σχέση με τη Γαλλία και τη Βρετανία έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η Γερμανία είναι στην ουσία ένα σύγχρονο κράτος που έφθασε στην ενοποίηση των γερμανικών κρατιδίων μέσω "ενός ισχυρού ηγέτη που θα κατάφερνε να αποκαταστήσει την ενότητα και την ομόνοια".  

Η πολιτική ως σχέση ισχύος ανάμεσα σε κράτη δεν ήταν το παιχνίδι που είχαν μάθει να παίζουν επί ίσοις όροις οι Γερμανοί με πολύ εμπειρότερους παίκτες. Η γερμανική αυτοσυνείδηση μέχρι την εποχή του Μπίσμαρκ ήταν μια έννοια ακαθόριστη, "δεν υπήρχε κάποιος τρόπος ζωής ο οποίος να λογίζεται στη σκέψη και στον λόγο ως χαρακτηριστικά γερμανικός". Την ώρα που οι Βρετανοί κυριαρχούσαν σε όλες τις θάλασσες, οι Γερμανοί ανέπτυσσαν την έννοια της Bildung, της καλλιέργειας εκείνης που ξεφεύγει από τα όρια της τυπικής παιδείας.

 Έτσι όταν ήρθε η ώρα να μπουν κι αυτοί στο παιχνίδι κατανομής ισχύος μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων, μπήκαν με δυσμενείς όρους.  Ο απολυταρχικός μονάρχης ήταν αυτός που όριζε την τύχη της Γερμανίας, αυτός που ενσάρκωνε το όραμα της ενότητας με μέσο την πειθαρχία στην εξουσία του. Καθήκον λοιπόν του κάθε ατόμου ήταν να δώσει τα πάντα σ' αυτή την ενότητα, στην ιδέα της Γερμανίας ως κάτι του ξεχωριστού: "την ώρα που η πατρίδα τους είχε ανάγκη, έπρεπε να υπακούσουν στο κάλεσμα των όπλων με κάθε τίμημα". 

Αυτό που έχει ενδιαφέρον στην ανάλυση του Ελίας για την άνοδο του Χίτλερ είναι πως δεν αποδίδει τόση σημασία στους όρους που επιβλήθηκαν στη Γερμανία μετά την ήττα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά αναζητά τη γενεσιουργό αιτία στην ίδια τη γερμανική ιστορία με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, ένα από τα οποία ήταν η ταύτιση των Γερμανών με κάποιον δυνάστη. Αυτό συνεπαγόταν την ύπαρξη ενός ζωτικού χώρου, στην Ευρώπη φυσικά, όπου η Γερμανία θα ανέπτυσσε την αυτοκρατορική της ισχύ, διότι, όπως γράφει ο Ελίας "οι Γερμανοί ήταν πρακτικά οι μόνοι για τους οποίους η εικόνα μιας αυτοκρατορίας στην Ευρώπη αποτελούσε μέρος της παράδοσής τους".

Αντιλαμβάνοντας ο Ελίας την ιστορία της Γερμανίας ως μια ιστορία παρακμής, συγκρινόμενη βέβαια με τις άλλες χώρες της Δύσης, θεωρεί πως οι Γερμανοί αναζήτησαν στον Χίτλερ τον παράγοντα εκείνο που θα τους έδινε το δικαίωμα να υπάρχουν όχι απλώς σαν ισότιμα μέλη αλλά ως ηγέτες τουλάχιστον στην Ευρώπη. Εκχώρησαν έτσι τη συνείδηση τους στο Κράτος και σ' αυτό απόθεσαν τις προσδοκίες τους, με αποτέλεσμα "κάθε σύγκρουση ανάμεσα στον έλεγχο που ασκούσε το κράτος και σ' εκείνον που ασκούσε η δική τους συνείδηση τους προκαλούσε έντονη δυσφορία. Ως εκ τούτου, με τρόπο αντανακλαστικό, κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να απωθήσουν όποιο συμβάν απειλούσε να προκαλέσει μια τέτοια σύγκρουση".

Ο Ελίας δεν απαντά στο ερώτημα αν ένα τέτοιο φαινόμενο μπορεί να ξαναγεννηθεί, αφήνει όμως τον υπαινιγμό πως μπορεί να υπάρξουν ξανά οι κοινωνικές εκείνες συνθήκες που ευνόησαν την γέννηση αυτής της βαρβαρότητας. Η μόνη διέξοδος, λέει, είναι η γνώση αυτών των συνθηκών προκειμένου ν' αποτραπεί μια παρόμοια κατάσταση γενικευμένης αταξίας στο μέλλον. Είναι μια αισιόδοξη αντίληψη την οποία δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε ως προς τα κίνητρα της, δεχόμενοι ωστόσο και την απλοϊκή άποψη πως η ιστορία, τελικά, δεν διδάσκει τίποτα.

Το πρόβλημα με τη Δανία

Για άλλη μια φορά, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για τη διαφθορά την οποία συντάσσει η μη κυβερνητική οργάνωση "Διεθνής Διαφάνεια" οι σκανδιναβικές χώρες είναι πρώτες στη λίστα και ειδικότερα η Δανία είναι στην κορυφή. Είναι με βάση την έρευνα αυτή η πιο αδιάφθορη, η πιο διαφανής χώρα στον κόσμο.

Φυσικά η έκθεση αυτή δεν συμπεριλαμβάνει στα κριτήρια προς διερεύνηση, προκειμένου να αξιολογήσει τις χώρες, το βαθμό ψυχικής ισορροπίας ή ασθένειας των κρατών και των λαών αυτών. Αν το λάμβανε υπόψη, η κατάταξη για τη Δανία θα ήταν διαφορετική, ίσως θα συγκαταλεγόταν σ' αυτές τις χώρες με τον μεγαλύτερο βαθμό εσωτερικής δυστυχίας ή ακόμα και απανθρωπιάς, αν και τα δύο αυτά συνδέονται. 

Διότι πως αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί η Δανία πια, όταν ψηφίζει νόμο το Κοινοβούλιο της ώστε μόλις πατάνε οι δυστυχείς μετανάστες το πόδι τους στην πλούσια αυτή χώρα του Βορρά, το κράτος να έχει τη δυνατότητα κατάσχεσης των περιουσιακών τους στοιχείων; Αυτό, σύμφωνα με τους εμπνευστές του νόμου, πρόκειται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την είσοδο μεταναστών και προσφύγων στην επικράτεια της. 

Η προβληματική ψυχοσύνθεση των Δανών, αυτή η διάσπαση του έσω ατόμου με τον κόσμο γύρω του, αντανακλάται και στην προσωπική ζωή των δύο πιο ξακουστών συγγραφέων της, του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και του Σαίρεν Κίρκεγκωρ. Βασανισμένες ψυχές και οι δύο, δεν μπόρεσαν να απλώσουν την ψυχή τους εκτός του εγώ τους, καταπιέζοντας τον εαυτό τους σε μια ανέραστη ύπαρξη. Δημιούργησαν όμως ένα θαυμαστό έργο. Κάπως έτσι και το κράτος Δανία, σε συνέχεια της πνευματικής ύπαρξης των μεγάλων της συγγραφέων, δημιούργησε (αλλά με πόση καταπίεση και αφαίμαξη των ενστίκτων) ένα υποδειγματικό κράτος που όμως νοσεί βαθύτατα υπαρξιακά όπως αποδεικνύει η βάναυση μεταχείριση των δυστυχισμένων που καταφεύγουν στο έδαφός της.

Το πρόβλημα με τη Δανία δεν φαίνεται από την πρώτη θέση στη λίστα των πιο αδιάφθορων χωρών. Μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να είναι προς μίμηση από κανέναν εχέφρονα. 

Χένρυ Τζέημς: Τα χαρτιά του Άσπερν

Ο Χένρυ Τζέημς είναι το ίδιο απολαυστικός όταν γράφει διηγήματα όσο και μυθιστορήματα ποταμούς. Τα δεύτερα λόγω των πολλών λεπτεπίλετων αποχρώσεων και των συνεχών υπαινιγμών, καθώς και των μεγάλων προτάσεων κατάφορτων από συνειρμούς σκέψεων είναι δύσκολο να τα παρακολουθήσεις αν δεν είσαι εντελώς προσηλωμένος στο κείμενο, λίγο να αφαιρεθείς έχασες κάτι από τη μαγεία της λεπτομέρειας του Τζέημς- και δεν κρύβεται μονάχα ο διάβολος στις λεπτομέρειες αλλά ενίοτε και ο αναγνωστικός παράδεισος, και σ' αυτό ειδικεύονται τα μεγάλα μυθιστορήματα του Τζέημς. Αλλά και οι νουβέλες του θέλουν εξίσου προσοχή και αφοσίωση, αν και σαφώς διαβάζονται ευκολότερα και δεν εξουθενώνουν τον βιαστικό αναγνώστη. Τα "Χαρτιά του Άσπερν" γράφτηκαν το 1888, λίγο πριν την τελευταία φάση της δημιουργικής πορείας του Τζέημς στην οποία δεσπόζουν τα εμβληματικά "Χρυσό Κύπελλο" και τα "Φτερά της Περιστεράς". Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο Τζέημς είχε την έμπνευση να γράψει την συγκεκριμένη νουβέλα από μια αληθινή ιστορία που άκουσε όταν βρισκόταν στην Ιταλία, και αφορούσε την προσπάθεια του ηλικιωμένου ναυτικού Εδουάρδο Αύγουστο Σιλσμπέε να έρθουν στην κατοχή του ντοκουμένα που αντήλλαξαν μεταξύ τους οι μεγάλοι ποιητές Σέλλεϋ και Μπάϋρον, και τα οποία είχε στην κατοχή της η Κλαιρ Κλαιρμόντ, ετεροθαλής αδελφή της Μαίρυ Σέλλεϋ. 
Στο διήγημα του Τζέημς, τα αντίστοιχα λάφυρα ονομάζονται χαρτιά του διάσημου ποιητή Άσπερν τα οποία αναζητά με μανία ο αφηγητής της ιστορίας που δηλώνει μέγας θαυμαστής του έργου του και προκειμένου να τα πάρει στην κατοχή του και να τα διαβάσει, πιστεύοντας ότι αποκαλύπτουν μυστικά του αγαπημένου του συγγραφέα, είναι διατεθειμένος να κάνει οτιδήποτε, να φθάσει μέχρι τα άκρα που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι να νοικιάσει έναντι ενός εξωπραγματικού ενοικίου δωμάτια στην τεράστια βίλλα που κατέχει η Κυρία Μπορντερώ, μια ηλικιωμένη γεροντοκόρη που ζει με την ανιψιά της Μις Τίνα. Εκεί πλέον μηχανεύται τρόπους για να αποκτήσει αυτά τα ντοκουμένα που θα ξεδιψάσουν τη μανία του για τον μεγάλο ποιητή Άσπερν.
Λέγεται πως ο Τζέημς μ' αυτή την ιστορία αναμετρήθηκε επίσης με τον εαυτό του και τα όρια που μπορεί να έχει μια βιογραφική αφήγηση, δηλαδή για το πόσο μακριά μπορεί να το πάει ένας βιογράφος όταν αρχίζει να συνθέτει την εξιστόρηση, και τις ιδιαίτερες στιγμές του φυσικά, ενός διάσημου προσώπου. 

Ο Τζέημς σχεδίαζε μια τέτοια βιογραφία για τον Ναθάνιελ Χώθορν και αναρωτιόταν για τα ηθικά όρια των πληροφοριών που έπρεπε ή σκόπευε να έχει πρόσβαση προκειμένου να γράψει τη βιογραφία. Ο αφηγητής του διηγήματος αποκαλείται από την Κυρία Μπορντερώ ως "παλιάνθρωπος εκδότης" μόλις εκείνη αντιλαμβάνεται πως είναι έτοιμος να αποσπάσει με δόλιο τρόπο τα πολύτιμα αρχεία του ποιητή Άσπερν που με τόση επιμέλεια κρύβει. Η εμμονή του αφηγητή είναι τόσο αρπακτική που από την αρχή ακόμα, μόλις μαθαίνει που κρύβονται τα περίφημα χαρτιά, θεωρεί πως μονάχα με την υποκρισία και την διπλοπροσωπία μπορεί να τα αποσπάσει. 

Κάτι ανάλογο δηλαδή με την τακτική των λεγόμενων δημοσιογράφων οι οποίοι χρησιμοποιούν δόλιες μεθόδους για να φθάσουν στην αποκάλυψη κάποιας πραγματικότητας, παραβιάζοντας ενίοτε την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων που έχουν σταμπάρει λόγω της έρευνάς τους. Μπορεί λοιπόν η συγκεκριμένη νουβέλα του Τζέημς να διαβαστεί και ως ένα σχόλιο γύρω από την ελευθερία και τα όρια της αναζήτησης πηγών και αρχείων καθώς και των μέσων που χρησιμοποιεί κανείς για να φθάσει στην πηγή της γνώσης. 

Ο Τζέημς δείχνει βέβαια και τα όρια της θυσίας που πρέπει να κάνει κάποιος γι' αυτό, καθώς εγκλωβίζει τον αφηγητή στην δυνατότητα απάρνησης του εγώ και της ελευθερίας του για να αποκτήσει αυτό που ποθεί περισσότερο- να δώσει αίμα για να αποκτήσει πνεύμα, αλλά δεν είναι τελικά τόσο εύκολο όσο ακούγεται, είναι όμως μονάχα αυτό το αληθινό κριτήριο για να διαπιστωθεί αν μια αναζητήση έχει ευγενή ή εγωιστικά κίνητρα. 

Η λογοτεχνική ιδιοφυία του Τζέημς μετατρέπει μια πραγματική ιστορία σε ένα μεταφυσικό δοκίμιο γύρω από τα κίνητρα των επιθυμιών μας προσφέροντας μεθόδους ελέγχου αυτών. Ο αφηγητής πίστευε πως θα μπορούσε να πληρώσει το τίμημα, ήταν όμως αργά- υπολόγισε περισσότερο τα δικά του "θέλω" παραγνωρίζοντας πως δεν αρκεί η καταβολή του τιμήματος αλλά και η έγκαιρη απόδοσή του.

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Τζωρτζ Στάϊνερ: Τολστόϊ ή Ντοστογιέφσκι

Εκδ. Αντίποδες 2015
Σε ηλικία 30 ετών ο Τζωρτζ Στάϊνερ, ένας από τους σπουδαιότερους κριτικούς λογοτεχνίας της εποχής μας δημοσιεύει την σπουδαία μελέτη του γύρω από τα δύο εμβληματικά μεγέθη της ρωσικής λογοτεχνίας, τον Τολστόϊ και τον Ντοστογιέφσκι, οριοθετώντας συγχρόνως τον τρόπο που πρέπει να διαβάζουμε τους κλασικούς και τον τρόπο που πρέπει να σκεφτόμαστε κριτικά.  Για την εποχή που γράφτηκε η μελέτη ήταν πρωτοποριακή, όχι με την έννοια πως εισήγαγε κάτι καινοτόμο, αλλά αμφισβητώντας τα πορίσματα της "Νέας Κριτικής" που βρισκόταν τότε στο προσκήνιο η οποία απέδιδε σημασία "στη λεπτομέρεια της μορφής, στην αμφισημία και στο αυτοσυνείδητο των σχημάτων του λόγου".  Ο Στάϊνερ θέλει να δει τα πράγματα λίγο βαθύτερα γι' αυτό αναζητεί τις θεολογικές και υπαρξιακές ρίζες των έργων που έχει απέναντί του τονίζοντας στον πρόλογο στην 2η έκδοση του βιβλίου του πως "προσπάθησε να καταδείξει ότι το κύρος των δύο συγγραφέων δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη θεολογική τους στράτευση". Με άλλα λόγια, πήρε στα σοβαρά τα όσα είχαν να πουν οι δύο μεγάλοι συγγραφείς αναφορικά με το περί Θεού ερώτημα το οποίο, με τη σειρά του, υπονοούσε σαφή τοποθέτηση για το περί ανθρώπου ερώτημα.
Η γραφή του Στάϊνερ κυλά τόσο άνετα (γι' αυτό ευθύνεται, φυσικά, και η μετάφραση του Κ. Σπαθαράκη για την οποία θα είναι περήφανος ο αειθαλής Στάϊνερ) όσο και ο προφορικός του λόγος, ένας λόγος που καταπλήσσει με την ρητορική και επιχειρηματολογική δεινότητα του. Καταπλήσσει όμως και η ειλικρίνεια του, καθώς παραδέχεται κατηγορώντας συνάμα τον εαυτό του γι' αυτό επειδή δεν γνώριζε ρωσικά, πως η κριτική προσέγγιση των κειμένων έγινε αποκλειστικά μέσω των διαθέσιμων μεταφράσεων που είχε των Ρώσων κλασικών, ειδικότερα των αξεπέραστων μεταφράσεων στην αγγλική των Λουίζ και Έλμερ Μωντ και Κονστάνς Γκάρνετ. 
George Steiner
Ο Στάϊνερ οριοθετεί το αόρατο νήμα που συνδέει το έργο των Ρώσων κλασικών με τους λογοτέχνες και δραματικούς συγγραφείς του παρελθόντος. Έτσι, ο επικός Τολστόϊ κατάγεται από τα έπη του Ομήρου, ενώ ο Ντοστογιέφσκι αναφέρεται πνευματικά στον Σαίξπηρ. Αλλά και η επιλογή του κάθε αναγνώστη δεν είναι άμοιρη των εσωτερικών προδιαθέσεων του, καθώς πρόκειται "για δύο αντιτιθέμενες ερμηνείες της ανθρώπινης μοίρας, του ιστορικού μέλλοντος και του μυστηρίου του Θεού".
Η πολυμάθεια του Στάϊνερ, και η εξαιρετική μνήμη που διαθέτει, τον βοηθά να ξετρυπώνει από την παγκόσμια λογοτεχνία ρήσεις, υπαινιγμούς, επισημάνσεις, αντιθέσεις και συμφωνίες με τους συγγραφείς που εξετάζει πείθοντας τον αναγνώστη πως η ενασχόληση με την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων δεν μπορεί να είναι ούτε πάρεργο, ούτε μια έστω υψηλή διασκέδαση, αλλά μάθημα ζωής και διδάσκει πειθάρχηση και συγκέντρωση του εαυτού στο γράμμα και το πνεύμα του κειμένου- είναι μια πολύ σοβαρή ασχολία. Έτσι, παράλληλα με την σκιαγράφηση του έργου των δύο Ρώσων κλασικών έχουμε την παράθεση ονομάτων άλλων μεγάλων συγγραφέων που ως λαμπροί αστερισμοί αστράφτουν στο στερέωμα που μεσουρανούν ο Τολστόϊ και ο Ντοστογιέφσκι αντανακλώντας σ' αυτούς το φως, αλλά, όπως λέει και το γραφικό "αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη".
Η επιλογή ανάμεσα σε Τολστόϊ και Ντοστογιέφσκι είναι ζήτημα υπαρξιακής επιλογής και της εικόνας που έχει καθένας για τον Θεό και τον άνθρωπο. Ο Τολστόϊ αντιλαμβάνεται την αρχή και το τέλος της ιστορίας που είναι ο Ιησούς Χριστός όχι με τα δεδομένα και τα δόγματα της ορθόδοξης εκκλησίας αλλά εξορθολογίζοντας το μήνυμα του ευαγγελίου φέρνοντας το περισσότερο κοντά στα μέτρα του ανθρώπου, ενώ ο Ντοστογιέφσκι, πιο σκοτεινός και τραγικός, ζώντας το παράλογο της ύπαρξης και αναζητώντας την παρουσία ενός Λυτρωτή παραδέχεται πως θα προτιμούσε τον Χριστό της Εκκλησίας από την αλήθεια, αν η δεύτερη δεν είχε καμιά σχέση με τον Θεάνθρωπο.  Ο Τολστόϊ "με την προσωπική και συχνά αυθαίρετη ερμηνεία του ευαγγελίου", όπως μας λέει ο Στάϊνερ, ολισθαίνει στην ίδια λογική των αρχαίων αιρεσιαρχών που κόβοντας και ράβοντας, όπως κυριολεκτικά έκαμαν μερικοί εξ αυτών, τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, επιχείρησαν να προσδώσουν μια ορθολογική ερμηνεία της παρουσίας του Χριστού. Αυτό που σώζει τον Τολστόϊ είναι η καλλιτεχνική μεγαλοσύνη του έργου του και ο πλούτος των εικόνων και των ιστοριών που έχει να διηγηθεί, καθώς και ο ανθρωπισμός, μέσω της θεϊκής αντίληψης που προασπίζει, που δονεί την φιλοσοφία του. Οι διαφορές όμως είναι ορατές. Ο Στάϊνερ παραθέτει την άποψη του Μπερντιάεφ που λέει πως "η ιδιοφυϊα του Τολστόϊ ανήκε στο είδος του προφήτη και του θρησκευτικού αναμορφωτή, όχι όμως σε εκείνο του θεολόγου με την παραδοσιακή τεχνική έννοια". Άλλωστε ήταν οι απόψεις του Τολστόϊ που βρήκαν αν όχι εφαρμογή, πάντως ευήκοα ώτα στους φορείς της πολιτικής εξουσίας όπως ήταν οι μπολσεβίκοι του Λένιν και σε διάφορα χιλιαστικά κινήματα που είδαν σ' αυτόν μια θεωρία καταδίκης της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο Ντοστογιέφσκι, αντίθετα, απέρριψε την ουτοπία της επί γης βασιλείας αναζητώντας την αλήθεια στον έσω μετανοημένο άνθρωπο, μένοντας περισσότερο πιστός στην εκκλησιαστική κατανόηση του Ιησού Χριστού. Η μεγάλη διαφορά τους τελικά έγκειται στο ότι ο Ντοστογιέφσκι αναμετρήθηκε με την άβυσσο της ψυχής του ανθρώπου, είδε την άβυσσο αλλά δεν τη φοβήθηκε, καθώς "ήταν εξαιρετικά δύσπιστος απέναντι στην ανθρωπιστική διδασκαλία και προτιμούσε να βρίσκεται μαζί με τους πονεμένους, τους τρελούς και κάποτε εγκληματικά διεστραμμένους "δούλους του Θεού".
Ο Τολστόϊ στο προσκεφάλι του, στις τελευταίες μέρες της ζωής του, λέγεται ότι είχε ένα αντίγραφο των "Αδελφών Καραμαζόβ" μαζί με τα "Δοκίμια" του Μονταίν, προσπαθώντας έτσι να εξισορροπήσει τις αντικρουόμενες τάσεις της ψυχής του. Συχνά αναρωτιέμαι, πως θα με βρει και μένα αυτή η ώρα. Τουλάχιστον κάποια μέτρα έχω πάρει, και απέναντι από το κρεβάτι μου, σε ένα ντουλάπι, βρίσκονται αραδιασμένοι όλοι οι τόμοι του Τολστόϊ και του Ντοστογιέφσκι, καθώς και οι κορνιζαρισμένες φωτογραφίες τους- αλλά αν ήθελα να έχω πιο κοντά μου, στο κομοδίνο, κάτι απ' αυτούς, θα επέλεγα επίσης τους "Αδελφούς Καραμαζόβ" και μάλιστα ανοιγμένο στις τελευταίες σελίδες όπου γίνεται αναφορά από τον Αλιόσα και την παρέα των παιδιών στην εκ νεκρών ανάσταση. 

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Ο Γενικός Γραμματέας

Στην ελληνική δημόσια διοίκηση οι τίτλοι που συνοδεύουν κάποια θέση ευθύνης δεν διεκδικούν δάφνες φαντασίας: γενικός γραμματέας, ειδικός γραμματέας, γενικός διευθυντής, μετακλητός υπάλληλος, υπάλληλος αορίστου χρόνου, ορισμένου χρόνου, τακτικός υπάλληλος, αναπληρωτής γενικός γραμματέας, γενικός διευθυντής κλπ. Όλοι αυτοί οι τίτλοι θυμίζουν τις ανάλογες εκκλησιαστικές προσφωνήσεις: αιδεσιμολογιότατος, πανοσιολογιότατος, σεβασμιότατος, μακαριότατος κλπ. 

Με άλλα λόγια, έχουμε βρει κατάλληλες λέξεις προκειμένου να ντύσουμε την μετριότητα του εαυτού και της φαντασίας μας προκειμένου να ικανοποιήσουμε την αυταρέσκεια μας. Και αν οι τίτλοι και τα αξιώματα στην εκκλησία δεν μεταδίδονται και δεν παραδίδονται μέσω της οικογενειακής επετηρίδας, στο δημόσιο χώρο της Πολιτείας, σ' αυτό που σκωπτικά λέμε "Ελληνικό Κράτος" αυτός είναι ο κανόνας. 

Ο Αλέξης Τσίπρας τις προάλλες έκαμε αυτό που και οι προκάτοχοι του είχαν κάνει, να εκφωνήσει ομιλία στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης αναφερόμενος στα κακώς κείμενα του μεγάλου ασθενούς, που είναι η δημόσια διοίκηση, και τι ιδέες έχει το κόμμα του έτσι ώστε να θεραπεύσει αυτήν την πληγή στο σώμα της κοινωνίας. Δεν είχα κανένα λόγο να διαβάσω αναλυτικά την ομιλία του- διάβασα παρόμοιες ομιλίες που είχαν εκφωνηθεί πριν μερικά χρόνια από άλλους πρωθυπουργούς στο ίδιο μέρος. 

Ο Αλέξης Τσίπρας όμως ήταν άτυχος διότι την ίδια μέρα αποκαλύφθηκε πως ο γενικός γραμματέας του κόμματος του διόρισε ως μετακλητούς υπαλλήλους, που σημαίνει προσαυξημένες κατά πολύ αποδοχές σε σχέση με τον υπάλληλο καριέρας, ανθρώπους του οικογενειακού του περιβάλλοντος δικαιολογώντας την κίνηση αυτή περίπου με όρους επαναστατικού ιστορικού δικαίου: χρωστά η ιστορία στην διωκόμενη και ηττημένη αριστερά κάποιες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό ημετέρων. 

Ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε στην έδρα της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ενός θεσμού που υπάρχει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η τότε κυβέρνηση, προτού καν δημιουργηθεί το ΑΣΕΠ, προσπάθησε να μιμηθεί τον αντίστοιχο θεσμό της Γαλλίας, αλλά αυτή η προσπάθεια έμεινε μονάχα στα χαρτιά, καθώς ο τρόπος που δημιουργήθηκε η Σχολή και όπως λειτούργησε καμιά σχέση δεν είχε με τον ρόλο που οι αντίστοιχοι απόφοιτοι της γαλλικής Σχολής παίζουν στον γαλλικό δημόσιο- ήταν απλώς μια απόπειρα διοικητικού εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους, εντελώς αποσπασματικής και ανολοκλήρωτης. Το μόνο που άξιζε σ' αυτή την προσπάθεια ήταν πως ο τρόπος εισαγωγής σ' αυτή τη Σχολή ήταν δύσκολος και αδιάβλητος, όπως και το επίπεδο σπουδών εντός αυτής, αλλά και πάλι ουδεμία σχέση είχε με το γαλλικό αντίστοιχο.

 Ήταν όμως μια όαση αξιοκρατίας και παρά τα προβλήματα, εξακολουθεί να είναι. Σ' αυτή λοιπόν τη Σχολή προσήλθε και μίλησε ο Τσίπρας για αξιοκρατία, όταν οι συγγενείς διαφόρου βαθμού στελεχών του κυβερνώντος κόμματος ήδη άρχισαν να στελεχώνουν νευραλγικές θέσεις στο Κράτος οι οποίες λειτουργούν ως παράλληλη διοίκηση εντός του κρατικού μηχανισμού, μια ιδιότυπη, αλλά πανίσχυρη ιεραρχία η οποία λύνει και δένει στους δημόσιους οργανισμούς παρακάμπτοντας τη μόνιμη διοικητική ιεραρχία την οποία ποτέ δεν εμπιστεύτηκαν οι κυβερνώντες οποιασδήποτε απόχρωσης διότι δεν της είχαν ποτέ εμπιστοσύνη. Ακόμα και τις εποχές που η εκάστοτε ηγεσία αποκαθήλωνε εν μια νυκτί διευθυντές και γενικούς διευθυντές προκειμένου να τοποθετήσει δικά της πρόσωπα, και πάλι αυτά τα πρόσωπα δεν ήταν άξια εμπιστοσύνης όσο οι κολλητοί της αυλής του εκάστοτε υπουργού, υφυπουργού, διοικητή, και αν αναλογιστεί κανείς πόσοι ανασχηματισμοί έχουν γίνει άρα πόσα τέτοια άτομα έχουν παρελάσει, για ελάχιστο διάστημα ορισμένοι εξ αυτών, από τις θέσεις των μετακλητών υπαλλήλων, καταλαβαίνει το μέγεθος της κακοδιοίκησης και της πολιτικής του ό,τι νάναι. 

Ο Τσίπρας και η αριστερά του δεν κάνουν λοιπόν τίποτα διαφορετικό απ' ότι έχουν πράξει οι προηγούμενοι και απ' ότι θα πράξουν οι επόμενοι. Σε μια χώρα και μια κοινωνία όπου δεν υπάρχει ισχυρή ιδιωτική οικονομία, οι θέσεις φιλέτο στον κρατικό μηχανισμό φαντάζουν ως οι μοναδικές δυνατότητες προσπορισμού προσόδων και κοινωνικής ανέλιξης. Καμιά αριστερά και καμιά δεξιά δεν θα καταργήσει αυτή τη δυνατότητα που παρέχουν στον εαυτό τους οι νόμοι, και μάλιστα στο όνομα κάποιας ανύπαρκτης ηθικής, να διαμοιράζουν (αυτή είναι η σωστή λέξη, και όχι διορίζουν) τις θέσεις στο κράτος, τον μοναδικό πανίσχυρο εργοδότη που βυθίζει την ελληνική κοινωνία στη σήψη και τη σαπίλα. Το γεγονός πως τελικά οι θέσεις διαμοιράζονται ανάμεσα σε μέλη οικογενειών είναι απόλυτα φυσικό, και εδώ βοηθάνε οι αναλύσεις του Στέλιου Ράμφου αλλά και άλλων για την οικογενειοκρατική δομή της κοινωνίας και της πολιτείας η οποία δομή δεν αφήνει χώρο στην αξιοκρατία, την ουδέτερη και αντικειμενική κρίση αλλά μοιράζει τους τίτλους και τα αξιώματα στο χώρο τον στενό της εκάστοτε κυρίαρχης (πολιτικά) οικογένειας, όπως άλλωστε γινόταν πάντα σ' αυτόν τον γεωγραφικό τόπο. 

Ο γενικός γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι επαναστάτης, ούτε προοδευτικός, ούτε καν αριστερός: εντάσσεται θαυμάσια στο ρου της ελληνικής ιστορίας παρασυρμένος κι αυτός από την ηχώ των προγόνων του οι οποίοι αν βρίσκονταν με την πλευρά των νικητών θα έκαμαν ακριβώς τα ίδια. 

Οι επαναστάσεις στην Ελλάδα είχαν μόνο έναν σκοπό, την άλωση και την μοιρασιά των κρατικών τιμαλφών. Τα όσα αναφέρει στην ανακοίνωσή του αποδεικνύουν το παντοδύναμο μέγεθος και της αριστερής οικογένειας που συμμερίζεται τις ίδιες διαχρονικές αξίες με την δεξιά οικογένεια. Ίσως να μην υπάρχει καν και αυτός ο διαχωρισμός αλλά να μιλάμε μονάχα για την οικογένεια, την φαμίλια, τούτη την ιδιαίτερη δομή του ευρωπαϊκού νότου που κυριαρχεί στο δημόσιο βίο. 
Αυτό το απόστημα δεν θα σπάσει γιατί δεν υπάρχει τίποτα να το αντικαταστήσει.  Είναι επαρκής λόγος να εύχεται κανείς την διαιώνιση των μνημονίων και τον έλεγχο από τους ευρωπαϊκούς και αμερικάνικους θεσμούς έτσι ώστε να μην αφεθεί εντελώς ο τόπος στα χέρια των τοπαρχών. 

Έρικ Χομπσμπάουμ: Πως να αλλάξουμε τον κόσμο

Μπορεί ο μαρξισμός ν' αλλάξει τον κόσμο; Μονάχα αν τον δει κανείς σαν εγκόσμια θρησκεία, όπως έγινε αυτό στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, μια οργανωμένη θρησκεία με δικό της ιερατείο και πιστούς που συνήθως εγκληματούσαν κατά όσων θεωρούσαν ανταγωνιστές και αντιπάλους τους. Ο Έρικ Χομπσμπάουμ, αυτός ο διαπρεπής ιστορικός και αμετανόητος μαρξιστής, συγκεντρώνει σ' αυτόν τον τόμο διάφορα δοκίμια που περιστρέφονται γύρω από πτυχές της μαρξιστικής ιστορίας και θεωρίας. Ο Χομπσμπάουμ είναι έντιμος όσον αφορά τους στόχους που επιδιώκει από την μαρξιστική ανάλυση: "Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις λύσεις των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας στον 21ο αιώνα. Ωστόσο, για να μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρξουν λύσεις, οφείλουμε να θέσουμε τα ερωτήματα που έθεσε ο Μαρξ, ακόμη κι αν δεν θέλουμε να δεχτούμε τις απαντήσεις που έδωσαν οι μαθητές του".


Το βιβλίο διαβάζεται ως μια ιστορία του μαρξισμού του Μαρξ και του Ένγκελς- ελάχιστα επικεντρώνεται στους επιγόνους του, ή σε όσους αργότερα θεωρήθηκαν οι ίδιοι ως μαρξιστές. Υπ' αυτή την έννοια, δεν πρόκειται για μια κριτική ιστορία του μαρξισμού, η οποία αναπόφευκτα θα οδηγούσε στην καταδίκη του ακόμα και ως επιστημονικό εργαλείο, όπως το επιχείρησε ο Λέσεκ Κολακόφσκυ στο μνημειώδες έργο του "Main Currents of Marxism", αμετάφραστο, και όχι τυχαία, στα ελληνικά, όπου ανατέμνει με δεξιοτεχνία τις αντιφάσεις και τα προβλήματα του μαρξισμού. Αλλά και ο Χομπσμπάουμ, παρά την τοποθέτηση του στο μαρξιστικό στρατόπεδο, είναι έντιμος αναγνωρίζοντας στον μαρξισμό του Μαρξ και του Ένγκελς μια μέθοδο σκέψης και όχι ένα κλειδί με το οποίο ανοίγει κάθε σκοτεινό δωμάτιο της ιστορίας. Σημειώνει δηλαδή: "Όλα αυτά καθιστούν αδύνατο να αντλήσουμε από τα κλασικά γραπτά οτιδήποτε που θα μοιάζει με εγχειρίδιο οδηγιών στρατηγικής και τακτικής, επικίνδυνα ακόμη και να χρησιμοποιηθούν ως αμετάκλητες αποφάνσεις, ενώ ποτέ δεν είχαν χρησιμοποιηθεί έτσι".

Και ενώ ισχυρίζεται αυτά, βλέπει τον Μαρξ περισσότερο ως κοινωνικό προφήτη παρά ως έναν επιστήμονα που από τα εμπειρικά δεδομένα που συλλέγει καταλήγει σε κάποιο γενικό συμπέρασμα, μέχρι αυτό να διαψευστεί από νέα δεδομένα. Ο Χομπσμπάουμ βλέπει στο "Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος" μια φιλοσοφική θέση η οποία μετά βίας μπορεί να κρύψει την μεταφυσική της διάσταση ως ερμηνεία της ιστορίας υπό την προοπτική των εσχάτων: "Ο σκοπός του κομμουνισμού που υιοθετήθηκε πριν ο Μαρξ γίνει "μαρξιστής" δεν προέκυψε από την ανάλυση της φύσης και της ανάπτυξης του καπιταλισμού, αλλά από ένα φιλοσοφικό-όντως εσχατολογικό- επιχείρημα για την ανθρώπινη φύση και το ανθρώπινο πεπρωμένο". Το προλεταριάτο ως φορέας απελευθέρωσης των ανθρώπων, το νεανικό όραμα του Μαρξ που δεν το εγκατέλειψε ούτε και στην ώριμη ηλικία του αλλά το περιέβαλε με την επιστημοσύνη που αποπνέει το "Κεφάλαιο" και τα μεταγενέστερα έργα του.

Η στράτευση στον μαρξισμό υπήρξε αναγκαστικά υπαρξιακή επιλογή κατά τη διάρκεια της ανόδου του φασισμού και του ναζισμού. Τότε στρατεύτηκαν οι εκλεκτότεροι διανοούμενοι που αναζητούσαν από κάπου να πιαστούν προκειμένου να επιβιώσουν πνευματικά και ο μαρξισμός αποτέλεσε γι' αυτούς την τελευταία ενδεδειγμένη λύση εφόσον ήταν ακόμη άγνωστη, ή έτσι ήθελαν όλοι να νομίζουν, η κατάσταση στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης. Το όπιο των διανοουμένων εκείνη την εποχή έμοιαζε με παιδικό σιρόπι που πινόταν ευχάριστα. Όμως, λέει ο Χομπσμπάουμ, "όσοι επέζησαν , συχνά απογοητεύτηκαν". Η κριτική ιστορία του μαρξισμού γράφτηκε από αυτούς κυρίως που έζησαν την προοπτική ενός άλλου κόσμου, στη θεωρία τουλάχιστον, για να οδηγηθούν στην αποστράτευση επειδή ήσαν έντιμοι. Όσοι επέμειναν, σημαίνει ότι δεν ενηλικιώθηκαν ποτέ.

Τα σημαντικότερα κείμενα του βιβλίου βρίσκονται προς το τέλος όπου ο Έρικ Χομπσμπάουμ προβαίνει σε μια επισκόπηση του μαρξισμού τα τελευταία χρόνια, αναζητώντας τα αίτια για την παγκόσμια υποχώρηση του.  Όσο υπάρχει η πολιτική, δηλαδή όσο υπάρχει ο άνθρωπος που μπορεί να σκέπτεται εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης του βίου του, ο μαρξισμός θα παραμείνει ένα αναγκαίο εργαλείο σκέψης που, αν δεν θέλει να μουσειοποιηθεί, οφείλει να ανανεώνεται πετώντας μακριά τη μεταφυσική χροιά του. Ο Χομπσμπάουμ αναγνωρίζει στον μαρξισμό ότι έθεσε τον καπιταλισμό όχι ως απάντηση αλλά ως ερώτημα. Είναι δυνατό όμως σε μια θεωρία που επιθυμεί να είναι περιεκτική να μην μπαίνει στον πειρασμό της έκφρασης απαντήσεως; Ο Βρετανός ιστορικός είναι θετικός σ' αυτό το σημείο καθώς λέει πως ναι μεν "ένα συστηματικό εναλλακτικό σύστημα μπορεί να μην είναι στον ορίζοντα, αλλά το ενδεχόμενο διάλυσης, ακόμη και της κατάρρευσης του υπάρχοντος συστήματος δεν πρέπει πλέον να αποκλείεται".  Για όλα αυτά τα προβλήματα που προκύπτουν, και εδώ ο Χομπσμπάουμ είναι αρκετά διαυγής αφού κάνει αναφορές στην εθνικιστική, θρησκευτική δημαγωγία της Δεξιάς σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης που την βλέπουμε σήμερα μπροστά μας, μας καλεί να πάρουμε στα σοβαρά υπόψη μας τον Μαρξ. Φυσικά, αυτό θα γίνει. Αλλά ο Μαρξ είναι μόνο μία από τις εναλλακτικές απαντήσεις που διαθέτουμε- αν από κάτι σωθήκαμε, είναι αυτή η μονοδιάστατη μονολιθική ερμηνευτική που έβλεπε στα κείμενα ενός μεγάλου στοχαστή τη λύση στην κοινωνική ανισότητα και εκμετάλλευση. 



Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Φίλιπ Ντικ: Το ηλεκτρικό πρόβατο

Εκδ. Κέδρος, μεταφρ. Δημ. Αρβανίτης
Να διαβάζετε Φίλιπ Ροθ αν θέλετε ρεαλιστικό μυθιστόρημα, προειδοποιούσε τους επίδοξους αναγνώστες του ο ιδιοφυής Φίλιπ Ντικ. 
Στο "Ηλεκτρικό Πρόβατο" η φαντασία οργιάζει καθώς πέρα από την φουτουριστική οπτική, αναγκαία για κάθε τέτοιο έργο, έχει και στοιχεία πολιτικού, θρησκευτικού και υπαρξιακού προβληματισμού που αναδύονται από τη σχέση ανθρώπων και ανδροειδών-μηχανών. Στο βαθμό που η διαφορά αναμεταξύ τους είναι δυσδιάκριτη και επιτυγχάνεται μονάχα μέσω εξειδικευμένων και αμφιβόλου αποτελεσματικότητας τεστ από πολύπλοκες μηχανές, η σχέση τους οριοθετείται μέσα από την εξουσιαστική δυναμική που κατέχει το ανθρωποειδές και μπορεί να εκφέρει λόγο ζωής ή θανάτου για τα ανδροειδή.
Ο αγώνας όμως είναι δύσκολος για τον εξολοθρευτή ανδροειδών Ρικ Ντέκαρντ (ένα επίθετο που φέρνει στο νου τον ορθολογιστή Γάλλο φιλόσοφο Ντεκάρτ) καθώς "τα μοντέλα Νέξους-6 ξεπερνούσαν αρκετές τάξεις ιδιαίτερων ανθρώπων από άποψη νοημοσύνης.....ο υπηρέτης είχε γίνει, σε μερικές περιπτώσεις, πιο επιδέξιος από τον κύριο του". Ο Ντέκαρντ στο όνομα μιας θεολογικής κυρίαρχης αντίληψης, του μερσερισμού, αναλαμβάνει την "απόσυρση" των ανδροειδών καθώς αυτά δεν είχαν την ικανότητα της ενσυναίσθησης με άλλα όντα και ιδίως τα ζώα. Όμως η διάκριση αυτή με το συνεχές κυνηγητό και την αλληλοπεριχώρηση ανθρώπων και ανδροειδών σιγά σιγά θολώνει και ο διώκτης αρχίζει να έχει αμφιβολίες για το νόημα της αποστολής του. Το υπαρξιακό του κενό επιτείνει η ανάγκη που αισθάνεται για μια βαθύτερη σχέση με την κτίση και κυρίως τα ζώα- ένα κατοικίδιο που τον συντροφεύει έχει καλώδια και εσωτερικό μηχανισμό, ένα ηλεκτρικό πρόβατο που είναι μεν συντροφιά αλλά ατελής, διότι αυτό εκφράζει την "τυραννία του αντικειμένου". Το ηλεκτρικό πρόβατο όμως "δεν ξέρει ότι υπάρχω, όπως τα ανδροειδή δεν έχει την ικανότητα να εκτιμήσει την ύπαρξη του άλλου".  
Φίλιπ Ντικ
Έτσι ο αγώνας του  Ρικ σ'όλο το έργο είναι να βρει κάποια δυνατή σχέση που να τον εκφράσει, είτε με ένα πραγματικό ζώο, για το οποίο θα θυσίαζε πολλά χρήματα για να το αποκτήσει, είτε ακόμα και με ένα ανδροειδές που θα κάνει έρωτα μαζί του προκειμένου να γνωρίσει την χαμένη οικειότητα με τον κόσμο των προσώπων. Η διάκριση πάνω στην οποία στηρίζοταν θεμελιώδεις αρχές καταρρέει γιατί έχει καταρρεύσει η ανώτατη αρχή του μερσερισμού που, προς το τέλος του βιβλίου, φαίνεται να εκφράζεται από τον ίδιο τον Ρικ σε μια πρωτοφανή σύγχυση της ιδέας (Θεού;) και του ανθρώπου.
Όταν ομιλεί ο Μέρσερ λέει στον Ντέκαρντ πως αποτελει βασικό όρο της ζωής "η παραβίαση της ταυτότητάς σου". Αυτή η αρχή προβληματίζει τους βασικούς χαρακτήρες του συγκεκριμένου έργου προφανώς γιατί πρόκειται για μια αρχή με καθολική ισχύ. Η επιστημονική φαντασία του Φίλιπ Ντικ, χαοτική σαν το είδος του λόγου που διακονεί, αφήνει περιθώρια για πολλές ερμηνείες, δίχως αυτό το μειονέκτημα να μεταβάλλει το βιβλίο του σε ένα άγονο διάβασμα.